Supreme Court allows appeal against default judgment due to insufficient detail in debt claim.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court allowed the appeal against a lower court's default judgment, which had previously annulled a payment order. The lower court found the creditor's claim insufficient because it omitted account movements prior to September 2011 and lacked explicit acknowledgment of the remaining balance. Consequently, the Supreme Court reversed the lower court's decision, remanded the case for retrial, and ordered the opposing parties to bear the appellant's legal costs.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 117, 118, 119 of the Code of Civil Procedure; A default judgment must contain a specific and detailed request including the full history of account movements and explicit acknowledgment of the outstanding balance, otherwise the payment order is voidable for lack of basis.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertVolltext
Απόφαση 976 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 976/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Ευτύχιο Νικόπουλο και Βαρβάρα Πάπαρη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." τελούσας υπό ειδική εκκαθάριση, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Ειδικό Εκκαθαριστή αυτής, Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευαγγελία Ξυπνητού με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε.", που εδρεύει στο Αγρίνιο και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Α. Δ. του Ν., 3) Γ. Γ. του Λ., κατοίκων Αγρινίου, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αγγελική Λαλούση με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/11/2013 ανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 293/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 35/2019 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6/12/2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ'αριθ. 35/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτ. Στερεάς Ελλάδος, η οποία δέχθηκε την έφεση της καθής η ανακοπή και ήδη αναιρεσείουσας, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δέχθηκε την ανακοπή των ανακοπτόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων και ακύρωσε την υπ'αριθ. 396/2013 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου.
Η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, η οποία δημοσιεύθηκε στις 5-3-2019 και η αίτηση για την αναίρεσή της κατατέθηκε στη Γραμματεία του οικείου Εφετείου στις 11-12-2019 μαζί με το νόμιμο παράβολο (άρθ. 495, 552, 553, 556,558, 564 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Είναι, επομένως, παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των κατ'ιδίαν λόγων της (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Κατά την παρ. 2 του άρθρου 626 ΚΠολΔ , όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το ν. 4335/2015, το δικόγραφο της αίτησης για έκδοση διαταγής πληρωμής πρέπει να περιέχει: α) όσα ορίζουν τα άρθρα 118 και 117 και το άρθρο 119 παρ.1 του κώδικα αυτού, β) αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής και γ) την απαίτηση και το ακριβές ποσό των χρημάτων ή των χρεογράφων, με τους τυχόν οφειλόμενους τόκους των οποίων ζητείται η καταβολή, κατά δε την παρ.3 του ίδιου άρθρου στην αίτηση του δικαιούχου για την έκδοση διαταγής πληρωμής πρέπει να επισυνάπτονται και όλα τα έγγραφα από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της.
Από τις διατάξεις αυτές, που δεν περιλαμβάνουν παραπομπή στο άρθρο 216 παρ.1 περ.α ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 623 του ίδιου κώδικα, σύμφωνα με την οποία μπορεί κατά την ειδική διαδικασία των άρθρ. 624 έως 634 να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αίτησης για την έκδοση διαταγής πληρωμής δεν απαιτείται να παρατίθεται, για τον προσδιορισμό της χρηματικής απαίτησης για την οποία ζητείται η έκδοσή της, ούτως, ώστε να πληρούται ο αντίστοιχος νόμιμος όρος, το σύνολο των γενεσιουργών της απαίτησης περιστατικών αλλά αρκεί η παράθεση πραγματικών περιστατικών που εξατομικεύουν την απαίτηση υπό την έποψη αντικειμένου, είδους και τρόπου γένεσής της και που δικαιολογούν συμπέρασμα αντίστοιχης συγκεκριμένης οφειλής εκείνου κατά του οποίου απευθύνεται η αίτηση έναντι του αιτούντος (ΑΠ 330/2012, ΑΠ 15/2007) και, περαιτέρω, απαιτείται να επισυνάπτονται στην αίτηση τα έγγραφα εκείνα από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 669 ΕμπΝ, 361, 873, 874 ΑΚ, 112 ΕισΝΑΚ και 64-67 του ν.δ. "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" της 17.7/13.8.1923, σαφώς συνάγεται ότι αλληλόχρεος (ή ανοικτός ή τρεχούμενος) λογαριασμός υπάρχει, όταν δύο πρόσωπα, από τα οποία το ένα τουλάχιστον είναι έμπορος, συμφωνούν με σύμβαση να μη επιδιώκονται ή διατίθενται μεμονωμένα οι απαιτήσεις των δύο μερών, που προκύπτουν από τις μεταξύ τους συναλλαγές, αλλά να φέρονται σε κοινό λογαριασμό με σκοπό να εκκαθαρίζονται και να αποσβένονται κατά το κλείσιμο του λογαριασμού αυτού που θα γίνεται κατά ορισμένα χρονικά διαστήματα σε τρόπο ώστε να αποτελέσει τη μοναδική μεταξύ τους απαίτηση το κατάλοιπο του λογαριασμού που τυχόν θα υπάρξει.
Για το κατάλοιπο κλεισθέντος αλληλόχρεου λογαριασμού μπορεί να εκδοθεί διαταγή πληρωμής, εφόσον αποδεικνύονται εγγράφως, η σύμβαση ανοίγματος του αλληλόχρεου λογαριασμού, η κίνησή του, το κλείσιμο και το κατάλοιπο αυτού. Η περιλαμβανόμενη στη σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό ειδική συμφωνία ότι η οφειλή του πιστούχου προς την πιστώτρια τράπεζα, που θα προκύψει από το οριστικό κλείσιμο της πίστωσης, θα αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της τελευταίας είναι έγκυρη ως δικονομική σύμβαση.
Το απόσπασμα αυτό, στο οποίο αποτυπώνεται η κίνηση, το κλείσιμο του λογαριασμού και το κατάλοιπο, επέχει θέση αποδεικτικού μέσου με ισχύ ιδιωτικού εγγράφου. Στην αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής για το κατάλοιπο κλεισθέντος αλληλόχρεου λογαριασμού, μεταξύ της αιτούσας πιστώτριας τράπεζας και του καθού η αίτηση πιστούχου, αρκεί να αναφέρεται, ότι μεταξύ των διαδίκων συμφωνήθηκε, ότι το ποσό αυτό θα αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της αιτούσας και ότι ο σχετικός λογαριασμός έκλεισε με ορισμένο υπόλοιπο υπέρ αυτής, το οποίο αποδεικνύεται από το πλήρες απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της, στο οποίο εμφανίζεται η όλη κίνηση του λογαριασμού, από την υπογραφή της σύμβασης πίστωσης μέχρι το κλείσιμό της (ΑΠ 1071/2017), χωρίς να είναι απαραίτητο να αναφέρονται και τα επιμέρους κονδύλια πιστώσεων και χρεώσεων, και ειδικότερα να προσδιορίζεται το επιτόκιο που εφαρμόστηκε για τον υπολογισμό των τόκων, αφού τα κονδύλια αυτά περιλαμβάνονται στο επισυναπτόμενο απόσπασμα, από το οποίο, κατά τη συμφωνία των διαδίκων, αποδεικνύεται η απαίτηση της τράπεζας (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 370/2012, ΑΠ 1391/2011, ΑΠ 1094/2006).
Επίσης, αν αναγνωρίσθηκε το κατάλοιπο, δεν απαιτείται να αναφέρονται τα σχετικά κονδύλια του λογαριασμού, αλλά πρέπει να γίνεται ειδική επίκληση της αναγνώρισης (ΑΠ 192/2005). Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 14 του άρθ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα έκρινε ότι συντρέχουν ή δεν συντρέχουν οι διαδικαστικές προϋποθέσεις παροχής έννομης προστασίας (ΑΠ 1070/2006), στις οποίες ανήκει και το ορισμένο της αγωγής ή της αιτήσεως, εν γένει, παροχής έννομης προστασίας.
Ο λόγος από τον αριθ. 14 ιδρύεται και αν, επι προσβολής διαταγής πληρωμής λόγω μη έγγραφης απόδειξης της απαίτησης (δικονομικού απαραδέκτου), το εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε ή εσφαλμένα απέρριψε τη σχετική ανακοπή (ΟλΑΠ 10/1997 ΕλλΔνη 1997.768, ΑΠ 665/2006). Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης , κατ'ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 14 του άρθ. 559 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθ. 8), ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παρά το νόμο έκρινε ότι είναι αόριστη η αίτηση για την έκδοση της ένδικης διαταγής πληρωμής για ποσό μικρότερο από το συνολικό κατάλοιπο των επίδικων λογαριασμών, λόγω μη αναφοράς σ'αυτήν της κινήσεως των λογαριασμών από το άνοιγμα της πιστώσεως μέχρι το οριστικό κλείσιμο αυτών.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της από 27-9-2013 αιτήσεως της αναιρεσείουσας κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων, με βάση την οποία εκδόθηκε η υπ'αριθ. 396/2013 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, επί ανακοπής κατά της οποίας εκδόθηκε η υπ'αριθ. 293/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου και κατ'έφεση η προσβαλλομένη απόφαση, προκύπτει ότι με αυτήν η αιτούσα υπό εκκαθάριση ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "...
ΑΕ" και ήδη αναιρεσείουσα, εξέθετε τα εξής: 1) Ότι με την 8/13-2-2009 σύμβαση πιστώσεως με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό χορήγησε στην πρώτη των καθών και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, πίστωση μέχρι του ποσού των 5.300.000 ευρώ, με τους ειδικότερα σ'αυτήν αναφερόμενους όρους και συμφωνίες, 2) ότι οι δεύτερος και τρίτη των καθών και ήδη αναιρεσίβλητοι, εγγυήθηκαν ως αυτοφειλέτες, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με την πρωτοφειλέτη, την εκπλήρωση κάθε υποχρεώσεώς της από τη χορηγηθείσα πίστωση, 3) ότι η σύμβαση εξυπηρετήθηκε από τους υπ'αριθ. ...
λογαριασμούς, τους οποίους αυτή έκλεισε με καταγγελία στις 21-9-2011, όπως είχε δικαίωμα από τη σύμβαση, οπότε εμφάνιζαν σε βάρος της πρώτης των καθών χρεωστικά υπόλοιπα ποσού 6.260.827,13 ευρώ και 10.633,35 ευρώ, αντιστοίχως, τα οποία έθεσε σε οριστική καθυστέρηση και γνωστοποίησε στους καθών την ως άνω καταγγελία της, που επιδόθηκε σ'αυτούς με δικαστικό επιμελητή στις 23-9-2011, προσκαλώντας τους ταυτόχρονα να της καταβάλουν τα ως άνω ποσά, εντόκως και με ανατοκισμό των τόκων υπερημερίας, ανά εξάμηνο, 4) στην αίτηση επισυνάφθηκαν νομίμως επικυρωμένα αντίγραφα της συμβάσεως παροχής πιστώσεως και των προσθέτων πράξεων αυτής, της καταγγελίας της συμβάσεως, οι εκθέσεις επιδόσεως της καταγγελίας, καθώς και τα με ημερομηνία εκτύπωσης 21-9-2011 νομίμως επικυρωμένα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων της αιτούσης, από τα οποία προκύπτει η κίνηση των ως άνω λογαριασμών και τα οποία, κατά τη συμφωνία των διαδίκων αποτελούν πλήρη απόδειξη της απαιτήσεώς της.
Ζήτησε δε να υποχρεωθούν οι καθών να της καταβάλουν , έκαστος εις ολόκληρον, το ποσό των 2.000.000 ευρώ, επιφυλασσόμενη για το επιπλέον κεφάλαιο των 4.271.460,48 ευρώ, εντόκως από 22-9-2011, πλέον τόκων υπερημερίας επί των καθυστερούμενων τόκων, οι οποίοι ανατοκίζονται από την πρώτη ημέρα καθυστερήσεως και προστίθενται στο κεφάλαιο ανά εξάμηνο, μέχρι την εξόφληση.
Με αυτό το περιεχόμενο η αίτηση ήταν ορισμένη, αφού περιείχε όλα τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη στοιχεία που ήταν αναγκαία για την πληρότητα αυτής, δηλ. την επίκληση της συμβάσεως παροχής πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και των προσθέτων πράξεων αυτής, των συμβάσεων εγγυήσεως, την τήρηση του ανοικτού λογαριασμού, την κίνησή του, το κλείσιμο αυτού με καταγγελία και το κατάλοιπό του, όπως τα στοιχεία αυτά (κίνηση, κλείσιμο και κατάλοιπο) προέκυπταν από τα επισυναπτόμενα σ'αυτήν επικυρωμένα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων της αιτούσης, τα οποία αποτελούσαν, κατά συμβατικό όρο, αποδεικτικό μέσο.
Το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε ως βάσιμους τους πρώτο και δεύτερο λόγους της ανακοπής, σύμφωνα με τους οποίους η αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής ήταν αόριστη, διότι δεν αναφέρονται με λεπτομέρεια τα κονδύλια των πιστοχρεώσεων των λογαριασμών που τηρούντο από την κατάρτιση της συμβάσεως μέχρι τοι οριστικό κλείσιμο αυτής, ούτε αναφέρεται ότι έγινε αναγνώριση του υπολοίπου κατά το οριστικό κλείσιμο των λογαριασμών, ούτε ότι η κίνηση των λογαριασμών προέκυπτε από τα επισυναπτόμενα στην αίτηση αποσπάσματα από τα εμπορικά βιβλία της αιτούσης.
Ειδικότερα, το Εφετείο έκρινε ότι "Με το περιεχόμενο όμως αυτό η ένδικη αίτηση είναι αόριστη, διότι δεν αναφέρεται η κίνηση των λογαριασμών από το άνοιγμα της πίστωσης στις 13-2-2009, μέχρι το οριστικό κλείσιμο αυτών στις 21-9-2011, παρά μόνο η κίνηση αυτών από 6-9-2011 μέχρι 20-9-2011, χωρίς να αναφέρεται ότι η πιστούχος υποσχέθηκε αφηρημένως πριν κλείσει ο λογαριασμός την καταβολή του καταλοίπου που θα προκύψει, ή ότι έγινε αναγνώριση του καταλοίπου μέχρι τις 6-9-2011, ή ότι μετά το κλείσιμο του λογαριασμού, αναγνώρισε την υποχρέωσή της προς καταβολή αυτού, ενώ δεν επισυνάφθηκαν στην αίτηση ούτε προσκομίσθηκαν στον δικαστή για την έκδοση της διαταγής πληρωμής, αποσπάσματα των τηρηθέντων λογαριασμών από το άνοιγμα της πίστωσης μέχρι τις 6-9-2011, από τα οποία να προκύπτουν τα για το τελευταίο αυτό χρονικό διάστημα επί μέρους κονδύλια πιστώσεων και χρεώσεων, οπότε και μόνο, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη σχετική νομική σκέψη που προηγήθηκε, δεν θα ήταν απαραίτητο να αναφέρονται στην αίτηση και τα επί μέρους αυτά κονδύλια (πιστώσεων και χρεώσεων από τότε που άνοιξε ο λογαριασμός μέχρι το κλείσιμο του).
Συνεπώς πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι, οι θεωρούμενοι ως ενιαίοι πρώτος και δεύτερος λόγοι της ανακοπής, με τους οποίους οι ανακόπτοντες ζητούν την ακύρωση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, διότι στην αίτηση προς έκδοσή της δεν αναφέρεται η αναλυτική κίνηση των λογαριασμών από την έναρξη της σύμβασης μέχρι το οριστικό κλείσιμο, ούτε αναφέρεται ότι έγινε αναγνώριση του καταλοίπου μέχρι την 6-9-2011, ούτε προέκυπτε η κίνηση αυτή από τα επισυναπτόμενα στην εν λόγω αίτηση αποσπάσματα από τα εμπορικά βιβλία της καθής, και να ακυρωθεί η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής για το λόγο αυτό...".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο και ακύρωσε την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής λόγω αοριστίας της ως άνω αιτήσεως, προέβη σε παρά το νόμο κήρυξη ακυρότητος. Επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 14 του άρθ. 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, παρελκούσης, λόγω της αναιρετικής αυτού εμβέλειας, της έρευνας του δευτέρου λόγου εκ του αριθ. 20 του άρθ. 559 ΚΠολΔ.
Μετά ταύτα, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον δικαστή εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθ. 580 § 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας που κατέθεσε προτάσεις κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθ. 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ'αριθ. 35/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, αποτελούμενο από άλλο δικαστή.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας εκ ποσού τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Ιουλίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ