Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
978/2006 KI-generiert

Supreme Court dismisses appeal against lower court ruling on property ownership dispute between state and municipality.

Geschäftsnummer 978/2006
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Abgewiesen (Dismissed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding a property ownership dispute. The municipality claimed ownership of land within a public forest, arguing the state failed to properly notify them of boundary adjustments made in 1985. The lower court held that the municipality's failure to file a specific boundary objection lawsuit did not deprive it of the right to sue for ownership recognition. The court rejected the appeal because the lower court correctly applied the law and the appeal arguments were vague and unsupported by the case file.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 94, 96, 104, 576 of the Code of Civil Procedure; Article 111 of the Municipal and Communal Code: The failure of a party to file a specific boundary objection lawsuit does not deprive them of the right to sue for ownership recognition, and vague appeal arguments lacking substantive premises must be rejected as inadmissible.

Schlagwörter

KI-generiert
property ownership dispute public forest boundaries municipal rights admissibility of appeal state vs municipality Gewässerabstand Meerenge Ausgrenzung

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Articles 94, 96, 104, 576 of the Code of Civil Procedure
Article 111 of the Municipal and Communal Code
KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 978 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 978/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Βασίλειο Νικόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Κωνσταντίνο Γεωργάκη, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσίβλητου: Δήμου της Ηρωϊκής Πόλης της Νάουσας, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχό της Α. Κ.. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαστεργίου, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-1995 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16/ΤΠ/1997 μη οριστική,252/ΤΠ/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2354/2003 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 11-6-2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αντωνιάδης ανέγνωσε την από 1-3-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως της 2354/2003 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Παραδεκτώς εισάγεται προς συζήτηση η από 11 Ιουνίου 2004 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου περί αναιρέσεως της 2354/2003 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, μετά την εμπρόθεσμη κατάθεση στη γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού της προβλεπόμενης από το άρθρο 12 του ν.2298/1995, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 του ν.2721/1999, υπ' αριθ.1061/30-9-004 θετικής γνωμοδότησης του αρμόδιου τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 104 και 576 του ΚΠολΔ. προκύπτει ότι αν ο πληρεξούσιος του διαδίκου εμφανίζεται στο ακροατήριο χωρίς αυτόν, αλλά δεν αποδεικνύει την πληρεξουσιότητά του, θεωρείται μη παριστάμενος και ο 'Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, ή στην έκθεση. Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα, και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, ο δε 'Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 111 παρ. 2 περ. ι' του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα, όπως κωδικοποιήθηκε με το άρθρο μόνο του π.δ. 410/1955, " η δημαρχιακή επιτροπή.....ι) αποφασίζει για την πρόσληψη πληρεξουσίου δικηγόρου....σε όσους δήμους είτε δεν έχουν προσληφθεί δικηγόροι με μηνιαία αμοιβή, είτε αυτοί που έχουν προσληφθεί δεν έχουν δικαίωμα να παρίστανται σε ανώτατα δικαστήρια.

Επίσης αποφασίζει για παροχή εντολής μόνο κατά υπόθεση δικαστική...και μόνο στους δήμους που δεν δικαιούνται να προσλάβουν δικηγόρους με μηνιαία αντιμισθία κατά το άρθρο 245 του ν. 1188/1981.". Από την τελευταία διάταξη προκύπτει ότι η απόφαση της δημαρχιακής επιτροπής αποτελεί προϋπόθεση για την πρόσληψη του πληρεξουσίου δικηγόρου, δεν αρκεί όμως για τον διορισμό αυτού ως δικαστικού αντιπροσώπου του Δήμου.

Συνεπώς πρέπει ο Δήμαρχος, που εκπροσωπεί το Δήμο στα δικαστήρια, σύμφωνα με το άρθρο 114 παρ. 1 στοιχ. α' του ως άνω Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα, να διορίσει τον δικαστικό του πληρεξούσιο με έναν από τους τρόπους που προβλέπει το άρθρο 96 παρ.παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας και τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, ο αναιρεσίβλητος Δήμος παραστάθηκε δια του δικηγόρου Γεωργίου Παπαστεργίου, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Για την πρόσληψή του ο εν λόγω δικηγόρος προσκομίζει την υπ' αριθ. 23/2006 απόφαση της Δημαρχιακής Επιτροπής του Δήμου Νάουσας. Από κανένα όμως αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει ότι ο Δήμαρχος που εκπροσωπεί το Δήμο στα δικαστήρια έδωσε στον παριστάμενο δικηγόρο την πληρεξουσιότητα με τους πιο πάνω συστατικούς τρόπους και επομένως ο αναιρεσίβλητος Δήμος δεν παρίσταται νόμιμα. Δεδομένου όμως ότι κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον αναιρεσείον Δημόσιο για να παραστεί κατά τη συζήτηση αυτή (βλ. υπ' αριθ. 3330/31-1-2005 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Βέροιας Μ. Α.), πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως σαν να ήταν παρών.

Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρ.559 αριθ.1 ΚΠολΔ.), σε περίπτωση που έγινε δεκτή η αγωγή ως κατ' ουσία βάσιμη, πρέπει να καθορίζονται όχι μόνον η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, αλλά και να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για τη βασιμότητα ή μη της αγωγής.

Διότι μόνον ενόψει των ουσιαστικών αυτών παραδοχών μπορεί να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναιρέσεως (Ολ. ΑΠ 32/1996 και 27/1998). Εξάλλου, κατά την παρ. 1 του άρθρου 73 του ν. 998/1979 "περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της Χώρας", "εφόσον εις περιοχήν τινα δεν υφίσταται κτηματολόγιον ή δεν έχει ενεργηθή κτηματογράφησις των δημοσίων και ιδιωτικών δασών και δασικών εκτάσεων, επιτρέπεται όπως το Δημόσιον προβαίνει εις τον αποτερματισμόν και οροθέτησιν των δημοσίων δασών και δασικών εκτάσεων, εν σχέσει προς ιδιωτικά δάση ή δασικάς εκτάσεις ή άλλα ιδιωτικά ακίνητα (εξωτερικός αποτερματισμός) ή προς ακίνητα ανήκοντα εις το Δημόσιον και μη έχοντα τον χαρακτήρα του δάσους, της δασικής εκτάσεως (εσωτερικός αποτερματισμός).

Ο αποτερματισμός και η οροθέτησις ενεργούνται παρ' επιτροπής αποτελουμένης εκ του δασάρχου, ενός εκπροσώπου του οικείου δήμου ή της κοινότητος, οριζομένου υπό του δημάρχου ή του προέδρου και ενός τεχνικού υπαλλήλου της νομαρχίας, οριζομένου υπό του νομάρχου, επί παρουσία και των ιδιοκτητών ή συνιδιοκτητών των ομόρων δασών ή άλλων ακινήτων, ως και παντός άλλου ενδιαφερομένου, συντασσομένου σχετικού πρωτοκόλλου αποτερματισμού και οροθετήσεως.

Ομοίως επιτρέπεται η προσωρινή οροθέτησις των δημοσίων δασών και δασικών εκτάσεων εν σχέσει προς τα διαχειριζόμενα ως διακατεχόμενα δάση και δασικάς εκτάσεις, συντασσομένου παρά της επιτροπής πρωτοκόλλου προσωρινής οροθετήσεως. Η τοιαύτη οροθέτησις ουδαμώς επηρεάζει τα επί των τοιούτων εκτάσεων δικαιώματα κυριότητας του Δημοσίου".

Κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, " το πρωτόκολλον κοινοποιείται παρά του δασάρχου επί αποδείξει εις τους ενδιαφερομένους, οι οποίοι δικαιούνται εντός μηνός από της κοινοποιήσεως να υποβάλλουν ενστάσεις κατά του γενομένου αποτερματισμού και οροθετήσεως. Αι ενστάσεις αύται εκδικάζονται υπό της επιτροπής του άρθρου 10 παρ.3, αποφαινομένης οριστικώς περί του αποτερματισμού και της τοποθετήσεως των οροσήμων.

Εξαιρετικώς δια την περίπτωσιν ταύτην της επιτροπής προεδρεύει αντί του προέδρου πρωτοδικών, ο ειρηνοδίκης της περιοχής. Τυχόν αμφισβήτησις περί των ορίων δημοσίου δάσους ή δασικής εκτάσεως αποτερματισθέντος και οροθετηθέντος κατά τα ανωτέρω υπάγεται εις την αρμοδιότητα του μονομελούς πρωτοδικείου, αποφαινομένου επί τη αγωγή τινός των ενδιαφερομένων ασκουμένη εντός έτους από του οριστικού αποτερματισμού.

Το πρωτοδικείον δικάζει εκ των ενόντων επί τη βάσει παντός αποδεικτικού στοιχείου, της αποφάσεώς του υποκειμένης μόνον εις έφεσιν". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι ο αποτερματισμός και η οροθέτηση δημοσίων δασών και δασικών εκτάσεων σε σχέση με ιδιωτικά δάση ή δασικές εκτάσεις ή άλλα ιδιωτικά ακίνητα (εξωτερικός αποτερματισμός) προϋποθέτει κρίση της επιτροπής της παρ. 1 ως προς τα όρια των δασών και δασικών εκτάσεων και κατά συνέπεια κρίση ως προς την ύπαρξη ή μη ιδιωτικών δικαιωμάτων που βρίσκονται μέσα στα οροθετούμενα δάση ή τις δασικές εκτάσεις.

Μετά την περάτωση της προβλεπομένης από τις διατάξεις αυτές διοικητικής διαδικασίας, εάν εξακολουθούν να υπάρχουν αμφισβητήσεις ως προς τα όρια του δημόσιου δάσους ή δασικής εκτάσεως επιλαμβάνεται, με την άσκηση αγωγής οιουδήποτε ενδιαφερομένου, το Μονομελές Πρωτοδικείο. Οι διαφορές που προκαλούνται από την έκδοση του πρωτοκόλλου αποτερματισμού και της αποφάσεως της επιτροπής του άρθρου 10 παρ. 3 επί των ενστάσεων, που ασκούνται κατά του πρωτοκόλλου, ανάγονται στον καθορισμό των ορίων του δημόσιου δάσους ή των δημόσιων δασικών εκτάσεων σε σχέση με τα όμορα ιδιωτικά κ.λ.π ακίνητα, δηλαδή την ύπαρξη ή μη ιδιωτικών δικαιωμάτων και συνεπώς αποτελούν ιδιωτικές διαφορές, για την επίλυση των οποίων αρμόδιο είναι το τακτικό Μονομελές Πρωτοδικείο (ΑΕΔ 20/1990).

Με την απόφασή του επιλύονται οι διαφορές αυτές ως προς τον καθορισμό των ορίων του δημόσιου δάσους ή των δημόσιων δασικών εκτάσεων και όχι διαφορές ως προς την κυριότητα των ομόρων ιδιωτικών ακινήτων. Βέβαια κατά την επίλυση των αμφισβητήσεων αυτών ενδέχεται να κριθεί παρεμπιπτόντως ως προκριματικό ζήτημα και το θέμα της κυριότητας των όμορων ακινήτων, η παρεμπίπτουσα όμως αυτή κρίση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, ενόψει της πιο πάνω εκ των ενόντων διαδικασίας επίλυσης της διαφοράς που προέκυψε από τον αποτερματισμό ή την οροθέτηση, δεν έχει τα εχέγγυα ορθής διάγνωσης της διαφοράς, που παρέχει η τακτική διαδικασία, ούτε παράγει δεδικασμένο ως προς το προκριματικό αυτό ζήτημα της κυριότητας.

Επομένως ο ιδιοκτήτης των όμορων αυτών ακινήτων, είτε άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου την αγωγή αμφισβητήσεως των ορίων της έκτασης που οροθετήθηκε, είτε άφησε να περάσει άπρακτη η πιο πάνω ενιαύσια προθεσμία, δικαιούται να εγείρει ενώπιον του αρμοδίου καθ' ύλη και κατά τόπο δικαστηρίου τις ειδικές αγωγές περί προστασίας της κυριότητας (διεκδικητική, αρνητική κλπ).

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα κρίσιμα περιστατικά: Με το .../28-3-1937 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Βέροιας Γεωργίου Μανωλίδη μεταβιβάστηκαν νόμιμα κατά κυριότητα στον εφεσίβλητο-ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο Δήμο, από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, ως διαχειρίστρια των ανταλλάξιμων μουσουλμανικών κτημάτων, τρία συνεχόμενα ανταλλάξιμα δασοκτήματα, συνολικής έκτασης 8.045 στρεμμάτων.

Το έτος 1978 το Δασαρχείο Βέροιας κίνησε τη διαδικασία αποτερματισμού του γειτονικού δημόσιου δάσους Μαρούσιας. Η αρμόδια Επιτροπή συνέταξε το ίδιο έτος πρωτόκολλο αποτερματισμού και οροθέτησης. Με την 156181/4-7-1984 εντολή του Υπουργείου Γεωργίας ακυρώθηκε η διαδικασία αυτή αποτερματισμού, διότι δεν είχε κλητευθεί να μετάσχει στη διαδικασία ο εφεσίβλητος, ως ιδιοκτήτης όμορης ιδιοκτησίας.

Στη συνέχεια και μετά από κλήτευση αυτού επαναλήφθηκε η διαδικασία αποτερματισμού και συντάχθηκε το από14-5-1985 πρωτόκολλο οριστικού αποτερματισμού, με το οποίο περιελήφθη στα όρια του δημόσιου δάσους και η επίδικη έκταση των 1210 στρεμμάτων, η οποία εκτείνεται στα όρια του ενιαίου ακινήτου (δασοκτήματος Σκουτίνας), που μεταβιβάστηκε στον εφεσίβλητο Δήμο με το πιο πάνω συμβόλαιο και επομένως περιήλθε στην κυριότητα αυτού με τον παράγωγο αυτό τρόπο.

Κατά του εν λόγω πρωτοκόλλου οριστικού αποτερματισμού ο εφεσίβλητος άσκησε ένσταση, ισχυριζόμενος ότι η επίδικη έκταση ανήκει στο δάσος "Σκουτίνας, που αγόρασε και δεν περιλαμβάνεται στα όρια του δημόσιου δάσους Μαρούσιας. Η κατά το άρθρο 10 παρ. 3 του ν.998/1979 Επιτροπή επιλύσεως δασικών αμφισβητήσεων απέρριψε την ένσταση, με το από 5-6-1986 πρακτικό της, κρίνοντας παρεμπιπτόντως ότι δεν αποδεικνύεται ότι η έκταση αυτή περιλαμβάνεται στα όρια του δασοκτήματος του εφεσίβλητου.

Το πρακτικό αυτό κοινοποιήθηκε την 17-6-1986 στον Δήμο, ο οποίος όμως δεν άσκησε μέσα στο έτος αγωγή αμφισβητήσεως του ορίου των δύο ομόρων ακινήτων. Η παράλειψη αυτή δεν καθιστά απαράδεκτη την άσκηση της ένδικης αγωγής αναγνωρίσεως της κυριότητας του Δήμου στην επίδικη έκταση, έστω και αν παρεμπιπτόντως κρίθηκε από την αρμόδια Επιτροπή ότι δεν αποδεικνύεται η κυριότητά του στην έκταση αυτή.

Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο ορθώς δεν απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη, για έλλειψη εννόμου συμφέροντος του αναιρεσίβλητου Δήμου, διότι η μη άσκηση από αυτόν της προβλεπόμενης αγωγής αμφισβητήσεως των ορίων αποτερματισμού και οροθετήσεως του δημόσιου δάσους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, δεν στερεί από αυτόν το δικαίωμα ασκήσεως της ένδικης αγωγής.

Επομένως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο μοναδικός λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι "το Εφετείο μη αποδεχθέν τον εκτεθέντα λόγο της εφέσεως αλλά και μη ερευνήσαν αυτεπαγγέλτως, ως θα έδει, την έλλειψη εννόμου συμφέροντος του αναιρεσιβλήτου Δήμου Νάουσας προς άσκηση της αγωγής, διαπίστωση η οποία θα οδηγούσε σε απόρριψη της αγωγής για έλλειψη εννόμου συμφέροντος", και ο οποίος παρά την αναφορά του και στον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, στηρίζεται στον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου.

Εξάλλου, εφόσον στο δικόγραφο της αναιρέσεως δεν αναφέρονται, παρά μόνο αποσπασματικά, οι ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως της 2354/2003 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Μαϊου 2006 και δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 17 Μαϊου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ