Supreme Court dismisses appeal for failure to consider two specific arguments regarding the defendant's acquiescence and lack of protest.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final judgment of the Athens Court of Appeal. The appellant argued that the lower court failed to consider her claims regarding the defendant's acceptance of the property sale in 1994 and his failure to protest the non-return of funds. The court ruled that the appellate court had properly evaluated these facts alongside others and correctly rejected the claim of abuse of right, finding the appeal arguments legally unfounded.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 559(1)(a) and 577(3) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the failure to consider specific arguments is admissible only if the lower court ignored relevant facts, but is unfounded if those facts were evaluated and the legal conclusion remains sound.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertZitierte Rechtsprechung
KI-generiertVolltext
Απόφαση 977 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 977/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Ευτύχιο Νικόπουλο και Βαρβάρα Πάπαρη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. (Α.) χήρας Χ. Κ., το γένος Γ. Ζ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Μπατσίλα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Κ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δημητρίου Παναγιώτη Τζάκα και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/2/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10047/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4838/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12/10/2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 12-10-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ'αριθ. 4838/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας, δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δέχθηκε την αγωγή και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 36.096,85 ευρώ κατά το οποίο κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερη χωρίς νόμιμη αιτία.
Η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον η προσβαλλομένη, της οποίας δεν προκύπτει επίδοση, δημοσιεύθηκε στις 29-7-2020 και η αίτηση για την αναίρεσή της κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 15-10-2020, ενώ για το παραδεκτό αυτής έχει καταβληθεί από την αναιρεσείουσα το νόμιμο παράβολο (άρθ. 495, 552,553, 558,560 παρ.3 ΚΠολΔ).
Είναι, συνεπώς, αυτή παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόστηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, ΟλΑΠ 7/2006).
Η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.
Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη τού ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 11/2017, ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 3/2019).
Πρέπει επίσης να αναφέρεται το συγκεκριμένο ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, στο οποίο, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 20/2005), η επίδραση του σφάλματος αυτού στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 1282/2010), δηλ. στην έννομη συνέπεια, που εσφαλμένα διαγνώστηκε ή δεν διαγνώστηκε (ΑΠ 589/2005).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας, νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα, μπορούν δε να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 και 560 παρ. 1β' ΚΠολΔ).
Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα, δηλαδή με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής, ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες, που αυτός τυχόν περιέχει, ή για να υπαγάγει ή όχι σ' αυτόν τα εκάστοτε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.
Δεν ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλ. κατά την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 931/2019, ΑΠ 518/2017, ΑΠ 2086/2017).
Από τη διάταξη του άρθρου 561 § 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 19 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 345/2018).
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε αφ'ενός τις διατάξεις των άρθ. 1526,1528 και 1624 ΑΚ,τις οποίες δεν εφάρμοσε, προκειμένου να διαπιστώσει ότι η αναιρεσείουσα εκπροσωπούσε νόμιμα τα δύο ανήλικα τέκνα της κατά τη σύναψη του από Αυγούστου 1991 ιδιωτικού συμφωνητικού και ότι μέρος από τα χρήματα που κατέβαλε ο αναιρεσίβλητος ενσωματώθηκαν στην περιουσία τους κατά την αναλογία του ποσοστού της συγκυριότητός τους στο ακίνητο και αφετέρου τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, δεχόμενο εσφαλμένα την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παροχής του αναιρεσιβλήτου και του πλουτισμού της αναιρεσείουσας.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, ούτε εκτίθενται οι παραδοχές του δικαστηρίου, δηλαδή τα πραγματικά γεγονότα που δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση.
Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και διότι, υπό την επίκληση της πλημμέλειας από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση του Εφετείου, η οποία είναι, κατ' άρθ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη. Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1β του άρθ. 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας που ορίζουν ότι "...ο αντίδικος, ο οποίος μάλιστα δεν ήταν ένας τυχαίος/ευκαιριακός συναλλασσόμενος στην αγορά ακινήτων, αλλά αντίθετα ένας επαγγελματίας, μέρος ο ίδιος της αγοράς αυτής και πολύπειρος στις διαπραγματεύσεις εργολάβος, που καθ' ομολογίαν του γνώριζε ποιο ποσοστό συγκυριότητας κατείχα επί του ακινήτου και ποιά ποσοστά κατείχαν τα ανήλικα τότε τέκνα μου, που γνώριζε επίσης καθ' ομολογίαν του ότι χρειαζόταν άδεια δικαστηρίου για να πωληθούν και τα δικά τους ιδανικά μερίδια κυριότητας, συμφώνησε να καταβάλει ΠΡΙΝ από τη σύναψη οριστικού συμβολαίου ποσό μεγαλύτερο του 1/3 εκ του συνολικού τιμήματος του ακίνητου, ήτοι ποσό που ΥΠΕΡΕΒΑΙΝΕ κατα πολύ το δικό μου ΑΤΟΜΙΚΟ μερίδιο των 2/8, διότι απλούστατα γνώριζε πως θα εισέπραττα τα προκαταβληθέντα ποσά τόσο ατομικά όσο και για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων μου...".
Ο αναιρετικός αυτός είναι απαράδεκτος, διότι δεν αποτελούν διδάγματα της κοινής πείρας τα ανωτέρω επικαλούμενα, ως τέτοια, από την αναιρεσείουσα, αφού δεν είναι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα, τις οποίες το δικαστήριο χρησιμοποιεί για να ανεύρει την έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ'αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11γ του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο.
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1759/2023, ΑΠ 677/2015, ΑΠ 1456/2014).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 352 και 335 ΚΠολΔ συνάγεται ότι δικαστική ομολογία, η οποία αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, είναι μόνο εκείνη που γίνεται προφορικώς ή γραπτώς, ενώπιον του δικαστηρίου, που δικάζει την υπόθεση. Η παραπάνω ομολογία, δηλαδή η παραδοχή με μονομερή δήλωση, απευθυνόμενη προς το δικαστήριο που δικάζει τη συγκεκριμένη δίκη, ενός κρίσιμου γεγονότος από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επίκλησης και της απόδειξής του, πρέπει να γίνει με πρόθεσή του προς αναγνώριση του επιβλαβούς αυτού γεγονότος. Δεν αποτελεί δε απόδειξη κάθε ομολογία, αλλά μόνο αυτή που έγινε με σκοπό την αποδοχή του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς γι' αυτόν που ομολογεί γεγονότος (ΑΠ 350/2020, ΑΠ 188/2017, ΑΠ 596/2001, ΑΠ 692/1988, ΑΠ 304/1984).
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 11γ του άρθ. 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις α)την δικαστική ομολογία του αναιρεσιβλήτου, που περιέχεται στις προτάσεις που είχε καταθέσει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο επί της αγωγής της αναιρεσείουσας και συνίστατο στο ότι "...ακόμη και στην αδόκητη περίπτωση που ήθελε τυχόν υποτεθεί ότι θα γινόταν δεκτή η αγωγή της και θα δικαιούτο μόνο των 2/8 εξ αδιαιρέτου της τυχόν αποδεικνυομένης ως προκληθείσας ζημίας, ήτοι της αναλογούσας στο ποσοστό της και όχι ολόκληρης της αποζημίωσης...η αντίδικος δεν είχε λάβει τις άδειες από το δικαστήριο που θα επέτρεπαν τη μεταβίβαση των μεριδίων των ανηλίκων τέκνων της, άνευ των οποίων δεν μπορούσε να διαθέσει το ακίνητο..., επειδή με ενδιέφερε η αγορά του, κατέβαλα στην αντίδικο άλλες 6.000.000 δρχ.
και β)το από 20-6-1991 πιστοποιητικό μεταγραφής του υποθηκοφυλακείου Καλλιθέας, που προσκομίστηκε μετ' επικλήσεως. Ο αναιρετικός αυτός λόγος κατά το πρώτο μέρος του είναι απαράδεκτος, διότι οι ως άνω αναφορές στις προτάσεις του αναιρεσιβλήτου δεν αποτελούν δικαστική ομολογία αυτού, υπό την προεκτεθείσα έννοια του άρθ. 352 ΚΠολΔ, ότι η αναιρεσείουσα ευθύνεται μόνο κατά το ποσοστό της συγκυριότητάς της επί του ακινήτου, καθόσον αυτά δεν εκτέθηκαν με πρόθεση ομολογίας επιβλαβών για τον αναιρεσίβλητο περιστατικών, αλλά η αναφορά τους έγινε μόνο προς αντίκρουση της αντίθετης αγωγής της αναιρεσείουσας.
Ο ίδιος αναιρετικός λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του είναι αβάσιμος, διότι από τη βεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη "και όλα τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα" σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν καταλείπεται ουδεμία αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το ως άνω αποδεικτικό μέσο, το οποίο συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα.
Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, ''η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος''. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, δεν καθιστούν ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου για το δίκαιο και την ηθική, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηριστεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η κατάσταση που δημιουργήθηκε απ' αυτόν, η οποία επάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου, και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, επιπλέον, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, με βάση τις οποίες και την αδράνεια του δικαιούχου, η άσκηση του δικαιώματος, που επακολουθεί και που τείνει στην ανατροπή της κατάστασης που έχει δημιουργηθεί υπό τις πιο πάνω ειδικές συνθήκες και έχει διατηρηθεί για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται από τα όρια που ορίζονται στην εν λόγω διάταξη.
Η αδράνεια αυτή του δικαιούχου πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην συντομότερο από εκείνο που προβλέπεται στο νόμο για την παραγραφή του δικαιώματος, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του αυτό. Το ζήτημα αν οι συνέπειες (που δεν είναι απαραίτητο να είναι αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο, αλλά αρκεί η επέλευση και δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων), που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της άσκησης του δικαιώματός του.
Γίνεται, δηλαδή, σε τελική ανάλυση στάθμιση των αντίθετων συμφερόντων των μερών και προκρίνονται εκείνα τα συμφέροντα που παρουσιάζουν τη μεγαλύτερη σπουδαιότητα για την κοινωνική τάξη και ευρυθμία (ΑΠ 1951/2017, ΑΠ 841/2017).
Στην περίπτωση αυτή, η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος και, συνεπώς, καταχρηστική και απαγορευμένη (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 8/2018, ΑΠ 6/2016, ΑΠ 10/2012, ΑΠ 5/2011, ΑΠ 8/2001). Καταχρηστική δε υπό την ανωτέρω έννοια, μπορεί να είναι η άσκηση μόνο υπαρκτού δικαιώματος (ΟλΑΠ 17/1995, ΑΠ 595/2020, ΑΠ 783/2017, ΑΠ 1414/ 2015). Έτσι, η επίκληση περιστατικών, η αλήθεια των οποίων αποκλείει τη γένεση ή συνεπάγεται την κατάλυση του ασκούμενου δικαιώματος δεν θεμελιώνει και ένσταση καταχρηστικής άσκησής του, αλλά είτε συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της στηριζόμενης στο δικαίωμα αυτό αγωγής, είτε θεμελιώνει άλλη παρακωλυτική ή καταλυτική του δικαιώματος ένσταση (ΑΠ 595/2020, ΑΠ 536/2017, ΑΠ 1423/2012, ΑΠ 649/2009).
Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως ''πράγματα'', κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 102,2020, ΑΠ 1548/2018,ΑΠ 18/2018, ΑΠ 1951/2017).
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 1548/2018, ΑΠ 1951/2017), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1150/2011). Σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν, ''πράγμα'' είναι και η κατά το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος (ΑΠ 414/2018, ΑΠ 1951/2017).
Σε περίπτωση δε, που η ένσταση αυτή στηρίζεται σε περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία, αν ληφθούν υπόψη συνολικά, προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ασκούμενο δικαίωμα, τα αυτοτελή αυτά περιστατικά, συνδεόμενα με το σχετικό αίτημα του ενισταμένου (άρθρα 262 και 527 ΚΠολΔ), αποτελούν το καθένα χωριστά, ''πράγματα'' κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 88/1980 ΝοΒ 1980.1437, ΑΠ 858/2022, ΑΠ 1309/2020, ΑΠ 461/2019, ΑΠ 1951/2017).
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο αυτού σκέλος, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, απορρίπτοντας ως μη νόμιμη την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου, την οποία είχε προβάλει η αναιρεσείουσα με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επανέφερε με λόγο εφέσεως ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου.
Από την επισκόπηση των προτάσεων της αναιρεσείουσας ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της ενστάσεως του άρθ. 281 ΑΚ ισχυρίστηκε τα ακόλουθα: "Ο αντίδικος είχε αδρανήσει/παραλείψει να ασκήσει το δικαίωμά του, καίτοι το είχε ήδη αποκτήσει από τις αρχές τις δεκαετίας του 1990, είτε από 30/9/1992 όπου έγινε η τελευταία καταβολή, είτε σε κάθε περίπτωση από το έτος 1994 όταν και επώλησα μέρος του επιδίκου ακινήτου σε τρίτον (την παραπάνω αναφερθείσα εταιρεία) που ανήγειρε οικοδομή επί του σημείου, όπως άλλωστε ο ίδιος ο αντίδικος συνομολογεί με το υπό κρίση δικόγραφό του ότι εγνώριζε.
Η αδράνεια αυτή του αντιδίκου να απαιτήσει επιστροφή των χρημάτων του από εμέ διήρκησε επί μακρότατο χρονικό διάστημα (16 ολόκληρα έτη, ήτοι κοντά ακόμη και στην 20ετία!). Ως άνω, εγώ επώλησα το επίδικο ακίνητο και ο αντίδικος είχε αποδεδειγμένη (συνομολογημένη) γνώση της πώλησης αυτής, παρ' όλα αυτά δε και ενώ θα μπορούσε να δράσει από τότε, εντούτοις ουδέν έπραξε και ανέχτηκε τόσο το γεγονός της πώλησης του ακινήτου μου σε τρίτον (παρ' ότι υπήρχε συμφωνητικό μεταξύ μας για πώληση σε εκείνον), όσο και το γεγονός ότι τα ποσά που είχε καταβάλει δεν του τα επέστρεψα.
Ο αντίδικος δεν εξέδωσε διαταγή πληρωμής δυνάμει των συναλλαγματικών εγγυήσεως που κατείχε. Η όλη ως άνω συμπεριφορά του αντιδίκου μου δημιούργησε εύλογη πεποίθηση ότι το δικαίωμά του για επιστροφή των χρημάτων δεν θα ασκηθεί, άλλωστε ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε ούτε προφορικά ούτε εγγράφως για το θέμα αυτό παρά το πρώτον με την ένδικη αγωγή του.
Η ανατροπή της παγιωμένης ως άνω κατάστασης που είχε διαμορφωθεί από την επί 16ετία παράλειψη άσκησης του δικαιώματος του αντιδίκου να ζητήσει τα χρήματά του πίσω, θα δημιουργούσε σήμερα δυσμενείς συνέπειες για εμέ, καθ' ότι τα ποσά αυτά έχουν προ πολλού αναλωθεί στο μεγάλωμα των τέκνων μου. Τέλος, μεταξύ της δημιουργηθείσας από την αδράνεια κατάστασης και της συμπεριφοράς του αντιδίκου υπάρχει προφανής αιτιώδης συνάφεια, αφού ο ίδιος παγίωσε την κατάσταση αυτή και μου δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση με την όλη συμπεριφορά του και την αδράνειά του ότι δεν πρόκειται ποτέ να ζητήσει επιστροφή των χρημάτων του".
Τα ανωτέρω περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα, δεν δύναται να θεμελιώσουν την εν λόγω ένσταση αφού, σύμφωνα και με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, η μακροχρόνια αδράνεια του αναιρεσιβλήτου να ασκήσει το αγωγικό του δικαίωμα και η καλόπιστη πεποίθηση της υπόχρεης αναιρεσείουσας ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί κατ' αυτής, δεν αρκεί να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος, λαμβανομένου υπόψη ότι η αναιρεσείουσα ουδόλως επικαλείται τη δημιουργία κάποιας πραγματικής κατάστασης που να μη δικαιολογεί την άσκηση του αγωγικού δικαιώματος εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου και να καθιστά αυτή μη ανεκτή κατά τις περί δικαίου αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ούτε ειδικές περιστάσεις που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου και τη μεταβολή της στάσης του, έτσι ώστε να επιχειρείται εκ μέρους του δια της ασκήσεως της αγωγής η ανατροπή μιας παγιωθείσας κατάστασης, που επάγεται δυσμενείς συνέπειες γι' αυτήν.
Το γεγονός δε ότι ο αναιρεσίβλητος, παρότι είχε εις χείρας του συναλλαγματικές αποδοχής της αναιρεσείουσας ποσού αντίστοιχου με το ποσό που αιτείται με την αγωγή του και δεν επιδίωξε την έκδοση διαταγής πληρωμής ένεκα αυτών, δεν αποτελεί επιπρόσθετη ειδική περίσταση που να καθιστά την άσκηση της αγωγής καταχρηστική, αφού η νομική οδός που θα επιλέξει ο δανειστής για την ικανοποίηση της απαίτησής του υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια αυτού στα πλαίσια προάσπισης των συμφερόντων του.
Τέλος και αληθής υποτιθέμενος ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι η μη κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου οφείλεται σε υπαιτιότητα του αναιρεσιβλήτου, μπορεί μεν να γεννήσει στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας ανταπαιτήσεις κατά του αναιρεσβλήτου απορρέουσες από τις διατάξεις των άρθρων 197 και 198 ΑΚ, δεν αναιρεί όμως το δικαίωμα του τελευταίου να αξιώσει την επιστροφή της προκαταβολής που έδωσε ούτε καθιστά την άσκηση της αξίωσής του κατ' αυτής καταχρηστική.
Επομένως, το Εφετείο το οποίο έκρινε ομοίως και απέρριψε τον σχετικό λόγο εφέσεως, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθ. 281 ΑΚ και ως εκ τούτου ο ως άνω αναιρετικός λόγος, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι αβάσιμος. Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως κατά το δεύτερο σκέλος του αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση επιμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη δύο από τους προταθέντες ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, στους οποίους στηριζόταν η ένστασή της από το άρθρο 281 ΑΚ και συγκεκριμένα :
α) περί της ανοχής του αναιρεσιβλήτου στην πώληση του επίμαχου ακινήτου προς τρίτο ενδιαφερόμενο το έτος 1994 και β) περί της μηδέποτε διαμαρτυρίας του για επιστροφή των χρημάτων του πριν από την επίδοση της ένδικης αγωγής. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το εφετείο, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο, έκρινε ως προς τον επαναφερθέντα με λόγο εφέσεως ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου, υπό την επίκληση και του ότι:
α)ο αναιρεσίβλητος είχε αδρανήσει να ασκήσει το δικαίωμά του σε κάθε περίπτωση από το έτος 1994 οπότε η αναιρεσείουσα πώλησε σε τρίτο πρόσωπο το προς πώληση ακίνητο, γεγονός το οποίο ο αναιρεσίβλητος ανέχθηκε και β)ο αναιρεσίβλητος ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε προφορικώς ή εγγράφως σε αυτήν για τη μη επιστροφή εκ μέρους της του αιτουμένου δια της αγωγής ποσού, (έκρινε ότι) ο εν λόγω ισχυρισμός είναι νόμω αβάσιμος και απορριπτέος.
Επομένως, αφού το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, αθροιστικά με τα λοιπά περιστατικά, που προτάθηκαν από την αναιρεσείουσα, τα οποία εκτίμησε και αξιολόγησε συνολικά και κατέληξε στην ως άνω κρίση του, ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 8 του άρθ. 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.
Τέλος, ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως, κατά το τρίτο σκέλος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο με ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες απέρριψε ως νόμω αβάσιμη την ένσταση της αναιρεσείουσας περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου, είναι απαράδεκτος, διότι η προσβαλλόμενη ως άνω αιτίαση δεν αναφέρεται σε έλλειψη και ανεπάρκεια αιτιολογίας σχετικής με την επί της ουσίας κρίση, αλλά με την περί του νομικά βασίμου κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως, για την οποία δεν παρέχεται ο αναιρετικός λόγος από το άρθ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1935/2017, ΑΠ 369/2014).
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου που παραστάθηκε και υπέβαλε σχετικό αίτημα με τις προτάσεις του (άρθ. 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ) όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-10-2020 αίτηση της Α. (Α.) χήρας Χ. Κ. για την αναίρεση της υπ' αριθ. 4838/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου εκ ποσού δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Ιουλίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ