Supreme Court remands traffic accident appeal for retrial due to vague factual findings on liability.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court of Greece remanded the case for retrial after finding the Court of Appeals violated substantive law through vague and insufficient reasoning regarding driver liability. The Court of Appeals failed to specify speed limits, road gradients, or whether tire tracks existed at the collision point, making the application of causation and fault legally impossible. Consequently, the appeal was allowed in part, the decision was annulled, and the case was sent back to a new panel of judges for a proper examination.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 176, 183 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must annul a lower court decision if it violates substantive law through vague and insufficient reasoning that renders the application of legal concepts like causation and fault impossible to review.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertVerwandte Entscheide
KI-generiertVolltext
Απόφαση 978 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 978/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Διονυσίου Γιαννακόπουλου), Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Σοφία Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Απριλίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, ενεργούσας ατομικά και για λογαριασμό των αναηλίκων τέκνων της 2) Χ2 και 3) Χ3 των οποίων ασκεί την γονικής μέριμνα, 4) Χ4, 5) Χ5, 6) Χ6, 7) Χ7, 8) Χ8, 9) Χ9, 10) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "VICTORIA Α.Α.Ε. ΖΗΜΙΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Παγώνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κατά 1/5 κληρονόμος της θανούσας μητέρας του Φ, 2) Ψ2, ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κατά 1/4 κληρονόμος του θανόντος πατέρα της Δ, 3) Ψ3, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Κρίκο και κατέθεσαν προτάσεις, 4) Ψ4, ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κατά 1/5 κληρονόμος της θανούσας μητέρας του Φ, 5) Ψ5, ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κατά 1/5 κληρονόμος της θανούσας μητέρας του Φ, 6) Ψ6, ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κατά 1/5 κληρονόμος της θανούσας μητέρας του Φ, 7) Ψ7, ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κατά 1/5 κληρονόμος της θανούσας μητέρας του Φ, 8) Ψ8, ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κατά 1/4 κληρονόμος του θανόντος συζύγου της Δ, 9) Ψ9, το γένος Δ, κατοίκου ..., ως εξ αδιαθέτου κατά 1/4 κληρονόμος του θανόντος πατέρα της Δ, 10) Ψ10, κατοίκου ..., ως εξ αδιαθέτου κατά 1/4 κληρονόμος του θανόντος πατέρα του Δ, οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, 11) Αλλοδαπής Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "MALAYAN INSURANCE CO INC" (Μαλάιαν Ασφαλιστική Ανώνυμη Εταιρία), που εδρεύει στη Μανίλα των Φιλιππίνων και εκπροσωπείται νόμιμα στην Ελλάδα από την ανώνυμη εταιρεία "ΓΕΝΚΑ Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Κρίκο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 13/11/2006 και 1/2/2007 αγωγές των υπό στοιχεία 1-9 ήδη αναιρεσειόνωτν και την από12/12/2005 αγωγή των υπό στοιχεία 1-3, 8 ήδη αναιρεσιβλήτων και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 38901/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 684/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22/6/2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Καραχάλιου ανέγνωσε την από 12/4/2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου, δευτέρου (χαρακτηριζομένου ως λόγου από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ), τρίτου και πέμπτου, κατά ένα μέρος, λόγων αναιρέσεως, και την απόρριψη του τετάρτου λόγου καθώς και κατά τα λοιπά του πέμπτου λόγου αυτής.
Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο 'Αρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που κλητεύθηκε.
Εξ άλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62, 73, 286 επ., 558, 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. και 35 του Α Κ, συνάγεται, ότι η αίτηση αναιρέσεως, που απευθύνεται κατά αποβιώσαντος προσώπου, όπως και κάθε άλλο ένδικο μέσο, είναι άκυρη, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι ο αναιρεσείων είχε λάβει γνώση του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει την αίτηση αναιρέσεως κατ' αυτών.
Η αίτηση, επομένως, αναιρέσεως, που απευθύνεται κατά αποβιώσαντος, χωρίς, όμως, να γνωρίζει τον θάνατό του ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη και νομίμως χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι καλούνται ή εμφανίζονται κατά την συζήτηση, με την ιδιότητα αυτή, στη θέση του αναιρεσιβλήτου, και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς.
Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286, 287, 290 και 291 του Κ.Πολ.Δ., συνάγεται, ότι η δίκη διακόπτεται, εκτός άλλων περιπτώσεων, και αν από την έναρξή της μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, αποβιώσει κάποιος διάδικος. Η διακοπή επέρχεται από της γνωστοποιήσεως, προς τον αντίδικο, του λόγου της διακοπής, με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου, κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξεως, από πρόσωπο που έχει δικαίωμα να επαναλάβει την δίκη ή από εκείνον που μέχρι της επελεύσεως του θανάτου του διαδίκου ήταν πληρεξούσιός του.
Ο αντίδικος εκείνου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης και ο ομόδικός του μπορούν να επισπεύσουν την επανάληψη της διακοπείσας δίκης, με πρόσκληση προς τους αρχικούς διαδίκους και τους κληρονόμους του θανόντος, προ της γνωστοποιήσεως του γεγονότος που προκάλεσε την διακοπή, θεωρώντας ότι αυτή επήλθε.
Προϋπόθεση, όμως, της προσκλήσεως αυτής, για επανάληψη της διακοπείσας δίκης, είναι η πάροδός της, προς αποποίηση της κληρονομίας, προθεσμίας, εφ' όσον, όπως συνάγεται από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 292 Κ.Πολ.Δ. και 1847 εδ. α' του ΑΚ, ο κληρονόμος, κατά την διάρκεια της προθεσμίας, προς αποποίηση της επαχθείσας σ' αυτόν κληρονομίας, δεν μπορεί να εξαναγκασθεί να επαναλάβει την βιαίως διακοπείσα δίκη, λόγω του θανάτου του κληρονομουμένου διαδίκου.
Στην προκειμένη περίπτωση, μετά την δίκη ενώπιον του Εφετείου (κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση) και προ της ασκήσεως της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως (29-6-2009), απεβίωσαν την 28-11-2008 και 24-2-2009, αντιστοίχως, οι εκ των αρχικών διαδίκων (εναγόντων - εκκαλούντων - εφεσιβλήτων) Φ και Δ (όπως προκύπτει από την προσκομιζομένη, σε νόμιμο αντίγραφο, υπ' αριθμ. ...
ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου του Δήμου ... και το προσκομιζόμενο υπ' αριθ. ... απόσπασμα της υπ' αριθμ. ...ληξιαρχικής πράξεως θανάτου του Ληξιάρχου του Δήμου ..., αντιστοίχως), οι οποίοι αφήκαν μόνους πλησιεστέρους συγγενείς, εξ αδιαθέτου κληρονόμους των, τους κατωτέρω εκ των αρχικών διαδίκων (κατά των οποίων απευθύνεται η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως) και ειδικότερα :
Α) Η πρώτη τούτων (Φ) τα τέκνα της : Ψ4, Ψ5, Ψ6, Ψ7 και ... (4ο, 5ο, 6ο, 7ο και 1ο των αναιρεσιβλήτων, αντιστοίχως), όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο υπ' αριθμ. ... πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δήμου .... Β) Ο δεύτερος τούτων (Δ) : την σύζυγό του Ψ8, και τα τέκνα του : Ψ9, Ψ10 και Ψ2 (8η, 9η, 10ο και 2α των αναιρεσιβλήτων, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο υπ' αριθμ. ...
πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δήμου ... της Νομαρχίας ...). Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, νομίμως, κατ' άρθρ. 558 του Κ.Πολ.Δ., απευθύνεται κατά των, ως άνω, τετάρτου, πέμπτου, εβδόμου, ογδόης, ενάτης, δεκάτου και πρώτης των αναιρεσιβλήτων και ως κληρονόμων των προαναφερομένων αρχικών διαδίκων.
Όμως, προ της ασκήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως, είχε αποβιώσει, την 25-5-2009, ο εκ των ανωτέρω αρχικών διαδίκων και κληρονόμων της αρχικής διαδίκου Φ, Ψ6 (όπως προκύπτει από την προσκομιζομένη, σε νόμιμο αντίγραφο, υπ' αριθμ. ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου του Δήμου ...), ο οποίος αφήκε μόνους πλησιεστέρους συγγενείς, εξ αδιαθέτου κληρονόμους του :
α) την σύζυγό του ..., το γένος ... και β) τον υιόν του, .... Ωστόσο, από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι, προ της ασκήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως, γνωστοποιήθηκε στους αναιρεσείοντες ο θάνατος τούτου, ώστε οι τελευταίοι να διαπιστώσουν τους, ως άνω, κληρονόμους του και να απευθύνουν την αίτηση αναιρέσεως κατ' αυτών.
Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος που απευθύνεται κατά του ρηθέντος, Ψ6, δεν έιναι άκυρη και νομίμως χωρεί η συζήτηση μετά των, ως άνω, κληρονόμων του (οι οποίοι, όπως θα γίνει λόγος κατωτέρω, προσκλήθηκαν προς τούτο). Ακόμη, μετά την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, απεβίωσε, την 13-7-2009, η προαναφερομένη αρχική διάδικος - αναιρεσίβλητος (8η) και συνάμα κληρονόμος του αρχικού διαδίκου Δ, Ψ8 (όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο υπ' αριθμ. 38443/2009 απόσπασμα της υπ' αριθμ. ...
ληξιαρχικής πράξεως θανάτου του Ληξιάρχου του Δήμου ...), η οποία αφήκε μόνους πλησιεστέρους συγγενείς, εξ αδιαθέτου κληρονόμους της, τα τέκνα της: Ψ9, Ψ10 και Ψ2 (9η, 10ο και 2α των αναιρεσιβλήτων), (όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο υπ' αριθμ. ... πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δήμου ... της Νομαρχίας ...), οι οποίοι υπεισήλθαν στην δικονομική θέση αυτής.
Για τους τελευταίους, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα προς την παρούσα πρακτικά, δεν δηλώθηκε στο ακροατήριο, ότι συνεχίζουν την δίκη, ως μοναδικοί κληρονόμοι της ανωτέρω αρχικής διαδίκου (Ψ8), όπως δεν δηλώθηκε τούτο και για τους κληρονόμους του αρχικού διαδίκου Ψ6, ενώ οι τέταρτος, πέμπτος και έβδομος των αναιρεσιβλήτων (Ψ4, Ψ5 και Ψ7), τόσο για τον εαυτό των ατομικώς, όσο και ως κληρονόμοι της αρχικής διαδίκου Φ, καθώς και η ενάτη και δέκατος των αναιρεσιβλήτων, ως κληρονόμοι του αρχικού διαδίκου Δ, δεν εμφανίσιθηκαν στο ακροατήριο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από το πινάκιο, νομίμως, στη σειρά της, και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε με δήλωση, κατ' άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ..
Όμως, από τις υπ' αριθμ. 1722Γ' και 1720Γ'/20-1-2010 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ... και την υπ' αριθμ. 9825Β'/8-1-2010 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού του Πρωτοδικείου Αθηνών, ..., προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη, με την οποία ορίσθηκε αρμοδίως δικάσιμος αυτή που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και κλήση προς συζήτηση κατ' αυτή, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προς τους τέταρτο, πέμπτο και έβδομο των αναιρεσιβλήτων, τόσο ατομικώς όσο και ως κληρονόμους της προαναφερομένης αρχικής διαδίκου Φ.
Ακόμη, από τις υπ' αριθμ. 1630 Γ και 1629 Γ/11-1-2010 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ..., προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της αυτής αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη, με την οποία ορίσθηκε αρμοδίως δικάσιμος αυτή που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και κλήση προς συζήτηση κατ' αυτή, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προς τους κληρονόμους του φερομένου ως έκτου αναιρεσείοντος, Ψ6, ήτοι τους ...Ψ6 και ...
σύζυγο Ψ6. Στο επιδοθέν, δηλαδή, στους τελευταίους, δικόγραφο περιελήφθη, από τους αναιρεσείοντες, και πρόσκληση τούτων, ως κληρονόμων του ανωτέρω αρχικού διαδίκου, προς συνέχιση της δίκης, η οποία (πρόσκληση) είναι νόμιμος, εφ' όσον έλαβε χώρα μετά την πάροδο της προθεσμίας προς αποποίηση της επαχθείσας σ' αυτούς κληρονομίας.
Τέλος, από την υπ' αριθμ. 9828β'/8-1-2010 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού του Πρωτοδικείου Αθηνών, ... (εν συνδυασμώ προς την από 8-1-2010 απόδειξη παραλαβής αντιγράφου θυροκολληθέντος εγγράφου και την από 8-1-2010 βεβαίωση αποστολής, με συστημένη επιστολή, εγγράφου ειδοποιήσεως) καθώς και την υπ' αριθμ. 9826Β/8-1-2010 έκθεση επιδόσεως του αυτού δικαστικού επιμελητού, προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της αυτής αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη, με την οποία ορίσθηκε αρμοδίως δικάσιμος αυτή που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, και κλήση για συζήτησή της κατ' αυτή επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στους ενάτη και δέκατο των αναιρεσιβλήτων (Ψ9 και Ψ10), ως κληρονόμους των αρχικών διαδίκων, Δ και Ψ8 (8ης αναιρεσιβλήτου).
Στο επιδοθέν, δηλαδή, στους τελευταίους, δικόγραφο περιελήφθη, από τους αναιρεσείοντες, και πρόσκληση τούτων προς επανάληψη της δίκης, προ της γνωστοποιήσεως του γεγονότος που προκάλεσε την διακοπή της δίκης (αναφορικώς με τον θάνατο της Ψ8), θεωρώντας ότι αυτή (διακοπή) επήλθε. Η πρόσκληση δε αυτή είναι νόμιμος, εφ' όσον έγινε μετά την πάροδο της προθεσμίας, προς αποποίηση της επαχθείσας σ' αυτούς κληρονομίας.
Επί τη βάσει τούτων, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως, παρά την απουσία των ανωτέρω διαδίκων.
Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του Ν.ΓΠΝ/1911, 297 έως 300, 330 εδ. β' και 914 του Α.Κ., συνάγεται ότι, σε περίπτωση συγκρούσεως μεταξύ δύο ή περισσοτέρων οχημάτων, η ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά του οδηγού παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς αυτής και της ζημίας.
Μορφή υπαιτιότητας αποτελεί και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που, αν είχε καταβληθεί, με μέτρο την συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς οδηγού, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά την συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων να επιφέρει την ζημία και την επέφερε στην συγκεκριμένη περίπτωση.
Η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα οδικής Κυκλοφορίας δεν θεμελιώνει, αυτή καθ' εαυτή, υπαιτιότητα στην επέλευση της συγκρούσεως αυτοκινήτων, αποτελεί, όμως, στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί, σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του επελθόντος αποτελέσματος.
Εξ άλλου, οι έννοιες της υπαιτιότητας και του αιτιώδους συνδέσμου είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του εμπλακέντος στο αυτοκινητικό ατύχημα οδηγού, για την επέλευση της ζημίας και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του και του ζημιογόνου αποτελέσματος, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ.
α' και β' και 19 του Κ.Πολ.Δ., για ευθεία παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου και για παράβαση διδαγμάτων της κοινής πείρας, καθώς και για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως. Ειδικότερα, ελέγχεται αναιρετικώς η κρίση του δικαστηρίου, περί του εάν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχεται το δικαστήριο, ως αποδειχθέντα, καθ' εαυτά, αντικειμενικώς και βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας, συγκροτούν ή όχι την έννοια της υπαιτιότητας και θεμελιώνουν την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Εξ' άλλου, έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως, συντρέχει και όταν η απόφαση έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα, το οποίο ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Αντιφατικότητα δε ή ανεπάρκεια της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει, όταν στο αιτιολογικό, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, αναφέρονται αντιφατικώς ή ανεπαρκώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Στην παρούσα περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από αυτή, το Εφετείο δέχθηκε, ανελέγκτως, ως αποδειχθέντα, τα κατωτέρω πραγματικά περιστατικά: "..O Θ την 14-10-05 και ώρα 21.00, οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ...Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της Ψ2, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην αλλοδαπή ασφαλιστική εταιρεία MALAYAN INSURANCE Co Inc, κινούνταν στην επαρχιακή οδό ..., η οποία είναι διπλής κατευθύνσεως με διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή στο μέσον, πλάτους 40 εκατοστών και με κατεύθυνση το ....
Επιπλέον το οδόστρωμα προς το ... είναι κατηφορικό με χωμάτινο έρεισμα προς τα δεξιά πλάτους 2,85 μ. και αριστερά πλάτους 2μ. και αντίστοιχα προς ... ανηφορικό. Με βάση τα δεδομένα αυτά και τη στιγμή που το παραπάνω αυτοκίνητο πλησίαζε στη χιλιομετρική αυτή θέση (1), είχε ήδη νυχτώσει, υπήρχε όμως επαρκής τεχνητός φωτισμός, το οδόστρωμα ήταν ξηρό, επικρατούσε κακοκαιρία, η ορατότητα δεν περιοριζόταν και η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν συχνή.
Την ίδια στιγμή και από την αντίθετη κατεύθυνση έφθασε στο σημείο αυτό ο Ζ οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του Χ4, που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην ασφαλιστική εταιρία VICTORIA με κατεύθυνση προς ... (...). Ο παραπάνω οδηγός, βγαίνοντας από αριστερή στροφή και επειδή την είχε πάρει ανοιχτή, περισσότερο από όσο έπρεπε, βρέθηκε στο αντίθετο γι αυτόν ρεύμα πορείας, ήτοι στο ρεύμα όπου κινούνταν ο Θ.
Έτσι και οι δύο οδηγοί αιφνιδιάστηκαν αλλά ο τελευταίος βλέποντας στο ρεύμα πορείας του το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Ζ πραγματοποίησε ελιγμό προς τα δεξιά, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Η σύγκρουση η οποία επακολούθησε έγινε ως εξής. Η δεξιά μπροστινή γωνία του αυτοκινήτου του Ζ συγκρούσθηκε με την αριστερή μπροστινή γωνία του αυτοκινήτου του Θ και τελικά μετά τη σύγκρουση το αυτοκίνητο του πρώτου εκτινάχθηκε περιστρεφόμενο προς τα δεξιά σε σχέση με την αρχική του πορεία και ακινητοποιήθηκε στο δεξιό ως προς την αρχική του πορεία χωμάτινο έρεισμα, ενώ το αυτοκίνητο το δευτέρου κινήθηκε χωρίς έλεγχο προς τα δεξιά, βγήκε από το οδόστρωμα, ανατράπηκε και τελικά ακινητοποιήθηκε στο δεξιό ως προς την αρχική του πορεία χωμάτινο έρεισμα.
Από τη σύγκρουση αυτή η οποία έγινε μέσα στο ρεύμα πορείας του Θ, όπως αυτό αναφέρεται στη σχετική έκθεση αυτοψίας ως προς τα ευρήματα και το σχετικό σχεδιάγραμμα που τη συνοδεύει μαζί με την από 14.3.07 αναφορά του Αστυνόμου ... που συνέταξε αυτά και που διευκρινίζει το σημείο συγκρούσεως των οχημάτων που είχε ως αποτέλεσμα η σύγκρουσή τους το θανάσιμο τραυματισμό και των δύο οδηγών.
Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά το ατύχημα αυτό οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του φορτηγού αυτοκινήτου Ζ, ο οποίος από αμέλειά του δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλε και μπορούσε να επιδείξει ως συνετός οδηγός, υπό ανάλογες περιστάσεις, οδηγούσε αυτό χωρίς σύνεση και χωρίς να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, χωρίς να ασκεί τον έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαραίτητους χειρισμούς, κινούμενος όχι στο δεξιό άκρο του ρεύματος πορείας του αλλά καταλαμβάνοντας το αντίθετο ρεύμα, ενέργειες και παραλείψεις που επέφεραν τελικά το παραπάνω αποτέλεσμα.
Απεναντίας από κανένα από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε οποιαδήποτε υπαιτιότητα του οδηγού Θ, ο οποίος κινούνταν κανονικά στο ρεύμα πορείας του και σε απόσταση δύο (2) περίπου μ. από τη διπλή διαχωριστική γραμμή. Επίσης μπόρεσε να πραγματοποιήσει και ελιγμό προς τα δεξιά χωρίς επιτυχία, όμως αφού η εμφάνιση του φορτηγού αυτοκινήτου του παραπάνω Ζ στο δικό του ρεύμα πορείας ήταν αιφνίδια και δεν του άφησε περιθώρια για επωφελέστερη αντίδραση.." Με βάση τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι αποκλειστικός υπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος και των εξ αυτού συνεπειών είναι ο οδηγός του ΙΧΦ αυτοκινήτου, Ζ, συγγενής των ήδη εννέα πρώτων αναιρεσειόντων και επεκύρωσε, κατά το κεφάλαιο αυτό, την πρωτόδικο απόφαση, η οποία είχε κρίνει ομοίως και είχε απορρίψει την αγωγή των τελευταίων, κάνοντας εν μέρει δεκτή την αγωγή των ήδη δέκα πρώτων των αναιρεσιβλήτων.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, αναφορικώς προς το ζήτημα της υπαιτιότητας ή μη των εμπλακέντων στο ένδικο ατύχημα οδηγών, παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, με ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων αυτών, ήτοι ως προς την ορθή ή μη εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών της υπαιτιότητος και του αιτιώδους συνδέσμου αυτής προς το επελθόν αποτέλεσμα.
Και τούτο, διότι: ενώ το σημείο της συγκρούσεως των ανωτέρω αυτοκινήτων το τοποθετεί εντός του ρεύματος πορείας του, προς ... κινουμένου, Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου που ωδήγει ο Θ, δεν εκθέτει αν στο σημείο αυτό διεγράφησαν ή ανευρέθησαν ίχνη (χαραγές, γυαλιά κ.λ.π.). Δεν προσδιορίζει το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας στο σημείο που επισυνέβη το ατύχημα, ούτε την ταχύτητα με την οποία εκινούντο αμφότερα τα εμπλακέντα σ' αυτό αυτοκινήτου και επομένως δεν προκύπτει αν, ως προς το ζήτημα αυτό, έλαβε υπ' όψη το γεγονός ότι, ως προς το Ι.Χ.Φ.
αυτοκίνητο, που ωδήγει ο Ζ, το οδόστρωμα ήταν "ανηφορικό", ενώ ως προς το Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, που ωδήγει ο Θ, αυτό ήταν "κατηφορικό". Ωσαύτως, ενώ δέχεται ότι ο οδηγός του, προς ... κινουμένου, Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου (Ζ) εξήρχετο από αριστερή στροφή (σε οδόστρωμα ανηφορικό), την οποία "πήρε περισσότερο ανοικτά από όσο έπρεπε", ακολούθως δέχεται ότι συνεπεία τούτου βρέθηκε στο αντίθετο ως προς την πορεία του ρεύμα κυκλοφορίας, όπου τοποθετεί και το σημείο της συγκρούσεως, χωρίς να αιτιολογεί τούτο, εφ' όσον, με βάση τα περιστατικά αυτά, η κίνηση του αυτοκινήτου θα ήταν προς το δεξιό της οδού.
Επομένως, ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβιάσεως των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, με ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, εφ' όσον είναι δυνατή η συγκρότηση αυτού, από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν, και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας των (άρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
Σημειωτέον, δε, ότι, εφ' όσον αναιρείται η προσβαλλομένη απόφαση, κατά παραδοχήν του αμέσως ανωτέρω αναφερομένου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αυτής, που αφορούν στο ίδιο κεφάλαιο της αποφάσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 684/2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν, προηγουμένως.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Μαΐου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαΐου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ