Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
978/2023 KI-generiert

Supreme Court allows appeal on debt repayment ability, remands case for further examination under inquisitorial system.

Geschäftsnummer 978/2023
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Teilweise gutgeheissen (Partially Allowed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court of Greece allowed the second ground of appeal regarding the appellant's ability to repay debts, finding the lower court's assumptions justified the legal interest. The appellant argued insufficient income covered only basic needs, while the bank contended the debt was unpayable. The court ruled that the inquisitorial system permits the court to verify facts independently, leading to the remittal of the case for further examination by a different judge.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 560, 744, 759, 580, 495, 8 of the Code of Civil Procedure; In cases of voluntary jurisdiction, the inquisitorial system grants the court the freedom to independently verify facts and evidence, even those not proposed by the parties, which may have a significant impact on the outcome of the trial.

Schlagwörter

KI-generiert
inquisitorial system voluntary jurisdiction repayment ability remittal of case civil procedure code debt repayment court investigation fristlose Betrugskündigung

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Article 576 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 560 paragraph 6 of the Code of Civil Procedure
Articles 744 and 759 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 746 of the Code of Civil Procedure
Article 8 paragraph 6 section b of Law 3869/2010

Zitierte Rechtsprechung

KI-generiert
KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 978 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 978/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Η. Π. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Γκούβα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ. Π. Α. Ε.", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-11-2015 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1218/Φ4174/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7916/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-10-2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρί Δεργαζαριάν, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν την συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1205/2022, ΑΠ 1747/2017, ΑΠ 1753/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση από την υπ` αριθ. 8498Ε/18-5-2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας Εφετείου Αθηνών Γ. Χ., που επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης από 27-10-2020 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως …αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (16-9-2022), επιδόθηκε, νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρία, με την επωνυμία "Τ.

Π. Α. Ε.". Κατά συνέπεια, αφού η αναιρεσίβλητη, δεν εμφανίσθηκε, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, όπως τούτο προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά την διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στην διαδικασία της αναιρετικής δίκης, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

Η κρινόμενη από 27-10-2020, αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 7916/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας μεταξύ των διαδίκων, επί εφέσεως κατά της υπ' αριθ. 1218/Φ4174/2016 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών και αφορά υπόθεση του Ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων", έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου (άρθρο 495 § 1 552, 553§1, 556§1 σε συνδ. με 741 και 769 ΚΠολΔ και 14 του Ν. 3869/2010) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευσή της, σύμφωνα με το άρθρο 564 § 3 του ΚΠολΔ (όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα που ασκούνται μετά την 1-1-2016 σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του Ν. 4335/2015), δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 15.5.2020 και από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής. Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 556 ΚΠολΔ "δικαίωμα αναίρεσης έχουν, εφόσον νικηθούν ολικά ή εν μέρει στη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο ενάγων, ο εναγόμενος, ο εκκαλών, ο εφεσίβλητος, εκείνος που ζητεί την αναψηλάφηση, εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η αναψηλάφηση, εκείνοι, που είχαν ασκήσει κύρια ή πρόσθετη παρέμβαση, οι καθολικοί διάδοχοι και οι ειδικοί διάδοχοι, εφόσον απέκτησαν την ιδιότητα αυτή μετά την άσκηση της αγωγής, καθώς και οι εισαγγελείς, μόνο αν ήταν διάδικοι.

Αναίρεση δικαιούται να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον". Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με αυτήν του άρθρου 68 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία "δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει έννομο συμφέρον", προκύπτει ότι, κύρια θετική προϋπόθεση για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, είναι να υπάρχει στον αναιρεσείοντα έννομο συμφέρον.

Το έννομο αυτό συμφέρον προκύπτει κυρίως από τη βλάβη, που υπέστη ο διάδικος, ο οποίος επιδιώκει τον έλεγχο της απόφασης. Βλάβη, εξάλλου, του διαδίκου υπάρχει, όταν, κατά κανόνα, απορρίπτονται μερικά ή ολικά οι προτάσεις του (αγωγή, ανταγωγή, ενστάσεις) ή γίνονται μερικά ή ολικά δεκτές έναντι αυτού οι προτάσεις του αντιδίκου του.

Η βλάβη δηλαδή του αναιρεσείοντος πρέπει να υπάρχει σε σχέση με τον αντίδικό του, η δε προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει, κατά κανόνα, να περιέχει κάποια διάταξη υπέρ του αντιδίκου του αναιρεσείοντος (ΑΠ 490/2021, ΑΠ 401/2017, ΑΠ 154/2017, ΑΠ 640/2015, ΑΠ 226/2014). Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ.

Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α` 94/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι η αποδεδειγμένη και μόνιμη (και όχι απλώς παροδική) περιέλευση αυτού σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρεών του, άσχετα αν αυτή υπήρχε κατά την ανάληψη των χρεών ή επήλθε μεταγενέστερα, η οποία πάντως δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή (ΑΠ 65/2017, ΑΠ 1299/ 2015, ΑΠ 1226/2014).

Ο ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από την γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Κατά τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του Ν.3869/2010, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 16 Ν.4161/2013 (ΦΕΚ Α 143/14-6-2013) και ίσχυε κατά τον χρόνο συζήτησης της ένδικης αίτησης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (21-9-2016) για τη δικαστική ρύθμιση των χρεών του αναιρεσείοντος οφειλέτη, ορίζεται ότι "αν το σχέδιο δεν γίνεται δεκτό από τους πιστωτές [...] το δικαστήριο ελέγχει την ύπαρξη των αμφισβητουμένων απαιτήσεων και την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 1 για την ρύθμιση των οφειλών και την απαλλαγή του οφειλέτη".

Επίσης, κατά τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου αυτού "αν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη δεν είναι επαρκή, το δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τα πάσης φύσεως εισοδήματά του, ιδίως εκείνα από την προσωπική του εργασία, την δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου και σταθμίζοντας αυτά με τις βιοτικές ανάγκες του ιδίου και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, τον υποχρεώνει να καταβάλλει μηνιαίως και για χρονικό διάστημα τριών έως πέντε ετών, κατά την κρίση του, ορισμένο ποσό για ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών του, συμμέτρως διανεμόμενο".

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παραγράφου 5 του ως άνω άρθρου 8 του Ν.3869/2010 ορίζεται ότι "Σε περιπτώσεις που εξαιτίας εξαιρετικών περιστάσεων, όπως χρόνια ανεργία χωρίς υπαιτιότητα του οφειλέτη, σοβαρά προβλήματα υγείας, ανεπαρκές εισόδημα για την κάλυψη στοιχειωδών βιοτικών αναγκών του οφειλέτη ή άλλων λόγων ίδιας τουλάχιστον βαρύτητας, προσδιορίζονται με την απόφαση μηνιαίες καταβολές μικρού ύψους ή και μηδενικές, το δικαστήριο μπορεί με την ίδια απόφαση να ορίσει, όχι νωρίτερα από πέντε μήνες, νέα δικάσιμο για επαναπροσδιορισμό των μηνιαίων καταβολών".

Εξάλλου το άρθρο 2 παρ.1 του ισχύοντος Συντάγματος ορίζει ότι "Ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας". Από τις προαναφερόμενες διατάξεις, οι οποίες θεσμοθετούν τη δυνατότητα του φυσικού προσώπου να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και τη στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, προκύπτουν τα ακόλουθα:

Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας ελλείψεως ρευστότητας, δηλαδή ελλείψεως όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.

Ειδικότερα, ρευστοποιήσιμη περιουσία σημαίνει, ότι είναι δεκτική εκποίησης κατά τρόπο που παρέχει προσδοκία απολήψεως αναλόγου ανταλλάγματος, δηλαδή ότι μπορεί και αξίζει να εκποιηθεί για τον παραπάνω σκοπό. Αυτό συμβαίνει, όταν εκτιμάται, ότι σε εύλογο διάστημα θα επιτευχθεί τίμημα τέτοιο, που θα επιφέρει σοβαρή ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών.

Πότε συμβαίνει αυτό είναι θέμα συγκεκριμένης περίπτωσης και πρέπει να κριθεί από το δικαστήριο, ότι είναι αναγκαία η ρευστοποίηση για την ικανοποίηση των πιστωτών. Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ως βασικά κριτήρια για τον καθορισμό του καταβλητέου μηνιαίου ποσού τάσσονται από το ένα μέρος τα εισοδήματα του οφειλέτη από οποιαδήποτε πηγή και ιδίως από την εργασία του και η δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου στα βάρη της (υπαρκτής και ενεργού) έγγαμης συμβιώσεως και από το άλλο μέρος οι βιοτικές ανάγκες (όχι απλώς οι στοιχειώδεις) του οφειλέτη και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, ώστε να καλύπτεται ένα επίπεδο αξιοπρεπούς διαβιώσεως αυτών, για την εξασφάλιση του οποίου να μην είναι απολύτως αναγκαίο το ποσό, που ορίζεται ως καταβλητέα μηνιαία καταβολή για την εξόφληση των χρεών (ΑΠ 1208/2017, ΑΠ 1226/2014).

Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για τον προσδιορισμό δε της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη όχι μόνο το εισόδημα του οφειλέτη, αλλά και η λοιπή περιουσία του κινητή και ακίνητη, η οποία μπορεί να ρευστοποιηθεί, ώστε να ικανοποιήσει τους πιστωτές.

Για την αξιολόγηση της σχέσεως ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη, τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή, που διαμορφώνεται σε βαθμό πιθανολογούμενης βεβαιότητας. Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της καταθέσεως της αιτήσεως και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή συντάξεως, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ.

Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (ΑΠ 632/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 951/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, η υπό κρίση υπόθεση είχε την ακόλουθη διαδικαστική διαδρομή. Ο αναιρεσείων άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών την από 5-11-2015 αίτηση για υπαγωγή του στις διατάξεις του ν. 3869/2010 με την οποία, επικαλούμενος έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών προς την καθής πιστώτριά του, ζήτησε να επικυρωθεί το περιλαμβανόμενο στην αίτηση σχέδιο διευθέτησης των οφειλών του προς την καθής και να διαταχθεί η ρύθμιση των οφειλών του με την ελάχιστη μηνιαία καταβολή δόσεων.

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 1218/Φ4174/2016 απόφασή του απέρριψε την αίτηση ως ουσία αβάσιμη με την αιτιολογία ότι κατά το διάστημα που ήταν έμπορος και μέχρι την απώλεια της εμπορικής του ιδιότητας είχε ήδη παύσει τις πληρωμές του προς την πιστώτρια Τράπεζα. Κατά της απόφασης αυτής ο νυν αναιρεσείων άσκησε έφεση ζητώντας την εξαφάνιση της απόφασης και την παραδοχή της αίτησής του.

Ο αναιρεσείων, μολονότι έγινε δεκτή η έφεσή του κατ' ουσίαν, επικαλούμενος έννομο συμφέρον, άσκησε την υπό κρίση αναίρεση, ισχυριζόμενος, με τους περιλαμβανομένους σ' αυτήν λόγους, ότι υφίσταται βλάβη από τις διατάξεις της προσβαλλόμενης απόφασης. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά τον νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008).

Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 989/2018, ΑΠ 388/2018, ΑΠ 358/2017).

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ Ολομ. 11/1996, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421 - 425/2009). Κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 5 εδάφ.

α` του άρθρου 560 ΚΠολΔ, για την, παρά τον νόμο, λήψη υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν (ΑΠ 154/2018, ΑΠ 636/2017, ΑΠ 528/2017), αφού από τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάζει κάθε μέτρο πρόσφορο για την εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί και ιδιαίτερα γεγονότων που συντελούν στην προστασία των ενδιαφερομένων ή της έννομης σχέσης ή του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος (άρθρο 744 ΚΠολΔ) και ότι το δικαστήριο, ακόμη και αποκλίνοντας από τις διατάξεις που ρυθμίζουν την απόδειξη, διατάζει αυτεπαγγέλτως καθετί που, κατά την κρίση του, είναι απαραίτητο για την εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων (άρθρ.759 παρ.3) (ΑΠ 883/2021).

Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια και, συγκεκριμένα η λήψη υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα με τον λόγο αυτόν αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η πλημμέλεια ότι κατά τον καθορισμό του καταβλητέου μηνιαίου ποσού έλαβε υπόψη της πράγματα που δεν προτάθηκαν από τον αναιρεσείοντα σε σχέση με τα εισοδήματά του από οποιαδήποτε πηγή και ιδίως από την εργασία του και από την ανάγκη αυτού κάλυψης των βιοτικών του αναγκών, ώστε να καλύπτεται ένα επίπεδο αξιοπρεπούς διαβιώσεως αυτού, για την εξασφάλιση του οποίου να μην είναι απολύτως αναγκαίο το ποσό, που ορίζεται ως καταβλητέα μηνιαία καταβολή για την εξόφληση των χρεών. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι στην παρούσα διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 5 εδάφ. α` του άρθρου 560 ΚΠολΔ.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 του ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αρ. 19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 120/2021 ΑΠ 1384/2018, ΑΠ 1206/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 7916/2020 απόφασή του κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων κρίση του, δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα σε σχέση με τον παραπάνω λόγο της αναίρεσης, πραγματικά περιστατικά: "Ο εκκαλών (αναιρεσείων) ηλικίας 44 ετών, γεννηθείς το 1975 (βλ.

προσκομιζόμενο Α.Δ.Τ.) είναι άγαμος και άτεκνος και διαμένει την περίοδο αυτή με τη μητέρα του σε διαμέρισμα που νοικιάζει η ίδια. Ο αιτών από το 2002 δραστηριοποιείται στο χώρο του εμπορίου. Μαζί με τον αδελφό του ... συνέστησε την ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Α. Π. Ο." και το δ.τ. "…" με αντικείμενο εμπορίας την κατασκευή γυναικείων ενδυμάτων και το λιανικό εμπόριο γυναικείων ειδών ένδυσης.

Η εταιρία αρχικά πήγαινε καλά, ωστόσο με την πάροδο του χρόνου παρουσίασε καθοδική πορεία, με αποτέλεσμα να λυθεί στις 27-6-2013. Την ημεροχρονολογία αυτή η εταιρία λύθηκε, όπως προκύπτει και από τη με αριθμό δήλωσης ../1-7-2013 προσκομιζόμενη βεβαίωση διακοπής εργασιών της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. που προσκομίζει ο αιτών.

Να σημειωθεί ότι η εταιρία δεν πτώχευσε, ούτε τέθηκε σε ειδική εκκαθάριση (βλ. προσκομιζόμενα πιστοποιητικά από τον αιτούντα). Στα πλαίσια λοιπόν της δραστηριότητας της ως άνω ομόρρυθμης εταιρείας και συγκεκριμένα από το 2003, η εταιρεία συνήψε για την εξυπηρέτηση των αναγκών χρηματοδότησής της, σύμβαση πίστωσης μέσω ανοικτών αλληλόχρεων λογαριασμών με την "Π.

Τ. Α..Ε..", δικαιοπάροχο της εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης (ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, με την επωνυμία "Τ. Π. Α..Ε.") (βλ. τη με αριθμό σύμβασης ... σύμβαση αύξησης πίστωσης ανοικτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού, σε συνέχεια της αρχικής Νο ... σύμβασης ανοικτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού, που συνήφθη μεταξύ της ομόρρυθμης εταιρείας και της δικαιοπαρόχου της αντιδίκου, με την οποία αυξήθηκε το όριο της πίστωσης και ανήλθε συνολικά στο ποσό των 235.000 Ευρώ και την υπ' αριθ....

πρόσθετη πράξη σύνδεσης δικαιώματος υπερανάληψης με αλληλόχρεο λογαριασμό που προσκομίζει ο αιτών). Η άνω εταιρία εκείνη την περίοδο είχε τζίρο στα 120.000 ευρώ (βλ. Ε5 του έτους 2005 της εταιρίας). Στα πλαίσια της άνω σύμβασης πίστωσης τηρήθηκαν δύο λογαριασμοί πίστωσης: ο υπ' αριθ. ... και ο υπ' αριθ. .... Οι λογαριασμοί ήταν ενήμεροι μέχρι τη διακοπή και την παύση των εργασιών της εταιρίας τον Ιούνιο του 2013, όπως προκύπτει από τις καρτέλες της ίδιας της "Π.

Τ. Α." (βλ. προσκομιζόμενες καρτέλες, από όπου προκύπτει ότι το δάνειο ήταν ενήμερο). Μετά την παύση των εργασιών της εταιρίας απέμενε υπόλοιπο 70.304,40 ευρώ και 62.248,21 ευρώ αντίστοιχα στους δύο άνω λογαριασμούς. Στις 20-6-2014 κατ' εντολή της "Π. Τ. Α..Ε.." έκλεισαν οι λογαριασμοί και συγχωνεύθηκαν σε ένα νέο αλληλόχρεο λογαριασμό τον υπ' αριθμ. ..., ο οποίος κατ' ουσίαν ήταν τοκοχρεωλυτικό δάνειο .....και έτσι το χρέος του αιτούντος, το οποίο κατέστη πλέον ατομικό, ανήλθε στις 137.895,91 (5.343.36 ευρώ ήταν τα έξοδα, βλ.

προσκομιζόμενες από τον αιτούντα εκτυπώσεις από παραστατικά της άνω τράπεζας). Ο αιτών, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα παραστατικά της άνω τράπεζας συνέχιζε να καταβάλλει διάφορα ποσά έναντι του τελευταίου αυτού δανείου μέχρι τον Απρίλιο του 2015, οπότε κατέβαλε για τελευταία φορά το ποσό των 1.000 ευρώ.

Ακολούθως η εφεσίβλητη, που εν τω μεταξύ διαδέχθηκε την άνω τράπεζα, κατήγγειλε με την από 10.8.2016 εξώδικη καταγγελία της (ήτοι μετά την κατάθεση της υπό κρίση αίτησης την 5- 11-2015) την άνω σύμβαση με υπόλοιπο στις 29.6.2016 το ποσό των 150.728,54 ευρώ. Με βάση τα κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα πραγματικά δεδομένα, το Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι κατά το χρονικό σημείο της περιέλευσής του σε κατάσταση γενικής και μόνιμης αδυναμίας πληρωμών, το οποίο συμπίπτει με το χρονικό σημείο της τελευταίας καταβολής της προς την εφεσίβλητη, δηλαδή την 02-04-2015, ο εκκαλών είχε ήδη απωλέσει την εμπορική του ιδιότητα, δεδομένου ότι ήδη από την 27-6-2013 είχε παύσει τη διενέργεια οποιασδήποτε εμπορικής πράξης και είχε θέσει τέρμα στην λειτουργία της εταιρίας "Α.

Π. Ο.", ενώ από το 2011 ασχολείται μέχρι και σήμερα ως διαφημιστής (βλ. σχετική έναρξη επαγγέλματος), επάγγελμα που δεν του προσδίδει εμπορική ιδιότητα, όπως φαίνεται και από τις δηλώσεις Ε.. που καταθέτει έκτοτε κάθε χρόνο, ενώ πλέον έχει μεταφέρει την έδρα της δραστηριότητάς του σε διαμέρισμα που διαμένει με τη μητέρα του και το οποίο μισθώνει η τελευταία στην οδό ...

στο Π…. Κατά συνέπεια, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε την αίτηση του εκκαλούντος με το αιτιολογικό ότι αυτός διέθετε την εμπορική ιδιότητα, πλημμελώς εκτίμησε τις αποδείξεις. Πρέπει, επομένως, να κριθεί βάσιμος ο λόγος της υπό κρίση έφεσης και να γίνει αυτή δεκτή και στην ουσία της, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση και να κρατηθεί η υπόθεση, ώστε να δικαστεί στην ουσία της από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ σε συνδυασμό προς το άρθρο 741 του ίδιου Κώδικα).

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το 2012 το φορολογητέο εισόδημά του ήταν 9.178 ευρώ, το 2013 ήταν 7.803,01 ευρώ, το 2014 ήταν 5.837,86 ευρώ και το 2015 ήταν 940,30 ευρώ, το 2016 ήταν 1.282, 82 ευρώ και το 2017 ήταν 1.180,71 ευρώ, ενώ το 2018 ανήλθε στα 5.624,76 ευρώ.

Συνεπώς οι καθαρές μηνιαίες αποδοχές του εκκαλούντος κατά το προηγούμενο έτος ανέρχονται σε (5.624,76:12=) 468,73 ευρώ. Ο αιτών δεν έχει ακίνητη περιουσία, ούτε κάποιο όχημα ή άλλο περιουσιακό στοιχείο.

Συνεπώς ο εκκαλών συντηρείται από τα άνω εισοδήματά του, με τα οποία απλώς καλύπτονται οι βιοτικές του ανάγκες. Ο ίδιος όμως προσφέρεται να καταβάλει στην πιστώτρια τράπεζα το ποσό των 1.080 ευρώ το μήνα επί μία τριετία για το άνω δάνειό του, που αποτελεί και το μοναδικό του δάνειο. Με βάση τα παραπάνω εισοδήματα και τις οφειλές εκτιμάται ότι ο εκκαλών έχει περιέλθει σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία να αποπληρώσει τις παραπάνω ληξιπρόθεσμες χρηματικές του οφειλές, η αδυναμία του δε αυτή δεν οφείλεται σε δόλο, απορριπτομένης της σχετικής ενστάσεως που προέβαλε και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο η εφεσίβλητη.

Κατά συνέπεια συντρέχουν στο πρόσωπό του οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στη ρύθμιση του ν. 3869/2010 και ειδικότερα των άρθρων 8 παρ. 2 και 9 παρ. 2. Έτσι η ρύθμιση των χρεών του θα γίνει κατά πρώτο λόγο με μηνιαίες- καταβολές απ' ευθείας στην πιο πάνω πιστώτρια που θα αρχίσουν το πρώτο πενθήμερο του δεύτερου μήνα από τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης (άρθρο 8 παρ. 2 ν. 3869/2010).

Το συνολικό ποσό των οφειλών του ανέρχεται σε 150.728,54 ευρώ και θα καταβάλει 1.080 ευρώ κατά μήνα. Μετά την ολοκλήρωση των καταβολών αυτών στο τέλος της τριετίας η πιστώτρια τράπεζα θα έχει λάβει το ποσό των (1.080 X 36 μήνες =) 38.880 ευρώ με υπόλοιπο απαίτησης 111.928,54 ευρώ, από το οποίο απαλλάσσεται ο εκκαλών". Με βάση τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση, έκανε δεκτή τυπικά και κατ' ουσία την έφεση, εξαφάνισε την απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, στη συνέχεια, έκανε δεκτή την αίτηση ως κατ' ουσία βάσιμη.

Κρίνοντας, όμως, έτσι, το εν λόγω Δικαστήριο, διέλαβε στην απόφασή του, αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας πληρωμών των χρεών του αναιρεσείοντος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ανεπαρκείς αιτιολογίες με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 ν. 3869/2010 που προπαρατέθηκε, την οποία, εκ πλαγίου, παραβίασε, στερώντας, με τον τρόπο αυτόν, την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Και τούτο, διότι, αφού δεν προσδιορίζεται το ύψος των μηνιαίων υποχρεώσεων του αναιρεσίβλητου - αιτούντος για την εξυπηρέτηση του δανείου του, δεν είναι δυνατός ο έλεγχος, προκειμένου να διακριβωθεί. από την αντιπαραβολή των καθαρών εισοδημάτων του (ρευστότητα) που διατίθενται μηνιαίως για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, ήτοι για την αξιοπρεπή διαβίωσή του, υπό το πρίσμα της οποίας πρέπει, όπως έχει προεκτεθεί, να εξετάζεται η επίμαχη αδυναμία πληρωμών (βλ.

και ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 1208/2017), με τα χρηματικά ποσά που απαιτούνται, παράλληλα, για τη μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση της πιστώτριας Τράπεζας-αναιρεσίβλητης. Συγκεκριμένα, ενώ το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές του, δέχεται ότι τα αναγραφόμενα καθαρά εισοδήματα του αναιρεσείοντος, ανέρχονταν, κατά το έτος 2015 (που κατατέθηκε η ένδικη αίτηση υπαγωγής στις ρυθμίσεις του ν. 3869/2010), σε 468 ευρώ, επαρκούσαν δε μόνο για την κάλυψη, των βιοτικών αναγκών του, ότι δεν είχε άλλη κινητή ή ακίνητη περιουσία, ότι αυτά (εισοδήματα) δεν επαρκούσαν για την εξόφληση των μηνιαίων δόσεων προς την αναιρεσίβλητη ώστε να εξοφληθεί η συνολική οφειλή του, στη συνέχεια εκτίθεται ότι ο αναιρεσείων προσφέρεται να καταβάλει μηνιαίως στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 1.080 ευρώ, χωρίς να προσδιορίζει την πηγή του πορισμού του μηνιαίως αυτού του ποσού (μετά την κάλυψη, των βιοτικών αναγκών του) με επακόλουθο να μην μπορεί να κριθεί αν αυτός έχει περιέλθει ή όχι σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των χρεών του.

Οι προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης δικαιολογούν το έννομο συμφέρον του αιτούντος προς άσκηση της αναίρεσης.

Συνεπώς, ο από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος, με την περαιτέρω επισήμανση ότι στις υποθέσεις (είτε γνήσιες, είτε μη γνήσιες) εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως είναι και η παρούσα (μη γνήσια, κατ` άρθρ. 3 εδ. β` ν. 3869/ 2010), καθιερώνεται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 ΚΠολΔ, το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 438/2019, ΑΠ 636/2017).

Μετά από αυτά, πρέπει, κατά παραδοχή του δευτέρου λόγου της αναίρεσης να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος της που προαναφέρθηκε, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το άνω μέρος της για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Πρωτοδικείο το οποίο εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ).

Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, στον καταθέσαντα αναιρεσείοντα (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει). Διάταξη για δικαστικά έξοδα δεν ορίζεται κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται, όπως προεκτέθηκε, κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας, (άρθρο 3 εδ.

β' ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ.6 εδάφ.β` του παραπάνω ν.3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 882/2019).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την 7916/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (εκουσία δικαιοδοσία), που δίκασε ως Εφετείο, κατά το μέρος της που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που έχει καταθέσει.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαρτίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ