Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
974/2008 KI-generiert

Supreme Court dismisses Greek State's appeal on ownership of abandoned land under 1837 law.

Geschäftsnummer 974/2008
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Abgewiesen (Dismissed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding ownership of abandoned land. The State argued the land lacked a Turkish title, but the court found the State had acquired ownership through long-term possession and lack of abandonment by the original possessor. The court ruled the lower court's reasoning was legally sound and sufficient to establish the State's title.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Art. 16 of the Law of 21.6/10.7.1837; Art. 2 of Law 1539/1938; Art. 972 of the Civil Code: The State acquires ownership of abandoned land if it can prove long-term possession without interruption and that the original possessor did not abandon the property.

Schlagwörter

KI-generiert
abandoned land ownership State acquisition title long term possession Turkish title requirement abandonment proof burden bisheriger Rechtsstatus bisheriger Wohnsitz persönlicher Titel

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Art. 16 of the Law of 21.6/10.7.1837
Art. 2 of Law 1539/1938
Art. 972 of the Civil Code
Art. 559 no. 19 of the Code of Civil Procedure
KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 974 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 974/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαρτίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Δημήτριο Κάμαρη Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Ψ1 και 2. Ψ2. Ο 1ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέφανο Χατζηαποστόλου ενώ ο 2ος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-1-1994 τριτανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12638/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 1830/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 13-10-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την από 20-2-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

-ΕΠΕΙΔΗ, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ' αριθμ. 1830/2006 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, νομίμως εισάγεται προς συζήτηση, μετά την κατά το άρθρο 12 παρ. 1 και 2 του ν. 2298/1995, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση της παρ.1 αυτού με το άρθρο 28 παρ.3 του ν. 2579/1998 και της παρ. 2 με το άρθρο 42 του ν. 2721/1999, εμπρόθεσμη κατάθεση στις 2-1-2007 της υπ' αριθμ. 1732/2006 θετικής γνωμοδότησης του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους για το παραδεκτό και βάσιμο του μοναδικού λόγου της αίτησης αναίρεσης.

-ΕΠΕΙΔΗ, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. .... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ......, αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με την πάνω σ' αυτή πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως από τον πρώτο αναιρεσίβλητο, που επισπεύδει τη συζήτηση, στο δεύτερο αναιρεσίβλητο Ψ2, ο οποίος δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε υπέβαλε την από το άρθρο 242 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως στο ακροατήριο. Επομένως πρέπει η συζήτηση να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι ( άρθρο 576 παρ.1-2 ΚΠολΔ).

-ΕΠΕΙΔΗ, για τα αδέσποτα ακίνητα καθιερώθηκε, το πρώτον το έτος 1837, ότι ανήκουν στο Δημόσιο, με το άρθρο 16 του ν. της 21.6/10.7.1837 "περί διακρίσεως κτημάτων", με το οποίο ορίσθηκε ότι "όλα τα παρ` ιδιωτών ή κοινοτήτων μη δεσποζόμενα, δηλαδή όλα τα αδέσποτα, καθώς και τα των ακλήρων αποθανόντων κτήματα, επί των οποίων δεν υπάρχουν άλλων αποδεδειγμέναι απαιτήσεις, ανήκουν στο Δημόσιο".

Στη συνέχεια, η αρχή αυτή επαναλήφθηκε με το άρθρο 2 του ν.1539/1938 και μετά την ισχύ του ΑΚ με το άρθρο 972 αυτού. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του προϊσχύσαντος Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου των ν. 1, 23 Πανδ. (47,1), Εισ. 47 (2. 1), προϋπόθεση για την περιέλευση κάποιου πράγματος στην κατηγορία των αδεσπότων, ήτοι των πραγμάτων, τα οποία είναι μεν ικανά να τεθούν υπό την ανθρώπινη εξουσίαση, αλλά δεν υπάρχει κύριος τούτων, και τα οποία, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 16 του ν. 21.6/10.7.1837, ανήκουν κατά κυριότητα στο Δημόσιο, είναι όχι μόνο η εγκατάλειψη της νομής του πράγματος (κινητού ή ακινήτου), αλλά και η βούληση εγκατάλειψης του πράγματος, δηλαδή απόφαση του κυρίου περί παραιτήσεως αυτού από την κυριότητα, χωρίς πρόθεση περαιτέρω μεταβίβασης του πράγματος σε συγκεκριμένο τρίτο πρόσωπο.

Η βούληση του κυρίου πρέπει να εκδηλώνεται υπό συνθήκες που δεν καθιστούν αυτήν αμφίβολη και υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι ο παραιτούμενος ήταν κύριος του πράγματος. Για την εγκατάλειψη του ακινήτου με σκοπό παραιτήσεως από την κυριότητα, κατά το προϊσχύσαν Β.Ρ. δίκαιο, δεν απαιτείτο ο τύπος του συμβολαιογραφικού εγγράφου και μεταγραφή, όπως ήδη απαιτείται υπό την ισχύ του ΑΚ.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Θεσσαλονίκης, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ' αριθμ. 12638/2005 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε η από 28-1-1994 τριτανακοπή αυτού κατά της υπ' αριθμ.852/1992 απόφασης του ίδιου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή αγωγή περί διεκδικήσεως ακινήτου του πρώτου αναιρεσιβλήτου εναντίον του δευτέρου αναιρεσιβλήτου, δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά:

Με την υπ' αριθμ. 852/1992 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης έγινε δεκτή, ως ουσιαστικά βάσιμη, η από 17-9-1982 διεκδικητική ακινήτου αγωγή του πρώτου των καθ' ών η τριτανακοπή Ψ1 κατά του δευτέρου των καθ' ών η τριτανακοπή Ψ2 και αναγνωρίσθηκε ο πρώτος κύριος του επιδίκου ακινήτου, ήτοι ενός οικοπέδου, εμβαδού 650 τ.μ., που βρίσκεται στο Δήμο Καλαμαριάς, μεταξύ των συνοικισμών ....

και ...... Ειδικότερα με την παραπάνω τριτανακοπτόμενη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου έγινε δεκτό ότι ο τότε ενάγων Ψ1 απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, καθόσον, αυτός μεν το νεμήθηκε, ως μοναδικός κληρονόμος του αποβιώσαντος κατά το έτος 1979 πατέρα του ....., μέχρι το έτος 1981, που το κατέλαβε ο τότε εναγόμενος, ο δε δικαιοπάροχος πατέρας του το νεμόταν με διάνοια κυρίου συνεχώς από το έτος 1940 μέχρι το θάνατό του κατά το έτος 1979.

Ακόμη, με την ίδια τριτανακοπτόμενη απόφαση έγινε δεκτό ότι ο ανωτέρω δικαιοπάροχος του ενάγοντος είχε αποκτήσει τη νομή του επιδίκου ακινήτου κατόπιν αγοράς αυτού από τον Γ1, δυνάμει του υπ' αριθμ....... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Θεμιστοκλή Κίτσου. Κατά της εν λόγω απόφασης άσκησε έφεση ο τότε εναγόμενος Ψ2, η οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν με την υπ' αριθμ.1640/1994 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Η τελευταία απόφαση, μετά την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης που άσκησε κατ' αυτής ο τότε εναγόμενος, με την 1271/1996 απόφαση του Αρείου Πάγου, κατέστη αμετάκλητη. Στα πλαίσια της παραπάνω δίκης που έγινε μεταξύ των αναιρεσιβλήτων, εκδόθηκε αρχικά επί της ανωτέρω διεκδικητικής αγωγής του πρώτου εξ αυτών η υπ' αριθμ.3266/1983 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης αναφορικά με την ταυτότητα του επιδίκου ακινήτου.

Ο διορισθείς με την ίδια απόφαση ως πραγματογνώμονας, τοπογράφος μηχανικός ......, με την από ...... σχετική έκθεσή του, αποφάνθηκε ότι το επίδικο ακίνητο, το οποίο αναφέρεται στο προδιαληφθέν ...... συμβόλαιο αγοράς του δικαιοπαρόχου του ενάγοντος ως το αγροτεμάχιο με τον αριθμό 3 και με τίτλο κτήσης αυτού από τον πωλητή και απώτερο δικαιοπάροχο του ενάγοντος Γ1 το υπ' αριθμ. 74 μηνός Μαρτίου έτους 1321 (δικού μας 1905) ταπί του Τουρκικού Κτηματολογίου, δεν ταυτίζεται με το ακίνητο (αμελότοπο), κατηγορίας δημόσιας γης, που περιγράφεται στο ταπί αυτό.

Εξάλλου, με αφορμή άλλη τριτανακοπή, με ημεροχρονολογία 7-2-1991, του Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ' αριθμ. 1539/1988 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε εκδοθεί επί αγωγής του δευτέρου αναιρεσιβλήτου Ψ2 κατά του, μη διαδίκου, Βασιλείου Χατζηθανάση και με την οποία ο δεύτερος αναιρεσίβλητος είχε αναγνωρισθεί κύριος του επιδίκου ακινήτου, συντάχθηκε από την τοπογράφο μηχανικό της Κτηματικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης ......

η από ..... τεχνική έκθεση, με την οποία αυτή γνωμοδότησε, ότι το επίδικο ακίνητο, εκτάσεως 667,36 τ.μ., που εμφαίνεται στο διάγραμμα της εν λόγω Κτηματικής Υπηρεσίας με περιμετρικά στοιχεία Α-Β-Γ-Η-Ζ-Ε-Δ-Α, εμπίπτει στο τεμάχιο ..., φύλλο ..., της αποτύπωσης των ετών 1932-1933 της κτηματικής περιοχής ..... Θεσσαλονίκης, την οποία διενήργησε η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, ως διαχειρίστρια της ανταλλάξιμης περιουσίας, ότι κάτοχος του ακινήτου αυτού φέρεται ο Ζ1, ότι σ' ένα τμήμα του επιδίκου, με στοιχεία Α-Β-Γ-Ε-Δ-Α, εμβαδού 292,15 τ.μ., εφαρμόζει τμήμα της φορολογικής εγγραφής με αριθμό 137 στο όνομα του Ζ1, ενώ στη θέση του υπολοίπου τμήματος του επιδίκου, με στοιχεία Ε-Γ-Η-Ζ-Ε, εμβαδού 375,21 τ.μ., εφαρμόζει αντίστοιχο τμήμα του ακινήτου που αναφέρεται στον υπ' αριθμ. 20 μηνός Φεβρουαρίου έτους 1316 (1901) τουρκικό τίτλο (ταπί) και ότι τον τίτλο αυτό ο ιδιοκτήτης του Ζ1 τον διαχειρίσθηκε εσφαλμένα σε άλλη θέση, αφού μετέφερε αυτόν ανατολικότερα και εν συνεχεία τον εκποίησε στο σύνολό του σε τρίτους.

Ενόψει δε των διαπιστώσεων αυτών, η ίδια τοπογράφος μηχανικός της Κτηματικής Υπηρεσίας διατυπώνει στην ως άνω τεχνική έκθεσή της το συμπέρασμα, ότι για το σύνολο της έκτασης του επιδίκου ακινήτου δικαιολογείται από τεχνικής πλευράς η ύπαρξη ιδιοκτησίας του Ζ1, είτε με βάση φορολογική εγγραφή για ένα τμήμα του, είτε με βάση τουρκικό τίτλο για το υπόλοιπο τμήμα αυτού.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ο Ζ1 είχε καταστεί κύριος ενός τμήματος του επιδίκου ακινήτου, εμβαδού 375,21 τ.μ., δυνάμει του υπ' αριθμ.20 μηνός Φεβρουαρίου έτους 1316 (δικού μας 1901) τουρκικού τίτλου ( ταπίου).

Συνεπώς, το τμήμα αυτό δεν ανήκε στην κατηγορία των δημοσίων γαιών του Οθωμανικού νόμου, ώστε να αποκτήσει επ' αυτού κυριότητα το Ελληνικό Δημόσιο, ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται τούτο στην τριτανακοπή του. Το γεγονός ότι ο Ζ1 διαχειρίσθηκε εσφαλμένα τον πιο πάνω τίτλο (ταπί) σε άλλη θέση δεν ασκεί έννομη επιρροή, αφού με την έκδοση του τίτλου αυτού το ακίνητο έπαψε να αποτελεί δημόσια γη.

Το υπόλοιπο τμήμα του επιδίκου ακινήτου, εμβαδού 292,15 τ.μ., ο ανωτέρω Ζ1 , ο οποίος αποβίωσε το έτος 1930, το εξουσίαζε, δυνάμει της προαναφερθείσης υπ' αριθμ. ... φορολογικής εγγραφής, επί μία τουλάχιστον συνεχή δεκαετία μέχρι το έτος 1917 και έτσι απέκτησε το προβλεπόμενο από το άρθρο 78 του Οθωμανικού νόμου "περί γαιών" της 7ης Ραμαζάν, σε συνδυασμό με το άρθρο 8 των Οδηγιών περί εγγράφων ταπίων της 7ης Σαμπάν 1276, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 2 παρ.4 του Ν. 147/1914, δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης ("τεσσαρούφ" ).

Το δικαίωμα αυτό εξουσίασης του επιδίκου, που είχε αποκτήσει ο Ζ1, αναγνωρίσθηκε από το άρθρο 2 του 2468/1917 Διατάγματος της προσωρινής Κυβέρνησης της Θεσσαλονίκης, που κυρώθηκε με το Ν.1072/1917, και από το άρθρο 50 του Ν.2052/1920, και στη συνέχεια μετατράπηκε, δυνάμει του άρθρου 49 του τελευταίου νόμου, σε δικαίωμα πλήρους και αμετάκλητης κυριότητας των 4/5 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου ακινήτου, ενώ, μετά την ισχύ του επακολουθήσαντος Π.Δ/τος της 11/12-11-1929, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του Ν.4229/1929, περιήλθε σ' αυτόν αυτοδικαίως και το υπόλοιπο ποσοστό 1/5 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου.

Ο προβαλλόμενος για τη θεμελίωση της τριτανακοπής του ισχυρισμός του Ελληνικού Δημοσίου, ότι ουδείς είχε αποκτήσει επί του επιδίκου δικαίωμα κυριότητας με δεκαετή εξουσίαση, χωρίς αμφισβήτηση, μέχρι τις 20-5-1917, άλλως, ότι ο εξουσιαστής αυτού εγκατέλειψε το επίδικο ακίνητο με πρόθεση να καταστεί αυτό αδέσποτο, με συνέπεια να περιέλθει η κυριότητα το επιδίκου στο Δημόσιο, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει ότι είναι αληθής.

Ακόμη και για το τμήμα του επιδίκου, εμβαδού 292,15 τ.μ., ως προς το οποίο δεν είχε εκδοθεί τουρκικός τίτλος (ταπί), προκύπτει από την παραπάνω αναφερόμενη φορολογική εγγραφή, αλλά και τη συνεκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, ότι εξουσιαστής αυτού ήταν ο Ζ1 επί μία τουλάχιστον συνεχή δεκαετία, χωρίς αμφισβήτηση, μέχρι το έτος 1917, ο οποίος και κατέστη έτσι, κατά τα προεκτιθέμενα, κύριος αυτού.

Εγκατάλειψη μεταγενέστερη του επιδίκου ακινήτου από τον ίδιο ή από διάδοχό του δεν αποδεικνύεται.

Συνεπώς, ακόμη και αν δεν έγινε κύριος του επιδίκου ακινήτου ο απώτερος δικαιοπάροχος του πρώτου των καθ' ών η τριτανακοπή Γ1 και συνακόλουθα και ο ίδιος, δεν υφίσταται δικαίωμα κυριότητας επ' αυτού του τριτανακόπτοντος Δημοσίου. Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι το τριτανακόπτον και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο δεν απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με τους εκτιθέμενους στην τριτανακοπή του και πιο πάνω αναφερόμενους τρόπους, ακολούθως δε απέρριψε, ως αβάσιμη, την έφεσή του κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε κρίνει ομοίως.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της μη συνδρομής των προϋποθέσεων για την περιέλευση του επιδίκου ακινήτου, ως αδεσπότου, στην κυριότητα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, δυνάμει των προαναφερθεισών διατάξεων του ΒΡ δικαίου και των άρθρων 16 του ν.

της 21.6/10.7.1837 "περί διακρίσεως κτημάτων", 2 του ν.1539/1938 και 972 ΑΚ. Εξάλλου, αντίφαση προς την παραδοχή, ότι ο αρχικός εξουσιαστής του επιδίκου ακινήτου Ζ1, υπέρ του οποίου εκδόθηκε για τμήμα του επιδίκου, εμβαδού 375,21 τ.μ., ο υπ' αριθμ. 20 μηνός Φεβρουαρίου έτους 1316 (δικού μας 1901) τουρκικός τίτλος (ταπί), διαχειρίσθηκε εσφαλμένα τον τίτλο αυτό σε άλλη θέση, μεταφέροντάς τον ανατολικότερα και εκποιώντας αυτόν στο σύνολό του σε τρίτους, δεν υπάρχει από την περαιτέρω παραδοχή του Εφετείου, ότι μεταγενέστερη του έτους 1917 εγκατάλειψη του επιδίκου από τον ως άνω εξουσιαστή ή διάδοχό του δεν αποδείχθηκε, αφού, μόνο το γεγονός της εσφαλμένης εφαρμογής του παραπάνω τίτλου σε άλλο ακίνητο από τον ρηθέντα κύριο του επιδίκου δεν αποτελεί οπωσδήποτε και εκδήλωση της βούλησής του για εγκατάλειψη από αυτόν του επιδίκου.

Επομένως, ο μοναδικός λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, περιλαμβάνοντας σ' αυτήν ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε σχέση με το ανωτέρω ουσιώδες ζήτημα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 13-10-2006 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1830/2006 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου Ψ1 , τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Απριλίου 2008.Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Μαΐου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ