Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
977/2006 KI-generiert

Supreme Court dismisses appeal on property claim, ruling lower court correctly applied 20-year limitation period rules.

Geschäftsnummer 977/2006
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Abgewiesen (Dismissed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the High Court's decision rejecting a property claim based on the limitation period. The appellant argued the lower court misapplied civil law principles regarding property boundaries and the 20-year limitation rule. The court held that the High Court correctly applied the relevant articles of the Civil Code and that the alleged errors concerned evidentiary assessment rather than legal interpretation.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 247, 249, 251, 272, 274, 1094, 1095 of the Civil Code; Article 560(1)(a) and (b) of the Code of Civil Procedure: The 20-year limitation period for property claims begins upon the creation of a factual situation contradicting ownership rights, and appeals based on the lower court's failure to apply these substantive rules or its evidentiary evaluation of common sense principles are inadmissible.

Schlagwörter

KI-generiert
property ownership claim twenty year limitation period civil code articles appeal admissibility common sense principles evidentiary assessment civil procedure code Liegenschaftsgrenze

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Articles 247, 249, 251, 272, 274 and 1094 of the Civil Code
Article 1095 of the Civil Code
Article 560(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 560(1)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 336(4) of the Code of Civil Procedure

Zitierte Rechtsprechung

KI-generiert
Supreme Court Case 130/2000
Supreme Court Case 8, 10, 11/2005
KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 977 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 977/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Παπασπύρο.

Της αναιρεσίβλητης: Κ. συζύγου Ν.Τ., το γένος Α. Μ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φωτεινής Κουβέλη-Πάλλα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-12-1994 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θηβών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 224/1995 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 24/1997 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θηβών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 18-3-1997 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 130/2000 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Πολυμελές Πρωτοδικείο. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θηβών εξέδωσε τις 16/2002 μη οριστική και 71/2004 οριστική αποφάσεις του. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17-9-2004 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 22-2-2006 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 17-9-2004 αίτησης για αναίρεση της 71/2004 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θηβών, που δίκασε ως Εφετείο.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 247, 249, 251, 272, 274 και 1094 Α.Κ. προκύπτει ότι η διεκδικητική ακινήτου αγωγή, η οποία έχει ως περιεχόμενο αξίωση απορρέουσα από το απόλυτο δικαίωμα της κυριότητας, υπόκειται στη γενική εικοσαετή παραγραφή. Η παραγραφή αρχίζει από τη συνιστώσα την προσβολή του δικαιώματος της κυριότητας, με τη δημιουργία πραγματικής κατάστασης, που αντιτίθεται σ' αυτό, κατάληψη του πράγματος από άλλον, από την οποία γεννάται η αξίωση, η οποία κατ' αρχήν είναι και είναι δικαστικώς επιδιώξιμη, επέρχεται δε, προσμετρούμενου επί καθολικής ή ειδικής διαδοχής, υπέρ του καθολικού ή ειδικού διαδόχου, του χρόνου της επί του πράγματος νομής του δικαιοπαρόχου του, με την παράλειψη του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του επί μια εικοσαετία, χωρίς να ερευνάται το είδος της νομής ή κατοχής του προσβολέα ή των προτεινόντων την περί αυτής (παραγραφής) ένσταση των καθολικών ή ειδικών διαδόχων του.

Εξ άλλου, από το άρθρο 1095 Α.Κ. συνάγεται ότι ο εκ διεκδικητικής αγωγής εναγόμενος μπορεί, κατ' ένσταση, να αρνηθεί την απόδοση του διεκδικουμένου, αν έχει έναντι του κυρίου τούτου και ενάγοντος δικαίωμα να νέμεται ή κατέχει τούτο, όπως ιδίως εμπράγματο δικαίωμα (π.χ. από σχέση επικαρπίας) ή ενοχικό τέτοιο (π.χ.

από μίσθωση ή χρησιδάνειο). Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' ορθή εκτίμησή της, δέχθηκε, τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά γεγονότα : Η ενάγουσα - εκκαλούσα και ήδη αναιρεσίβλητη είναι κυρία, νομέας και κάτοχος ενός αγρού, εμβαδού 1125 τετρ.

μέτρων, που βρίσκεται στη θέση "..." της Κοινότητας Προδρόμου Θηβών. Το ακίνητο αυτό περιήλθε κατά κυριότητα στην ενάγουσα με παράγωγο τρόπο, αλλά και με έκτακτη χρησικτησία. Συγκεκριμένως περιήλθε τούτο σ' αυτήν με βάση τα σε εκείνη την απόφαση ειδικότερα μνημονευόμενα συμβόλαια, καθώς και από κληρονομία του θανόντος, χωρίς διαθήκη, πατέρα της Α.

Μ., την οποία νόμιμα αποδέχθηκε και μετέγραψε την οικεία συμβολαιογραφική δήλωση αποδοχής κληρονομίας. Το ίδιο ακίνητο είχε περιέλθει στην κυριότητα του πατέρα της ενάγουσας με αγορά από τον Ι. Μ., το έτος 1939, στον τελευταίο δε με βάση το 31.441/14.12.1932 παραχωρητήριο του Ελληνικού Δημοσίου, που έχει νόμιμα μεταγραφεί και στο οποίο γίνεται ιδιαίτερη μνεία, ότι ο κλήρος αυτός αποτελεί οικόπεδο (οικοπεδικός κλήρος).

Η ενάγουσα, καθώς και οι δικαιοπάροχοί της, ασκούσαν στο ακίνητό τους πράξεις κατοχής, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του ως αστικού ακινήτου, με διάνοια κυρίου, δηλαδή με τη βούληση να έχουν αυτό όπως προσήκει σε κύριο, με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο. Πιο συγκεκριμένα, παλαιότερα διέμεναν εκεί οι γονείς της και η ίδια, που αργότερα έφυγε για την Αθήνα, όπου μένει μόνιμα.

Όμως, μεταβαίνει συχνά στην εκεί οικία της, την οποία φροντίζει, καθαρίζει και χρησιμοποιεί τον αύλειο χώρο αυτής, το εποπτεύει και το επιτηρεί, αποτρέποντας κάθε προσπάθεια τρίτων προς αποβολή της από τη νομή του όλου ή μέρους του ακινήτου της. Εξάλλου, ο εναγόμενος - εφεσίβλητος και ήδη αναιρεσείων, είναι κύριος, νομέας και κάτοχος ενός όμορου αγροτεμαχίου, ίσης έκτασης με τον αγρό της ενάγουσας και στην ίδια περιοχή, την κυριότητα δε αυτού απέκτησε από τον πατέρα του Ι.

Κ. με βάση το με αριθμό ... συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Θίσβης Ασήμως Τσιλιβίγκου. Το ακίνητο αυτό είχε περιέλθει στον Ι. Κ. από τον Λ. Λ. με βάση το με αριθμό ... πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θηβών Ευαγγέλου Παπαναστασίου, στο Λ. Λ. από το Σ. Π. με βάση το με αριθμό ... πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θίσβης Γεωργίου Κατσιμπάρδη και, τέλος, στο Σ.

Π. με βάση το με αριθμό 30161/9.06.1931 παραχωρητήριο του Ελληνικού Δημοσίου. Όλοι οι πιο πάνω τίτλοι έχουν μεταγραφεί νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών. Το δε επίδικο εδαφικό τμήμα αποτελεί μέρος του μείζονος ακινήτου της ενάγουσας, έχει εμβαδόν 105 τετραγωνικά μέτρα και συνορεύει νοτιοδυτικά σε πλευρά 27 μέτρων με ιδιοκτησία του εναγομένου, βορειοανατολικά με τεθλασμένη πλευρά 16,10 και 1,50 και 10,90 μέτρων με ιδιοκτησία της ενάγουσας, βορειοδυτικά σε πλευρά 5,30 μέτρων με επαρχιακή οδό Προδρόμου - Σαράντη και νοτιοανατολικά σε πλευρά 1,80 μέτρων με ιδιοκτησία ενάγουσας.

Ο εναγόμενος σχετικά λίγο χρόνο πρίν από την προς αυτόν προαναφερόμενη γονική παροχή και συγκεκριμένα το έτος 1986 κατέλαβε την επίδικη πιο πάνω εδαφική έκταση, περιφράσσοντάς την, προβάλλοντας έτσι για πρώτη φορά δικαιώματα κυριότητας επ' αυτής, έκτοτε δε ο ίδιος κατείχε με διάνοια κυρίου αυτήν έως την άσκηση της αγωγής το 1995, ήτοι επί χρόνο μικρότερο της εικοσαετίας.

Αναφορικά, ειδικότερα, με τη μορφολογία των όμορων ιδιοκτησιών των διαδίκων διαπιστώθηκε, ότι σήμερα υπάρχει ανύψωση του επιπέδου του οδοστρώματος του νέου δρόμου Προδρόμου-Σαράντι, το οποίο διέρχεται σε επαφή με τη βόρεια πλευρά των ακινήτων των διαδίκων και ο οποίος κατασκευάστηκε το έτος 1967 έως 1970.

Από τότε το οικόπεδο του εναγομένου είναι υψηλότερο του οικοπέδου της ενάγουσας, στην πλευρά δε όπου βρίσκεται το επίδικο η υψομετρική διαφορά φθάνει στο 1 περίπου μέτρο. Για στήριξη του εδάφους του ο δικαιοπάροχος του πατέρα του εναγομένου Λ. Λ. είχε κτίσει από το 1940 ξερολιθιά, που διατηρείται μέχρι σήμερα, καλυμμένη από αυτοφυή βλάστηση, χωρίς βέβαια η ξερολιθιά αυτή να αποτελεί και το κοινό όριο των ιδιοκτησιών.

Απλά είθισται σε αγρούς με κατωφέρεια να τοποθετούν ξερολιθιές σε διάφορα σημεία τους, προκειμένου να αποτρέψουν τις κατολισθήσεις και την παράσυρση του εδάφους από τις χειμερινές κυρίως βροχοπτώσεις. Μετά την κτήση του οικοπέδου του κατά το έτος 1987 ο εναγόμενος συνέχισε (επί εκείνου, ως εννοείται) τις διακατοχικές πράξεις των πρακτητόρων του χρησιμοποιώντας (επιπλέον, ως εννοείται) το επίδικο ως είσοδο και ως χώρο στάθμευσης του αυτοκινήτου του και γενικά ως αύλειο χώρο.

Πλησίον δε του επιδίκου υπήρχε φούρνος της ενάγουσας και εκεί εκείνη και οι οικείοι της τοποθετούσαν τα ξύλα για το φούρνο, ακόμα δε οι ίδιοι περνούσαν από εκεί. Πέραν δε του φούρνου και προς το σπίτι της ενάγουσας διαπιστώθηκε η ύπαρξη σιδερένιας πόρτας για πεζούς, που σήμερα όμως έχει αχρηστευθεί λόγω της μεγάλης ανύψωσης του δρόμου Προδρόμου - Σαράντι.

Κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προσκομίστηκε από τον εναγόμενο, από το οποίο να επαληθεύεται ο ισχυρισμός του, ότι η διέλευση της ενάγουσας και των οικείων της από το επίδικο και η εναπόθεση ξύλων και άλλων αντικειμένων εντός αυτού γινόταν με την ανοχή του. Η κρίση δε εκείνου του Δικαστηρίου ως προς τα δικαιώματα των διαδίκων επί του επιδίκου επιρρωνύεται και από το γεγονός ότι τα δύο ακίνητα των διαδίκων αποτελούν κληροτεμάχια ίσης έκτασης, τα οποία παραχωρήθηκαν από το Ελληνικό Δημόσιο στους απώτερους δικαιοπαρόχους τους, δηλαδή, το μεν ένα με βάση το με αριθμό 30161/9-6-1931 παραχωρητήριο συμβόλαιο στο Σ.

Π., δικαιοπάροχο του εναγομένου και το άλλο με βάση το με αριθμό 3144114-12-1932 παραχωρητήριο στον Ι. Μ., δικαιοπάροχο της ενάγουσας, στα οποία ρητά αναγράφεται ότι το εμβαδόν του κάθε οικοπέδου είναι 1.125 τετραγωνικά μέτρα. Στα επισυναπτόμενα δε σχεδιαγράμματα των δύο αγρών προκύπτει η ίση έκταση αυτών, καθώς και το κοινό όριο μεταξύ των δύο ακινήτων, εκτεινόμενο σε ευθεία γραμμή.

Ως προς τα προσκομιζόμενα συμβόλαια που αποτελούν τους τίτλους του εναγομένου, παρατηρείται ότι ο Σ. Π. με το ... πωλητήριο συμβόλαιο πωλεί στο Λ. Λ. έναν αγρό έκτασης 1.125 τετραγωνικών μέτρων, όπως αναγραφόταν στο παραχωρητήριό του, στη συνέχεια, ο Λ. Λ. πωλεί με το ... συμβόλαιο στον πατέρα του εναγομένου Ι.

Κ. έναν αγρό έκτασης 1000 τετραγωνικών μέτρων και τέλος ο Ι. Κ. με το ... συμβόλαιο γονικής παροχής για πρώτη φορά μεταβιβάζει στο γιο του - εναγόμενο - αγρό έκτασης 1216,17 τετραγωνικών μέτρων, δηλαδή, τέτοιον μεγαλύτερο από εκείνον που αναφερόταν στα αρχικά συμβόλαια, αναγράφοντας μάλιστα ως όριο με τον αγρό της ενάγουσας τεθλασμένη και όχι ευθεία γραμμή.

Επίσης, στο από Νοέμβριο 1996 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου Ν. Ζ., μετά από αποτύπωση της περιοχής και εμβαδομέτρηση του επιδίκου, εμφαίνεται ότι η ιδιοκτησία του εναγομένου είναι πλέον μεγαλύτερη της ενάγουσας, τα δε όρια των δύο ιδιοκτησιών αποτελούν όχι ευθεία αλλά τεθλασμένη γραμμή, ενώ τα εκατέρωθεν των ιδιοκτησιών των διαδίκων ακίνητα που αποτελούν και εκείνα κληροτεμάχια, έχουν σαν κοινό χαρακτηριστικό την ίση έκταση και όρια σε ευθεία γραμμή.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμη την ένσταση του εναγομένου περί περιγραφής της αγωγικής αξίωσης (πέραν της απόρριψης και των ενστάσεων ιδίας κυριότητας με κατάχρηση δικαιώματος και δέχθηκε την αγωγή). Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που αποφάσισε εκείνο το Δικαστήριο, δεν παραβίασε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 249, 251 και 1094 Α.Κ.

που ήταν εφαρμοστέες και που εκείνο εφάρμοσε, όπως επίσης δεν παραβίασε τη διάταξη ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 1095 Α.Κ., που δεν ήταν εφαρμοστέος, και που εκείνο δεν εφάρμοσε και γι' αυτό ο περί των αντιθέτων και από τον αριθ. 1 εδαφ. α του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. μοναδικός, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 εδαφ. β' ΚΠολΔ προκύπτει, ότι κατά απόφασης του ειρηνοδικείου ή απόφασης του πρωτοδικείου που εκδόθηκε σε έφεση κατά απόφασης του ειρηνοδικείου δημιουργείτε λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε δίδαγμα της κοινής πείρας που αφορά την ερμηνεία των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, ενώ δεν δημιουργείται τέτοιος λόγος αν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποίησε τέτοιο δίδαγμα προς απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν (άρθρο 336 § 4 ΚΠολΔ, Ολ.

ΑΠ 8, 10, 11/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον ίδιο πιο πάνω λόγο της αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδάφιο β' του άρθρου 560 ΚΠολΔ, στην οποία φέρεται ότι υπέπεσε το Πολυμελές Πρωτοδικείο, με το να παραβιάσει τα διδάγματα της κοινής πείρας που αφορούν την εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 249, 251, 1094 και 1095 ΑΚ, σύμφωνα με τα οποία "για την υπαγωγή σ'αυτές των διακατοχικών πράξεων που με τη συμπλήρωση της 20ετίας συνεπέφεραν την απώλεια του δικαιώματος κυριότητας της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης είναι αδιάφορη η αρχική έκταση και τα αρχικά όρια των όμορων ιδιοκτησιών των διαδίκων, αλλά και η επί αλλοτρίου ακινήτου κατασκευή "ξερολιθιάς", η οποία ενσωματώνει το επίδικο ακίνητο στο παρακείμενο (όμορο) οικόπεδο του κατασκευαστή του άνω έργου, επί των οποίων θεμελίωσε την απορριπτική της ένστασης παραγραφής κρίση του".

Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφοαύ τα χαρακτηριζόμενα σ' αυτόν ως διδάγματα κοινής πείρας δεν αφορούν την ερμηνεία των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, αλλά αναφέρονται στην απόδειξη της ουσίας της υπόθεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-9-2004 αίτηση για αναίρεση της 71/2004 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θηβών, που δίκασε ως Εφετείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαϊου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ