Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
974/2013 KI-generiert

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding appealability of final judgments.

Geschäftsnummer 974/2013
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Abgewiesen (Dismissed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court dismissed the appeal filed by a public hospital against a final judgment awarding specific financial benefits to its staff. The lower courts had ruled that the hospital's payment violated constitutional equality principles compared to public health service employees. However, the Court held that the appeal was inadmissible because the final judgment could not be challenged via appeal under the relevant procedural code.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Art. 553 para. 1 lit. a' of the Code of Civil and Administrative Procedure; Art. 560 no. 1 of the Code of Civil and Administrative Procedure: An appeal is admissible only against judgments that cannot be challenged by complaint for default judgment or appeal and conclude the entire trial or the trial for the claim or counterclaim; if the appeal is rejected due to default judgment, it is rejected substantively and cannot be accepted.

Schlagwörter

KI-generiert
appeal admissibility default judgment final judgment procedural bar substantive rejection

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Art. 553 para. 1 lit. a' of the Code of Civil and Administrative Procedure
Art. 560 no. 1 of the Code of Civil and Administrative Procedure
Art. 580 para. 3 of the Code of Civil and Administrative Procedure

Zitierte Rechtsprechung

KI-generiert
OL. A.P. 40/1996

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 974 / 2013 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 974/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Αθηναίο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημητρίου Πατινίδη), Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα, Ασπασία Καρέλλου και Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Απριλίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΣΙΣΜΑΝΟΓΛΕΙΟ ΓΕΝΙΚΟ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΤΤΙΚΗΣ ΝΠΔΔ" που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αγγελική Σκουτέρη και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Μ. του Κ., 2) Δ. Π.-Α. του Ν., 3) Σ. Π.-Α. του Σ., 4) Ι. Τ. του Γ., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φώτιο Κλαουδάτο και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/10/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αμαρουσίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 481/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5706/2011 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση των ανωτέρω αποφάσεων ζητεί το αναιρεσείον με την από 8/2/2012 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 15/11/2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 8/2/2012 αιτήσεως αναιρέσεως ως απαράδεκτης και σε περίπτωση που ήθελε κριθεί παραδεκτή την παραδοχή της.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 553 παρ. 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι σε περίπτωση που η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας σε αναίρεση υπόκειται μόνον η απόφαση του Εφετείου αφού αν μεν η έφεση γίνει δεκτή η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται, ενώ αν η έφεση απορριφθεί κατ' ουσίαν, η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται και ενσωματώνεται στην εφετειακή (Ολ.

Α.Π. 40/1996). Η απόρριψη της εφέσεως, λόγω της ερημοδικίας γίνεται κατ' ουσίαν και όχι κατά τύπους. Γιατί, παρόλο που στην πραγματικότητα σι λόγοι της εφέσεως δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους, θεωρείται, κατά πλάσμα του νόμου, ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή πάντοτε απορριπτέοι, αφού δεν δίδεται στο δικαστήριο η δυνατότητα εκδόσεως αντίθετης αποφάσεως περί παραδοχής της.

Επομένως, εάν η ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης αποφάσεως απορριφθεί, λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως είναι μόνον η (μη υποκείμενη πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας) απόφαση του Εφετείου στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη. Έτσι δε τα τυχόν σφάλματα της αποφάσεως του πρώτου βαθμού αφού επικυρώνονται από το Εφετείο, μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναιρέσεως ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας αποφάσεως εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους, παραδεκτώς προβαλλόμενους.

Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 553 παρ.2 στοιχ. β' εδ. 1, 321, 495 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο ασκήσεως του εν λόγω ενδίκου μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο καταθέσεως του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία α[εκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της εφέσεως.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 503 παρ. 1του Κ.Πολ.Δ η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας είναι δεκαπέντε ημέρες, αν ο διάδικος που δικάσθηκε ερήμην διαμένει στην Ελλάδα και αρχίζει από την επίδοση της αποφάσεως.

Συνεπώς, η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε διότι παρήλθε η δεκαπενθήμερη, προς άσκηση αυτής προθεσμία από την επίδοση της ερήμην αποφάσεως, είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το ασκηθέν ένδικο μέσο ή από το δικαίωμα προς άσκηση αυτού, διότι έκτοτε καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 β' Κ.Πολ.Δ.

Η απόδειξη της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης με αναίρεση αποφάσεως γίνεται με την προσκομιδή των σχετικών εκθέσεων επιδόσεως ή με τη βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο Στην προκείμενη περίπτωση η από 8/2/2012 αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε από το εκκαλούν ΝΠΔΔ και στρέφεται και κατά της 5706/2011 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η έφεση που αυτό είχε ασκήσει κατά της 481/2009 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή των αναιρεσιβλήτων, που εκδικάσθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών.

Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα ( άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1 και 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. ) αφού, όπως δεν αμφισβητείται, στις 8/2/2012 που κατατέθηκε η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στη γραμματεία του αρμοδίου δικαστηρίου, είχε ήδη παρέλθει άπρακτη η δεκαπενθήμερη προθεσμία ασκήσεως από το αναιρεσείον ανακοπής ερημοδικίας, κατά της ερήμην αυτού αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (άρθρο 503 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και είχε έτσι καταστεί τελεσίδικη η απόφαση αυτή, που του επιδόθηκε στις 17/1/2012 (βλ.

την …/17/1/2012 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών …).

Συνεπώς είναι παραδεκτή η αίτηση αναιρέσεως (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) κατά το μέρος που απευθύνεται κατά της 5706/-2011 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.). Η αίτηση αναιρέσεως κατά το μέρος που απευθύνεται κατά της 481/2009 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου είναι απαράδεκτη καθόσον, η έφεση που ασκήθηκε κατά της αποφάσεως αυτής απορρίφθηκε κατ' ουσίαν (λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος) με την προσβαλλόμενη απόφαση και η πρωτόδικη απόφαση ενσωματώθηκε στην απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου η οποία και μόνο μπορεί να προσβληθεί με αναίρεση .

Επειδή, από την αρχή της ισότητας που καθιερώνεται από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος‚ προκύπτει ότι οι νόμοι καθώς και οι κανονιστικού περιεχομένου διατάξεις που εκδίδονται μετά από νομοθετική εξουσιοδότηση, κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων δεν μπορούν να επιχειρούν αυθαιρέτως δυσμενείς διακρίσεις σε βάρος ορισμένης κατηγορίας εργαζομένων, που παρέχουν υπό τις αυτές συνθήκες όμοια εργασία‚εκτός αν η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη αλλά επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος‚ οπότε οι εργαζόμενοι για τους οποίους συντρέχουν σι λόγοι αυτοί αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία. Η ισότητα αμοιβής μεταξύ εργαζομένων με σχέση ιδιωτικού δικαίου που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και παρέχουν την ίδια υπό τις αυτές συνθήκες εργασία επιβάλλεται και από το άρθρο 22 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος, το οποίο αποτελεί ειδικότερη εκδήλωση της αρχής της ισότητας του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος.

Συνεπώς, αν γίνει με νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή κατά αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση άλλη κατηγορία προσώπων για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που δικαιολογεί την ειδική αυτή μεταχείριση η διάκριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική και προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας πρέπει να εφαρμοσθεί η νομοθετική ρύθμιση και για εκείνους εις βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, διότι με τον τρόπο αυτό αίρεται η κατά παράβαση των άνω διατάξεων του Συντάγματος δημιουργούμενη ανισότητα.

Ο κανόνας όμως αυτός δεν εφαρμόζεται επί συγκεκριμένης, βάσει διατάξεως νόμου παροχής προς ορισμένη κατηγορία μισθωτών σε σχέση με μισθωτούς οι οποίοι ανήκουν σε διαφορετικές κατηγορίες όπως είναι αυτοί που έχουν διαφορετικό εργοδότη και διαφορετικούς ενόψει του είδους της εργασίας τους, όρους απασχολήσεως και απολαυών.

Ούτε επιτρέπεται η σύγκριση να γίνει επιλεκτικά με βάση ορισμένη μόνο μισθολογική παροχή χωρίς συσχετισμό προς το ευρύτερο σύνολο αποδοχών‚ στο οποίο αυτή περιλαμβάνεται. Περαιτέρω με το άρθρο 35 του Ν.3229/2005 "Εθνικό Σύστημα Υγείας - Κοινωνικής Αλληλεγγύης και άλλες διατάξεις " ορίζεται ότι " ... 1) Στο προσωπικό που υπηρετεί στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, καθώς και στους αποσπασμένους σε αυτήν και στο μετακλητό προσωπικό χορηγείται μηνιαίο επίδομα ειδικής απασχόλησης που ανέρχεται στο ποσό των 200 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1ης Ιανουαρίου 2005 και εφεξής .

‚2) Το επίδομα αυτό δεν συμψηφίζεται με την προσωπική διαφορά που προβλέπεται στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 24 του Ν. 3205/003... Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης το επίδομα αυτό μπορεί να αναπροσαρμόζεται". Από την αιτιολογική έκθεση επί του άρθρου 35 του Ν. 3329/2005 προκύπτει ότι η θέσπιση του επιδόματος της ειδικής απασχόλησης υπαγόρευε ο αυξημένος φόρτος εργασίας και οι αυξημένες ευθύνες που δημιουργήθηκαν στις υπηρεσίες του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης από τις αλλαγές που επήλθαν στο ΕΣΥ με την κατάργηση του ΠΕΣΥΠ και τη δημιουργία των Διοικήσεων Υγειονομικών Περιφερειών (ΔΥΠΕ) και την αναμόρφωση των Νοσοκομείων σε ΝΠΔΔ.

Ειδικότερα, αναφέρεται ότι μετά τις παραπάνω δομικές αλλαγές στο χώρο της υγείας, οι εργαζόμενοι στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου έχουν αναλάβει ένα συντονιστικό και επιτελικό ρόλο, ο οποίος συνίσταται στην παρακολούθηση και το συντονισμό των δραστηριοτήτων όλων των ανωτέρω εποπτευομένων φορέων προκειμένου να επιτευχθεί η καλύτερη δυνατή οργάνωση τους, σε όφελος του χρήστη των υπηρεσιών υγείας και ότι ο συντονιστικός και επιτελικός αυτός ρόλος συνεπάγεται αυξημένες ευθύνες και υποχρεώσεις οι οποίες επιβάλλουν τη χορήγηση του επιδόματος ειδικής απασχόλησης Επισημαίνεται ακόμη στην αιτιολογική έκθεση ότι οι εργαζόμενοι στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου είχαν ήδη επιφορτισθεί με πρόσθετες υποχρεώσεις ‚ στα πλαίσια των υπηρεσιακών τους καθηκόντων μετά τις αλλαγές που επήλθαν στο χώρο της υγείας με τους Νόμους 2889/2001, 3106/2003, 3204/2003 και 3209/2003 (ίδρυση Ε.Σ.Υ.Κ.Φ., εποπτεία του προγράμματος " Βοήθεια στο Σπίτι ", υπαγωγή των Μονάδων Κοινωνικής Φροντίδας στην αρμοδιότητα του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης)‚ ότι η αλλαγή του συστήματος προμηθειών των Νοσοκομείων, με τη δημιουργία μιας ενιαίας επιτροπής στο Υπουργείο, τη σύσταση ενός εθνικού μητρώου προμηθευτών και την κατάρτιση ενιαίου κωδικολογίου για τα προμηθευόμενα είδη, συνεπάγεται επιπρόσθετο φόρτο εργασίας και ευθύνες για τους εργαζόμενους στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου και ότι για όλους τους παραπάνω λόγους επιβάλλεται η χορήγηση του επιδόματος ειδικής απασχόληση στο προσωπικό που υπηρετεί στην Κεντρική Υπηρεσία και στους αποσπασμένους σε αυτή.(Με το άρθρο 13 παρ. 1 του Ν.3627/2007 ορίσθηκε ότι δικαιούχοι του πιο πάνω επιδόματος είναι και όσοι υπηρετούν στην Κεντρική Υπηρεσία των Υγειονομικών Περιφερειών).

Από τη διατύπωση της ανωτέρω διατάξεως και την επ' αυτής αιτιολογική έκθεση προκύπτει ότι ο νομοθέτης συνέδεσε την καταβολή του επιδόματος αυτού με το πραγματικό γεγονός της παροχής υπηρεσιών στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου αυτού για τους λόγους που εκτενώς παραθέτει. Εξάλλου, στο άρθρο 13 παρ. 10 του Ν. 2889/2001 " Εθνικό Σύστημα Υγείας και άλλες διατάξεις " ορίζεται ότι " διατηρούν το υφιστάμενο νομικό καθεστώς τους και δεν υπάγονται στις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 1 αυτού...

α) Το Εθνικό Νοσοκομείο... Τα παραπάνω Νοσοκομεία που ανήκουν στο ΕΣΥ, καθώς και το Ι.Ε.Ν.Θ.Υ.ΑΕ και τα παραρτήματα αυτού συνδέονται λειτουργικά με το ΠΕΣΥ, στην τοπική αρμοδιότητα του οποίου βρίσκονται, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 5 αυτού του νόμου". Κατά δε τις διατάξεις του άρθρου 12 του Ν. 3229/2005:" 1.

Τα Νοσοκομεία της παρ. 10 του άρθρου 13 του Ν. 2889/2001 διατηρούν το υφιστάμενο καθεστώς τους . Επ' αυτών εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 7, 8 9, 10 και 11 του νόμου αυτού και τα άρθρα 6, 7, και 8 και 13 παρ. 10 του Ν.2889/2001 "Στην προκείμενη περίπτωση, το Ειρηνοδικείο και στη συνέχεια το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, με την ενσωμάτωση στην απόφασή του εκείνης του Ειρηνοδικείου, δέχθηκαν, επί αγωγής με την οποία οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι εξιστορούσαν, ότι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον νοσοκομείο ως υπάλληλοι, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ότι υπάγονται στο μισθολογικό πλαίσιο του ν.2470/1997 και του ν.3205/2003, ότι με βάση τη διάταξη του άρθρου 35 του ν.3329/2005 χορηγήθηκε σε όλους τους υπαλλήλους που υπηρετούν στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, από 1/1/2005, ειδική παροχή, χωρίς καμία προϋπόθεση και διάκριση και ότι η μη χορήγησή της και σ' αυτούς αποτελεί παραβίαση της αρχής της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης και με την οποία ζητούσαν την εις αυτούς επιδίκαση για την ως άνω αιτία του ποσού των 200 ευρώ το μήνα για το από 1/1/2005 και εφεξής διάστημα και των 300 ευρώ το μήνα, λόγω αναπροσαρμογής του ποσού της παροχής αυτής, για το από 19/2007 και εφεξής διάστημα, τα ακόλουθα :

Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι απασχολούνται στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον νοσοκομείο ως υπάλληλοι, με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, που καταρτίσθηκαν στις 15/5/1989, 14/2/1984, 26/4/1984 και 2/7/1982 αντίστοιχα, με την ειδικότητα ΥΕ - Βοηθ. Θαλάμου ο πρώτος, ΥΕ - Εργάτης ο δεύτερος, ΥΕ- Πλύντρια η Τρίτη και ΔΕ - Α.Δ.

Νοσοκόμων ο τέταρτος και οι αποδορυθμίζονται από το νέο μισθολόγιο, όπως αυτό ισχύει μετά το ν.2470/-1997 (που αντικατέστησε τον. 1505/1984) και το ν.3205/2003, σύμφωνα με το οποίο όλες οι προηγουμένως καταβαλλόμενες παροχές ή επιδόματα ενσωμαιώθηκαν στις μηνιαίες αποδοχές με σκοπό την ισότιμη αντιμετώπισης όλων των κατηγοριών των υπαλλήλων του Δημοσίου ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, ενώ παράλληλα θεσπίσθηκε το κίνητρο απόδοσης.

Καθορίσθηκε έτσι το πλαίσιο της μισθοδοσίας των ανωτέρω υπαλλήλων και ορίσθηκε ότι κάθε άλλη παροχή, εκτός των όσων προβλέπονται από τις διατάξεις του ν. 2470/1997, δεν μπορεί να χορηγηθεί χωρίς τροποποίηση του νόμου αυτού. Παρ' όλα αυτά, με το άρθρο 35 του ν.3329/2005, χορηγήθηκε στο σύνολο αδιακρίτως του προσωπικού του υπηρετούντος στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (τακτικό προσωπικό και μετακλητοί υπάλληλοι) και στους αποσπασμένους σ' αυτήν, ανεξάρτητα από τη σχέση εργασίας που το συνέδεε με το Δημόσιο, την ειδικότητα και τον κλάδο απασχόλησής του, χρηματική παροχή με την ονομασία "επίδομα ειδικής απασχόλησης", ποσού 200 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1/1/2005 και εφεξής και 300 ευρώ μηνιαίως από 1/9/2007 και εφεξής, όπως αναπροσαρμόσθηκε με την υπ' αριθμ. 2/52291/0022/2002 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, χωρίς να γίνεται επίκληση λόγων δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος, δικαιολογούντων την προαναφερόμενη χορήγηση σε ορισμένους μόνο εργαζόμενους αποκλειομένων έτσι κάποιων άλλων κατηγοριών εργαζομένων, που τελούν σε όμοιες μισθολογικές συνθήκες μ' εκείνους στους οποίους χορηγείται η πιο πάνω παροχή, όπως είναι οι ενάγοντες.

Επομένως συνεχίζει το Ειρηνοδικείο, του οποίου η απόφαση ενσωματώθηκε στην απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, η επίδικη χρηματική παροχή δεν έχει τα χαρακτηριστικά της αποζημιώσεως αλλά είναι σαφώς επιδοματική παροχή καθώς επίσης δεν είναι συμψηφιστέα με το νοσοκομειακό επίδομα που χορηγείται στο προσωπικό των νοσοκομείων, καθόσον η εν λόγω παροχή είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το είδος και τις συνθήκες εργασίας τους και οι ενάγοντες δικαιούνται να τους χορηγηθεί η ως άνω μηνιαία ειδική παροχή, προκειμένου έτσι να μην παραβιάζεται η μισθολογική ισότητα που καθιερώθηκε με το ν.2470/1997 καθώς και η συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της ίσης αμοιβής για παροχή ίσης εργασίας (άρθρο 22 παρ.

του 1 Συντάγματος) και της ισότητας του περιεχομένου των ρυθμίσεων του νόμου (άρθρο 4 παρ. του Συντάγματος), η οποία αναφέρεται και αφορά περιπτώσεις που έχουν μεταξύ τους τουλάχιστον ουσιώδη ομοιότητα και εννοείται ως υποχρέωση τήρησης της λεγόμενης "αναλογικής ισότητας" που επιβάλλει την ισότητα των ρυθμίσεων των ουσιωδώς ομοίων περιπτώσεων ή καταστάσεων.

Καταλήγει δε το δικαστήριο της ουσίας ότι για την αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας πρέπει να εφαρμοσθεί και σε εκείνους σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που Ισχύει για τις κατηγορίες εργαζομένων υπέρ των οποίων θεσπίσθηκε η ειδική ρύθμιση. Κατ' ακολουθίαν των παραδοχών αυτών το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε την αγωγή των εναγόντων και επιδίκασε στον καθένα απ' αυτούς το αιτηθέν χρηματικό ποσό.

Με την κρίση του αυτή το Ειρηνοδικείο, του οποίου η απόφαση ενσωματώθηκε στην απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1 και 22 παρ. 1β' του Συντάγματος και 35 του Ν. 3329/2005, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες στην προκείμενη περίπτωση‚ διότι πρόκειται για διαφορετικές κατηγορίες μισθωτών που έχουν διαφορετικό εργοδότη (οι αναιρεσίβλητοι το αναιρεσείον νοσοκομείο και οι προς σύγκριση εργαζόμενοι στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, το Ελληνικό Δημόσιο)‚ δεν παρέχουν τις υπηρεσίες τους με τους αυτούς όρους απασχόλησης, ούτε μπορούσε σύμφωνα με τα προεκτεθέντα να γίνει σύγκριση μεταξύ των δύο ως άνω κατηγοριών μισθωτών ως προς τη συγκεκριμένη ειδική παροχή, χωρίς συσχετισμό με το εκατέρωθεν σύνολο απολαβών.

Επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 560 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ. 3 όπως ισχύει μετά την τροποποίηση με το άρθρο 65 του Ν.4139/2013).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως κατά της 481/2009 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου.

Αναιρεί την 5706/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει σε δύο χλιάδες τριακόσια (2.300 ) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Μαΐου 2013.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ