Supreme Court dismisses appeal on bank priority rights in auction due to lack of statutory special privilege.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court dismissed Eurobank's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's rejection of its priority claim in a bank auction. Eurobank argued that its secured claim automatically transferred to a third party and should enjoy special priority under Article 1018 of the Civil Procedure Code. The court held that such automatic transfer via seizure does not grant the special privilege reserved for specific statutory cases, limiting the transfer to only mortgage and pledge rights.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 991, 1018 of the Civil Procedure Code; In cases of automatic assignment of a seized claim to a third party, the special priority under Article 1018 does not transfer, restricting the assignment to mortgage and pledge rights only.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertVerwandte Entscheide
KI-generiertVolltext
Απόφαση 974 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 974/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Oκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias ΑΕ" πρώην "Τράπεζα EFG Εurobank Ergasias ΑΕ" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Νικόλαο Τσιάντο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-5-2009 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονεμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7105/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 2301/2013 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-12-2013 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Κλαδογένης, ανέγνωσε την από 2-10-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθ.1 εδ.α’ ΚΠολΔ: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...." Εξ άλλου, από την διάταξη του άρθρου 1018 εδ.α’ και β’ ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν ακυρωθεί ο πλειστηριασμός και διενεργηθεί νέος, η απαίτηση του υπερθεματιστή του ακυρωθέντος πλειστηριασμού να αναλάβει το πλειστηρίασμα το οποίο κατέβαλε στον ακυρωθέντα πλειστηριασμό και διανεμήθηκε, κατατάσσεται προνομιακώς αμέσως μετά τα έξοδα της εκτελέσεως του νέου πλειστηριασμού και πριν από τις απαιτήσεις των άρθρων 975, 976, 1007, 1012 παρ. 4 και 1015 παρ.4, μάλιστα δε, για την προνομιακή ως άνω ικανοποίηση της αιτήσεώς του (προς ανάληψη του πλειστηριάσματος), μπορεί και ο ίδιος να επισπεύσει πλειστηριασμό με βάση την απόφαση η οποία ακύρωσε την εκτέλεση και πιστοποίηση του υπαλλήλου του πλειστηριασμού ότι το πλειστηρίασμα έχει καταβληθεί και διανεμηθεί.
Το δικαίωμα του υπερθεματιστή να αξιώσει το καταβληθέν από αυτόν πλειστηρίασμα, χωρίς όμως να λάβει το πράγμα το οποίο πλειοτηριάστηκε, στηρίζεται στις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρο 904 επ. ΑΚ), αδικαιολογήτως δε πλουτίσας (για αιτία λήξασα) στην περίπτωση αυτή είναι ο καθ’ ού η εκτέλεση, ο οποίος απαλλάχθηκε από το χρέος του και όχι οι δανειστές στους οποίους διανεμήθηκε το πλειστηρίασμα.
Για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 1018 βασική προϋπόθεση αποτελεί η ακύρωση του πλειστηριασμού με δικαστική απόφαση, η οποία δέχεται σχετική ανακοπή του νομιμοποιούμενου προς τούτο και η επάνοδος του πλειστηριασθέντος στον καθ’ ού η εκτέλεση, αφού το άρθρο 1018 δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση ανενέργειας του πλειστηριασμού βάσει ανακοπής του άρθρου 936 ΚΠολΔ και γενικώς στις περιπτώσεις κατά τις οποίες, λόγω νομικών ελαττωμάτων, δεν απέκτησε ο υπερθεματιστής το πλειστηριασθέν πράγμα (Α.Π. 42/2010, Α.Π.1905/2011).
Περαιτέρω, από το άρθρο 983 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ προκύπτει, ότι η κατάσχεση χρηματικής απαιτήσεως στα χέρια τρίτου γίνεται με επίδοση στον τρίτο και σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση εγγράφου (κατασχετηρίου). Η επίδοση του κατασχετηρίου εγγράφου στον τρίτο, σύμφωνα με το άρθρο 984 Κ.Πολ.Δ, έχει ως έννομη συνέπεια την αυτοδίκαιη ακυρότητα της καταβολής, στην οποία ενδεχομένως θα προχωρούσε ο τρίτος έναντι του δικού του δανειστή και ήδη καθού η εκτέλεση, ενώ η επίδοση αντιγράφου του κατασχετηρίου εγγράφου από τον κατασχόντα στον καθού η εκτέλεση έχει ως έννομη συνέπεια την αποστέρηση του δικαιούχου της κατασχεθείσης απαιτήσεως από την εξουσία της ελεύθερης διαθέσεως του κατασχεθέντος περιουσιακού στοιχείου του.
Κρίσιμος χρόνος για την επέλευση των ανωτέρω συνεπειών ως προς τον καθ’ ού η εκτέλεση και τον τρίτο είναι η επίδοση του κατασχετηρίου εγγράφου σε κάθε ένα από τα πρόσωπα αυτά. Με το άρθρο 985 παρ. 1 ΚΠολΔ καθιερώνεται υποχρέωση του τρίτου, στα χέρια του οποίου επιβλήθηκε η κατάσχεση, να προβεί, εντός οκτώ ημερών από την επίδοση σε αυτόν του κατασχετηρίου, σε δήλωση, με το προβλεπόμενο περιεχόμενο.
Στη δήλωση αυτή του τρίτου, μεταξύ άλλων, πρέπει να αναφέρεται αν υπάρχει η κατασχεθείσα απαίτηση. Σε καταφατική περίπτωση, πρέπει να αναφέρεται η δικαιογόνος σχέση, οι τυχόν ενστάσεις του τρίτου ή η ανταπαίτηση που έχει κατά του καθού η εκτέλεση και να παρέχεται η διαβεβαίωση ότι θα παρακρατήσει ό,τι τυχόν θα προκύψει στο μέλλον υπέρ του καθού η κατάσχεση από τη μνημονευόμενη στο κατασχετήριο βασική έννομη σχέση.
Ετσι, κατ’ άρθρο 988 παρ. 1 Κ .Πολ.Δ., αν η κατεσχημένη στα χέρια τρίτου απαίτηση υπάρχει και επαρκεί, σε περίπτωση καταφατικής δηλώσεως, ο τρίτος οφείλει αφού περάσουν οκτώ ημέρες αφότου η κατάσχεση κοινοποιήθηκε σε εκείνον κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση, να καταβάλει σε κάθε ένα από τους κατασχόντες το ποσόν για το οποίο έγινε η κατάσχεση, η καταβολή δε αυτή προς τους κατασχόντες επιφέρει απόσβεση της οφειλής, κατ’ εξαίρεση από τον κανόνα ότι αυτή απαιτείται να γίνει στον δανειστή, δηλαδή, στην προκειμένη περίπτωση στο δανειστή του τρίτου, γιατί με αυτή ωφελείται ο δανειστής του (άρθρο 417 εδ.
β’ ΑΚ). Κατά το άρθρο 989 εδ. α’ ΚΠολΔ, η κατ’ αρθρ. 988 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα καταφατική δήλωση του τρίτου, στα χέρια του οποίου επιβλήθηκε κατάσχεση, αποτελεί τίτλο εκτελεστόν για τον κατασχόντα δανειστή, υπό την έννοια του άρθρου 904 παρ. 2 περ. ζ’ ΚΠολΔ, με τον οποίο μπορεί να προβεί σε αναγκαστική εκτέλεση κατά της περιουσίας του τρίτου, όταν, παρά την καταφατική δήλωση του τελευταίου, αρνείται ή δυστροπεί να εκπληρώσει τις επιβαλλόμενες από το άρθρο 988 ΚΠολΔ υποχρεώσεις του.
Συνεπώς, αν ο τρίτος αρνείται την πληρωμή, εκβιάζεται με την κατ’ άρθρο 989 ΚΠολΔ εκτέλεση της καταφατικής δηλώσεώς του, η οποία (εκτέλεση) γίνεται με τα μέσα της εκτελέσεως προς ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων (άρθρο 951 ΚΠολΔ) σε βάρος της ατομικής περιουσίας του τρίτου (ΑΠ 1297/2011).
Κατά το άρθρο 455 Α.Κ.: "Ο δανειστής μπορεί με σύμβαση να μεταβιβάσει σε άλλον την απαίτησή του χωρίς την συναίνεση του οφειλέτη (εκχώρηση)". Κατά το άρθρο 458 Α.Κ.: "Με την εκχώρηση μεταβιβάζονται και οι υποθήκες, εγγυήσεις, ενέχυρα ή άλλα παρεπόμενα δικαιώματα που ασφαλίζουν την απαίτηση καθώς και τα προνόμια τα οποία στην αναγκαστική εκτέλεση ή στην πτώχευση συνδέονται με τη φύση της απαίτησης ή της εγγύησης.
Προνόμια που συνδέονται με το πρόσωπο του δανειστή δεν μεταβιβάζονται". Κατά το άρθρο 469 Α.Κ.: "Αν η μεταβίβαση της απαίτησης επέρχεται από τον νόμο, ο παλαιός δανειστής δεν ευθύνεται απέναντι στον νέο ούτε για την ύπαρξη της απαίτησης ούτε για την φερεγγυότητα". Από τα άρθρα αυτά, τα οποία ρυθμίζουν την σύμβαση της εκχωρήσεως, προκύπτει, ότι η σύμβαση αυτή, η οποία έχει ως αντικείμενο την μεταβίβαση απαιτήσεως από τον παλαιό στον νέο δανειστή, αποτελεί εκπονητική και αναιτιώδη δικαιοπραξία.
Με την εκχώρηση μεταβιβάζονται και οι ασφαλίζουσες την απαίτηση υποθήκες, εγγυήσεις, ενέχυρα ή άλλα παρεπόμενα δικαιώματα, καθώς και τα επί αναγκαστικής εκτελέσεως ή πτωχεύσεως συνδεόμενα με την φύση της απαιτήσεως ή της εγγυήσεως προνόμια. Δεν μεταβιβάζονται όμως προνόμια, τα οποία συνδέονται με το πρόσωπο του δανειστή.
Τα ανωτέρω αποτελούν ενδοτικό δίκαιο και με αντίθετη συμφωνία των μερών είναι δυνατόν να αποκλεισθεί η εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 458 Α.Κ., δηλαδή να ορισθεί, ότι τα ανωτέρω δικαιώματα και προνόμια δεν θα μεταβιβάζονται μαζί με την απαίτηση. Η μεταβίβαση των παρεπομένων δικαιωμάτων και προνομίων πραγματοποιείται με μόνη την εκχώρηση της κυρίας απαιτήσεως απ’ ευθείας από τον νόμο.
Στην περίπτωση της υποθήκης και του ενεχύρου δεν χρειάζεται, ως όρος για την μεταβολή εκείνη, σχετική εγγραφή στο βιβλίο υποθηκών ή παράδοση στον εκδοχέα του ενεχυρασμένου πράγματος. Στην περίπτωση όμως της υποθήκης, σύμφωνα με το άρθρο 1312 Α.Κ., γίνεται σημείωση της μεταβολής (εκχωρήσεως ή ενεχυράσεως) στην σχετική στήλη του βιβλίου υποθηκών, όχι ως όρος για την μεταβίβαση της υποθήκης, αλλά ως μέτρο πρόνοιας χάριν των καλόπιστων τρίτων και για τον αποκλεισμό ευθύνης του εκχωρητή και του εκδοχέως.
Η ρύθμιση του άρθρου 455 Α.Κ. προβλέπει την μεταβίβαση της απαιτήσεως από τον παλαιό στον νέο δανειστή δυνάμει συμβάσεως. Εκτός όμως από τον τρόπο αυτόν, ο νόμος σε ορισμένες περιπτώσεις προβλέπει την απ’ ευθείας, χωρίς σύμβαση, αλλαγή του προσώπου του δανειστού, όταν πληρούνται οι οριζόμενες από αυτόν προϋποθέσεις.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 991 ΚΠολΔ: "Αν η κατασχεμένη απαίτηση ασφαλίζεται με ενέχυρο ή υποθήκη, εφαρμόζονται και οι διατάξεις των άρθρων 458 και 1312 του αστικού κώδικα. Η σημείωση στα δημόσια βιβλία γίνεται μετά την καταφατική δήλωση ή την τελεσιδικία της απόφασης που δέχεται την ανακοπή κατά της δήλωσης του τρίτου".
Με το άρθρο αυτό εισάγεται ρύθμιση διαφορετική από εκείνη των άρθρων 455 επ.Α.Κ., τα οποία ρυθμίζουν την τύχη των παρεπομένων δικαιωμάτων και προνομίων σε περίπτωση μεταβιβάσεως της απαιτήσεως από τον δανειστή ή από τον νόμο. Ειδικότερα, το άρθρο 991 ΚΠολΔ αναφέρεται και περιορίζεται μόνον στην περίπτωση κατά την οποία η χρηματική απαίτηση, η οποία κατασχέθηκε στα χέρια του τρίτου, είναι εξοπλισμένη με εμπράγματη εξασφάλιση υποθήκης ή ενεχύρου, δηλαδή όταν η απαίτηση του οφειλέτου, η οποία κατάσχεται στα χέρια του τρίτου έχει υπέρ αυτής ενέχυρο ή υποθήκη και όχι και άλλα, δηλαδή τα αναφερόμενα στο άρθρο 458 Α.Κ., παρεπόμενα δικαιώματα τα οποία ασφαλίζουν την απαίτηση ή προνόμια τα οποία συνδέονται με αυτήν.
Σε αυτήν μόνον την περίπτωση, η επερχόμενη με την κατάσχεση αυτοδίκαιη εκχώρηση της κατασχεμένης απαιτήσεως στον κατασχόντα συνεπιφέρει ως πρόσθετο αποτέλεσμα και την αυτοδίκαιη μεταβίβαση των παρεπομένων δικαιωμάτων της υποθήκης ή του συμβατικού ενέχυρου, εις τρόπον ώστε ο κατασχών να δικαιούται να ασκήσει τα παρεχόμενα στον ενυπόθηκο ή ενεχυρούχο δανειστή δικαιώματα, μεταξύ των οποίων, την προνομιακή κατάταξή τους στην οικεία τάξη και σειρά της υποθήκης ή του ενεχύρου (ΑΠ 93/1999).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του τα ακόλουθα: ".... με την ανακοπή επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η ανακόπτουσα και ήδη εκκαλούσα (ήδη αναιρεσείουσα) ζήτησε κατά τα άνω τη μεταρρύθμιση του υπ’ αριθμ. …2008 πίνακα κατάταξης δανειστών του συμβολαιογράφου Λαγκαδά Θεσσαλονίκης Ιωάννη Ασπρίδη, ώστε να αποβληθεί από αυτόν η καταταγείσα καθ’ ης για το συνολικό ποσό των 88.334,56 ευρώ και να καταταγεί η ίδια στο ποσό αυτό οριστικά και τελεσίδικα, για την αναγγελθείσα στον πλειστηριασμό ισόποση απαίτησή της, η οποία ήταν εξοπλισμένη με ειδικό προνόμιο επικρατέστερου αυτού της καθ’ ης.
Προς στοιχειοθέτηση δε του ισχυρισμού της αυτού επικαλέστηκε ότι είχε κατάσχει αναγκαστικά στα χέρια της καθ’ ης η εκτέλεση-οφειλέτριας εταιρίας με την επωνυμία "ΒΑΦΕΙΑ ΛΑΓΚΑΔΑ ΑΒΕΕ", την εξοπλισμένη με το ειδικό προνόμιο του άρθρου 1018 ΚΠολΔ (ανάληψης του πλειστηριάσματος ακυρωθέντος πλειστηριασμού), απαίτηση της δικής της οφειλέτριας εταιρίας "DEMO ΑΕ", η οποία απαίτηση εκχωρήθηκε σ’ αυτήν αναγκαστικά μαζί με το προνόμιό της συνεπεία επιβολής της ως άνω αναγκαστικής κατάσχεσης εις χείρας της καθ’ ης η εκτέλεση εταιρίας ως τρίτης.
Ο μοναδικός αυτός λόγος της ανακοπής είναι μη νόμιμος... συγκεκριμένα με την επικαλούμενη από την ανακόπτουσα κατάσχεση εις χείρας της καθ’ ης η εκτέλεση ως τρίτης, και μετά την τήρηση των νομίμων προθεσμιών, η κατασχεθείσα απαίτηση αυτοδίκαια εκχωρήθηκε προς την ανακόπτουσα, η εκχώρηση δε αυτή επήλθε με την τήρηση των παραπάνω διατυπώσεων του ΚΠολΔ περί κατάσχεσης εις χείρας τρίτου, ήτοί μετά την (προϋποθέτουσα τήρηση της οκταήμερης, εκ του άρθρου 985 παρ.1 ΚΠολΔ., προθεσμίας), καταφατική δήλωση της τρίτης καθ’ ης η εκτέλεση και την παρέλευση, ακολούθως, της προθεσμίας του άρθρου 988 παρ. 1 εδ.
α’ ΚΠολΔ., ήτοι 8ημέρου από την κοινοποίηση της κατάσχεσης, αλλά χωρίς το ειδικό προνόμιο του άρθρου 1018 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, στην προκειμένη περίπτωση αυτοδίκαιης εκχώρησης της κατασχεθείσας απαίτησης, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 991 ΚΠολΔ, η μεταβίβαση των παρεπόμενων δικαιωμάτων της εκχωρούμενης απαίτησης περιορίζεται μόνον στην υποθήκη (και προσημείωση) και στο (συμβατικό) ενέχυρο, ενώ δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 458 ΑΚ που ισχύει στη συμβατική εκχώρηση και προβλέπει και τη μεταβίβαση των εγγυήσεων, ή άλλων παρεπόμενων δικαιωμάτων που ασφαλίζουν την απαίτηση καθώς και των προνομίων τα οποία στην αναγκαστική εκτέλεση ή στην πτώχευση (συνδέονται με την φύση της απαίτησης ή της εγγύησης).
Επομένως, με βάση τον ως άνω ρητό περιορισμό της συνεκχώρησης, στην περίπτωση της κατάσχεσης εις χείρας τρίτου, μόνο στα παραπάνω παρεπόμενα δικαιώματα της υποθήκης (και προσημείωσης) και του (συμβατικού) ενέχυρου, αποκλείονται από αυτήν (συνεκχώρηση) οι εγγυήσεις, ή άλλα παρεπόμενα δικαιώματα που ασφαλίζουν την απαίτηση καθώς και τα προνόμια τα οποία στην αναγκαστική εκτέλεση ή στην πτώχευση συνδέονται με τη φύση της απαίτησης ή της εγγύησης, μεταξύ των οποίων και το ειδικό προνόμιο του άρθρου 1018 ΚΠολΔ.
Έτσι, η επικαλούμενη απαίτηση της ανακόπτουσας, την οποία αυτή ανήγγειλε στον πλειστηριασμό, δεν εξασφαλιζόταν με ισχυρότερο προνόμιο, ήτοι αυτό από τη διάταξη του άρθρου 1018 ΚΠολΔ, έναντι της καθ’ ης η ανακοπή, που κατά το εκτιθέμενα στην ανακοπή περιστατικά κατατάχθηκε στον προσβαλλόμενο πίνακα ως ενυπόθηκη δανείστρια....".
Ακολούθως δε το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία είχε απορριφθεί η ανακοπή της ιδίας κατά του πίνακος κατατάξεως. Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, καθόσον ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις αναφερθείσες ανωτέρω διατάξεις.
Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12 Δεκεμβρίου 2013 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias Ανώνυμη Εταιρεία" για αναίρεση της υπ’ αριθ. 2301/2013 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Νοεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Ιουλίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ