Supreme Court dismisses appeal against labor compensation ruling due to lack of legal interest and unnecessary precedent.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court dismissed the National Bank of Greece's appeal against the Second Instance Court's decision awarding early retirement compensation to an employee. The employee had resigned before reaching the mandatory age limit, triggering a statutory severance payment that converted her contract to indefinite term. The Court ruled the appeal lacked legal interest because the lower court's findings on the contract's nature were decisive and did not require the additional argument regarding the employer's refusal to accept the resignation.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 556(1) and 578 of the Code of Civil Procedure; Article 68 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the appellant lacks legal interest, which is absent when the contested decision relies on a ruling that was made unnecessarily and conclusively without forming a res judicata effect.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertVerwandte Entscheide
KI-generiertVolltext
Απόφαση 974 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 974/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Λένη.
Της αναιρεσίβλητης: ..., κατοίκου ...., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Πετρόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-9-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1130/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 6165/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 5-7-2006 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας, ανέγνωσε την από 13-2-2008 έκθεση του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αιτήσεως, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 6165/2003 οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 8 εδ. α` του Ν. 3198/1955 μισθωτοί, που συνδέονται με σχέση εργασίας διάρκειας αορίστου χρόνου, εφόσον συμπληρώσουν δεκαπενταετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη με την έννοια του άρθρου 8 παρ. 1 του Ν. 2112/1920 ή το προβλεπόμενο από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό όριο ηλικίας, σε περίπτωση δε ελλείψεως τέτοιου ορίου το 65ο έτος της ηλικίας του και αποχωρήσουν από την υπηρεσία με τη συγκατάθεση του εργοδότη, δικαιούνται το ήμισυ της οριζόμενης από το Ν. 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, αποζημιώσεως για την περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, που υπολογίζεται με βάση το άρθρο 5 παρ. 1 και 2 του αυτού Νόμου.
Η ως άνω διάταξη αναφέρεται σε συμβάσεις αορίστου χρόνου και αποβλέπει στην διευκόλυνση της πρόωρης συνταξιοδοτήσεως των μισθωτών για την δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, με την παροχή στους αποχωρούντες, υπό τους διαλαμβανόμενος σ` αυτή όρους μειωμένης αποζημιώσεως. Εξάλλου, σύμβαση εργασίας, η οποία διέπεται από Κανονισμό του εργοδότη, που έχει ισχύ νόμου και προβλέπει την αποχώρηση του μισθωτού με τη συμπλήρωση του καθορισμένου ορίου ηλικίας είναι σύμβαση ορισμένου χρόνου.
Αν όμως με τον Κανονισμό έχουν παράλληλα προβλεφθεί περιπτώσεις πρόωρης λύσεως της συμβάσεως, τότε ενυπάρχει διαλυτική αίρεση, με την πλήρωση της οποίας η σύμβαση μεταπίπτει εξαρχής σε αορίστου χρόνου. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 33 του ισχύοντος από 12-3-2001 νέου Κανονισμού Εργασίας της αναιρεσείουσας Τράπεζας, ο οποίος καταρτίσθηκε κατά τις διατάξεις του Ν. 1876/1990, με την από 9-3-2001 επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας, που συνήφθη μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων της αναιρεσείουσας και της συνδικαλιστικής οργανώσεως του προσωπικού του Συλλόγου Υπαλλήλων της Εθνικής Τραπέζης Ελλάδος, κατατέθηκε νόμιμα στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας με αριθμό 5|12-3-2001 και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου (άρθρ. 2 παρ. 6, 7 παρ. 1 και 8 παρ. 3 του Ν. 1876/1990), η σύμβαση εργασίας με το προσωπικό της Τράπεζας λύεται με το θάνατο του υπαλλήλου, την έγγραφη παραίτησή του, η οποία και επιφέρει τη λύση της συμβάσεως, χωρίς να απαιτείται αποδοχή ή συγκατάθεση της Τράπεζας και με καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από την Τράπεζα για σπουδαίο λόγο, σε κάθε περίπτωση δε, η λύση επέρχεται αυτοδικαίως με τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας.
Εξάλλου, όπως έχει κριθεί με την 42/2002 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, οι όροι του εφαρμοζόμενου με ισχύ νόμου Κανονισμού εργασίας αποτελούν υποχρεωτικό περιεχόμενο της συμβάσεως εργασίας του μισθωτού και συνεπώς, η διεπόμενη από τέτοιο Κανονισμό ατομική σύμβαση εργασίας του μισθωτού περιέχει και τους όρους του Κανονισμού.
Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι ο προαναφερόμενος όρος του Κανονισμού ότι η σύμβαση εργασίας λύεται και πριν από το προβλεπόμενο όριο ηλικίας με την έγγραφη παραίτηση του υπαλλήλου, η οποία και επιφέρει τη λύση της συμβάσεως, χωρίς να απαιτείται αποδοχή ή συγκατάθεση της Τράπεζας, εμπίπτει στην περίπτωση του άρθρου 8 εδ.
α` του Ν. 3198/1955, αφού και η παραίτηση του υπαλλήλου, χωρίς δικαίωμα εναντιώσεως της Τράπεζας, ταυτίζεται κατά περιεχόμενο με την αποχώρηση αυτού από την υπηρεσία με την συγκατάθεση της τελευταίας, ενώ και η σύμβαση του υπαλλήλου που λύεται με την παραίτησή του πριν από την συμπλήρωση του καθορισμένου ορίου ηλικίας του, μετατρέπεται από ορισμένου σε αορίστου χρόνου.
Ώστε, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις της εν λόγω διατάξεως, ο αποχωρών με έγγραφη παραίτηση υπάλληλος της εργοδότιδας Τράπεζας, δικαιούται τη μειωμένη ως άνω αποζημίωση, αφού είναι δεδομένη και η συγκατάθεση της Τράπεζας, που θεωρείται ότι δόθηκε εκ των προτέρων με το παρεχόμενο από τον κανονισμό δικαίωμα παραιτήσεως του μισθωτού από την εργασία του, χωρίς να απαιτείται για την άσκηση αυτού ή την επέλευση των αποτελεσμάτων της παραιτήσεως η αποδοχή αυτής από την Τράπεζα ή η ρητή συγκατάθεσή της στην αποχώρηση των εργαζομένων (ΑΠ 371|2007, ΑΠ 373|2007) Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής:
Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη προσελήφθη από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος την 11-9-1980, ως υπάλληλος Λογιστικού και εργάσθηκε σ' αυτήν, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μέχρι την 19-3-2001. Η σύμβαση που συνέδεε τους διαδίκους ήταν ορισμένου χρόνου, διότι τόσο στον προϊσχύσαντα οργανισμό, υπό το καθεστώς του οποίου προσελήφθη η ενάγουσα, όσο και στον ισχύοντα Κανονισμό προσωπικού της εναγομένης προβλέπεται η αυτοδίκαιη λύση της συμβάσεως με τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας.
Η ενάγουσα, πριν τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας της, υπέβαλε την από 19-3-2001 έγγραφη καταγγελία - παραίτηση από την υπηρεσία της, την οποία δεν αποδέχθηκε η εναγομένη Τράπεζα. Ότι, εκ του λόγου ότι ήδη, κατά την καταγγελία, η ενάγουσα είχε συμπληρώσει υπερδεκαπενταετή υπηρεσία, πληρώθηκε η αίρεση της πρόωρης λύσης της εν λόγω εργασιακής συμβάσεως, η οποία μετέπεσε εξ υπαρχής σε αορίστου χρόνου, με συνέπεια και παρά την άρνηση της εναγομένης Τράπεζας να συναινέσει στην παραίτησή της, δικαιούται την, κατά τα άνω, μειωμένη αποζημίωση, που προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 8 Ν. 3198|1955 και των άρθρων 26 και 33 του προϊσχύσαντος και ισχύοντος, αντίστοιχα, Κανονισμού Εργασίας του προσωπικού της εναγομένης, στη συνέχεια δε απέρριψε την κατά της πρωτόδικης απόφασης έφεση της εναγομένης Τράπεζας, με την οποία παρεπονείτο, για μη ορθή εφαρμογή του νόμου και ειδικότερα των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων, δεν παρεβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις του Ν. 3198|1955 και του Κανονισμού Εργασίας του προσωπικού της εναγομένης και, επομένως, ο εκ του άρθρου 559 περ.1 πρώτος λόγος της ενδίκου αιτήσεως, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Επειδή κατά τις διατάξεις των άρθρων 556 παρ. 1 και 578 Κ.Πολ.Δ. για την άσκηση αναιρέσεως απαιτείται έννομο συμφέρον, η ύπαρξη του οποίου κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 68 Κ.Πολ.Δ. Ο διάδικος δεν έχει έννομο συμφέρον να προσβάλλει την απόφαση με αναίρεση, όταν επικαλείται την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας σε ζητήματα που κρίθηκαν χωρίς ανάγκη πλεοναστικώς και όλως παρέργως, ως προς τα οποία, μη στηρίζοντα το διατακτικό αυτής, δεν παράγεται δεδικασμένο.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, επειδή το Εφετείο δέχθηκε με αυτή, εκτός από τα ανωτέρω και ότι, η άρνηση της αναιρεσείουσας να δεχθεί την παραίτηση της αναιρεσίβλητης, είναι αντίθετη στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Η κρίση όμως αυτή του Εφετείου είναι πλεοναστική και δεν στηρίζει το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το οποίο επαρκώς στηρίζεται στην κρίση ότι, η αναιρεσίβλητη δικαιούται την αποζημίωση του άρθρου 8 εδ. α' του ν. 3198/1955, επειδή κατά το άρθρο 33 του Κανονισμού Εργασίας της αναιρεσείουσας προβλέπεται εκ των προτέρων συγκατάθεση της αναιρεσείουσας για την περίπτωση μονομερούς πρόωρης αποχώρησης του μισθωτού από την υπηρεσία του.
Επομένως, ο άνω λόγος αναιρέσεως ασκείται χωρίς έννομο συμφέρον και είναι γι` αυτό απαράδεκτος και απορριπτέος.
Επειδή, μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά το διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την ένδικη αίτηση της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6165|2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, εκ χιλίων διακοσίων (1200) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Μαρτίου 2009.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 28 Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ