Supreme Court dismisses appeal against one defendant but allows it against the insurance fund regarding traffic accident liability.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court dismissed the appeal against the first defendant but allowed it against the third defendant, the insurance fund. The court found the lower court erred in attributing exclusive fault to the plaintiff, thereby depriving the judgment of legal basis. Consequently, the case was remanded for further examination regarding the liability of the insurance fund.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 553, 559, 580 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a final judgment in traffic accident cases is admissible if the lower court incorrectly assigned exclusive fault to the plaintiff, necessitating remand for re-examination of liability.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertZitierte Rechtsprechung
KI-generiertVolltext
Απόφαση 973 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 973/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Α. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Φλώρο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) A. (Ά.) P. (Φ.) του A. (Ά.), κατοίκου ..., 2) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Μ. Ε. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και δ.τ. "ATHENS CARS SA", που εδρεύει στο Γαζί Ηρακλείου Κρήτης και εκπροσωπείται νόμιμα, που δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο και 3) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού εκ του νόμου διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΙΣ ΑΑΕ", της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τoν πληρεξούσιo δικηγόρο του Πέτρο Παπανώτη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 21-1-2021 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-2-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 152/2013 μη οριστική και 1763/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2438/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29-5-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και το 3ο των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του 3ου αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 29-5-2018 (αρ.κατ. 443/31-5-2018) αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά της υπ' αρ. 2438/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρο 681Α ΚΠολΔ), ερήμην της 2ης τότε εφεσίβλητης και ήδη 2ης αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας. Επομένως, για την παραδεκτή άσκηση της αίτησης αναίρεσης ως δικογράφου πρέπει να ερευνηθεί το ζήτημα της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την ερημοδικασθείσα ως άνω διάδικο.
Κατά τη διάταξη του άρθρ. 553 παρ. 1 περ. β ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Έτσι η ύπαρξη ερήμην απόφασης, δηλαδή απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (ΟλΑΠ 15/2001, ΑΠ 1470/2003), ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα άσκησης κατ` αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρ. 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην απόφασης αίτησης αναίρεσης, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), αφού, σε σχέση με την αναίρεση, δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρ. 513 παρ.1 εδ. β περ. β ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα δηλαδή, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή, μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ` αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (ΟλΑΠ 11/1998), δηλαδή, καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων (ΑΠ 1163/2017, ΑΠ 242/2015, ΑΠ 180/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επισκοπείται επιτρεπτά (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ),για την έρευνα του ανωτέρω δικονομικού ζητήματος, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση για την παραδεκτή άσκηση της αίτησης αναίρεσης ως δικογράφου (άρθρο 577 αρ. 1 σε συνδ, 553 παρ. 1 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, που δημοσιεύτηκε στις 4-6-2015, εκδόθηκε ερήμην της τότε 2ης εφεσίβλητης, ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία Μ.
Ε. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ και με το διακριτικό τίτλο ATHENS CARS S.A, η οποία, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης (βλ. σελίδα 2α αυτής), είχε κληθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παρασταθεί στη δικάσιμο της 25-9-2014 ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου και ότι η συζήτηση της υπόθεσης διεξήχθη, σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρο 524 παρ. 4 ΚΠολΔ), ενώ συγχρόνως, ορίστηκε παράβολο για την περίπτωση τυχόν άσκησης εκ μέρους της απολειπομένης ως άνω διαδίκου αιτιολογημένης ανακοπής ερημοδικίας.
Εξάλλου, από το φάκελο της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στην ερημοδικασθείσα ως άνω 2η εφεσίβλητη και ήδη 2η αναιρεσίβλητη, ούτε ο αναιρεσείων, που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, επικαλείται την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης προς την ανωτέρω διάδικο.
Η επίδοση όμως της προσβαλλόμενης απόφασης αποτελεί προϋπόθεση για την έναρξη της προθεσμίας για την άσκηση αιτιολογημένης ανακοπής ερημοδικίας, κατ' αρ. 503 παρ. 1 ΚΠολΔ, από την ερημοδικασθείσα ως άνω διάδικο, αν δε, η ερήμην απόφαση του δεύτερου βαθμού δεν επιδοθεί, επειδή δεν προβλέπεται καταχρηστική προθεσμία για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας δεν αρχίζει η προθεσμία της αναίρεσης, η οποία, αν παρ' όλα αυτά ασκηθεί, είναι απαράδεκτη (ΑΠ 239/2020, ΑΠ 530/2018).
Επομένως, εφόσον εξακολουθεί να διαρκεί η προθεσμία για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει καταστεί τελεσίδικη κατ' αρ. 553 παρ. 1 περ. β ΚΠολΔ ως προς την 2η αναιρεσίβλητη και συνεπώς η αίτηση αναίρεσης στρέφεται απαραδέκτως κατ' αυτής ως δικόγραφο κατ' αρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ και πρέπει να απορριφθεί ως προς αυτήν.
Δικαστικά έξοδα δεν πρέπει να οριστούν σε βάρος του αναιρεσείοντα και υπέρ της 2ης αναιρεσίβλητης, εφόσον αυτή δεν παραστάθηκε και συνεπώς δεν υποβλήθηκε σε δικαστικά έξοδα. Αντιθέτως, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη ως προς τους 1ο και 3ο των αναιρεσιβλήτων, διότι από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553, 74, 75 παρ.1 και 2 και 76 παρ.1 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι σε περίπτωση απλής ομοδικίας, όπως επί αδικοπρακτικής ευθύνης περισσοτέρων από τροχαίο ατύχημα, η οριστική απόφαση, που εκδίδεται, καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς έναντι εκάστου ομοδίκου και συνεπώς, υπόκειται σε αναίρεση κατά το μέρος, που είναι τελεσίδικη (ΑΠ 1163/2017, ΑΠ 658/2012).
Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1747/2017, ΑΠ 242/2015, ΑΠ 546/2015, ΑΠ 1726/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων του φακέλου της δικογραφίας (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι η ένδικη αίτηση αναίρεσης, προσδιορίστηκε για να συζητηθεί στη δικάσιμο της 22-5-2020, με αριθμό πινακίου …, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Τμήματος (άρθρο 568 αρ. 2 ΚΠολΔ), με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος, που επισπεύδει τη συζήτηση της αναίρεσης, όπως τούτο ειδικότερα προκύπτει από την υπ' αρ.6129Ε/2-10-2019 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών, Κ.
Δ., προς το παριστάμενο 3ο αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ με το διακριτικό τίτλο ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ. Κατά την δικάσιμο όμως αυτή, η υπόθεση δεν συζητήθηκε λόγω προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων από 16-3-2020 έως 31-5-2020 για προληπτικούς λόγους δημόσιας υγείας εξαιτίας της πανδημίας του κορωνοϊού covid 19.
Με την από 15-7-2020 Πράξη της Προέδρου του Τμήματος ορίστηκε αυτεπαγγέλτως δικάσιμος για την εκδίκαση της υπόθεσης η αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης, με αριθμό πινακίου 37. Η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο από το γραμματέα της έδρας ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, σύμφωνα με το άρθρο 74 παρ.2 του Ν. 4690/2020 (ΦΕΚ Α'104).
Όμως, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, κατά τη σημερινή δικάσιμο, ο 1ος αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε, ούτε παραστάθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, αλλά παραστάθηκε νόμιμα με πληρεξούσιο δικηγόρο ο αναιρεσείων και το 3ο αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ. Επομένως, το Δικαστήριο τούτο οφείλει να ερευνήσει, εάν ο απολειπόμενος 1ος αναιρεσίβλητος έχει κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Εξάλλου, από την επισκόπηση του φακέλου της δικογραφίας δεν προκύπτει, ότι η αίτηση αναίρεσης έχει επιδοθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα στον απολειπόμενο σήμερα 1ο αναιρεσίβλητο, για να παρασταθεί στην αρχική δικάσιμο (22-5-2020), οπότε η υπόθεση δεν συζητήθηκε και ορίστηκε αυτεπαγγέλτως, κατά τα ανωτέρω, η σημερινή δικάσιμος προς συζήτηση της υπόθεσης, ούτε ο αναιρεσείων επικαλείται με τις προτάσεις του, (που ως διαδικαστικό έγγραφο της δίκης επισκοπούνται επιτρεπτά κατ' αρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), την επίδοση της αίτησης αναίρεσης προς τον 1ο αναιρεσίβλητο, σε αντίθεση με το 3ο παριστάμενο αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ, προς το οποίο έχει επιδοθεί η αίτηση αναίρεσης νόμιμα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με την προαναφερόμενη υπ' αρ. 6129Ε/2-10-2019 έκθεση επίδοσης, με την επιμέλεια του αναιρεσείοντα, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση της αναίρεσης.
Επομένως, εφόσον ο 1ος αναιρεσίβλητος δεν έχει κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς αυτόν. Διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν πρέπει να οριστεί, διότι η απόφαση δεν είναι οριστική ως προς τον απολειπόμενο 1ο αναιρεσίβλητο (ΑΠ ολ.4/2013). Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, εξάλλου, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα ως προς το παριστάμενο 3ο αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής ως προς το 3ο αναιρεσίβλητο (άρθρο 577 αρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Από την επιτρεπτή κατ' αρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με τη δικαστική πορεία της υπόθεσης, προκύπτει ότι, σε τροχαίο ατύχημα, που συνέβη στις 20-7-2011 και ώρα 14:30 περίπου, στο 1ο χιλιόμετρο της επαρχιακής οδού Μουρίου - Ασπρουλιάνου του Δήμου Αποκορώνου Χανίων της νήσου Κρήτης, η με αρ.
κυκλοφορίας … δίκυκλη μοτοσυκλέτα, που οδηγούσε ο αναιρεσείων, συγκρούστηκε με το με αρ. κυκλοφορίας … ΙΧΕ αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο 1ος αναιρεσίβλητος, ως προς τον οποίο κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ιδιοκτησίας της 2ης αναιρεσίβλητης ως προς την οποία απορρίφθηκε η αίτηση αναίρεσης και του οποίου την αστική ευθύνη έναντι των τρίτων ζημιούμενων κάλυπτε τότε η ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΙΣ ΑΑΕ, της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε και στη θέση της υπεισήλθε το ήδη 3ο αναιρεσίβλητο ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ (άρθρο 19 παρ.1 περ.
δ σε συνδυασμό με άρθρο 25 παρ. 4 Ν. 489/1976). Εξαιτίας της σύγκρουσης αυτής ο αναιρεσείων κατέπεσε στο οδόστρωμα και τραυματίστηκε πολύ σοβαρά, διότι υπέστη ακρωτηριασμό του άνω τριτημορίου του αριστερού αντιβραχίου. Ακολούθως, ο παθών αναιρεσείων άσκησε την από 24-2-2012 (αρ. κατ. 2448/2012) αγωγή κατά των υποχρέων εναγομένων, με την οποία ζητούσε αποζημίωση για τη θετική και αποθετική ζημία, που υπέστη και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, καθώς επίσης πρόσθετη αποζημίωση του άρθρου 931 ΑΚ λόγω της μόνιμης μερικής αναπηρίας του, που, όπως υποστήριζε, επιδρά στο οικονομικό του μέλλον ως αγρότης και στην κοινωνική και οικογενειακή του εξέλιξη, λόγω του νεαρού της ηλικίας του (24 ετών και εκτός γάμου).
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η μη οριστική υπ' αρ. 152/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία διέταξε την διενέργεια δικαστικής ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να διαπιστωθεί το είδος της σωματικής βλάβης, που υπέστη ο ενάγων. Μετά την διενέργεια της δικαστικής πραγματογνωμοσύνης εκδόθηκε η υπ' αρ. 1763/2013 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, η οποία απέρριψε την αγωγή κρίνοντας, ότι αποκλειστικά υπαίτιος του τροχαίου ατυχήματος ήταν ο παθών ενάγων, ο οποίος εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα πορείας, όπου εκινείτο κανονικά το αυτοκίνητο, με αυξημένη ταχύτητα λόγω της υπάρχουσας στην πορεία του κατωφέρειας σε δεξιά στροφή.
Κατά της απόφασης αυτής ο παθών και ήδη αναιρεσίβλητος άσκησε την από 30-12-2013 (αρ. κατ. 18/2014) έφεση, παραπονούμενος για εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου και κακή εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού υποστηρίζοντας, ότι το αυτοκίνητο ήταν εκείνο που είχε εισέλθει στο δικό του ρεύμα πορείας, όπως ειδικότερα, οι συνθήκες της σύγκρουσης είχαν αποτυπωθεί στο σχεδιάγραμμα της Τροχαίας, καθώς επίσης, διότι όλα τα ίχνη της σύγκρουσης αποτυπώνονται, ομοίως, στο δικό του ρεύμα πορείας.
Το εφεσίβλητο ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ άσκησε επίσης ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου επικουρική αντέφεση με τις προτάσεις του. Η έφεση και η επικουρική αντέφεση συνεκδικάστηκαν και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση η οποία, αφού απέρριψε την έφεση ως ουσιαστικά αβάσιμη, όπως και την αντέφεση, που είχε ασκηθεί υπό την αίρεση της ουσιαστικής παραδοχής της έφεσης, επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου.
Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με συνοπτική παράθεση των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, που θα εκτεθούν παρακάτω αναλυτικά, το Εφετείο δέχθηκε, ότι ο αναιρεσείων ανέπτυξε ξαφνικά ταχύτητα στο σημείο της σύγκρουσης λόγω της δεξιάς στροφής και της κατωφέρειας, που είχε στην πορεία του εξαιτίας της φυγόκεντρης δύναμης, που αναπτύχθηκε και ότι με το εμπρόσθιο μέρος της μοτοσυκλέτας του προσέκρουσε στο αριστερό πλαϊνό μέρος του αυτοκινήτου, στο ύψος της αριστερής κολώνας αυτού και του ανεμοθώρακα.
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 300, 330 εδ. β` και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.
Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή, που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.
Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Δεν αποκλείεται καταρχήν η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα συνετέλεσε και συνυπαιτιότητα του βλαβέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος. Ειδικότερα, από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος.
Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ.
Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 52/2016,ΑΠ 848/2015, ΑΠ 869/2013), ενώ μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο ΚΟΚ, στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγηση τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή τη μείωση των επιζήμιων συνεπειών (ΑΠ 1500/2002, ΑΠ 1070/2001 ).
Περαιτέρω, από το άρθρο 12 και 19 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), ορίζονται υποχρεώσεις και κανόνες προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνεται ο οδηγός κάθε οχήματος, προκειμένου να αποφεύγονται, κατά το δυνατόν, ατυχήματα πεζών και οχημάτων. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 12 παρ. 1, oρίζεται ότι <οι χρησιμοποιούντες τις οδούς, πρέπει, να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά, η οποία είναι ενδεχόμενο μεταξύ άλλων να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα, ενώ οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή τους>.
Κατά το άρθρ. 19 παρ 1, < ο οδηγός του οδικού οχήματος, επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς>, κατά την παρ. 2,< ο οδηγός επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματος του και πρέπει να έχει την επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις ταχύτητα, η οποία μπορεί να είναι και κατώτερη της προβλεπόμενης από το νόμο, κυρίως σε κατοικημένες περιοχές και έχει υποχρέωση να τη μειώνει μέχρι διακοπής της πορείας του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν, κατά δε την παράγραφο 3 ορίζεται ότι ....<ιδιαίτερα ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας, ....κατά τις νυκτερινές ώρες...αν πεζοί που βρίσκονται στην τροχιά του, καθυστερούν να απομακρυνθούν, ως και σε κάθε άλλη ειδική περίπτωση, που επιβάλλεται μετριασμός ταχύτητας>>... (ΑΠ 146/2018, ΑΠ 1207/2004 ).
Eπίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 16 παρ.1 του παραπάνω νόμου 2696/1999-ΚΟΚ ορίζεται, ότι <στο οδικό δίκτυο της χώρας ισχύει η δεξιά κατεύθυνση κυκλοφορίας. Ο οδηγός κάθε οχήματος υποχρεούται ....να οδηγεί το όχημά του πλησίον του δεξιού άκρου του οδοστρώματος και αν ακόμη ολόκληρο το οδόστρωμα είναι ελεύθερο>......κατά δε την παρ.4 του ίδιου άρθρου ορίζεται, ότι ... "ο οδηγός δεν επιτρέπεται να κυκλοφορεί σε οδόστρωμα που προορίζεται για την αντίθετη προς την κατεύθυνσή του κυκλοφορία....εκτός από περιπτώσεις απολύτου ανάγκης ή όταν ειδικές ρυθμίσεις το επιτρέπουν".
Τέλος, το άρθρο 20 παρ.1 του Ν. 2696/1999 ορίζει ότι "το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας των αυτοκινήτων οχημάτων οχημάτων, μέσα στις κατοικημένες περιοχές ορίζεται σε 50 χιλιόμετρα την ώρα, εκτός αν άλλως ορίζεται με ειδική σήμανση ...." (ΑΠ 147/2018).
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 περ. α` του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι... "αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη", προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποιά αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι` αυτά (ΑΠ 549/2019, ΑΠ 780/2018, ΑΠ 224/2015, ΑΠ 1479/2014).
Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως (Ολ.ΑΠ 2/2008), οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο.
Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Καμμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ`είδος αποδεικτικών μέσων. 'Ετσι, απαιτείται ειδική μνεία της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, γιατί αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, ενώ οι κατ`άρθρο 390 ΚΠολΔ γνωμοδοτήσεις προσώπων με ειδικές γνώσεις, δεν είναι ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, αλλά έγγραφα με ιδιάζουσα ρύθμιση και γι`αυτό η μνεία της απόφασης περί λήψης υπόψη των προσκομισθέντων εγγράφων περιλαμβάνει και τις γνωμοδοτήσεις αυτές (Ολ.ΑΠ 8, 12/2005).
Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ. ΑΠ 2/2008) ή κατ`άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 14/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 686/2019, ΑΠ 145/2015, ΑΠ 224/2015, ΑΠ 1294/2014, ΑΠ 466/2013).
Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.
ΑΠ 2/2008, ΑΠ 640/2011 ). "Έγγραφα" κατά τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ είναι τα, κατά τα άρθρα 339 και 432-465 αποδεικτικά έγγραφα, που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη κατά του αντιδίκου. Έτσι δεν αποτελούν έγγραφα με την ως άνω έννοια, εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 556/2003), όπως είναι οι γνωμοδοτήσεις των διορισθέντων πραγματογνωμόνων (ΑΠ 90/2019, ΑΠ 91/2017, ΑΠ 152/2015,ΑΠ 620/2014, ΑΠ 42/2014).
Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 352 του ΚΠολΔ, "η ομολογία του διαδίκου, ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει τη δίκη ή του εντεταλμένου δικαστή, αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνον που ομολόγησε. Το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα την εξώδικη ομολογία". Από την διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με την διάταξη του άρθρου 335 του ΚΠολΔ., συνάγεται, ότι δικαστική ομολογία, η οποία παρέχει πλήρη απόδειξη, είναι μόνον εκείνη του διαδίκου, που γίνεται προφορικώς ή γραπτώς ενώπιον του δικαστηρίου, που δικάζει την δίκη (ή του εντεταλμένου δικαστού), κάθε δε άλλη ομολογία θεωρείται εξώδικος και εκτιμάται ελευθέρως από το δικαστήριο, έστω και αν έγινε ενώπιον δικαστηρίου, αλλά όχι στη συγκεκριμένη δίκη, στην οποία έγινε επίκλησή της, ως αποδεικτικού μέσου.
Η κατά τα ανωτέρω δε ομολογία, δηλαδή η παραδοχή, με μονομερή δήλωση, απευθυνόμενη προς το δικαστήριο, που δικάζει τη συγκεκριμένη δίκη, ενός κρίσιμου γεγονότος από τον αντίδικο, εκείνου, που φέρει το βάρος της επικλήσεως και της αποδείξεώς του, πρέπει να έγινε με πρόθεση από αυτόν προς αναγνώριση του επιβλαβούς αυτού γεγονότος.
Απόδειξη, δηλαδή, δεν αποτελεί κάθε ομολογία, αλλά μόνον η γενομένη με σκοπό αποδοχής του αμφισβητουμένου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος, πρέπει δε να είναι σαφής και συγκεκριμένη. Ειδικότερα, δικαστική ομολογία υπάρχει, όταν το ενώπιον του δικαστηρίου αναγνωριζόμενο από τον διάδικο επιζήμιο γι` αυτόν γεγονός αναφέρεται αμέσως στο αντικείμενο της δίκης (ΑΠ 677/2019, ΑΠ 1517/2013, ΑΠ 953/2013,ΑΠ 510/ 2010).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της {ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999, 32/1996).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλωση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του αρθ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ, 19 του αριθ, 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Για να είναι όμως ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρονται ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης με πληρότητα και σαφήνεια, σε τί συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, ποιά δηλαδή στοιχεία αναγκαία για την επάρκειά τους λείπει και σε τί συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών και από ποιά αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτει.
Τέλος η αοριστία του λόγου αναίρεσης δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΑΠ 425/2019, ΑΠ 1572/2018, ΑΠ 205/2015, ΑΠ 121/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.10 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο με το να δεχθεί, ότι η μοτοσυκλέτα που αυτός οδηγούσε επέπεσε με το εμπρόσθιο μέρος αυτής "... στο πλαϊνό αριστερό μέρος του αντιθέτως κινούμενου αυτοκινήτου στο ύψος της κολώνας του οδηγού και του αριστερού μέρους του ανεμοθώρακα...." και να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα, ότι δήθεν η μοτοσυκλέτα εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και δήθεν εμβόλισε το κανονικά κινούμενο αυτοκίνητο, δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, διότι, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων από την έκθεση αυτοψίας, τις φωτογραφίες της ποινικής δικογραφίας κατά την προανάκριση, από την από 1-6-2012 τεχνική έκθεση πραγματογνωμοσύνης του τεχνικού συμβούλου του αναιρεσιβλήτου ΝΠΙΔ και από την δικαστική ομολογία των υποχρέων (πλευρά του αυτοκινήτου) αποδείχθηκε, ότι η σύγκρουση ήταν μετωπική, αλλά έκκεντρη και ότι το αυτοκίνητο ήταν εκείνο, που εισήλθε στο ρεύμα πορείας της μοτοσυκλέτας, που ο αναιρεσείων οδηγούσε κανονικά.
Με τον συναφή 2ο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ ΚΠολΔ με την αιτίαση, ότι το Εφετείο κατέληξε στην κρίση του για το κρίσιμο ζήτημα της αποκλειστικής δήθεν υπαιτιότητας του αναιρεσείοντα στην πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος και τον εξαιτίας αυτού σοβαρό τραυματισμό του, χωρίς να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι έλαβε υπόψη του 1) την από 20-7-2011 έκθεση αυτοψίας της Τροχαίας Χανίων Κρήτης στην οποία ο συντάκτης της αναφέρει, ότι το ζημιογόνο αυτοκίνητο φέρει ζημίες "αριστερά μπροστά" και όχι δήθεν "στο πλαϊνό αριστερό μέρος" όπως εσφαλμένα δέχθηκε το Εφετείο. 2) το συνημμένο στην έκθεση αυτοψίας από 20-7-2011 σχεδιάγραμμα του τόπου του ατυχήματος, στο οποίο αποτυπώνεται, ότι τα ίχνη και όλα τα ευρήματα από την σύγκρουση (όπως χαραγές, αίμα, πλαστικά εξαρτήματα, λάδια και νερά από τη μοτοσυκλέτα) εντοπίζονται επί του οδοστρώματος και εντός του ρεύματος κυκλοφορίας της μοτοσυκλέτας, όπως επίσης και η θέση του σώματος του αναιρεσείοντα μετά την πτώση του από τη μοτοσυκλέτα, το οποίο αποτυπώνεται εντός του ρεύματος κυκλοφορίας της μοτοσυκλέτας και 3) τις 17 φωτογραφίες της ποινικής δικογραφίας, που ήταν ουσιώδη αποδεικτικά μέσα και είχαν προσκομιστεί με νόμιμη επίκληση για την απόδειξη του κρισίμου ζητήματος της αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού του αυτοκινήτου, τα οποία κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, εάν είχε λάβει υπόψη του το Εφετείο θα κατέληγε στο εντελώς αντίθετο πόρισμα, ότι δηλαδή το αυτοκίνητο ήταν εκείνο που είχε εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, όπου κανονικά εκινείτο με τη μοτοσυκλέτα του ο αναιρεσείων.
Με τον 3ο επικουρικό αναιρετικό λόγο, που είναι συναφής προς τον προηγούμενο 2ο αναιρετικό λόγο, για την περίπτωση που ήθελε γίνει δεκτό, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τις 17 φωτογραφίες της ποινικής δικογραφίας, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των 17 φωτογραφιών, τις οποίες εσφαλμένα ανέγνωσε, οι οποίες, όπως υποστηρίζει, ο αναιρεσείων αποτυπώνουν α) ότι η επίδικη σύγκρουση υπήρξε μετωπική, αλλά έκκεντρη, διότι έχει συνθλιβεί το εμπρόσθιο αριστερό φανάρι - φλας του αυτοκινήτου.
β) ότι το σώμα του αναιρεσείοντα εκσφενδονίστηκε κάθετα στο αριστερό μέρος του ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου και ότι στη συνέχεια άφησε ίχνη στην οροφή και στο καπώ του αυτοκινήτου, για να καταλήξει στο οδόστρωμα, εντός του ρεύματος πορείας της μοτοσυκλέτας, εφαπτόμενο (το σώμα) σχεδόν της οριογραμμής του οδοστρώματος στην πορεία της μοτοσυκλέτας.
Γ) ότι η βλάβη στο εμπρόσθιο αριστερό φτερό του αυτοκινήτου οφείλεται στην σύνθλιψη αυτού προς τα πίσω. δ) ότι η κολώνα του οδηγού είναι άθικτη και ε) ότι επί του εμπροσθίου προφυλακτήρα του αυτοκινήτου υπάρχουν εμφανή ίχνη του τροχού της μοτοσυκλέτας και αποδεικνύουν, ότι το αυτοκίνητο είχε εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα πορείας και ότι συνεπώς, κατά την άποψη του αναιρεσείοντα, το εφετείο είχε αναγνώσει εσφαλμένα το περιεχόμενο των ανωτέρω εγγράφων -φωτογραφιών ως προς το κρίσιμο ζήτημα της κατάγνωσης σε βάρος του αποκλειστικής υπαιτιότητας στην πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος.
Με τον 4ο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του Α) την δικαστική ομολογία των υποχρέων- εναγομένων (πλευρά του αυτοκινήτου) ως προς τις συνθήκες τέλεσης της σύγκρουσης και την υπαιτιότητα του οδηγού του αυτοκινήτου, που εμπεριέχεται στις από 7-6-2012 έγγραφες προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία (δικαστική ομολογία) η σύγκρουση ήταν μετωπική -έκκεντρη, ότι το αρχικό σημείο της σύγκρουσης ήταν για τη μοτοσυκλέτα το εμπρόσθιο τμήμα αυτής και για το αυτοκίνητο ο προφυλακτήρας του και το εμπρόσθιο αριστερό φανάρι-φλας, ότι η βλάβη στο φτερό του αυτοκινήτου προκλήθηκε εκ των υστέρων από τη σύνθλιψή του εμπρόσθιου αριστερού φτερού προς τα πίσω, λόγω της στρέβλωσης προς τα έξω του εμπρόσθιου αριστερού τροχού του και Β) την έκθεση αυτοψίας και το συνημμένο σ' αυτήν σχεδιάγραμμα, που αποτελούν δημόσια έγγραφα, κατ' αρ.438 ΚΠολΔ και αποτελούν πλήρη απόδειξη για όσα βεβαιώνονται στα έγγραφα αυτά, ότι έγιναν από το συντάκτη τους, σύμφωνα με όσα αναλυτικά επίσης ο αναιρεσείων αναφέρει και έχουν εκτεθεί στον συναφή 2ο αναιρετικό λόγο με στοιχείο 1 και 2 αντίστοιχα και ότι, όπως υποστηρίζει, ο αναιρεσείων, το Εφετείο με το να μη λάβει υπόψη του τα ανωτέρω υπό στοιχείο Α και Β αποδεικτικά μέσα, που έχουν αυξημένη αποδεικτική δύναμη κατ' αρθρ. 339,352 και 438-440 ΚΠολΔ, κατά παράβαση των ορισμών του νόμου σχετικά με την αποδεικτική τους δύναμη, κατήχθη στο εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα, ότι το τροχαίο ατύχημα προκλήθηκε δήθεν από την αποκλειστική υπαιτιότητα του αναιρεσείοντα -μοτοσυκλετιστή.
Τέλος, με τον 5ο, επίσης συναφή προς όλους τους προηγούμενους αναιρετικούς λόγους, λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 σε συνδ. 297-298 ΑΚ και αυτές σε συνδ.
με τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1 έως 3, 16 παρ. 7 και 20 παρ. 1 του Ν. 2696/1999- ΚΟΚ, οι οποίες, σημειωτέον, αν και δεν μνημονεύονται αριθμητικά στο αναιρετήριο, το πραγματικό τους προκύπτει από το όλο περιεχόμενο αυτού και κατά τούτο ο ερευνώμενος λόγος αναίρεσης κρίνεται αρκούντως ορισμένος και παραδεκτός (ΑΠ 146/2018, ΑΠ 200/2018), τις οποίες, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε, διότι διέλαβε ελλιπή και αντιφατική αιτιολογία και έτσι δεν είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, εάν υπήχθησαν ορθά ή όχι τα αποδειχθέντα περιστατικά στο πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων.
Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντα, η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε αντιφατική αιτιολογία και εν μέρει ανεπαρκή, ως προς τις συνθήκες τέλεσης του τροχαίου ατυχήματος και τη συμπεριφορά των εμπλακέντων σ' αυτό οδηγών και ειδικότερα Α) ως προς τη θέση του αυτοκινήτου κατά τη στιγμή της σύγκρουσης, διότι, ενώ δέχθηκε ότι η μοτοσυκλέτα δήθεν με αυξημένη ταχύτητα εμβόλισε το αυτοκίνητο στην αριστερή πλευρά, εντούτοις με εντελώς αντίθετη αιτιολογία δέχθηκε, ότι το αυτοκίνητο έλαβε ελαφριά κλίση προς τα αριστερά και κατέλαβε το κέντρο περίπου του οδοστρώματος και συγχρόνως, αναιρώντας την προηγούμενη αιτιολογία, δέχθηκε ότι το αυτοκίνητο αποτυπώνεται στο σχεδιάγραμμα ως ευρισκόμενο στο τμήμα του οδοστρώματος, που προοριζόταν για τη μοτοσυκλέτα.
Β) διέλαβε ανεπαρκή αιτιολογία, διότι δέχθηκε ότι η μοτοσυκλέτα εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, όπου δήθεν εκινείτο κανονικά το αυτοκίνητο, χωρίς όμως να διευκρινίζει, εάν υπάρχουν ευρήματα στο οδόστρωμα προερχόμενα από τη σύγκρουση και σε ποιο ρεύμα πορείας αυτού έχουν βρεθεί. Γ) δεν διέλαβε καθόλου αιτιολογία για τη θέση του σώματος του αναιρεσείοντα στο οδόστρωμα, ζητήματα που ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στη δίκη ως προς τις συνθήκες της σύγκρουσης και την συμπεριφορά των οδηγών και έτσι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Περαιτέρω, από την επιτρεπτή (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο ως προς τις συνθήκες τέλεσης του τροχαίου ατυχήματος και την συμπεριφορά των εμπλακέντων σ'αυτό οδηγών, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού (άρθρο 561 αρ. 1 ΚΠολΔ) τα ακόλουθα : "στις 20.07.2011 και ώρα 14:30 περίπου, ο πρώτος εναγόμενος οδηγώντας το υπ' αριθ.
κυκλ….. ΙΧΕ αυτοκίνητο της κυριότητας της δεύτερης εναγομένης (εταιρίας εκμίσθωσης αυτοκινήτων), το οποίο ήταν ασφαλισμένο κατά το χρόνο εκείνο για την προς τρίτους αστική τους ευθύνη από την κυκλοφορία του στην τρίτη εναγομένη, η οποία υποκαταστάθηκε νόμιμα από το Ε.Κ. λόγω ανάκλησης της αδείας της, εκινείτο στο ύψος του 1ου χλμ.
της επαρχιακής οδού Μουρίου-Ασπρουλιάνου του Δήμου Αποκορώνου Χανίων Κρήτης, οδού διπλής κατεύθυνσης κυκλοφορίας συνολικού πλάτους 5,40 m., με φορά από Μουρί προς Ασπρουλιάνο, με μικρή ταχύτητα (σημαντικά μικρότερη απ' αυτήν των 90 km/h που προβλέπεται από τον ΚΟΚ, ελλείψει πινακίδων ορισμού του ορίου ταχύτητας) και στο προορισμένο για τη φορά του τμήμα του οδοστρώματος.
Όταν αυτός έφθασε σε σημείο της οδού όπου υπάρχει αριστερή καμπή και ανωφέρεια κατά τη φορά του, ο ενάγων, οδηγώντας την υπ' αριθ. κυκλ. … δίκυκλη μοτοσυκλέττα της κυριότητάς του και κινούμενος στην ίδια ως άνω οδό, στο ίδιο ύψος αυτής αλλά με φορά από Ασπρουλιάνο προς Μουρί, επέπεσε με το μπροστινό μέρος της μοτοσυκλέττας του στο πλαϊνό αριστερό μέρος του αντιθέτως κινούμενου αυτοκινήτου, στο ύψος της κολώνας του οδηγού και του αριστερού μέρους του ανεμοθώρακα (παρ μπριζ), με συνέπεια τα μεν οχήματα να υποστούν υλικές ζημιές, ο δε ενάγων να υποστεί σοβαρό τραυματισμό.
Αποκλειστικά υπαίτιος για τη σύγκρουση αυτή και τη συνεπεία αυτής σωματική βλάβη και υλική ζημία του κρίνεται ο ίδιος ο ενάγων, ενώ τον πρώτο εναγόμενο δεν βαρύνει καμμιά υπαιτιότητα. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, πλησιάζοντας στο σημείο της σύγκρουσης, αύξησε αιφνίδια την ταχύτητα της μοτοσυκλέττας του, στην οποία, λόγω της δεξιάς ως προς αυτόν καμπής της οδού και της κατωφέρειας του οδοστρώματος, αναπτύχθηκε φυγόκεντρη δύναμη, που εξέτρεψε την πορεία της προς τα αριστερά του και προκάλεσε τη σύγκρουσή της με το κανονικά κινούμενο αυτοκίνητο.
Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι ο πρώτος εναγόμενος είχε εισέλθει στο δικό του ρεύμα κυκλοφορίας, πράγμα που αιτιωδώς κατ' αυτόν προκάλεσε τη σύγκρουση, πλην όμως τούτο δεν αποδεικνύεται από κανένα αποδεικτικό μέσο. Αντίθετα, η κρίση του Δικαστηρίου ενισχύεται και απ' αυτά καθεαυτά τα σημεία σύγκρουσης των δύο οχημάτων (μπροστινό μέρος της μοτοσυκλέττας με πλαϊνό αριστερό μέρος του αυτοκινήτου), δεδομένου ότι αν ο ισχυρισμός του ενάγοντος ήταν βάσιμος, το αυτοκίνητο θα είχε επιπέσει με το μπροστινό μέρος του στο αριστερό τμήμα της μοτοσυκλέττας.
Το γεγονός δε ότι το αυτοκίνητο αποτυπώνεται στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα που επισυνάπτεται στην έκθεση αυτοψίας και στις προσκομισθείσες φωτογραφίες ως ευρισκόμενο στο τμήμα του οδοστρώματος που προοριζόταν για τη μοτοσυκλέττα οφείλεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, αφενός στο ότι λόγω της σφοδρότητας της σύγκρουσης αυτό έλαβε ελαφρά κλίση προς τα αριστερά του και κατέλαβε το κέντρο περίπου του οδοστρώματος και αφετέρου στο ότι πίσω απ' αυτό ανέμεναν να διέλθουν μεταξύ άλλων οχημάτων, δύο τουριστικά αρθρωτά οχήματα (τραινάκια) και κάποιοι από τους παρευρισκόμενους στον τόπο του ατυχήματος ώθησαν αυτό προς τα αριστερά σε σχέση με τη φορά του, για να απελευθερώσουν το δεξιό τμήμα του οδοστρώματος και να συνεχίσουν την πορεία τους.
Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με ουσιωδώς όμοια αιτιολογία δέχθηκε τα ίδια ως αποδειχθέντα σχετικά με την αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου στην πρόκληση της σύγκρουσης, δεν έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων και επομένως ο περί του αντιθέτου (περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του A. P.) μοναδικός λόγος έφεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος...".
Με τις ανωτέρω παραδοχές του το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί της αποκλειστικής υπαιτιότητας του αναιρεσείοντα- παθόντα στην πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος, διέλαβε αντιφατικές και εν μέρει ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες ως προς τις συνθήκες τέλεσης του ατυχήματος και τη συμπεριφορά των εμπλακέντων σ' αυτό οδηγών, οι οποίες δεν στηρίζουν το διατακτικό της απόφασής του, την οποία επομένως στέρησε από νόμιμη βάση.
Πιο συγκεκριμένα, το Εφετείο διέλαβε Α) αντιφατικές και εν μέρει ασαφείς αιτιολογίες ως προς τη θέση των οχημάτων πριν και μετά την σύγκρουση, διότι ενώ δέχεται ότι η μοτοσυκλέτα, που οδηγούσε ο αναιρεσείων αύξησε αιφνίδια την ταχύτητά της λόγω της φυγόκεντρης δύναμης, που αναπτύχθηκε ενόψει της δεξιάς καμπής της οδού με κατωφέρεια, που είχε στην πορεία της, ότι η μοτοσυκλέτα εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα, δηλαδή στο ρεύμα πορείας του αυτοκινήτου και ότι με το εμπρόσθιο μέρος αυτής επέπεσε στο πλαϊνό αριστερό μέρος του αυτοκινήτου, στο ύψος της κολώνας και του ανεμοθώρακα αυτού, εντούτοις εντελώς αντιφατικά δέχεται ότι, σύμφωνα με το σχεδιάγραμμα της Τροχαίας, η θέση του αυτοκινήτου αποτυπώνεται στο ρεύμα πορείας της μοτοσυκλέτας και αιτιολογεί την θέση αυτή λόγω της σφοδρότητας της σύγκρουσης, αν και σύμφωνα με τους κανόνες της φυσικής επιστήμης, εφόσον το αυτοκίνητο είχε κτυπηθεί στο αριστερό πλαϊνό μέρος αυτού, κατά τις παραδοχές, θα έπρεπε να μετακινηθεί προς τα δεξιά και όχι προς τα αριστερά.
Β) επίσης, ενώ δέχεται ότι το αυτοκίνητο σύμφωνα με το σχεδιάγραμμα της Τροχαίας αποτυπώνεται ότι βρίσκεται στο τμήμα του οδοστρώματος, που προοριζόταν για τη μοτοσυκλέτα, δηλαδή στο ρεύμα πορείας του αναιρεσείοντα, σε άλλο σημείο της απόφασης εντελώς αντιφατικά δέχτηκε, ότι το αυτοκίνητο κατέλαβε το κέντρο περίπου του οδοστρώματος αλληλοαναιρώντας την προηγούμενη αιτιολογία της απόφασής του.
Γ) εκτός τούτων διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς τις συνθήκες της σύγκρουσης και ειδικότερα, δεν διευκρινίζει πόση απόσταση μεσολαβούσε μεταξύ των δύο οχημάτων, όταν κατ' αντικειμενική κρίση του μέσου επιμελούς οδηγού, κάθε εμπλεκόμενος στο ένδικο ατύχημα οδηγός μπορούσε να αντιληφθεί τον άλλο, ώστε να διαπιστωθεί, εάν θα μπορούσε να εκτελέσει αποφευκτικό ελιγμό ή τροχοπέδηση, για να αποφύγει την σύγκρουση ή τις συνέπειές της, με δεδομένο ότι ο αναιρεσείων κατέπεσε στο οδόστρωμα και τραυματίστηκε πολύ σοβαρά, σύμφωνα με το σχεδιάγραμμα, την έκθεση αυτοψίας και τις εκθέσεις δικαστικής ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, τα οποία έγγραφα, προκειμένου αναιρετικού λόγου εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, επισκοπούνται επιτρεπτά κατ' αρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ.
Δ) Επίσης, το Εφετείο δεν διέλαβε καθόλου αιτιολογία για τα ίχνη και τα ευρήματα της σύγκρουσης και ειδικότερα, σε ποιο σημείο του οδοστρώματος εντοπίζονται αυτά, ζήτημα ουσιώδες για την διαπίστωση του σημείου της σύγκρουσης, δηλαδή εάν αυτά εντοπίζονται στο ρεύμα πορείας του αυτοκινήτου ή της μοτοσυκλέτας, με δεδομένο, ότι από την επιτρεπτή επίσης επισκόπηση του σχεδιαγράμματος, προκύπτει ότι στο οδόστρωμα και στο ρεύμα πορείας, όπου εκινείτο η μοτοσυκλέτα, αποτυπώνονται χαραγές, ίχνη αίματος, λάδια και νερά προερχόμενα από τη μοτοσυκλέτα και αποσπώμενα πλαστικά εξαρτήματα αμφοτέρων των οχημάτων.
Τέλος, Ε) δεν διέλαβε καμιά αιτιολογία για τη θέση του σώματος του αναιρεσείοντα, ο οποίος κατέπεσε στο οδόστρωμα μετά την σύγκρουση και ήλθε σε επαφή με το αυτοκίνητο, διότι κατέλιπε ίχνη αίματος πάνω σ’ αυτό, σύμφωνα με την σημείωση 12 της έκθεσης αυτοψίας, που επίσης επιτρεπτά επισκοπείται (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), ζήτημα ουσιώδες για τις συνθήκες της σύγκρουσης και σε ποιο ρεύμα εντοπίζεται το σημείο της αρχικής επαφής των δύο εμπλεκομένων οχημάτων.
Όλες οι ανωτέρω αντιφατικές, ασαφείς και εν μέρει ανεπαρκείς αιτιολογίες δημιουργούν αμφιβολία για την ορθή υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 914 σε συνδ. 297-298 ΑΚ και αυτές σε συνδ. με τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ.1, 19 παρ. 1 έως 3, 16 παρ. 7 και 20 παρ. 1 του Ν. 2696/1999- ΚΟΚ, που η προσβαλλόμενη απόφαση εφάρμοσε, για να καταγνώσει στον αναιρεσείοντα παθόντα αποκλειστική υπαιτιότητα στην πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος και στις συνέπειες του τραυματισμού του και έτσι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, κατά ουσιαστική παραδοχή του 5ου αναιρετικού λόγου εκ του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ο οποίος θα ερευνηθεί αρχικά, διότι ο Άρειος Πάγος δεν δεσμεύεται από τη σειρά των αναιρετικών λόγων, που καθορίζουν οι διάδικοι (ΑΠ 91/2019, ΑΠ 147/2018, ΑΠ 1446/2018).Κατόπιν αυτών πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Εξάλλου, με δεδομένο ότι η αναιρετική εμβέλεια του κατά τα ανωτέρω γενόμενου δεκτού 5ου αναιρετικού λόγου οδηγεί στην παραδοχή της αναίρεσης, καθίσταται πλέον αλυσιτελής, άλλως παρέλκει η εξέταση των λοιπών συναφών αναιρετικών λόγων, που επίσης αποβλέπουν στην αποδοχή της αναίρεσης και πλήττουν το ίδιο κεφάλαιο της υπαιτιότητας στην πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος και ειδικότερα, του 1ου αναιρετικού λόγου εκ του άρθρου 559 αρ.10 ΚΠολΔ, του 2ου εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περ.
γ ΚΠολΔ, του 3ου εκ του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ και του 4ου λόγου εκ του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί προηγουμένως αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις των ανωτέρω συναφών αναιρετικών λόγων περί των συνθηκών της σύγκρουσης και της συμπεριφοράς των εμπλακέντων στο ατύχημα οδηγών. Συμπερασματικά κατόπιν όλων αυτών, πρέπει, κατά το άρθρο 580 αρ. 3 ΚΠολΔ, να παραπεμφθεί η υπόθεση ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση συγκροτούμενο από άλλον Δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, προκειμένου να ερευνηθεί περαιτέρω κατά το αναιρεθέν μέρος αυτής, να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου, που αυτός κατέθεσε για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 περ.
Βδ ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί το 3ο αναιρεσίβλητο, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντα, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτού, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς τον 1ο αναιρεσίβλητο.
Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης ως προς τους λοιπούς διαδίκους.
Απορρίπτει ως απαράδεκτη την από 29-5-2018 (αρ. κατ. 443/2018) αίτηση αναίρεσης (ως δικόγραφο) ως προς τη 2η αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία.
Αναιρεί την υπ' αρ. 2438/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α ΚΠολΔ) ως προς το 3ο αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΑΣΤΙΚΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ".
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση κατά το αναιρεθέν μέρος αυτής στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση συγκροτούμενο από άλλον Δικαστή.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου που ο αναιρεσείων κατέθεσε για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.
Και
Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντα σε βάρος του 3ου αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Απριλίου 2021.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουλίου 2021.
H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ