Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
977/2023 KI-generiert

Supreme Court dismisses appeal in debt restructuring case, ruling debtor is a merchant despite low profits.

Geschäftsnummer 977/2023
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Abgewiesen (Dismissed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a final judgment in a debt restructuring case, finding the debtor to be a merchant rather than an individual. The court noted the appellant operated a paper trading business with significant capital investment and staff, despite reporting low net profits in tax filings. The court rejected the argument that these financial figures negated the commercial nature of the enterprise, emphasizing that unverified tax returns do not alter the factual reality of the business operation.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 495, 552, 553, 556 of the Code of Civil Procedure; Article 14 of Law 3869/2010: The Supreme Court holds that low net profits in tax declarations do not negate the merchant status of a debtor who operates an organized business with significant capital investment and personnel.

Schlagwörter

KI-generiert
debt restructuring merchant status low profits tax declarations capital investment commercial activity appeal dismissal selbstständiger Erwerbstätiger

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Article 495 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 556 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 741 of the Code of Civil Procedure
Article 769 of the Code of Civil Procedure
Article 14 of Law 3869/2010
Article 564 § 3 of the Code of Civil Procedure
Article 1, paragraph 2 of Law 4335/2015
Article 746 of the Code of Civil Procedure
Article 3, paragraph 6, sub-paragraph b of Law 3869/2010

Zitierte Rechtsprechung

KI-generiert
KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 977 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 977/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Σ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κανταρτζή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ. Π. Α.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε.

Της προσθέτως παρεμβαίνουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "I. H. Α. Ε. Δ. Α. Α. Δ. Κ. «Π. και δ.τ. «I. H. «Α., όπως μετονομάσθηκε η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ενεργούσας με την ιδιότητά της ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος, διαχειρίστρια και πληρεξούσια των απαιτήσεων των οποίων δικαιούχος τυγχάνει η αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία "P. S. D. A. C.", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ. Π. Α.", που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Κικιλή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-11-2013 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6994/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3784/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-9-2020 αίτησή του, η δε προσθέτως παρεμβαίνουσα με το από 13-7-2022 δικόγραφό της ζητεί τα εις αυτό αναφερόμενα. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρί Δεργαζαριάν, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων και η προσθέτως παρεμβαίνουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 10-9-2020 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 3869/2020 τελεσίδικης αποφάσεως του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης η οποία εκδόθηκε κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, μεταξύ των διαδίκων, επί εφέσεως κατά της υπ' αριθμ. 6994/2017 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης και αφορά υπόθεση του Ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων", έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου (άρθρο 495 § 1, 552, 553§1, 556§1 σε συνδ. με 741 και 769 ΚΠολΔ και 14 του Ν. 3869/2010) και εμπρόθεσμα ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευσή της, σύμφωνα με το άρθρο 564 § 3 του ΚΠολΔ (όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα που ασκούνται μετά την 1-1-2016, σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του Ν. 4335/2015), δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 6-4-2020 και από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής. Επομένως, πρέπει, να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

Από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 1 και 215 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, που είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση αυτής στους διαδίκους, η οποία στην περίπτωση που ασκείται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο πρέπει να γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 568 παρ. 4 ΚΠολΔ, σε όλους τους μέχρι της ασκήσεώς της διαδίκους, τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα (ΑΠ 1736/2017).

Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με αυτή μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της αποφάσεως που θα εκδοθεί είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της, ως τρίτος δε, κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως του άρθρου 80 ΚΠολΔ, νοείται εκείνος ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υποθέσεως (ΑΠ 1329/2017, ΑΠ 611/2013, ΑΠ 1171/2012).

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της αποφάσεως στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του.

Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας.

Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με τον διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 362/2020, ΑΠ 1485/2006, ΑΠ 91/2005).

Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού κατά το άρθρο 325 αριθ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 467/2021, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1564/2017, ΑΠ 1731/2011).

Στην προκείμενη περίπτωση, η εδρεύουσα στον Δήμο …ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ".. «. και τον διακριτικό τίτλο «I..», με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 19-7-2022 και επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, κατά σύντμηση της προθεσμίας στον αναιρεσείοντα, (βλ. την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από την προσθέτως παρεμβαίνουσα υπ` αριθ.

…έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Θεσσαλονίκης με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Α. Β.), άσκησε το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ. Π. Α..Ε.., επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον της το γεγονός ότι είναι νόμιμη διαχειρίστρια της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "P. S. D.

A. C.", ειδικής διαδόχου της παραπάνω τραπεζικής εταιρείας, υπέρ και κατά της οποίας ισχύει το δεδικασμένο από την παρούσα δίκη (άρθρ. 325 ΚΠολΔ). Ειδικότερα, όπως από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει, η προσθέτως παρεμβαίνουσα εταιρεία, η οποία έχει νόμιμα αδειοδοτηθεί και ελέγχεται από την Τράπεζα της Ελλάδος ως εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4354/2015, όπως αυτός ισχύει (απόφαση 326/2/17-9-2019 της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων), είναι διαχειρίστρια απαιτήσεων της παραπάνω τραπεζικής εταιρείας από χορηγήσεις δανείων και πιστώσεων προς οφειλέτες, που οι οφειλές τους έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες και έχουν καταγγελθεί από την τράπεζα, η οποία, στο πλαίσιο τιτλοποίησης αξιώσεων, δυνάμει της από 21-7-2020 συμβάσεως πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων, αντίγραφο της οποίας έχει νομίμως καταχωρηθεί στο Δημόσιο Βιβλίο του Ν.2844/2000 και ειδικότερα στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών με αριθμό Πρωτοκόλλου … (στον τόμο 11 και με αριθμό..), έχει μεταβιβάσει τις απαιτήσεις αυτές στην αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία " P. S. D.

A. C.", ανώνυμη εταιρεία ειδικού σκοπού που έχει νομίμως συσταθεί και λειτουργεί με έδρα το Δ. της Ι., η οποία, ακολούθως, ανέθεσε τη διαχείριση των ως άνω απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις στην προσθέτως παρεμβαίνουσα ανώνυμη εταιρεία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 14 του Ν. 3156/2003, δυνάμει της από 21-7-2020 σύμβασης ανάθεσης διαχείρισης απαιτήσεων.

Στις ως άνω μεταβιβασθείσες απαιτήσεις περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, και οι απαιτήσεις της υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση Τράπεζας, που απορρέουν από τη σύμβαση που συνήψε με τον αναιρεσείοντα.

Συνεπώς, η προσθέτως παρεμβαίνουσα, ως διαχειρίστρια της ειδικής διαδόχου της αναιρεσίβλητης, στα δικαιώματα της τελευταίας, τα οποία αποτελούν αντικείμενο της παρούσας δίκης, έχει έννομο συμφέρον να παρέμβει και μάλιστα αυτοτελώς προσθέτως υπέρ της αρχικής διαδίκου αναιρεσίβλητης, προς απόρριψη της αναίρεσης, καθόσον η ισχύς της απόφασης, που θα εκδοθεί, καταλαμβάνει και αυτήν, ως ειδική διάδοχο της απαίτησης, που απορρέει από την επίδικη έννομη σχέση.

Επομένως, η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση, η οποία, σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες σκέψεις, έχει σαφώς χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, είναι παραδεκτή και νόμιμη κατ` άρθρο 80 και 83 ΚΠοΔ, με αποτέλεσμα, μεταξύ της κυρίας διαδίκου και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας, να δημιουργηθεί σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας, και πρέπει, ως εκ τούτου, αυτή να συνεκδικαστεί με την αίτηση αναίρεσης (άρθρα 246 και 573 ΚΠολΔ, ΟλΑΠ 1/2023).

Όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από τον αναιρεσείοντα υπ` αριθ. …. έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Η. Δ., αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτή πράξη προσδιορισμού δικασίμου για τη δικάσιμο της 16-9-2022) και κλήση για να παρασταθεί στη δικάσιμο αυτή, έχει επιδοθεί, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, που επισπεύδει τη συζήτηση, νομίμως και εμπροθέσμως στην προς ην η κοινοποίηση υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση τραπεζική εταιρεία (άρθρο 568 παρ. 2, 3 και 4 ΚΠολΔ).

Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας ορισθείσα δικάσιμο της υποθέσεως, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, δεν εμφανίστηκε και δεν εκπροσωπήθηκε με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο η αναιρεσίβλητη ούτε κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική δίκη.

Επομένως, κατ` εφαρμογή των όσων εκτέθηκαν παραπάνω, εφόσον η τελευταία, υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση, δεν εμφανίσθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται από την αναγκαία ομόδικό της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα και η συζήτηση θα χωρήσει ως εάν ήταν και αυτή παρούσα.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/ 2010, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με τις παρ. 3 και 4 του άρθρου 2 του ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/14-8-2015, "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες), δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή".

Η προϋπόθεση της έλλειψης πτωχευτικής ικανότητας διατυπώνεται από τον νομοθέτη αρνητικά. Το σχετικό αρνητικό γεγονός δεν είναι κατ` αρχήν απαραίτητο να διαλαμβάνεται στην αίτηση ως στοιχείο της ενεργητικής νομιμοποίησης. Σύμφωνα με το σκοπό του νόμου, στη ρύθμιση αυτού υπάγονται μόνο φυσικά πρόσωπα και μάλιστα πρόσωπα που δεν ασκούν αυτοτελή οικονομική δραστηριότητα, η οποία να τους προσδίδει την ιδιότητα του εμπόρου.

Υπάγονται επίσης και όσοι ήταν έμποροι αλλά έπαυσαν την εμπορία ή την οικονομική τους δραστηριότητα χωρίς κατά την παύση αυτή να έχουν παύσει και τις πληρωμές τους (άρθρ. 2 παρ. 3 ΠτΚ), δηλαδή εντάσσονται στο ν. 3869/2010 αν έπαυσαν να έχουν εμπορική ιδιότητα, συνέχισαν τις πληρωμές και έπειτα περιήλθαν σε αδυναμία πληρωμών.

Ακόμη υπάγονται και οι "μικροέμποροι", για τους οποίους το κέρδος από την άσκηση εμπορικών πράξεων αποτελεί αμοιβή του σωματικού τους μόχθου και κόπου και όχι κερδοσκοπικής δραστηριότητας και επομένως δεν έχουν κατά τα ισχύοντα στον ΠτΚ πτωχευτική ικανότητα. Αντιθέτως δεν υπάγονται στη ρύθμιση του ν. 3869/2010 οι οφειλέτες, οι οποίοι, κατά το χρόνο της παύσης των πληρωμών, είχαν την εμπορική ιδιότητα (αν έπαυσαν τις πληρωμές όταν ήταν ακόμα έμποροι τότε απορρίπτεται η αίτηση).

Η εμπορική ιδιότητα, είτε υφιστάμενη είτε αναγόμενη στο παρελθόν, κατά το χρονικό όμως σημείο κατά το οποίο έπαυσαν οι πληρωμές, είναι η προϋπόθεση που προσδίδει πτωχευτική ικανότητα στο φυσικό πρόσωπο, αποκλείοντας την υπαγωγή του στο πεδίο εφαρμογής του ως άνω νόμου. Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠτΚ (ν. 3588/ 2007) πτωχευτική ικανότητα έχουν οι έμποροι.

Σύμφωνα με το άρθρο 1 του ΕμπΝ και τη διδασκαλία του εμπορικού δικαίου, έμπορος είναι ο κατά σύνηθες επάγγελμα ασκών εμπορικές πράξεις. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 2 και 8 του β.δ. της 2/14 Μαϊου 1835 "Περί αρμοδιότητος των εμποροδικείων" κατά τις οποίες "νόμος θεωρεί εμπορικάς: τας αγοράς προϊόντων γης ή τέχνης, τας οποίας ήθελε κάμει τις, δια να μεταπωλήση ταύτα ακατέργαστα, ως τα ηγόρασεν, η κατειργασμένα και μεταποιημένα εις χειροτεχνήματα..." (άρθρο 2) και "Δεν υπάγονται εις την αρμοδιότητα των εμποροδικείων αι κατά ιδιοκτημόνων, γεωργών, αμπελουργών αγωγαί περί πωλήσεως των από των κτημάτων αυτών προϊόντων,... " (άρθρο 8), προκύπτει ότι εξαιρούνται της εμπορικότητας οι δραστηριότητες της πρωτογενούς παραγωγής, μεταξύ των οποίων και οι πωλήσεις από αγρότες (γεωργούς, κτηνοτρόφους) των προϊόντων που παράγουν.

Έτσι, κατ` αρχήν, η παραγωγή αγαθών του πρωτογενούς τομέα, όπως η παραγωγή ζωικών προϊόντων από κτηνοτρόφους και η διάθεσή τους, δεν εμπίπτει στις πράξεις που συνθέτουν την εμπορική δραστηριότητα. Αν όμως τέτοια δραστηριότητα λαμβάνει χώρα συστηματικά και σε ευρεία κλίμακα, με σημαντική επένδυση κεφαλαίου, χρήση μηχανημάτων ή ειδικών εγκαταστάσεων και απασχόληση προσωπικού με σκοπό, ειδικά στην περίπτωση της κτηνοτροφίας, την εκτροφή, πάχυνση και διάθεση στο εμπόριο με κέρδος μεγάλου αριθμού ζώων προς παραγωγή κρέατος, όπως και των προϊόντων αυτών και έχει έτσι οργάνωση κεφαλαίου και εργασίας με στοιχεία ανάληψης του επιχειρηματικού κινδύνου, τότε είναι αντικειμενικώς εμπορική πράξη και τα δραστηριοποιούμενα σ` αυτή πρόσωπα θεωρούνται έμποροι.

Οι έμποροι δε, για τους οποίους ισχύει το τεκμήριο της εμπορικότητας, σύμφωνα με το οποίο όλες οι συναλλαγές που γίνονται από τον έμπορο τεκμαίρεται ότι γίνονται χάριν της εμπορίας του, αποκλείονται από την εφαρμογή του ν. 3869/2010, στη ρύθμιση του οποίου, συνεπώς, δεν υπάγονται ούτε τα ιδιωτικά χρέη του εμπόρου.

Γι` αυτούς, σε περίπτωση αδυναμίας εκπλήρωσης των ληξιπρόθεσμων χρηματικών υποχρεώσεών τους κατά τρόπο γενικό και μόνιμο (παύση πληρωμών), ισχύουν οι ρυθμίσεις του ν. 3588/2007 (ΠτΚ) και όχι εκείνες του ν. 3869/2010 (ΑΠ 651/2021, ΑΠ 756/2020, ΑΠ 71/2020, ΑΠ 611/2020, ΑΠ 550/2019).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 εδ. α` του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας, δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 31/2009, ΑΠ 757/2015).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν, ή παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 849/2007). Το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 3784/2020 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (αρθ. 3 εδ.

β' ν. 3869/2010, 739 επ. ΚΠολΔ) δέχθηκε, ανέλεγκτα, τα ακόλουθα, κρίσιμα για την έρευνα του συναφούς αναιρετικού λόγου, πραγματικά περιστατικά: "Ο αιτών και ήδη εφεσίβλητος (ήδη αναιρεσείων), ηλικίας σήμερα 42 ετών (γεννηθείς στις 9-8-1978) είναι έγγαμος με τη Σ. Χ. Ο. του Α. (μη διάδικο) που γεννήθηκε στις 27-12-1983, από τον γάμο του δε αυτόν έχουν αποκτήσει τρία τέκνα, την Α.

που γεννήθηκε στις 10-11-2001, την Ντιλέκ που γεννήθηκε στις 09-08-2007 και την Χ. που γεννήθηκε στις 21-4-2011. Ο εφεσίβλητος είναι ιδιοκτήτης ενός διαμερίσματος, του τρίτου ορόφου, εμβαδού μικτού 91 τ.μ., που αποτελείται από δύο δωμάτια, σαλόνι, κουζίνα, χωλ και λουτροαποχωρητήριο.... Το εν λόγω διαμέρισμα βρίσκεται σε οικοδομή κείμενη στο ….και στη συμβολή των οδών .....

και περιήλθε στην πλήρη και αποκλειστική κυριότητα του εφεσιβλήτου δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης..., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, στον τόμο .. και με αυξ.αρ…. Ο εφεσίβλητος με την οικογένεια του όμως δεν εγκαταστάθηκαν μέχρι σήμερα στο ακίνητο αυτό, το οποίο είναι και μη ηλεκτροδοτούμενο, αλλά συνεχίζουν να κατοικούν στην πατρική οικία του εφεσιβλήτου, σε μισθωμένο διαμέρισμα στην ..., επί της οδού ....., με σκοπό την μετέπειτα εγκατάστασή τους στην κύρια κατοικία τους.

Για την αγορά του άνω διαμερίσματος ο εφεσίβλητος έλαβε το 2010 στεγαστικό δάνειο από την εκκαλούσα (ήδη αναιρεσίβλητη) τράπεζα με αριθμό ..., ύψους 99.833,83 ευρώ, εμπραγμάτως εξασφαλισμένο με εγγραφή προσημείωσης υποθήκης επί του ως άνω ακινήτου, η οφειλή του, δε, από το δάνειο αυτό ανερχόταν κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης, το Νοέμβριο του 2013, κατά κεφάλαιο τόκους και έξοδα, στο ποσό των 94.302,95 ευρώ (όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από 12-07-2013 βεβαίωση οφειλών της τράπεζας), ενώ με βάση την από 02-02-2017 βεβαίωση οφειλών της ίδιας τράπεζας, η οφειλή του εκκαλούντος από αυτήν διαμορφώθηκε, κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, στο ποσό των 101.152,98 ευρώ.

Επίσης ο εφεσίβλητος έχει και μία οφειλή από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση πιστωτικής κάρτας που είχε συνάψει με την "Γ. Τ. Τ. Ε. Α.Ε.", της οποίας η εκκαλούσα κατέστη καθολική διάδοχος, ύψους κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης 927,99 ευρώ (βλ. την προσκομιζόμενη από 10-07-2013 βεβαίωση οφειλών, της G. Β. και με βάση την από 02-02-2017 βεβαίωση οφειλών της εκκαλούσας, 941,37 ευρώ).

Τη ρύθμιση των ανωτέρω οφειλών ζήτησε ο εφεσίβλητος με την από 04-11-2013 αίτησή του, επικαλούμενος οικονομική αδυναμία καταβολής των οφειλών του συνεπεία της πτωτικής πορείας των εσόδων από την επιχείρησή του, ..... σε συνδυασμό με το αυξημένο κόστος διαβίωσης της οικογένειάς του. Ειδικότερα, όπως αποδείχθηκε, ο εφεσίβλητος διατηρεί από το έτος 2012 μέχρι και σήμερα ατομική επιχείρηση χονδρεμπορίου χαρτικών ειδών.

Η έδρα της επιχείρησης του βρίσκεται στην μισθωμένη οικία όπου διαμένει με την οικογένεια του στην ... ... (όπως τούτο προκύπτει από τα προσκομιζόμενα έντυπα καταστάσεων οικονομικών στοιχείων από επιχειρηματική δραστηριότητα Ε3 των φορολογικών ετών 2014, 2015), ενώ για την άσκηση της επαγγελματικής δραστηριότητας του χρησιμοποιεί δύο ιδιόκτητα φορτηγά και ειδικότερα το με αριθμό κυκλοφορίας ..., εργοστασίου κατασκευής ΜIΤSUΒΙSΗΙ, 2.477 κυβ.εκ., έτους πρώτης κυκλοφορίας 2004 και το με αριθμό κυκλοφορίας ..., εργοστασίου κατασκευής ΟΡΕL, 1.598 κυβ.εκ., έτους πρώτης κυκλοφορίας 2007.

Όπως, δε, προκύπτει από τις προσκομιζόμενες δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος (Ε1), τα αντίστοιχα εκκαθαριστικά σημειώματα της Δ.Ο.Υ. Ε' Θεσσαλονίκης καθώς και τα έντυπα Ε3 (καταστάσεις οικονομικών στοιχείων από επιχειρηματική δραστηριότητα) ο εφεσίβλητος από την παραπάνω επαγγελματική του δραστηριότητα :

α) για το οικονομικό έτος 2013 (χρήση 2012) είχε ακαθάριστα έσοδα 78.994,56 ευρώ και καθαρά16.829,29 ευρώ, β) για το οικονομικό έτος 2014 (χρήση 2013) είχε ακαθάριστα έσοδα 105.696,30 ευρώ και καθαρά 3.196,46 ευρώ β) για το φορολογικό έτος 2014 είχε ακαθάριστα έσοδα 159.999,91 ευρώ και ζημίες 862,73 ευρώ, γ)για το φορολογικό έτος 2015 είχε ακαθάριστα έσοδα 190.469,71 ευρώ και καθαρά 4.386,17 ευρώ.

Εξάλλου, από το έντυπο Ε.. του οικονομικού έτους 2014 (χρήση 2013), προκύπτει ότι ο εφεσίβλητος είχε δαπάνες, μεταξύ άλλων, και για "αμοιβές προσωπικού" (..) ποσού 8.785,74 ευρώ, γεγονός που ενδεικνύει ότι διατηρούσε κατά τον ως άνω τουλάχιστον χρόνο προσωπικό απασχολούμενο στην επιχείρησή του. Περαιτέρω, από τα προσκομιζόμενα τιμολόγια προμήθειας χαρτιού και αντίστοιχα πώλησης του σε τρίτους, προκύπτει ότι ο εφεσίβλητος πωλεί τα προϊόντα που προμηθεύεται σε τιμή λίγο υψηλότερη από αυτήν που τα αγοράζει (συγκεκριμένα αγοράζει με τιμή μονάδας 1,40 ευρώ περίπου και πωλεί με τιμή μονάδας 1,45 με 1,50 ευρώ περίπου), ενώ με βάση το προσκομιζόμενο έντυπο λογιστικού αποτελέσματος για τη χρήση από 01-01-2016 μέχρι 31-12-2016 προκύπτει ότι ο εφεσίβλητος ενώ είχε ακαθάριστα έσοδα 190.283,23 ευρώ, το κόστος των πωληθέντων προϊόντων ανήλθε για την ίδια περίοδο στο ποσό των 193.394,81 ευρώ, με συνέπεια να έχει ζημίες 4.055,86 ευρώ.

Κατά την κρίση δε του Δικαστηρίου, η ανωτέρω επαγγελματική - εμπορική (αγορά προς μεταπώληση προϊόντων χαρτιού) δραστηριότητα του εφεσιβλήτου αποτελεί οργανωμένη επιχείρηση με σημαντική επένδυση κεφαλαίου, τόσο για την αγορά των φορτηγών προς άσκηση της δραστηριότητας του, όσο και για την προμήθεια του χαρτιού που εμπορεύεται.

Η κρίση αυτή ενισχύεται ιδιαίτερα από το ύψος των ακαθάριστων εισοδημάτων (τζίρος) του που όπως σημειώθηκε για τα έτη - χρήσεις (2012 - 2015) κυμαίνονταν περίπου από 78.000 ευρώ μέχρι 190.000,00 ευρώ, γεγονός που υποδηλώνει μεγάλο κύκλο εργασιών, που δεν συνάδει με την έννοια της μικρεμπορίας. Το γεγονός ότι η επιχείρηση του δεν διαθέτει άλλο εξοπλισμό, δεν καθιστά τον εφεσίβλητο μικρέμπορο, καθόσον λείπει το προρρηθέν στοιχείο της μη ανάληψης επιχειρηματικού κινδύνου εκ μέρους του....

Περαιτέρω, τα χαμηλά καθαρά κέρδη που εμφανίζει στις φορολογικές του δηλώσεις δεν αναιρούν την εμπορική ιδιότητα του εφεσιβλήτου, ούτε καθιστούν αυτόν μικρέμπορο, αφού πάντως αποτελούν κέρδος από την άσκηση της εμπορικής του διαμεσολάβησης από τους προμηθευτές των εμπορευμάτων του στα καταστήματα λιανικής εμπορίας χαρτικών, ενώ πρέπει να σημειωθεί ότι τα προαναφερόμενα εκκαθαριστικά σημειώματα που εμφανίζουν χαμηλά καθαρά κέρδη έχουν συνταχθεί με βάση τις οικείες φορολογικές δηλώσεις για τα αντίστοιχα έτη οι οποίες δεν έχουν ελεγχθεί από την ως άνω Δ.Ο.Υ.

για την ειλικρίνεια των δηλωθέντων και επομένως δεν αποτελούν ασφαλή στοιχεία προσδιοριστικά του εισοδήματος του..., λαμβανομένου υπόψη ότι, κατά την κοινή πείρα (άρθ.336 παρ.4 ΚΠολΔ), οι ελεύθεροι επαγγελματίες (όπως και ο εφεσίβλητος) αποκομίζουν εισοδήματα που δεν δηλώνονται, επιπλέον δε ο ίδιος συνομολογεί στην αίτηση του ότι το εισόδημα που αποκόμιζε από την εργασία του ανερχόταν, τουλάχιστον κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης (2013), στο ποσό των 600,00 ευρώ περίπου μηνιαίως.

Εξάλλου, ουδόλως εξηγείται πως με τα άνω ελάχιστα ετήσια καθαρά εισοδήματα που δήλωνε από την άσκηση της εμπορίας του καλύπτονταν οι ανελαστικές δαπάνες διαβίωσης (διατροφή κ.λπ.) της πενταμελούς οικογένειας του (τις οποίες ο ίδιος αναβιβάζει στο ποσό των 1.000 ευρώ μηνιαίως), τη στιγμή που η σύζυγος του δεν εργάζεται (βλ.

προσκομιζόμενες βεβαιώσεις ΟΑΕΔ) και δεν έχει άλλους πόρους ή οικονομική συνδρομή από συγγενικά ή φιλικά του πρόσωπα. Η δε πτωτική πορεία της επιχείρησής του τα τελευταία έτη, ιδίως δε από το έτος 2016 και εντεύθεν, εντάσσεται ακριβώς στο πλαίσιο της ριψοκίνδυνης κερδοσκοπικής εμπορικής διαμεσολάβησης που προαναφέρθηκε, χωρίς να καθιστά αίφνης τον εκκαλούντα μικρέμπορο.

Άλλωστε λόγω της οικονομικής κρίσης που έπληξε την Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, είναι πολλές οι επιχειρήσεις που δεν έχουν αξιόλογο κέρδος ή έχουν παύσει τις πληρωμές τους, αλλά αυτό δεν συνεπάγεται ότι πλέον δεν είναι εμπορικές επιχειρήσεις. Για τις τελευταίες σε περίπτωση αδυναμίας εκπληρώσεως των ληξιπρόθεσμων χρηματικών υποχρεώσεών τους κατά τρόπο γενικό και μόνιμο (παύση πληρωμών), ισχύουν οι ρυθμίσεις του ΠτΚ (Ν.3588/2007).

Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ότι η ενασχόληση του εκκαλούντος με την ως άνω δραστηριότητα δεν προσέδωσε σ' αυτόν την εμπορική ιδιότητα και συνεπώς πτωχευτική ικανότητα, λόγω των μικρών καθαρών κερδών του, που αποτελούσαν, κατά την εκκαλουμένη, περισσότερο αμοιβή από.

την καθημερινή του καταπόνηση παρά κέρδος από την ριψοκίνδυνη εμπορική διαμεσολάβηση, δικαιούμενος για το λόγο αυτό να υπαχθεί στις ευεργετικές διατάξεις του Ν.3869/2010 και ακολούθως έκανε δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη την αίτηση, έσφαλε κατά την ερμηνεία του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως βάσιμα ισχυρίζεται η εκκαλούσα ...".

Με βάση τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο έκανε δεκτή κατ' ουσία την έφεση και αφού εξαφάνισε την υπ' αριθ. 6994/2017 απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμη την αίτηση λόγω μη συνδρομής στο πρόσωπο του αιτούντος (αναιρεσείοντος) των προϋποθέσεων του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, καθόσον κατά το χρόνο παύσης των πληρωμών του αυτός, λόγω της εμπορικής του ιδιότητας, δεν είχε απωλέσει την πτωχευτική του ικανότητα.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι ο αναιρεσείων ήταν έμπορος κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης για την υπαγωγή του στον ν. 3869/2010 και ότι για το λόγο αυτό δεν υπάγεται στην προστασία του προαναφερόμενου νόμου, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 του ν. 3588/2007 και 2 του β.δ. 2/14-5-1835 "περί Εμποροδικείων", ενώ ορθά επίσης ερμήνευσε χωρίς να παραβιάσει τα διδάγματα της κοινής πείρας ως προς την έννοια του μικρέμπορου και δεν εφάρμοσε το άρθρο 1 παρ. 1 εδ.

α` του ν. 3869/2010, γιατί τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν πληρούσαν το πραγματικό της τελευταίας ουσιαστικής διάταξης για την υπαγωγή του αναιρεσείοντος στις προστατευτικές διατάξεις του ίδιου νόμου, ο οποίος προϋποθέτει την έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας για την άσκηση της αίτησης του δανειολήπτη.

Συγκεκριμένα το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο δέχτηκε, ανελέγκτως αναιρετικά, ότι ο αναιρεσείων 1) διατηρεί από το έτος 2012 μέχρι και σήμερα ατομική επιχείρηση χονδρεμπορίου χαρτικών ειδών, 2) για την άσκηση της επαγγελματικής δραστηριότητας του χρησιμοποιεί δύο ιδιόκτητα φορτηγά και ειδικότερα το με αριθμό κυκλοφορίας ..., εργοστασίου κατασκευής ΜIΤSUΒΙSΗΙ, 2.477 κυβ.εκ., έτους πρώτης κυκλοφορίας 2004 και το με αριθμό κυκλοφορίας ..., εργοστασίου κατασκευής ΟΡΕΙ, 1.598 κυβ.εκ., έτους πρώτης κυκλοφορίας 2007, 3) από την παραπάνω επαγγελματική του δραστηριότητα:

α) για το οικονομικό έτος 2013 (χρήση 2012) είχε ακαθάριστα έσοδα 78.994,56 ευρώ και καθαρά16.829,29ευρώ, β) για το οικονομικό έτος 2014 (χρήση 2013) είχε ακαθάριστα έσοδα 105.696,30 ευρώ και καθαρά 3.196,46 ευρώ β) για το φορολογικό έτος 2014 είχε ακαθάριστα έσοδα 159.999,91 ευρώ και ζημίες 862,73 ευρώ, γ)για το φορολογικό έτος 2015 είχε ακαθάριστα έσοδα 190.469,71 ευρώ και καθαρά 4.386,17 ευρώ, 4) από το έντυπο Ε..

του οικονομικού έτους 2014 (χρήση 2013), προκύπτει ότι ο εφεσίβλητος είχε δαπάνες, μεταξύ άλλων, και για "αμοιβές προσωπικού" (κωδικός..) ποσού 8.785,74 ευρώ, ήτοι διατηρούσε κατά τον ως άνω τουλάχιστον χρόνο προσωπικό απασχολούμενο στην επιχείρησή του, 5) η ανωτέρω επαγγελματική - εμπορική (αγορά προς μεταπώληση προϊόντων χαρτιού) δραστηριότητα του εφεσιβλήτου αποτελεί οργανωμένη επιχείρηση με σημαντική επένδυση κεφαλαίου, τόσο για την αγορά των φορτηγών προς άσκηση της δραστηριότητας του, όσο και για την προμήθεια του χαρτιού που εμπορεύεται, 6) τα χαμηλά καθαρά κέρδη που εμφανίζει στις φορολογικές του δηλώσεις δεν αναιρούν την εμπορική ιδιότητα του εφεσιβλήτου, ούτε καθιστούν αυτόν μικρέμπορο, αφού πάντως αποτελούν κέρδος από την άσκηση της εμπορικής του διαμεσολάβησης από τους προμηθευτές των εμπορευμάτων του στα καταστήματα λιανικής εμπορίας χαρτικών, 7)ότι τα προαναφερόμενα εκκαθαριστικά σημειώματα που εμφανίζουν χαμηλά καθαρά κέρδη έχουν συνταχθεί με βάση τις οικείες φορολογικές δηλώσεις για τα αντίστοιχα έτη οι οποίες δεν έχουν ελεγχθεί από την ως άνω Δ.Ο.Υ.

για την ειλικρίνεια των δηλωθέντων και τέλος 8) δεν εξηγείται πως με τα άνω ελάχιστα ετήσια καθαρά εισοδήματα που δήλωνε από την άσκηση της εμπορίας του καλύπτονταν οι ανελαστικές δαπάνες διαβίωσης (διατροφή κ.λπ.) της πενταμελούς οικογένειας του (τις οποίες ο ίδιος αναβιβάζει στο ποσό των 1.000 ευρώ μηνιαίως).

Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Κατόπιν τούτου, και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αναίρεση και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων για την άσκησή της στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Διάταξη για δικαστικά έξοδα δεν ορίζεται, κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β` ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 του ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β` του ν. 3869/2010, κατά την οποία "...δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 208/2020, ΑΠ 550/2020).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ την από 10-9-2020 αίτηση αναίρεσης με την από 13-7-2022 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 10-9-2020 αίτηση για αναίρεση της 3784/2020 τελεσίδικης απόφασης του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ