Supreme Court annuls lower court ruling on pension cap constitutionality and remands case for retrial.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court annulled the Second Instance Court's decision regarding the constitutionality of a pension cap. The appellants argued that the cap violated constitutional equality principles, while the lower court had previously upheld it. The Court found the lower court erred in applying transitional rules and the constitutionality of the cap, ordering a retrial.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 4(1) and 22(5) of the Constitution; The imposition of a maximum limit on lump-sum pension benefits is constitutionally permissible only if it does not constitute a purely discriminatory measure, and lower courts must correctly apply transitional provisions when calculating such benefits.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertZitierte Rechtsprechung
KI-generiertVerwandte Entscheide
KI-generiertVolltext
Απόφαση 974 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 974/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Καρυστηναίου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 5η Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Ν. Α. του Α., 2) Ν. Τ.-Κ. του Π., 3) Α. Κ.-Σ., του Φ., 4) Α. Γ.-Μ. του Ε., 5) Μ. Μ.-Μ. του Β., κατοίκων ..., 6) Ε. Μ.-Ζ. του Κ., κατοίκου ...,7) Δ. Χ. του Α., κατοίκου ..., 8) Α. Τ.- Η. του Α., κατοίκου ..., 9) Ε. Β. του Δ., κατοίκου ..., 10) Γ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Λουκά Αποστολίδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "..." (....), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ...και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξούσιας δικηγόρου Ελένης Βυτινιώτη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-9-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 2045/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1955/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27-6-2018 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εσηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Σοφία Καρυστηναίου. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 5 του ισχύοντος Συντάγματος, που ορίζουν ότι "οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου" (4 παρ. 1) και "το κράτος μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, όπως νόμος ορίζει" (22 παρ. 5), προκύπτει δέσμευση του νομοθέτη, ο οποίος δεν δύναται, κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς όμοιων πραγμάτων, σχέσεων ή καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων, να μεταχειρίζεται τις περιπτώσεις αυτές κατά τρόπο ανόμοιο, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη αλλά επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, η συνδρομή του οποίου υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.
Η δέσμευση δε αυτή του νομοθέτη υφίσταται και κατά την εκδήλωση της κρατικής μέριμνας για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων και επιβάλλει τη συμμετοχή αυτών στο σύστημα παροχών και αντιπαροχών της κοινωνικής ασφάλισης, μεταξύ των οποίων και η παροχή εφάπαξ βοηθήματος - αποζημίωσης στους εξ αυτών αποχωρούντες από την ενεργό υπηρεσία, με ίσους όρους.
Έτσι, η συνταγματικώς επιτρεπτή εισαγωγή με νόμο, ανώτατου ορίου στο παρεχόμενο από το φορέα εφάπαξ βοήθημα, τελεί υπό την προϋπόθεση, ότι αυτό δεν έχει αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα, το ασφαλιστικό δηλαδή κεφάλαιο από το οποίο καταβάλλεται, δεν σχηματίζεται αποκλειστικά, κατά τη νομοθεσία που το διέπει, με κρατήσεις από τις αποδοχές των ασφαλισμένων αλλά συμμετέχουν στο σχηματισμό του και άλλοι, ιδίως κοινωνικοί πόροι ή ουσιώδεις επιβαρύνσεις τρίτων.
Όταν, όμως, το κεφάλαιο αυτό σχηματίζεται αποκλειστικά με κρατήσεις από τις αποδοχές των ασφαλισμένων και έχει επομένως αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα, η επιβολή νομοθετικά ανώτατου ορίου στην παροχή του εφάπαξ βοηθήματος παραβιάζει την κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, αφού ενέχει αδικαιολόγητα δυσμενή διάκριση σε βάρος των υπαλλήλων οι οποίοι, ως εκ του μακρού χρόνου υπηρεσίας τους και των υψηλών αποδοχών τους, υποβλήθηκαν σε μεγαλύτερες κρατήσεις και παρά ταύτα θα λάβουν την ίδια εφάπαξ αποζημίωση με τους συναδέλφους τους, οι οποίοι, ως εκ του μικρού χρόνου υπηρεσίας τους και των χαμηλών αποδοχών τους, υποβλήθηκαν σε μικρότερες κρατήσεις, παρά τον από τις ίδιες διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος κανόνα, ότι το μέγεθος της εφάπαξ αποζημίωσης, υπολογιζόμενο με βάση το χρόνο υπηρεσίας και τις αποδοχές του εργαζομένου είναι ανάλογο προς τις εισφορές που καταβλήθηκαν από αυτόν.
Εξάλλου, η Φ46/3239/23.2.1987 απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, με την οποία ανασυντάχθηκε, τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε το καταστατικό του Ταμείου Συντάξεων και Πρόνοιας Προσωπικού ... (ΦΕΚ Β` 108) ορίζει στο άρθρο 2 παρ. 2, ότι η ασφάλιση που ασκείται από το εν λόγω Ταμείο ενεργείται από δύο κλάδους, τον Κλάδο Συντάξεων και τον Κλάδο Πρόνοιας, από τον οποίο χορηγούνται τα εφάπαξ βοηθήματα και στο άρθρο 9 παρ. 3 ότι: "Για τον Κλάδο Πρόνοιας (εφάπαξ βοήθημα) πόροι είναι:
α) εισφορά του ασφαλισμένου ίση με 3% που υπολογίζεται στις πάσης φύσεως αποδοχές του για κάθε πραγματική υπηρεσία στην …., β) εισφορά του εργοδότη ίση με 3% που υπολογίζεται στις πάσης φύσεως αποδοχές του ασφαλισμένου για κάθε πραγματική υπηρεσία στην …., γ) ποσοστό από τα έσοδα που προέρχονται από τις ασφαλιστικές εργασίες του εργοδότη ή θυγατρικών των εταιριών.
Το πιο πάνω ποσοστό καθορίζεται μέσα στο πρώτο εξάμηνο κάθε χρόνου με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του εργοδότη, δ) ποσοστό προμήθειας από τις ασφαλιστικές εργασίες της Τράπεζας σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 13 του Ν. 1256/1982. Το ποσό αυτό καθορίζεται κάθε χρόνο με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Τράπεζας, ε) οι τόκοι και γενικά οι πρόσοδοι των κεφαλαίων και κάθε άλλου περιουσιακού στοιχείου του Κλάδου Πρόνοιας".
Εξάλλου, η ίδια ως άνω υπουργική απόφαση στο άρθρο 34 ορίζει, ότι: "1. Οι ασφαλισμένοι του Κλάδου (νοείται Πρόνοιας) δικαιούνται εφάπαξ βοηθήματος υπό τις προϋποθέσεις: α) ... β) Εφόσον αποχωρήσουν από την υπηρεσία της Τράπεζας λόγω συμπλήρωσης του ορίου ηλικίας που προβλέπεται από τον Οργανισμό της ή για οποιουσδήποτε άλλους λόγους, εφόσον έχουν χρόνο πραγματικής υπηρεσίας στην Αγροτική Τράπεζα, ασφαλισμένη στον Κλάδο Πρόνοιας, όχι από αναγνώριση, πέντε (5) τουλάχιστον ετών, 2) το εφάπαξ βοήθημα υπολογίζεται στον τελευταίο ετήσιο μισθό, όπως αυτός καθορίζεται στην επομένη παράγραφο, κατά την ακόλουθη κλίμακα: 4% για κάθε χρόνο ασφάλισης από του 1ου μέχρι και του 10ου, 8% για κάθε χρόνο ασφάλισης από του 11ου μέχρι και του 15ου, 10% για κάθε χρόνο ασφάλισης από του 16ου μέχρι και του 32ου, 3) για την εφαρμογή των διατάξεων της προηγουμένης παραγράφου...
ετήσιος μισθός λογίζεται το άθροισμα δεκατεσσάρων (14) μισθών βάσης, με βάση το μήνα εξόδου του ασφαλισμένου από την υπηρεσία, προσαυξημένων με τα επιδόματα - πολυετούς υπηρεσίας, βαθμού θέσεως, επιστημονικής απόδοσης, γάμου, τέκνων και αυτόματης τιμαριθμικής αναπροσαρμογής (Α.Τ.Α.), 4) αν διακοπεί η χορήγηση των επιδομάτων γάμου, τέκνων και θέσεως πριν από τη συμπλήρωση πενταετίας, για τον καθορισμό του εφάπαξ βοηθήματος λαμβάνονται ποσοστά των επιδομάτων αυτών ως εξής:
Αν ο ασφαλισμένος αποχώρησε από την υπηρεσία μέσα στον πρώτο χρόνο από τη διακοπή, λαμβάνεται υπόψη το 90% του επιδόματος, μέσα στο δεύτερο χρόνο το 80%, μέσα στον τρίτο χρόνο το 70%, μέσα στον τέταρτο χρόνο το 60% και μέσα στον πέμπτο χρόνο το 50%. Μετά τον πέμπτο χρόνο διακοπής του επιδόματος δεν υπολογίζονται τα επιδόματα γάμου, τέκνων και θέσεως για τον καθορισμό του εφάπαξ βοηθήματος".
Περαιτέρω, το άρθρο 37 του Ν. 2084/1992 (ΦΕΚ Α` 165), το οποίο εντάσσεται στο Δ` Κεφάλαιο του έχοντος τον τίτλο "Ρυθμίσεις για τους ασφαλιζόμενους στους φορείς κοινωνικής ασφάλισης από 1.1.1993" Τρίτου Μέρους του εν λόγω νόμου, ορίζει ότι: "Η συνολική εισφορά ασφάλισης για εφάπαξ βοήθημα σε φορείς ασφάλισης πρόνοιας ορίζεται σε ποσοστό 4% και βαρύνει αποκλειστικά τους ασφαλισμένους".
Εξάλλου, ο ίδιος Ν. 2084/1992 στο άρθρο 57 του Δ` Κεφαλαίου του Τετάρτου Μέρους του, έχοντος τον τίτλο "Ρυθμίσεις για τους ασφαλισμένους μέχρι 31.12.1992" ορίζει τα εξής: "1. Η προβλεπομένη από τις οικείες διατάξεις των φορέων ασφαλίσεως πρόνοιας των Υπαλλήλων των Τραπεζών: 1) ... 2 ... 3) Αγροτικής .... και του Κλάδου Πρόνοιας του Ταμείου Ασφαλίσεως Προσωπικού Ασφαλιστικής Εταιρίας "H Εθνική" που χορηγούν εφάπαξ βοηθήματα, εισφορά του εργοδότη μειώνεται προοδευτικά αρχής γενομένης από 1.1.1993 κατά το 1/10 για κάθε έτος.
Η κατά τα άνω μειούμενη εισφορά προστίθεται αντίστοιχα στην εργοδοτική εισφορά υπέρ του φορέα κύριας σύνταξης, στον οποίο υπάγονται ασφαλισμένοι των φορέων ή κλάδων ασφάλισης πρόνοιας πλην του Κλάδου Πρόνοιας του Ταμείου Ασφαλίσεως Προσωπικού ..., η οποία προστίθεται στην εργοδοτική εισφορά υπέρ του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού ... 2) ... 3) Το ακαθάριστο ποσό του εφάπαξ βοηθήματος που χορηγούν οι φορείς ασφάλισης πρόνοιας της παρ. 1 του άρθρου αυτού για 35 έτη ασφάλισης, δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των 10.000.000 δραχμών.
Επιπλέον ποσό εφάπαξ βοηθήματος προβλεπόμενο από τις καταστατικές διατάξεις των φορέων χορηγείται μειωμένο κατά το 1/6 για κάθε έτος από 1.1. 1993 και μετά. Για χρόνο ασφάλισης μικρότερο ή μεγαλύτερο των 35 ετών, το παραπάνω ποσό μειούται ή αυξάνεται αναλόγως των ετών ασφάλισης, 4) (όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, πριν, δηλαδή, αντικατασταθεί με την παρ. 4 του άρθρου 84 του Ν. 2676/99 ΦΕΚ Α` 1).
Με απόφαση του Υπουργού Υγείας Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων αναπροσαρμόζεται κάθε φορά το ανώτατο όριο του εφάπαξ βοηθήματος της προηγουμένης παραγράφου μέχρι του εκάστοτε ποσοστού αύξησης των συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων". Κατ` εξουσιοδότηση της τελευταίας αυτής διατάξεως της παρ. 4 του άρθρου 57 του Ν. 2084/92, εκδόθηκαν υπουργικές αποφάσεις και, ειδικότερα, η απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (7/οικ. 1231/1.6.93 (ΦΕΚ Β` 404) και οι αποφάσεις του Υφυπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων 7/οικ. 1490/24.8.94 (ΦΕΚ Β` 653) και 7/οικ. 1237/6.7. 95 (ΦΕΚ Β` 646)), με τις οποίες αναπροσαρμόσθηκε το ανώτατο όριο του εφάπαξ βοηθήματος για τα έτη 1993, 1994 και 1995, αντιστοίχως.
Επειδή, από τις εκτεθείσες στην προηγούμενη σκέψη διατάξεις συνάγεται ότι το παρεχόμενο εφάπαξ βοήθημα έχει αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα, αφού το ασφαλιστικό Κεφάλαιο του Κλάδου Πρόνοιας του ανωτέρω Ταμείου σχηματιζόταν κα` όλο το χρόνο ασφαλίσεως του καθ` ου μόνο από ασφαλιστικές εισφορές και όχι από άλλους πόρους και, ειδικότερα, σχηματιζόταν αρχικώς μεν από ισόποσες ασφαλιστικές εισφορές των ασφαλισμένων και της εργοδότριας Τράπεζας, οι οποίες υπολογίζονταν επί των αυτών αποδοχών των ασφαλισμένων, από δε 1.1. 1993 και έως την έξοδο του καθ` ου από την ενεργό ασφάλιση και πάλι από εισφορές τόσο των ασφαλισμένων, όσο και της εργοδότριας Τράπεζας με τη διαφορά ότι οι εισφορές της εργοδότριας Τράπεζας έβαιναν συνεχώς μειούμενες.
Και ναι μεν στις περιπτώσεις γ` έως ε` της παραγράφου 3 του άρθρου 9 του Καταστατικού του ανωτέρω Ταμείου προβλέπονταν ως πόροι του Κλάδου Πρόνοιας και άλλα έσοδα (από τις ασφαλιστικές εργασίες της εργοδότριας Τράπεζας ή θυγατρικών της εταιριών, τόκοι και γενικά πρόσοδοι των κεφαλαίων και κάθε άλλου περιουσιακού στοιχείου του Κλάδου Πρόνοιας του εν λόγω Ταμείου) πλην των ασφαλιστικών εισφορών, τα έσοδα όμως αυτά, εν πολλοίς αόριστα και υποθετικά, δεν μπορούν να αποτελέσουν ασφαλές κριτήριο για το χαρακτηρισμό του επιδίκου εφ` άπαξ βοηθήματος ως ανταποδοτικού ή μη, διότι δεν προκύπτει ότι συνέβαλαν, κατά τρόπο σταθερό και μόνιμο, στο σχηματισμό του ασφαλιστικού κεφαλαίου του ανωτέρω Κλάδου Πρόνοιας.
Συνεπώς, οι διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 3 του Ν. 2084/1992, κατά το μέρος που θεσπίζουν περιορισμό του ανωτάτου ορίου του εφάπαξ βοηθήματος που χορηγείται στους ασφαλισμένους του ανωτέρω Ταμείου, οι οποίοι εξέρχονται από την ενεργό ασφάλιση κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1993 έως την πλήρη κατάργηση της καταβαλλομένης στον Κλάδο Πρόνοιας του Ταμείου εργοδοτικής εισφοράς, αντίκεινται στα άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 5 του Συντάγματος.
Εξ άλλου, η ως άνω διάκριση, εν όψει του αμιγώς ανταποδοτικού χαρακτήρα της παροχής, σύμφωνα με όσα έχουν γίνει δεκτά, δεν δικαιολογείται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, λαμβανομένης υπόψη και της δίκαιης στάθμισης, η οποία πρέπει να υφίσταται μεταξύ του γενικού συμφέροντος και του συμφέροντος του ατόμου για καταβολή της ασφαλιστικής παροχής, όταν αυτή, ως περιουσιακό δικαίωμα, προέρχεται, όπως στην προκειμένη περίπτωση, από τις ασφαλιστικές εισφορές του ασφαλισμένου έτσι, ώστε βασίμως να προσδοκάται από αυτόν και στο πλαίσιο της κρατικής μέριμνας για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, η αποχή από κάθε επέμβαση και η προστασία του εν λόγω δικαιώματος του (ΑΕΔ 5/2007, Ολ.
ΑΠ 17/2005). Τέλος, στο άρθρο 24 παρ. 5 του Καταστατικού του αναιρεσείοντος ορίζονται τα εξής: "για όσους αποχωρήσουν σε διάστημα μιας πενταετίας από της ενάρξεως εφαρμογής του παρόντος καταστατικού δεν λαμβάνουν λιγότερα από αυτά που θα ελάμβαναν αν ο υπολογισμός γινόταν με τον παλαιό τρόπο υπολογισμού". Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα εξής:
οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι, με την από 17/9/2013 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 124584/4614/2013 αγωγή τους, απευθυνόμενη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, για την οποία εκδόθηκε η παραπάνω εκκαλουμένη απόφαση, εξέθεταν, κατ' ορθή εκτίμηση του δικογράφου αυτής, ότι, είναι πρώην υπάλληλοι της ..., που αποχώρησαν οριστικά από την ενεργό υπηρεσία λόγω συνταξιοδότησης κατά τις ημεροχρονολογίες που έκαστος αυτών αναφέρει στο αγωγικό δικόγραφο και εκτείνονται εντός του χρονικού διαστήματος από 23/7/2004 έως 19/8/2008.
Ότι κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας τους είχαν ασφαλιστεί στο Ταμείο Συντάξεων και Πρόνοιας του Προσωπικού ..., οιονεί καθολικός διάδοχος του οποίου είναι το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν ΝΠΙΔ "...", δικαιούμενοι, κατά την αποχώρησή τους, εφάπαξ βοηθήματος, υπολογιζόμενου κατά τον τρόπο που ορίζεται στο διαλαμβανόμενο στην αγωγή άρθρο 34 του καταστατικού του εν λόγω ταμείου.
Ότι, δυνάμει της υπ' αριθ. Φ.80000/23358/1107 Κ.Υ.Α των Υπουργών Οικονομίας & Οικονομικών και Εργασίας & Κοινωνικών Ασφαλίσεων, εκδοθείσας βάσει του άρθρου 6 παρ. 20 του ν. 3029/2002, αποφασίστηκε η μετατροπή του κλάδου πρόνοιας του Ταμείου Συντάξεων και Πρόνοιας του Προσωπικού. ... στο εναγόμενο και ήδη εκκαλούν ΝΠΙΔ "..." και, επιπροσθέτως εγκρίθηκε το καταστατικό αυτού, στο άρθρο 17 του οποίου ορίστηκε νέος τρόπος υπολογισμού του εφάπαξ βοηθήματος των ασφαλισμένων.
Ότι, στο ίδιο καταστατικό του εναγόμενου και ήδη εκκαλούντος ΝΠΙΔ περιλήφθηκε η μεταβατική. διάταξη του άρθρου 24 παρ. 5, για τους αποχωρούντες από την Αγροτική Τράπεζα υπαλλήλους εντός πενταετίας από την έναρξη της εφαρμογής του νέου τρόπου υπολογισμού του εφάπαξ βοηθήματος, στην οποία ορίστηκε ότι αυτοί δεν θα λαμβάνουν λιγότερα από αυτά που θα ελάμβαναν αν ο υπολογισμός γινόταν με τον παλαιό τρόπο υπολογισμού (παλαιό καταστατικό και πλαφόν του ν. 2084/1992).
Ότι, κατά την αποχώρησή τους, το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν ΝΠΙΔ "...", τους χορήγησε τα διαλαμβανόμενα στο αγωγικό δικόγραφο για έκαστο αυτών χρηματικά ποσά ως εφάπαξ βοήθημα, το ύψος των οποίων υπολόγισε ως ακολούθως : αφού υπολόγισε το εφάπαξ βοήθημα που αυτοί θα λάμβαναν βάσει του άρθρου 34 του παλαιού καταστατικού καθώς και το ανώτατο ποσό, βάσει του πλαφόν του άρθρου 57 παρ. 3 του ν. 2084/1992, το οποίο, όμως, κρίθηκε αντισυνταγματικό δυνάμει των υπ' αριθ. 3, 4 και 5/2007 αποφάσεων του ΑΕΔ, στη συνέχεια, υπολόγισε το εφάπαξ βοήθημα βάσει του άρθρου 17 του νέου καταστατικού και τελικά κατέβαλε σε αυτούς το μεγαλύτερο από τα δύο ποσά που προέκυπταν βάσει των υπολογισμών αφενός κατ' άρθρο 57 παρ. 3 του ν. 2084/1992 αφετέρου κατ' άρθρο 17 του νέου καταστατικού και δη αυτό που προέκυπτε από τον τελευταίο αυτό υπολογισμό κατ' άρθρο 17, καίτοι το ποσό εφάπαξ βοηθήματος βάσει του άρθρου 34 του παλαιού καταστατικού ήταν μεγαλύτερο.
Ότι κατ' αυτόν τον τρόπο, το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν ταμείο τους χορήγησε εφάπαξ βοήθημα, με υπολογισμό του πλαφόν που προβλέπεται από την αντισυνταγματική διάταξη του άρθρου 57 παρ. 3 του ν. 2084/1992, παρόλο που, λόγω της αντίθεσης στο Σύνταγμα, δεν έπρεπε να την λάβει υπόψη του, με συνέπεια το καταβληθέν σε έκαστο ποσό να είναι μεγαλύτερο μεν του ως άνω πλαφόν, μικρότερο δε από εκείνο που έκαστος δικαιούται κατά τον υπολογισμό που προβλεπόταν στο άρθρο 34 του παλαιού καταστατικού, κατά τον οποίο και μόνο έπρεπε να υπολογιστεί η εφάπαξ παροχή, χωρίς, δηλαδή, να ληφθεί υπόψη το ως άνω πλαφόν.
Με βάση το παραπάνω ιστορικό/οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι, επικαλούμενοι τις προαναφερόμενες διατάξεις του παλαιού και νέου καταστατικού του εναγόμενου και ήδη εκκαλούντος ταμείου και προτάσσοντας ως βάση των αγωγικών αξιώσεων τους την αντισυνταγματικότητα του άρθρου 57 παρ. 3 του ν. 2084/1992, διά της εκτενούς αναφοράς τους, στην αγωγή, στο σκεπτικό των υπ' αριθ. 3-5/2007 των αποφάσεων του ΑΕΔ, ως και σε εκείνο της υπ' αριθ. 176/2012 απόφασης του Αρείου Πάγου, ισχυρίστηκαν, περαιτέρω, ότι το καταβληθέν σε έκαστο αυτών εφάπαξ βοήθημα έχει υπολογιστεί κατά τον ανωτέρω τρόπο λανθασμένα και ζήτησαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν να τους καταβάλει την προκύπτουσα διαφορά μεταξύ του ποσού που καταβλήθηκε σε έκαστο τούτων βάσει του υπολογισμού κατ' άρθρο 17 του νέου καταστατικού και εκείνου που δικαιούνται βάσει του υπολογισμού κατ' άρθρο 34 του παλαιού καταστατικού, όπως τα επιμέρους ποσά διαλαμβάνονται για καθένα στο αγωγικό δικόγραφο, με το νόμιμο τόκο από την δήλη ημέρα υποχρέωσης καταβολής του εφάπαξ βοηθήματος στον καθένα, άλλως από την επίδοση της αγωγής, έως την εξόφληση.
Ωστόσο, υπό τα ως άνω διαλαμβανόμενα, η αγωγή παρίσταται ως μη νόμιμη, ......Τούτο διότι, το δικαιούμενο εφάπαξ βοήθημα υπολογίστηκε σύμφωνα με το καθεστώς των άρθρων 6 παρ. 20 του ν. 3029/2002, 17 και 24 παρ. 5 του νέου καταστατικού του εναγόμενου - εκκαλούντος ταμείου κι όχι σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 57 παρ. 3 του ν. 2084/1992, η οποία κηρύχθηκε αντισυνταγματική σε χρόνο μεταγενέστερο της συνταξιοδότησης των πρώτου, δεύτερης έως πέμπτης, έβδομου και ένατης εναγόντων - εφεσίβλητων και προγενέστερο της συνταξιοδότησης των λοιπών, με συνέπεια το καταβληθέν στους τελευταίους ποσό, για την ανωτέρω αιτία, να είναι μεγαλύτερο του πλαφόν που ορίζεται στην προαναφερόμενη, κηρυχθείσα αντισυνταγματική, διάταξη.
Σύμφωνα, δηλαδή, με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, το εναγόμενο - εκκαλούν ταμείο, κατά τον τελικό προσδιορισμό του εφάπαξ βοηθήματος, απέστη από το προϊσχύσαν πλαφόν και υπολόγισε το ύψος αυτού, με τον τρόπο, ο οποίος καθορίζεται πλέον στο άρθρο 17 του νέου καταστατικού και επιβάλλεται από την κατά νόμο αναλογιστική μελέτη, για την βιωσιμότητα του ταμείου (σχετικές οι ΑΠ 961 & 962/2017, δημοσιευμένες στην Η.Τ.Ν.Π "ΝΟΜΟΣ", με τις οποίες αναιρέθηκαν αποφάσεις του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών που είχαν κρίνει αντίθετα, επί των, κατ' αναλογία δικαίου, όμοιων υποθέσεων ασφαλισμένων στο ν.π.ι.δ "...").
Επομένως, εν προκειμένω, δεν πρόκειται για εφαρμογή της ως αντισυνταγματικής κριθείσας επιβολής ανωτάτου ορίου στο εφάπαξ βοήθημα, αφού τα καταβληθέντα στους ενάγοντες - εφεσίβλητους εφάπαξ βοηθήματα είναι, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, υψηλότερα του ανωτάτου ορίου του άρθρου 57 παρ. 3 του ν. 2084/1992, αλλά για ειδική ρύθμιση του νέου καταστατικού του εναγόμενου - εκκαλούντος ταμείου, στα πλαίσια της καταστατικής ελευθερίας και της εξασφάλισης της αναλογιστικής του ισορροπίας, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 20 του ν. 3029/2002, ως και εκείνο του άρθρου 24 παρ. 5 του καταστατικού του, με το οποίο καθορίζεται το ελάχιστο, κι όχι το ανώτατο, ποσό, το οποίο μπορεί να καταβληθεί από το εναγόμενο - εκκαλούν ταμείο στους ασφαλισμένους που αποχωρούν από την τράπεζα εντός του χρονικού διαστήματος από 9/2/2004 έως 9/2/2009 και που τέθηκε με σκοπό να ενισχυθούν οι ασφαλισμένοι εκείνοι, οι οποίοι σε διάστημα μιας πενταετίας από της έναρξης εφαρμογής του νέου καταστατικού, θα ελάμβαναν λιγότερα από αυτά που θα ελάμβαναν εάν ο υπολογισμός γινόταν με τον παλαιό τρόπο υπολογισμού (παλαιο καταστατικό και πλαφόν του ν. 2084/1992)" Στη συνέχεια αφού έκρινε ότι η αγωγή ήταν μη νόμιμη, έκανε δεκτή την έφεση του εναγομένου και εξαφάνισε την 2045/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή ως νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη.
Όμως, με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ως άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου όπως αυτές αναφέρονται στην αμέσως προηγούμενη παράγραφο. Τούτο δε διότι α) σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην αγωγή αλλά και β) υπό τα δεδομένα που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, εφόσον οι αναιρεσείοντες απεχώρησαν εντός της προβλεπόμενης από το άρθρο 24 του ανωτέρω Καταστατικού πενταετίας, ο υπολογισμός του ύψους του καταβλητέου σ' αυτούς "εφάπαξ" έπρεπε να γίνει πλήρης, ήτοι αφενός μεν χωρίς την εφαρμογή του άρθρου 57 παρ. 3 του Ν. 2084|1992, δηλαδή χωρίς το πλαφόν του παραπάνω άρθρου, το οποίο κρίθηκε όπως ήδη αναφέρθηκε στην αρχή της αποφάσεως αυτής, ως αντισυνταγματικό, με τις με αριθμούς 3, 4 και 5/2007 αποφάσεις του ΑΕΔ, που δημοσιεύτηκαν την 16/4/2007, αφετέρου δε με εφαρμογή της μεταβατικής ως άνω διατάξεως του άρθρου 24 του νέου καταστατικού και του άρθρου 34 του παλαιού καταστατικού, το οποίο ίσχυε πριν την, κατά το έτος 2004 ισχύ του νέου, αφού, σύμφωνα με την εν λόγω (μεταβατική) διάταξη, ο υπολογισμός του ύψους του εφάπαξ έπρεπε να γίνει με τον "παλαιό τρόπο" (βασικός μισθός Χ14 Χ 255%) και όχι κατ' εφαρμογή του άρθρου 17 του νέου Καταστατικού (μ.ο πενταετίας τακτικών αποδοχών Χ 398|12 Χ 0,900) ΑΠ 816/2014, 787/2014, 794/2013, 1770/2012, 7,8,10/2012).
Επομένως αμφότεροι οι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, όπως εκτιμάται το περιεχόμενό τους, εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες παραπονούνται για την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων που αναφέρονται στην αρχή της παρούσας, είναι βάσιμοι. Μετά από αυτά, πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και δεδομένου ότι χρειάζεται διευκρίνιση της υπόθεσης, κατά το ουσιαστικό μέρος της, πρέπει να παραπεμφθεί αυτή, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συντεθεί από άλλον δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, κατά το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1955/2018 απόφαση του Εφετείου Αθηνών,
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, εκ δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Ιουνίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 31 Ιουλίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ