Supreme Court dismisses appeal against one employee but allows it for others due to lack of legal representation.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court declared the appeal inadmissible regarding one employee who failed to appear without a lawyer, while allowing it for the remaining represented parties. The employees sued the water utility company for unpaid overtime bonuses, arguing inequality with municipal counterparts, but the lower court dismissed their claim as illegal. The court ruled that the absence of a lawyer for one party justified splitting the proceedings, leaving the case open for the others.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 568(4) and 576(1)-(2) of the Code of Civil Procedure; In cases of simple joint litigation, if one party is unrepresented by a lawyer, the appeal is inadmissible for that party but the proceedings continue for the rest.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertVerwandte Entscheide
KI-generiertVolltext
Απόφαση 978 / 2013 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 978/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης - Αποχέτευσης Πάρου" (ΔΕΥΑΠ), που εδρεύει στην Παροικία Πάρου και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βερβεσό. Δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: Α. 1) Ι. Μ. του Δ., εως και 24) Σ. Μ. του Γ. και Β. 1) Μ. Κ. του Π., όλων κατοίκων ... Εκπροσωπήθηκαν όλοι, πλην του υπό στοιχ. Β1 των αναιρεσιβλήτων, που δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Τοκατλίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-12-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και του Ν. Κ., που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πάρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 68/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 24/2011 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 12-7-2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 29-2-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως και να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του Αρείου Πάγου δεν εμφανισθεί κάποιος από τους διαδίκους, το Δικαστήριο οφείλει να ερευνήσει αν ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα ή αν επισπεύδει ο ίδιος τη συζήτηση και σε αποφατική περίπτωση να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση.
Σύμφωνα δε με το δεύτερο εδάφιο, που προστέθηκε στην παράγραφο 3 του άνω άρθρου 576 ΚΠολΔ με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, η διάταξη του οποίου κατά το άρθρο 98 του ίδιου νόμου, καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
Στη προκείμενη περίπτωση, φέρεται προς συζήτηση η από 12-7-2011 αίτηση του Ν.Π.Ι.Δ., με την επωνυμία "Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης - Αποχέτευσης Πάρου", για αναίρεση της αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσας υπ' αριθμ. 24/2011 τελεσίδικης αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, κατά τη σειρά εγγραφής της στο οικείο πινάκιο, το αναιρεσείον εκπροσώπησε στο ακροατήριο ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Δημήτριος Βερβεσός, δυνάμει του υπ' αριθμ…/30-11-2012 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Πάρου Ελευθερίας Ιορδάνη - Μυτιληναίου.
Από τους είκοσι πέντε (25) συνολικά αναιρεσιβλήτους, οι είκοσι τέσσερις (24) εξ αυτών εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Τοκατλίδη, δυνάμει του υπ' αριθμ…/23-11-2012 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Πάρου Ευρυδίκης Τσάση. Ο τελευταίος αναιρεσίβλητος Μ. Κ. του Π. δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Το παριστάμενο αναιρεσείον δεν επικαλείται, ούτε προσκομίζει έκθεση επιδόσεως αντιγράφου της αιτήσεως αναιρέσεως με κλήση προς συζήτηση αυτής στον απολειπόμενο ως άνω αναιρεσίβλητο (αν το αναιρεσείον επισπεύδει τη συζήτηση), ούτε τυχόν επιδοθέν σ' αυτό (αναιρεσείον) από τον απολειπόμενο αναιρεσίβλητο αντίγραφο κλήσεως προς συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως (αν τη συζήτηση επισπεύδει ο απολειπόμενος αναιρεσίβλητος).
Τέλος, δεν προκύπτει ότι ο απολειπόμενος αναιρεσίβλητος κλητεύθηκε με επιμέλεια κάποιου από τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους, οι οποίοι παρίστανται νόμιμα, δεδομένου ότι κανένας από αυτούς δεν επικαλείται, αλλά ούτε και προσκομίζει σχετική έκθεση επιδόσεως αρμόδιου δικαστικού επιμελητή. Επομένως, εφόσον δεν αποδεικνύεται νόμιμη κλήτευση του απολειπόμενου αναιρεσιβλήτου Μ.
Κ. του Π. ή ότι αυτός επέσπευσε τη συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτησή της ως προς τον αναιρεσίβλητο αυτόν και να προχωρήσει η συζήτηση της αναιρέσεως ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους. Κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου.
Η διάταξη αυτή καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, με την έννοια ότι δεσμεύει και το νομοθέτη και τον υποχρεώνει, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μην αντιμετωπίζει κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας διακρίσεις ή εξαιρέσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, την συνδρομή των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια.
Συνεπώς, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική εκείνη μεταχείριση, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.
Στην περίπτωση αυτή, προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, πρέπει να εφαρμοσθεί και για εκείνους, σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίσθηκε η ειδική ρύθμιση, διότι μόνο με τον τρόπο αυτό αίρεται η κατάσταση που δημιουργήθηκε από την παραβίαση της ανωτέρω αρχής.
Εξάλλου, γενικότεροι λόγοι κοινωνικού συμφέροντος για τη διαφορετική νομοθετική ρύθμιση των αποδοχών κατηγοριών εργαζομένων, που παρέχουν την ίδια εργασία και υπό τις αυτές συνθήκες, συντρέχουν όταν η κάθε κατηγορία παρέχει την εργασία κάτω από διαφορετικό νομοθετικό καθεστώς, ήτοι, όταν η μία κατηγορία παρέχει τις υπηρεσίες της με σχέση δημοσίου δικαίου και η άλλη με σχέση ιδιωτικού δικαίου ή, προκειμένου περί κατηγοριών απασχολουμένων με σχέση ιδιωτικού δικαίου, όταν η μία απασχολείται στο Δημόσιο, Ο.Τ.Α.
ή σε Ν.Π.Δ.Δ. και η άλλη σε Ν.Π.Ι.Δ. ή γενικώς στον ιδιωτικό τομέα. Περαιτέρω, με το άρθρο 13 του Ν. 2738/1999 "Συλλογικές Διαπραγματεύσεις στη Δημόσια Διοίκηση κ.λπ." προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 αυτού τα ακόλουθα: 1. Συλλογική διαπραγμάτευση για ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχολήσεως υπαλλήλων, που δεν ρυθμίζονται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του παρόντος, λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως ιδίως είναι ζητήματα μισθών, συντάξεων, συστάσεως οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κ.λπ.), μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία. 2.
Η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται όμως για το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ: α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμισθούν κανονιστικώς βάσει υπάρχουσας σχετικής εξουσιοδοτήσεως νόμου, β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρυθμίσεως των θεμάτων της συμφωνίας.
Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί να αποτελεί και ο χρόνος υλοποιήσεως της δεσμεύσεως για την έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προωθήσεως νομοθετικών ρυθμίσεων κατά περίπτωση. Ακολούθως, με το άρθρο 14 του Ν. 3016/2002 ορίστηκαν, μεταξύ άλλων, και τα εξής: 1. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπεγράφησαν κατά το έτος 2001. 2.
Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται, εν όλω ή εν μέρει, και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως (ΟΤΑ) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ), που δεν συμμετείχε στη σύναψη των συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των 176 ευρώ. 3.
Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των 176 ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Από τις ανωτέρω διατάξεις σαφώς προκύπτει, ότι οι ρυθμίσεις που εισάγονται με αυτές αφορούν αποκλειστικά και μόνο υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, ανεξάρτητα από τη σχέση, δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, που τους συνδέει με τους εν λόγω φορείς, όχι δε και εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα, στον οποίο περιλαμβάνονται και τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (ΝΠΙΔ), ακόμη και αν τα τελευταία επιχορηγούνται ή όχι από το δημόσιο ή είναι κοινωφελούς χαρακτήρα ή ανήκουν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα.
Τέλος, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 1069/1980 "Για την άσκηση των πάσης φύσεως δραστηριοτήτων του κυκλώματος ύδρευσης και αποχέτευσης οικιστικών κέντρων της χώρας...", δύνανται να συνιστώνται, κατά την παρ. 3 του άρθρου αυτού, σε κάθε Δήμο ή Κοινότητα της χώρας ή από περισσότερους Δήμους ή Κοινότητες ή Δήμους και Κοινότητες ενιαίες επιχειρήσεις υδρεύσεως και αποχετεύσεως, οι οποίες αποτελούν ίδια νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου κοινωφελούς χαρακτήρα, διεπόμενα από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από το νόμο.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου, που δίκασε ως Εφετείο έφεση των ήδη αναιρεσίβλητων κατά της υπ' αριθμ. 68/2007 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Πάρου, δέχθηκε τα εξής: Οι ενάγοντες (αναιρεσίβλητοι) προσφέρουν τις υπηρεσίες τους, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και με διάφορες ειδικότητες, στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον, που είναι δημοτική επιχείρηση, η οποία συστήθηκε σύμφωνα με το Ν. 1069/1980, έχει ως σκοπό την άσκηση δραστηριοτήτων σχετικά με την ύδρευση και την αποχέτευση του Δήμου Πάρου του νομού Κυκλάδων και αποτελεί νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου κοινωφελούς χαρακτήρα.
Οι ενάγοντες (αναιρεσίβλητοι) - δέχθηκε περαιτέρω το Πολυμελές Πρωτοδικείο - υπάγονται στο ενιαίο μισθολογικό πλαίσιο, που διέπει τον ευρύτερο τομέα του Δημοσίου, τους ΟΤΑ και τα ΝΠΔΔ, όπως αυτό καθιερώθηκε και ισχύει από 1-1-1984 και εντεύθεν με το Ν. 1505/1984, από 1-1-1997 και εντεύθεν με το Ν. 2470/1997 και από 1-1-2004 έως σήμερα με το Ν. 3205/2003, και επομένως δικαιούνται της παροχής των 176 ευρώ το μήνα του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, διότι η παροχή αυτή έχει χορηγηθεί σε ευρείες και ετερόκλητες κατηγορίες μισθωτών με σχέση ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου, που υπηρετούν σε πλείστες κατηγορίες υπηρεσιών της Δημόσιας Διοικήσεως και σε ΝΠΔΔ, χωρίς ειδικές προϋποθέσεις και χωρίς οποιαδήποτε συνάρτηση προς το είδος και το εύρος της παρεχόμενης εργασίας, με αποτέλεσμα η χορήγηση της επίδικης παροχής να έχει προσλάβει, λόγω και της εν γένει κανονιστικής αντιμετώπισής της, εξαρχής χαρακτήρα επιμισθίου εργασίας, δηλαδή γενικής προσαυξήσεως των τακτικών αποδοχών των εργαζομένων, σωρευτικά με την ενιαία και απρόσβλητη μισθολογική βάση του Ν. 2470/1997 και του Ν. 3205/2003.
Έτσι - καταλήγει το Πολυμελές Πρωτοδικείο - η μη χορήγηση της επίδικης παροχής των 176 ευρώ και στους ενάγοντες (αναιρεσιβλήτους) συνιστά αδικαιολόγητη άνιση μεταχείριση αυτών, ανεπίτρεπτη μισθολογική διάκριση και αντισυνταγματική ρύθμιση σε βάρος τους, προς αποκατάσταση δε της παραβιασθείσας συνταγματικής αρχής της ισότητας και της αρχής της ίσης αμοιβής για εργασία ίσης αξίας, θα πρέπει να λάβουν και οι ενάγοντες (αναιρεσίβλητοι) την επίδικη παροχή.
Με την κρίση του, όμως, αυτή το Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου, το οποίο ακολούθως, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση (που είχε απορρίψει την αγωγή ως μη νόμιμη), κατά παραδοχή σχετικού λόγου εφέσεως των αναιρεσίβλητων, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή αυτών, παραβίασε την διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, καθόσον, υπό τις εκτιθέμενες παραδοχές, η διαφορετική νομοθετική ρύθμιση δικαιολογείται, στην προκείμενη περίπτωση, από γενικότερους λόγους κοινωνικού συμφέροντος, ενόψει του ότι οι ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι, ως εργαζόμενοι σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία από εκείνη των υπαλλήλων των ΟΤΑ και των λοιπών ΝΠΔΔ, στους οποίους χορηγείται η επίδικη παροχή (ΑΠ 1584/2010).
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, από το άρθρο 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου η ως άνω πλημμέλεια, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Συνεπώς, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της, παρελκούσης, μετά ταύτα, της έρευνας του έτερου λόγου της αναιρέσεως. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει ήδη μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 65 του Ν. 4139/2013, αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.
Εν προκειμένω, οι ενάγοντες (αναιρεσίβλητοι), με την από 5-12-2006 αγωγή τους (αρ. καταθ. 66/18-12-2006) ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πάρου, ισχυρίσθηκαν ότι απασχολούνται ως υπάλληλοι με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου από της προσλήψεώς τους και συνεχώς έκτοτε στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, υπαγόμενοι μισθολογικά στο καθεστώς του Ν. 2470/1997 και από 1-1-2004 στις διατάξεις του Ν. 3205/2003 και ότι το εναγόμενο δεν καταβάλλει σ' αυτούς την πρόσθετη αμοιβή των 176 ευρώ (άρθρο 14 του Ν. 3016/2002), η οποία καταβάλλεται στους συναδέλφους τους, υπαλλήλους του Δήμου Πάρου Νομού Κυκλάδων.
Με βάση δε το ιστορικό αυτό ζήτησαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει αναδρομικά, τουλάχιστον από 1-1-2004, το ποσό των 176 ευρώ μηνιαίως (όπως αναλυτικά καθορίζεται στην αγωγή το αιτούμενο από κάθε ενάγοντα για την αιτία αυτή συνολικό χρηματικό ποσό), το οποίο δικαιούνται κατ' εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας, άλλως λόγω αδικοπραξίας, άλλως κατά τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Με το περιεχόμενο αυτό, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, η αγωγή δεν είναι νόμιμη (τόσο ως προς την κύρια όσο και ως προς τις επικουρικές βάσεις της). Επομένως, η υπόθεση δεν απαιτεί περαιτέρω έρευνα και, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, πρέπει ο Άρειος Πάγος να κρατήσει την υπόθεση και να ασχοληθεί με την εκδίκασή της.
Έτσι, λοιπόν, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (Ειρηνοδικείο Πάρου), με την υπ' αριθμ. 68/2007 οριστική απόφασή του, κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων, απέρριψε την ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη στο σύνολό της. Κατά της πρωτόδικης αυτής αποφάσεως άσκησαν την από 27-4-2009 έφεση (αρ. εκθ. καταθ. 105/2009) οι αναιρεσίβλητοι, προβάλλοντας τις σχετικές πλημμέλειες, οι οποίες είναι αβάσιμες.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσίαν η έφεση. Οι αναιρεσίβλητοι - ενάγοντες (πλην του τελευταίου Μ. Κ.), που ηττήθηκαν, πρέπει να καταδικασθούν στη πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσείοντος - εναγομένου, κατά το νόμιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 12-7-2011 αιτήσεως του Ν.Π.Ι.Δ., με την επωνυμία "Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης - Αποχέτευσης Πάρου", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 24/2011 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου, ως προς τον τελευταίο αναιρεσίβλητο Μ. Κ. του Π..
Αναιρεί την παραπάνω υπ' αριθμ. 24/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου ως προς όλους τους άλλους αναιρεσιβλήτους. Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την από 27-4-2009 έφεση (αρ. εκθ. καταθ. 105/2009) των αναιρεσιβλήτων αυτών.
Απορρίπτει κατ' ουσίαν την έφεση. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους - ενάγοντες (πλην του τελευταίου Μ. Κ.) στη πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσείοντος - εναγομένου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Φεβρουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Μαΐου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ