973/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-10-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 31-1-2019 κύρια παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1727/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1403/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 3-6-2021 αίτησή του.
Legislator-Regeste
KI-generiert973/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οι αναιρεσίβλητοι υπέβαλαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών την από 05.10.2018 αίτησή τους, από το άρθρο 6§3 του ν. 2664/1998, την οποία κοινοποίησαν στο αναιρεσείον. Το τελευταίο (αναιρεσείον) άσκησε ενώπιον του αυτού Δικαστηρίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών) την από 31.01.2019 κυρία παρέμβασή του, την οποία έστρεψε κατά των αναιρεσιβλήτων.
Schlagwörter
KI-generiertVerwandte Entscheide
KI-generiertVolltext
Απόφαση 973 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 973/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη-Εισηγητή, Αγαθή Δερέ, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ελένη Κωστάντη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Τ. του Θ., 2) Σ. Α. του Ν., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Γεωργία Ροδίτη, και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-10-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 31-1-2019 κύρια παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1727/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1403/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 3-6-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 03.06.2021 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 1403/12.03.2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε την από 04.03.2020 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 1727/05.07.2019 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο, αφού συνεξεδίκασε την από 05.10.2018 αίτηση των αναιρεσιβλήτων από το άρθρο 6§3 του ν. 2664/1998 και την από 31.01.2019 κυρία παρέμβαση του αναιρεσείοντος, απέρριψε αυτές.
Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 558 εδάφ. α', 564§1, 566§1, 769 του Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577§2 του Κ.Πολ.Δ.). Η προσβαλλομένη απόφαση, από την παραδεκτή (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση των διαδικαστικών της δίκης εγγράφων, υπήρξε κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:
Οι αναιρεσίβλητοι υπέβαλαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών την από 05.10.2018 αίτησή τους, από το άρθρο 6§3 του ν. 2664/1998, την οποία κοινοποίησαν στο αναιρεσείον. Το τελευταίο (αναιρεσείον) άσκησε ενώπιον του αυτού Δικαστηρίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών) την από 31.01.2019 κυρία παρέμβασή του, την οποία έστρεψε κατά των αναιρεσιβλήτων.
Η αίτηση και η κυρία παρέμβαση, αφού συνεξεδικάσθηκαν από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατ' αντιμωλίαν των μετεχόντων της δίκης και κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, απερρίφθησαν, με την υπ' αριθμ. 1727/05.07.2019 οριστική απόφασή του. Το αναιρεσείον ήσκησε ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου (Μονομελούς Εφετείου Αθηνών) την από 04.03.2020 έφεσή του, με την οποία ζήτησε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, τη διακράτηση της υποθέσεως από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, την αναδίκαση της κυρίας παρεμβάσεώς του και την παραδοχή αυτής.
Η ως άνω έχουσα έφεση συζητήθηκε ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, κατ' αντιμωλίαν των μετεχόντων της δίκης και κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, κρίθηκε τυπικά δεκτή, αλλ' απορρίφθηκε κατ' ουσίαν, με την υπ' αριθμ. 1403/12.03.2021 οριστική (τελεσίδικη) απόφασή του. Της αποφάσεως αυτής ζητείται με την κρινομένη αίτηση η αναίρεση, για τους περιεχομένους στο αναιρετήριο λόγους.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1§§2 εδάφ. α' και 3 περίπτ. α', 6§§1, 2 και 3 του ν. 2664/1998 ("Περί Εθνικού Κτηματολογίου"), όπως οι §§2 και 3 του τελευταίου αυτού άρθρου αντικαταστάθηκαν με τη διάταξη του άρθρου 2§3 του ν. 4164/2013, συνάγεται ότι στην περίπτωση ανακριβούς πρώτης (αρχικής) εγγραφής στο κτηματολογικό βιβλίο του ακινήτου, όταν με την ανακριβή εγγραφή φέρεται το ακίνητο ως "αγνώστου ιδιοκτήτη", όποιος ισχυρίζεται ότι έχει εγγραπτέο στο Κτηματολόγιο δικαίωμα στο ακίνητο ασκεί αίτηση ενώπιον του κτηματολογικού δικαστή του μονομελούς πρωτοδικείου της τοποθεσίας του ακινήτου και, μέχρις ότου ορισθεί αυτός, στο μονομελές πρωτοδικείο της τοποθεσίας του ακινήτου, που δικάζει κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, προκειμένου να ζητήσει διόρθωση της ανακριβούς πρώτης (αρχικής) εγγραφής.
Με την αίτηση αυτή μπορεί να ζητηθεί η διόρθωση της εγγραφής και, στην περίπτωση που ο αιτών επικαλείται ως τίτλο κτήσεως πράξη μεταγραπτέα, κατά το άρθρο 1192 αριθμ. 1 - 4 του Α.Κ., η οποία δεν έχει μεταγραφεί στο υποθηκοφυλακείο. Στην περίπτωση αυτή, με την αίτηση ζητείται η διόρθωση της πρώτης εγγραφής και η καταχώριση του δικαιώματος στον φερόμενο στον μη μεταγεγραμμένο τίτλο ως αποκτώντα, εφόσον συντρέχουν όλες, οι κατά το ουσιαστικό δίκαιο, προϋποθέσεις για την κτήση του δικαιώματος.
Αντικείμενο της δίκης είναι η διαπίστωση της ύπαρξης του σχετικού εγγραπτέου δικαιώματος του αιτούντος και η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης (αρχικής) εγγραφής, σύμφωνα με τη διαπίστωση αυτή, χωρίς τη διάγνωση οποιουδήποτε αμφισβητουμένου δικαιώματος, αφού η εγγραφή "άγνωστος ιδιοκτήτης" δεν ενέχει τέτοια αμφισβήτηση, αλλά, ακριβώς, την έλλειψη διαπιστώσεως του δικαιώματος που υπάρχει.
Έτσι, αντικείμενο της δίκης που ανοίγεται δεν είναι η αυθεντική διάγνωση αμφισβητουμένου δικαιώματος, ανεξαρτήτως από το ότι ελέγχεται ως προϋπόθεση η ύπαρξη συγκεκριμένου δικαιώματος για τη ζητουμένη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης (αρχικής) εγγραφής, χωρίς όμως να καλύπτεται με ισχύ δεδικασμένου.
Για τον λόγο αυτό, άλλωστε, η διάταξη του άρθρου 6 §3 του ν. 2664/1998 αναφέρεται μόνο στη διόρθωση της πρώτης (αρχικής) εγγραφής, όχι, όμως, και στην αναγνώριση του δικαιώματος που προσβάλλεται με την εγγραφή αυτή, ενώ στην τροποποιημένη αυτή διάταξη ορίζεται (κατά μεταγλώττιση βάσει του άρθρου 2§3 εδάφ. θ' του ν. 4164/2013) ότι: "Εάν η αίτηση απορριφθεί ως νομικά ή ουσιαστικά αβάσιμη, ο αιτών μπορεί να ασκήσει αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου" (Α.Π. 74/2015).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6§3 περίπτ. α' υποπερίπτ. αα' και ββ' του ν. 2664/1998, όπως αυτό τροποποιήθηκε από το άρθρο 2§3 του ν. 4164/2013 και ισχύει: "Όταν η διόρθωση αφορά σε ανακριβή αρχική εγγραφή δικαιώματος που έχει καταχωρισθεί μερικά με την ένδειξη "αγνώστου ιδιοκτήτη" και μερικά υπέρ τρίτου προσώπου που αναγράφεται ως δικαιούχος, τότε ασκείται η αγωγή της παραγράφου 2, που απευθύνεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου και κατά του αναγραφόμενου ως δικαιούχου του δικαιώματος στο οποίο αφορά η εγγραφή, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στην παράγραφο αυτή.
Το ίδιο ισχύει και για τη διόρθωση αρχικών εγγραφών επί ακινήτου, που τμήματά του έχουν καταχωριστεί με την ένδειξη "αγνώστου ιδιοκτήτη" και υπέρ τρίτου προσώπου που αναγράφεται ως δικαιούχος (αα). Κατ' εξαίρεση όσων ορίζονται στην περίπτωση α, όταν πρόκειται για διόρθωση αρχικής εγγραφής επί γεωτεμαχίου με την ένδειξη "αγνώστου ιδιοκτήτη" κατά την έννοια της παρ. 1 του άρθρου 9 και ο δικαιούχος επικαλείται ως τίτλο κτήσης την έκτακτη χρησικτησία, ασκείται η αγωγή της παρ. 2 που απευθύνεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου.".
Με τη διάταξη αυτή καθίσταται σαφές ότι ο δικαιούχος εγγραπτέου δικαιώματος, προκειμένου να πετύχει τη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής, με την ένδειξη μερικά υπέρ αγνώστου και μερικά υπέρ τρίτου προσώπου, θα πρέπει να προσφύγει στην αμφισβητουμένη δικαιοδοσία, με την έγερση τακτικής αγωγής, δηλ.
της αγωγής του άρθρου 6§2 του ν. 2664/1998 και εντός των τεταγμένων νομίμων προθεσμιών. Νομοθετικός στόχος της προσθήκης της ανωτέρω διατάξεως ήταν, κατά την εισηγητική έκθεση του νόμου (βλ. σελ. 5 αυτής), η ενιαία δικονομική μεταχείριση των ως άνω περιπτώσεων, η αποφυγή κατατμήσεως του αντικειμένου της διαφοράς σε περισσότερες δίκες και του κινδύνου εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων.
Η ανωτέρω ρύθμιση έχει εφαρμογή όταν υποβάλλεται αίτημα διορθώσεως της εγγραφής που έχει ως δικαιούχο εν μέρει άγνωστο ιδιοκτήτη και εν μέρει τρίτο πρόσωπο και όχι όταν δεν αμφισβητείται η εγγραφή ως προς τον τρίτο ιδιοκτήτη και ζητείται μόνο η διόρθωση της εγγραφής ως προς τον άγνωστο ιδιοκτήτη. Ακόμη, η ανωτέρω ρύθμιση έχει εφαρμογή και όταν σωρεύεται επικουρικώς και υπό την νομική αίρεση της απορρίψεως της αιτήσεως, αίτημα για διόρθωση της ανακριβούς εγγραφής, με αναφερόμενο τρόπο κτήσεως την έκτακτη χρησικτησία, δεδομένου ότι η αξίωση από την αιτία αυτή ασκείται αποκλειστικά και μόνο με αγωγή του άρθρου 6§2, που απευθύνεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου.
Στην τελευταία, μάλιστα, περίπτωση δεν μπορεί να γίνει παραπομπή της αιτήσεως για να δικασθεί κατά την τακτική διαδικασία, αφού δεν έχει τηρηθεί η προδικασία που προβλέπει ο Κ.Πολ.Δ., και, συνεπώς, η αίτηση θα απορριφθεί ως προς την επικουρική βάση της ως απαράδεκτη. Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 79, 80, 747 και 752 του Κ.Πολ.Δ.
προκύπτει ότι κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας είναι δυνατή η άσκηση κυρίας ή προσθέτου παρεμβάσεως, εφόσον, βεβαίως, συντρέχει η, κατά το άρθρο 68 του ιδίου Κώδικα, διαδικαστική προϋπόθεση της υπάρξεως εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του παρεμβαίνοντος. Ειδικότερα, ενώ στη δίκη της αμφισβητουμένης δικαιοδοσίας το έννομο συμφέρον του παρεμβαίνοντος αναφέρεται στη θετική ή αρνητική διάγνωση του επιδίκου δικαιώματος, στις περιπτώσεις της εκουσίας δικαιοδοσίας το έννομο συμφέρον του παρεμβαίνοντος συνίσταται στην παραδοχή ή απόρριψη της αιτήσεως, αναφορικώς με το αιτούμενο ρυθμιστικό μέτρο.
Στην τελευταία αυτή δίκη, εφόσον η παρέμβαση του τρίτου επιδιώκει την απόρριψη της αιτήσεως, με την οποία ανοίχθηκε η δίκη ή τη ρύθμιση του επιδίκου αντικειμένου, κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνον που ζητείται με την αίτηση, πρόκειται για κυρία παρέμβαση (βλ. τις ίδιες πιο πάνω παραπομπές). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 4/2021, Ολ.Α.Π. 2/2019, Ολ.Α.Π. 7/2006).
Με τον λόγο αυτόν ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κτλ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π. 2/2019, Ολ.Α.Π. 27/1998).
Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφήρμοσε τον νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφήρμοσε τον νόμο, αν και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 2/2019, Ολ.Α.Π. 7/2006).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 14 του.ΚΠολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο, ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου του αριθμού 1.
Με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διατάξεως, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ.Α.Π. 2/2001, Α.Π. 1419/2023, Α.Π. 1496/2017, Α.Π. 350/2017). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως, πρέπει, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ.4, 502§2, 506§3, 577§3 και 578 του Κ.Πολ.Δ., να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο δικονομικός κανόνας που παραβιάσθηκε, ο τρόπος με τον οποίο συντελέσθηκε η παραβίαση, αλλά και ότι προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας το απαράδεκτο ή η ακυρότητα (Α.Π. 1419/2023, Α.Π. 327/1996).
Ακολούθως, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93§3 εδάφ.
α' του Συντάγματος 1975/1986/2001/2008/2019 που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ("έλλειψη αιτιολογίας"), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της ("ανεπαρκής αιτιολογία"), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους ("αντιφατική αιτιολογία") (Ολ.Α.Π. 1/2019).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Αντιστοίχως ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.Α.Π. 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια. Ούτε εξάλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (Α.Π. 1420/2013, Α.Π. 1703/2009, Α.Π. 1202/2008, Α.Π. 520/1995).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.Α.Π. 20/2005, Α.Π. 1184/2015).
Συνακόλουθα η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559§1 του Κ.Πολ.Δ.) οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσίαν, και η έλλειψη νόμιμης βάσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ.) πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της αποφάσεως ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απορρίψεως της αγωγής, της ενστάσεως ή της αντενστάσεως (Α.Π. 1322/2021, Α.Π. 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν κατά τα ήδη προεκτεθέντα στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναιρέσεως (Ολ.Α.Π. 27/1998, Α.Π. 319/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρον 561§2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι αναιρεσίβλητοι, με την από 05.10.2018 (υπ' αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως 3676/16.10.2018) αίτησή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ισχυρίσθηκαν ότι κατέστησαν (συγ)κύριοι, με παράγωγο τρόπο, ακινήτου που βρίσκεται στον Δήμο Γλυφάδας Περιφερείας Αττικής και ότι κατά την κτηματογράφηση της περιοχής το εν λόγω ακίνητο καταχωρήθηκε, εν μέρει, με Κ.Α.Ε.Κ. "αγνώστου ιδιοκτήτη" με βάση δε τα περιστατικά αυτά ζήτησαν να διορθωθεί η ανακριβής πρώτη εγγραφή με απαλοιφή της ενδείξεως "αγνώστου ιδιοκτήτη" και αναγραφή των προκατόχων τους κατά τα αναφερόμενα ποσοστά.
Επίσης, το αναιρεσείον άσκησε στην διανοιγείσα δίκη την από 31.01.2019 (υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 373/2019) κυρία παρέμβαση και ζήτησε, κατ' άρθρον 6§3 του ν. 2664/1998, να απορριφθεί η ως άνω αίτηση, να αναγνωρισθεί αυτό κύριο ολοκλήρου του ακινήτου και, διορθουμένης της εσφαλμένης εγγραφής "άγνωστος ιδιοκτήτης", αλλά και των λοιπών εγγραφών, των αφορωσών γνωστά φυσικά πρόσωπα, να εγγραφεί αυτό ως κύριο του όλου ακινήτου.
Η αίτηση και η κυρία παρέμβαση συνεκδικάσθηκαν με τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας και με την υπ' αριθμ. 1727/05.07.2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών απορρίφθηκαν και οι δύο και συγκεκριμένα η μεν αίτηση ως απαράδεκτη, η δε κυρία παρέμβαση διότι η κυριότητα επί της επιδίκου εκτάσεως είναι αναγκαίο να εξετασθεί στα πλαίσια της αμφισβητουμένης δικαιοδοσίας, κατόπιν ασκήσεως σχετικής τακτικής αγωγής.
Ασκηθείσης εφέσεως από το αναιρεσείον, κατά το κεφάλαιο απορρίψεως της κυρίας παρεμβάσεώς του, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την προσβαλλομένη, υπ' αριθμ. 1403/12.03.2021 απόφασή του, με την οποία απέρριψε την έφεση, με την ίδια ως άνω αιτιολογία. Συγκεκριμένα, το Εφετείο απέρριψε την κυρία παρέμβαση του αναιρεσείοντος, στο σύνολό της, με την αιτιολογία ότι, αφού αυτή έχει περιεχόμενο την αμφισβήτηση της κυριότητας των δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων στο πιο πάνω ακίνητο και αίτημα την επ' αυτού αναγνώριση της αποκλειστικής κυριότητας του ιδίου (παρεμβαίνοντος), δεν αποτελεί αντικείμενο δίκης, κατά την εκούσια δικαιοδοσία, αλλά αγωγής του άρθρου 6§2 του ν. 2664/1998 ή και απλής αναγνωριστικής της κυριότητας ή διεκδικητικής αγωγής, δικαζομένης, όμως, πάντοτε κατά την τακτική διαδικασία της αμφισβητουμένης δικαιοδοσίας, χωρίς, όμως, να κάνει μνεία για το άλλο αίτημα, δηλαδή της διορθώσεως της εγγραφής, υπέρ του αναιρεσείοντος, αναφορικώς με την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου, το οποίο φέρεται ως "αγνώστου ιδιοκτήτη", ανεξαρτήτως από το αν το αίτημα αυτό της διορθώσεως ήθελε εκτιμηθεί ως κύριο ή ως παρεπόμενο του αναγνωριστικού - διαπιστωτικού αιτήματος.
Στη συνέχεια, το Εφετείο, με βάση τις παραδοχές αυτές, ως προς την κυρία παρέμβαση, απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την έφεση του κυρίως παρεμβαίνοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 1727/05.07.2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με τις ακόλουθες σκέψεις: "Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτησή τους οι αιτούντες και ήδη εφεσίβλητοι εξέθεταν ότι κατά το χρόνο των αρχικών κτηματολογικών εγγραφών στην περιοχή του Δήμου Γλυφάδας Αττικής οι μη διάδικοι: 1) Ε.
Σ. το γένος Β. Α., 2) Ε. Α. του Γ., 3) Ε. Α. του Μ., 4) Ε. Κ. το γένος Γ. Α., 5) Σ. Α. του Β., 6) Ν. Α. του Μ., 7) Σ. Α. του Μ., 8) Μ. Κ. το γένος Β. Α. και 9) Γ. Α. του Μ., ήταν συγκύριοι του ειδικότερα περιγραφομένου κατά θέση, εμβαδό και όρια ακινήτου - οικοπέδου μετά της σε αυτό ισόγειας οικοδομής, το οποίο βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου Γλυφάδας, εντός σχεδίου πόλεως, στη θέση "Ευρυάλη", στο ..., επί της ..., και συγκεκριμένα κατά ποσοστό 288/2592 εξ αδιαιρέτου η πρώτη, ο πέμπτος και η όγδοη, κατά ποσοστό 432/2592 εξ αδιαιρέτου η δεύτερη και η τέταρτη και κατά ποσοστό 216/2592 εξ αδιαιρέτου έκαστος των τρίτου, έκτου, έβδομου και ένατου εξ αυτών.
Ότι το ένδικο ακίνητο περιήλθε στην κυριότητά τους κατά τα ως άνω αναφερόμενα στο δικόγραφο εξ αδιαιρέτου ιδανικά μερίδιά σε αυτούς με παράγωγο τρόπο, και δη αιτία κληρονομικής διαδοχής της πρώτης ξαδέλφης τους από τη μητρική γραμμή, Α. Μ. του Π., που απεβίωσε άγαμη και άτεκνη στις 20-04-2012, χωρίς να αφήσει διαθήκη, την κληρονομιά της οποίας άπαντες οι ανωτέρω αποδέχθηκαν με την υπ' αρ. 25130/2017 πράξη της συμβολαιογράφου Πειραιώς Άννας Παναγοπούλου - Καλλίτση, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Γλυφάδας στον τόμο 92 με αριθμό 424.
Ότι μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας κτηματογράφησης στον ως άνω Δήμο, το εν λόγω ακίνητο έχει μεν καταχωριστεί με τον ΚΑΕΚ ... στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Γλυφάδας ως ανήκον κατά ποσοστό 244/2592 εξ αδιαιρέτου στην πρώτη, στον πέμπτο και την όγδοη, κατά ποσοστό 216/2592 εξ αδιαιρέτου στη δεύτερη, κατά ποσοστό 366/2592 εξ αδιαιρέτου στην τέταρτη και κατά ποσοστό 183/2592 εξ αδιαιρέτου σε έκαστο των τρίτου, έκτου, έβδομου και ένατου εξ αυτών, το δε υπολειπόμενο ποσοστό 546/2592 εξ αδιαιρέτου του ιδίου ακινήτου έχει καταχωριστεί εσφαλμένα ως "άγνωστου ιδιοκτήτη".
Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά, και ενόψει του ότι οι αιτούντες επικαλούνται άμεσο έννομο συμφέρον για την υποβολή της αιτήσεως, καθώς τυγχάνουν ειδικοί διάδοχοι των ανωτέρω συγκυριών στην πλήρη κυριότητα του ένδικου ακινήτου το οποίο τους μεταβιβάσθηκε αιτία πωλήσεως, κατ' ιδανικό μερίδιο 1/2 εξ αδιαιρέτου, δυνάμει του υπ' αρ. ...
συμβολαίου, όπως διορθώθηκε με την υπ' αριθμ... πράξη διόρθωσης συμβολαίου αγοραπωλησίας της ιδίας ανωτέρω συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγεγραμμένου στα οικεία βιβλία μεταγραφών, ζήτησαν να διορθωθούν οι ανακριβείς πρώτες εγγραφές στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Γλυφάδας, ώστε αφενός να καταχωριστούν οι προαναφερόμενοι δικαιοπάροχοί τους ως συγκύριοι του ανωτέρω γεωτεμαχίου και στο υπολειπόμενο ποσοστό, των 546/2592 εξ αδιαιρέτου και αφετέρου να διορθωθούν τα ποσοστά συγκυριότητάς τους, κατά τα αναλυτικώς αναφερόμενα στην αίτηση.
Το Ελληνικό Δημόσιο, ήδη εκκαλούν, αντιποιούμενο εν όλω το επίδικο δικαίωμα και επικαλούμενο άμεσο έννομο συμφέρον άσκησε κατά τα προαναφερόμενα πρωτοδίκως με ιδιαίτερο δικόγραφο παραδεκτά και νόμιμα κύρια παρέμβαση. Στην προκειμένη περίπτωση από όλα τα (επανα)προσκομιζόμενα μετ' επικλήσεως έγγραφα αποδεικνύονται τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά:
Επί της ως άνω αιτήσεως των αιτούντων και ήδη εφεσιβλήτων και της ασκηθείσας με ιδιαίτερο δικόγραφο κύριας παρέμβασης του Ελληνικού Δημοσίου και ήδη εκκαλούντος εξεδόθη η με αριθμ. 1727/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία εκουσίας δικαιοδοσίας) με την οποία απερρίφθησαν η μεν αίτηση ελλείψει ενεργητικής νομιμοποίησης, η δε κύρια παρέμβαση που άσκησε το Ελληνικό Δημόσιο ελλείψει δικαιοδοσίας του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.
Στη συνέχεια οι ηττηθέντες πρωτοδίκως αιτούντες άσκησαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου την από 24-1-2020 έφεσή τους. Επί της εφέσεως αυτής εξεδόθη η με αριθμό 3030/2020 οριστική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, το οποίο αφού έκανε τύποις και κατ' ουσίαν δεκτή την έφεση των εκκαλούντων εξαφάνισε την προσβαλλομένη, και στη συνέχεια, έκανε δεκτή την αίτησή τους, διατάσσοντας τη διόρθωση της α' εγγραφής στο κτηματολόγιο κατά το ποσοστό 546/2592 εξ αδιαιρέτου επί του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ ...
κατά τα ειδικότερα εκεί ποσοστά των αμέσων δικαιοπαρόχων των αιτούντων, στην διόρθωση των οποίων ωστόσο προέβη στη συνέχεια με την έκδοση της 4607/2020 διορθωτικής απόφασής του. Ακολούθως, το ηττηθέν πρωτοδίκως, κυρίως παρεμβαίνον, Ελληνικό Δημόσιο άσκησε κατά της ως άνω υπ' αριθμ. 1727/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την κρινόμενη από 4-3-2020 έφεσή του που έστρεψε κατά των αιτούντων και ήδη εφεσιβλήτων, παραπονούμενο για την απόρριψη του αιτήματός του περί διορθώσεως ως εσφαλμένης της καταχώρισης του με ΚΑΕΚ ...
γεωτεμαχίου ως "αγνώστου ιδιοκτήτη", καθόσον ποσοστό επ' αυτού καταχωρίστηκε στην πλήρη και εξ αδιαιρέτου κυριότητα των δικαιοπαρόχων των αιτούντων. Διευκρινίζεται ότι οι αιτούντες και ήδη εφεσίβλητοι με την κρινόμενη αίτησή τους (βλ. σελ. 18 επ.) ζητούσαν τη διόρθωση της α' εγγραφής των άμεσων δικαιοπαρόχων τους για ποσοστό 2592/2592, ήτοι για το όλο ακίνητο και όχι για μέρος αυτού (ποσοστό 546/2592), όπως αβάσιμα διατείνονται νυν με τις έγγραφες προτάσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου.
Ως εκ τούτου εύλογα το πρωτοδίκως παρεμβαίνον, Ελληνικό Δημόσιο, ασκώντας κύρια παρέμβαση στη δίκη εκείνη, ζήτησε να αναγνωριστεί αυτό ως αποκλειστικός και πλήρης κύριος, νομέας και κάτοχος κατά ποσοστό 100% του ακινήτου με ΚΑΕΚ ... να διαταχθεί η διόρθωση της υφισταμένης πρώτης εγγραφής του επιδίκου στο οικείο βιβλίο Ο.Κ.Χ.Ε., έτσι ώστε να καταχωρισθεί το δικαίωμα αποκλειστικής και πλήρους κυριότητάς του επί του ακινήτου.
Ειδικότερα, το εκκαλούν, προς θεμελίωση της ύπαρξης του σχετικού δικαιώματος - η ύπαρξη του οποίου εξετάζεται σε κάθε περίπτωση από το Δικαστήριο και όταν εφαρμόζεται η παρούσα διαδικασία του άρθρου 6 παρ. 3 Ν. 26645/1998 (διαδικασία εκουσίας δικαιοδοσίας) - για τη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής ισχυρίστηκε μεταξύ άλλων ότι το επίδικο ακίνητο (συμεπεριλαμβανομένου του ως άνω ποσοστό των 546/2592 εξ αδιαιρέτου) είναι δημόσιο κτήμα και περιήλθε στην κυριότητά του, διότι α) κατά τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3 του από 17/29-11-1836 β.δ. "Περί ιδιωτικών δασών", ήταν δάσος κατά τον χρόνο εκείνο, και δεν προσκομίσθηκαν στην οριζόμενη ετήσια προθεσμία οι τυχόν υφιστάμενοι τίτλοι ιδιοκτησίας προς την επί των Οικονομικών Γραμματεία ή δεν αναγνωρίστηκε έναντι του Δημοσίου η κυριότητα, β) άλλως κατά τις διατάξεις των άρθρων 62 παρ. 1 ν. 998/1979, 2 παρ. 2 ν.δ. 86/1969 και 46 ν. 4173/1929, είχε ανέκαθεν δασικό χαρακτήρα, γ) άλλως κατά τις διατάξεις του από 3/15-12-1833 β.δ.
ήταν λιβάδι ή βοσκότοπος, δ) άλλως κατά την από 27-6/9-7-1832 συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και τα από 21-1/3-2-1830, 4/16-6-1830 και 19-6/1-7-1830 πρωτόκολλα του Λονδίνου, είχε εγκαταλειφθεί από τους τέως κυρίους του Οθωμανούς και δεν καταλήφθηκε από άλλους, άλλως ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο και το δήμευσε, ε) άλλως περιήλθε στην κυριότητά του με τακτική άλλως με έκτακτη χρησικτησία, αφού μετά την απελευθέρωση της χώρας από τους Τούρκους το νεμόταν, καθώς και τη μεγαλύτερη έκταση που το περιβάλλει, με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και νόμιμο τίτλο, ασκώντας όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του διακατοχικές πράξεις, όπως φύλαξη, εκδόσεις πρωτοκόλλων διοικητικής αποβολής κ.λπ., άλλως στ) κατά τις διατάξεις του από 10-7-1837 β.δ. "Περί διακρίσεως κτημάτων", ήταν αδέσποτο κατά το χρόνο εκείνο.
Από όλα τα ανωτέρω προκύπτει ότι μεταξύ του πρωτοδίκως κυρίως παρεμβαίνοντος Ελληνικού Δημοσίου, ήδη εκκαλούντος και των προς ων η κύρια παρέμβαση - αιτούντων και ήδη εφεσιβλήτων υπάρχει αντιδικία σχετικά με το εμπράγματο δικαίωμα της κυριότητας επί του επιδίκου και δη επί του ποσοστού των 546/2592 εξ αδιαιρέτου.
Ειδικότερα, το εκκαλούν προς απόδειξη της ύπαρξης του εμπραγμάτου δικαιώματος της κυριότητας επί του ακινήτου επικαλείται και προσκομίζει: α) το υπ' αριθμ. πρωτ. 100124/11.1.2019 έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας Πειραιά-Νήσων & Δυτικής Αττική και β) την υπ' αριθμ. 01/11.12.2000 Γνωμοδότηση του Μικτού Γνωμοδοτικού Συμβουλίου που συγκλήθηκε με την υπ' αριθμ. 1007724/9053/Α0010/23.12.1994 Κοινή Απόφαση των Γενικών Γραμματέων Υπουργείων Οικονομικών και Γεωργίας, από τα οποία προκύπτει ότι επίδικο ακίνητο με ΚΑΕΚ ...
βρίσκεται εντός της διεκδικούμενης έκτασης από το Ελληνικό Δημόσιο σύμφωνα με το από Ιούλιο 1993 διάγραμμα που συνοδεύει την από 27.7.1993 Τεχνική Έκθεση έρευνας ιδιοκτησιακού καθεστώτος Τραχώνων που συνέταξαν οι Τοπογράφοι Μηχανικοί Ν.. Ν. και Ι.. Σ. ως δημόσια δασική έκταση. Με τα δεδομένα αυτά γίνεται αντιληπτό ότι με την υπό κρίση αίτηση διόρθωσης της πρώτης εγγραφής φέρεται ουσιαστικά ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου η επίλυση ιδιοκτησιακής αμφισβήτησης και όχι απλά η διόρθωση της εσφαλμένης πρώτης εγγραφής ως "αγνώστου ιδιοκτήτη", η οποία μπορεί να διαταχθεί μόνο κατόπιν αμετάκλητης απόφασης του αρμόδιου πολιτικού δικαστηρίου, που δικάζει επί αναγνωριστικής αγωγής, κατά την τακτική διαδικασία σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 2 του Ν. 2664/1998 και όχι με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, με την οποία εισάγεται η κρινόμενη αίτηση κατ' άρθρο 6 παρ. 3 του Ν. 2664/1998.
Έτι περαιτέρω, που στην προκειμένη περίπτωση έχει διαταχθεί η διόρθωση της πρώτης εγγραφής στο Κτηματολογικό Γραφείο Γλυφάδας ως προς την πλήρη εξ αδιαιρέτου κυριότητα των άμεσων δικαιοπαρόχων των αιτούντων κατά το ποσοστό των 546/2592 με την υπ' αριθμ. 3030/2020 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, όπως διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. 4607/2020 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, και μάλιστα τελεσιδίκως.
Με τα δεδομένα αυτά το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του διέλαβε στο σκεπτικό της ότι η κρινομένη διαφορά υπάγεται στην αμφισβητούμενη διαδικασία και απέρριψε με το διατακτικό της την κύρια παρέμβαση ελλείψει δικαιοδοσίας του ήχθη κατ' αποτέλεσμα σε ορθό δικανικό πόρισμα και όλοι οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου, ελέγχονται αβάσιμοι και κρίνονται απορριπτέοι.".
Συνεπώς, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε τα ακόλουθα: α) Ότι η κυρία παρέμβαση του αναιρεσείοντος ήταν παραδεκτή και νόμιμη. Και β) Ότι η κυρία παρέμβαση του αναιρεσείοντος έπρεπε να εκδικασθεί κατά την αμφισβητουμένη δικαιοδοσία. Εξάλλου, κατά το άρθρο 578 του Κ.Πολ.Δ., αν το αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δυσμενές δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της.
Η αντικατάσταση του αιτιολογικού της προσβαλλομένης αποφάσεως από το αναιρετικό δικαστήριο, συνίσταται στην, με την απόφασή του, υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που δέχεται η προσβαλλομένη απόφαση σε άλλο κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα με περιεχόμενο όμοιο προς το διατακτικό της αποφάσεως.
Στην περίπτωση δηλαδή αυτή το διατακτικό της αποφάσεως του Αρείου Πάγου περιέχει απορριπτική της αναιρέσεως διάταξη και στο σκεπτικό, παράθεση του ορθού αιτιολογικού, σε αντικατάσταση του εσφαλμένου (Ολ.Α.Π. 30/1998, Ολ.Α.Π. 37/1996, Α.Π.1280/2018). Ως αιτιολογικό, νοείται η νομική αιτία, δηλαδή η διάταξη νόμου που αποτελεί τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού (Ολ.Α.Π. 30/1998, Α.Π. 390/2017).
Στην εξεταζομένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ότι η κυρία παρέμβαση του αναιρεσείοντος ασκήθηκε παραδεκτώς και νομίμως πλην όμως απέρριψε την ασκηθείσα από το αναιρεσείον από 04.03.2020 έφεση για τον λόγο ότι η κυρία παρέμβασή του έπρεπε να κριθεί στο πλαίσιο της αμφισβητουμένης διαδικασίας, ενώ αυτή (κυρία παρέμβαση) δεν στηριζόταν στον νόμο ενόψει της προβλέψεως του άρθρου 6§3 περίπτ.
α' υποπερίπτ. αα' και ββ' του ν. 2664/1998, συμφώνως προς την οποία όταν η διόρθωση αφορά σε ανακριβή αρχική εγγραφή δικαιώματος που έχει καταχωριστεί μερικά με την ένδειξη "αγνώστου ιδιοκτήτη" και μερικά υπέρ τρίτου προσώπου που αναγράφεται ως δικαιούχος, τότε ασκείται αγωγή της παραγράφου 2, που απευθύνεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου και του αναγραφομένου ως δικαιούχου του δικαιώματος στο οποίο αφορά η εγγραφή κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στην παράγραφο αυτή.
Επομένως, το Εφετείο κατέληξε σε ορθό αποτέλεσμα με εσφαλμένο όμως σκεπτικό. Περαιτέρω δε, δεν δικαιολογείται η αναίρεση της αποφάσεως προς αντικατάσταση και μόνο της αιτιολογίας με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντος, κατ' άρθρο 578 του Κ.Πολ.Δ., εφόσον δεν υφίσταται έννομο συμφέρον αυτού, το οποίο και δεν επικαλείται το τελευταίο προς αποτροπή βλαπτικού εξ αυτού δεδικασμένου (Α.Π. 1280/2018, Α.Π. 159/2011).
Επομένως, αφού αντικατασταθεί το ανωτέρω αιτιολογικό, με το ως άνω ορθό της παρούσας, ώστε να γίνει δεκτό ότι η ασκηθείσα κυρία παρέμβαση του αναιρεσείοντος ήταν μη νόμιμη, ο από το άρθρο 559 αριθμ.1α, 14 και 19 του Κ.Πολ.Δ., μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο το αναιρεσείον μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση, για εσφαλμένη ερμηνεία των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 6§3 περίπτ.
α' υποπερίπτ. αα' και ββ' του ν. 2664/1998, αλλά και για παρά τον νόμο κήρυξη απαραδέκτου είναι αβάσιμος ως αλυσιτελής. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Η δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων πρέπει να συμψηφισθεί στο σύνολό της λόγω του δυσχερούς νομικού ζητήματος (άρθρα 179 εδάφ.
α', 183 του Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 03.06.2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1403/12.03.2021 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και Συμψηφίζει στο σύνολό της τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Απριλίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης