Supreme Court dismisses appeal against labor court judgment regarding pension age and employer fault findings.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Piraeus Court of Appeal's judgment in a labor dispute involving multiple co-owners. The appellant argued the lower court failed to consider specific documentary evidence and incorrectly accepted an employer's admission regarding her mandatory retirement age. The court ruled that the appellate court had indeed examined all submitted documents and that the retirement age was a legal matter, not a factual one requiring proof.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 335, 338, 339, 341, 346 of the Code of Civil Procedure; Article 559 of the Code of Civil Procedure: The appellate court is bound to consider evidence submitted by parties, and arguments claiming failure to consider such evidence are unfounded if the record shows the evidence was reviewed.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertVerwandte Entscheide
KI-generiertVolltext
Απόφαση 973 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 973/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ..., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γρηγόριο Μεντή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα ως συνιδιοκτήτρια κατά ποσοστό 621 χιλιοστών του μεγάρου στον ...επί της οδού ..... 2)...ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ που εδρεύει στον ..., όπως αυτή νόμιμα εκπροσωπείται, ως συνιδιοκτήτρια με ποσοστό 32 χιλιοστά επί του ως άνω ακινήτου. 3)...
κατοίκου ...ως συνιδιοκτήτη με ποσοστό 31 χιλιοστά επί του ως άνω ακινήτου. 4)Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία ΝΑΒΕΓΚΑΝΤΟΡΑ Α.Ε. που εδρεύει στον Πειραιά, όπως αυτή νόμιμα εκπροσωπείται, ως συνιδιοκτήτρια με ποσοστό 62 χιλιοστά επί του ως άνω ακινήτου. 5)Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία ΗΝΩΜΕΝΗ ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε, που εδρεύει στον Πειραιά, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, ως συνιδιοκτήτρια με ποσοστό 60 χιλιοστά επί του ως άνω ακινήτου. 6)Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία CARRAS HELLAS S.A που εδρεύει στην Μονρόβια Λιβερίας και είναι νόμιμα εγκατεστημένη στον Πειραιά, όπως αυτή νόμιμα εκπροσωπείται ως συνιδιοκτήτρια με ποσοστό 58 χιλιοστά επί του ως άνω ακινήτου. 7)Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία ΕΤΑΙΡΙΑ ΚΤΗΜΑΤΙΚΩΝ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΩΝ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ Α.Ε που εδρεύει στον Πειραιά, όπως αυτή νόμιμα εκπροσωπείται, ως συνιδιοκτήτρια με ποσοστό 56 χιλιοστά επί του ως άνω ακινήτου. 8)...
κατοίκου ..., ως συνιδιοκτήτη με ποσοστό 40 χιλιοστά επί του ως άνω ακινήτου. 9)... κατοίκου ..., ως συνιδιοκτήτη με ποσοστό 40 χιλιοστά επί του ως άνω ακινήτου. Η 1η αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Λένη. Οι υπόλοιποι οκτώ (2η, 3ος, 4η, 5η, 6η, 7η, 8ος και 9η) δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-12-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4563/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 644/2003 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 5-12-2003 αίτησή της και τους από 3-3-2008 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας, ανέγνωσε την από 14-3-2008 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αντιπροέδρου Ηλία Γιαννακάκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης, κύριων και προσθέτων. Ο πληρεξούσιος της 1ης αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. ..., ..., ... και ... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Πρωτοδικείου Αθηνών ..., ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με κλήση για συζήτηση αυτής και των προσθέτων λόγων της, κατά την νόμιμα ορισθείσα δικάσιμο της 8-4-2008, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε από το οικείο πινάκιο για την παρούσα δικάσιμο, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στους απολειπομένους δεύτερη έως και ένατο από τους αναιρεσιβλήτους. Πρέπει, επομένως, να συζητηθεί η υπόθεση, σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (άρθρο 576 Κ.Πολ.Δικ.).
Επειδή, από τα άρθρα 669 παρ. 2, 1 Ν. 212|1920, 1 και 5 του Ν. 3198|1955, προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία και, συνεπώς, το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας, για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου.
Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ.
Εξάλλου, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του εργαζομένου, ή όταν γίνεται για οικονομικοτεχνικούς λόγους, δηλαδή για την αναδιοργάνωση της επιχειρήσεως του εργοδότη που καθιστά αναγκαία τη μείωση του προσωπικού, εφόσον οι λόγοι αυτοί είναι προσχηματικοί και υποκρύπτουν πράγματι μίσος, εμπάθεια ή κακοβουλία ή όταν είναι μεν πραγματικοί, αλλά δεν έγινε επιλογή των απολυομένων με αντικειμενικά κριτήρια (υπηρεσιακά ή κοινωνικά).
Δεν συντρέχει, όμως, περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν δεν υπάρχει γι' αυτή κάποια αιτία, αφού, ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι' αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους - που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος - εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη τα εξής: Οι αναιρεσίβλητοι είναι συνιδιοκτήτες της εις ... και επί της οδού... πολυώροφης οικοδομής-μεγάρου και οι μεταξύ τους σχέσεις έχουν ρυθμιστεί με σχετικό Κανονισμό. Το 1991 διαχειριστής του ενδίκου μεγάρου ήταν ο .... Αυτός, την 1-5-1991, με την προαναφερθείσα ιδιότητα του συνήψε για λογαριασμό της συνιδιοκτησίας, ήτοι των αναιρεσιβλήτων, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την αναιρεσείουσα, η οποία ήταν σύζυγος του θυρωρού του μεγάρου, προκειμένου αυτή να απασχοληθεί ως καθαρίστρια του μεγάρου.
Η εργασιακή αυτή σύμβαση λειτούργησε μέχρι την 1-10-2001, που καταγγέλθηκε από τους αναιρεσιβλήτους. Η άσκηση του δικαιώματος αυτού των αναιρεσιβλήτων δεν είναι καταχρηστική, η δε αιτία που την προκάλεσε ήταν η πλημμελής, εκ μέρους της αναιρεσείουσας, άσκηση των καθηκόντων της. Ειδικότερα, ο Δ1, που ήταν διαχειριστής της συνιδιοκτησίας από 10-2-1998 μέχρι 24-7-2001, είχε εκχωρήσει, μεταξύ άλλων, τις σχετικές με τη μισθοδοσία των υπαλλήλων της συνιδιοκτησίας και την εποπτεία της εκτελέσεως της εργασίας τους αρμοδιότητες στο θυρωρό της συνιδιοκτησίας και σύζυγο της αναιρεσείουσας Σ1.
Η συζυγική σχέση με τον εποπτεύοντα την εργασία της είχε ως συνέπεια την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων της, καθόσον αυτή τουλάχιστον κατά το χρόνο της διαχειρίσεως του Δ1 δεν τηρούσε το ωράριο της, ήτοι δεν απασχολιόταν καθημερινά επί 8ωρο, μολονότι το κτίριο της συνιδιοκτησίας είναι μεγάλο και η καθαριότητα του απαιτούσε τέτοια απασχόληση, για την οποία άλλωστε ήταν υποχρεωμένη και λάμβανε τις υψηλές αποδοχές των 468000 δραχμών από του Ιουλίου του 2000, πράγμα για το οποίο είχε φροντίσει ο σύζυγος της, στον οποίο κατά τα προαναφερθέντα είχε εκχωρηθεί από το διαχειριστή η έκδοση της μισθοδοσίας.
Αυτή με την ανοχή του συζύγου της πολλές φορές απουσίαζε αδικαιολόγητα από την εργασία της, όπως έγινε το δεύτερο 15ήμερο του Ιουλίου του 2001, ενώ όταν εργαζόταν περιοριζόταν στον καθαρισμό των διαδρόμων και της σκάλας και γενικά των εμφανών χώρων του κτιρίου, ενώ τα τζάμια των δύο εισόδων του κτιρίου σπάνια καθάριζε, με αποτέλεσμα τούτο να εμφανίζει εικόνα ανεπίτρεπτη.
Σε σχετικές παρατηρήσεις του νέου διαχειριστή που της έγιναν στις αρχές Αυγούστου, που επέστρεψε στην εργασία της, ισχυριζόμενη ότι το προηγούμενο 15ήμερο είχε την άδεια της, πράγμα το οποίο δεν αποδείχθηκε, αντέδρασε με τη λήψη αναρρωτικής άδειας, πράγμα το οποίο ανάγκασε το διαχειριστή να προσλάβει από 8-8-2001 άλλη καθαρίστρια, την ...., της οποίας η απόδοση ως προς την εκτέλεση των καθηκόντων της, ήτοι του καθαρισμού του κτιρίου, ήταν τόσο εμφανής, που η Γενική Συνέλευση της ιδιοκτησίας της 20-9-2001 ενέκρινε την πρόσληψη της και αποφάσισε την απόλυση της αναιρεσείουσας, μολονότι η απόλυση αυτή η συνιδιοκτησία επιβαρυνόταν με την καταβολή της πλήρους αποζημίωσης του ν. 2112/1921, ενώ αν η αναιρεσείουσα απολυόταν μετά από 2 έτη, που θα συμπλήρωνε τα 55 της χρόνια και θα εδικαιούτο συνταξιοδοτήσεως, (γιατί θα διέθετε τις προς τούτο προϋποθέσεις των 4600 εργασίμων ημερών και των απαιτουμένων 3600 βαρέων ενσήμων), θα έπαιρνε το ήμισυ της αποζημίωσης αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 8 του ν. 3198/1955.
Η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η απόλυση της προκλήθηκε από εμπάθεια στο πρόσωπο της, λόγω της αντιδικίας που είχε δημιουργηθεί μεταξύ του νέου διαχειριστή και του συζύγου της, καθώς και του προγονού της. Είναι αλήθεια ότι η αντιδικία αυτή υφίστατο, ενόψει διαφόρων περιστατικών που είχαν προκύψει από την προηγούμενη διαχείριση, η οποία (αντιδικία) είχε δημιουργήσει κλίμα δυσπιστίας στις σχέσεις της αναιρεσείουσας με τον εκπροσωπούντα τους αναιρεσίβλητους διαχειριστή της συνιδιοκτησίας, πλην όμως η αιτία που προκάλεσε την απόλυση δεν ήταν η δυσπιστία αυτή, καθόσον δεν είχε φθάσει σε σημείο που να αποκλείει τη συνεργασία, αλλά στην για μικρό διάστημα πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων της αναιρεσείουσας, η οποία ακόμη αρνήθηκε να συμμορφωθεί σε υπόδειξη του διαχειριστή για καλύτερη εκτέλεση της εργασίας της, επικαλούμενη ότι έχει αποφασισθεί η απόλυση της.
Ενόψει τούτων, κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, που διέπουν τις σχέσεις εργαζομένου- εργοδότη, δεν μπορούσε να συνεχισθεί η ένδικη εργασιακή σχέση και η καταγγελία της είναι εντός των ορίων της καλόπιστης και χρηστής άσκησης του εργοδοτικού δικαιώματος της καταγγελίας της εργασιακής συμβάσεως.
Ακόμη η καλόπιστη άσκηση του δικαιώματος δεν υποχρέωνε τους αναιρεσιβλήτους να δέχονται την πλημμελή άσκηση των καθηκόντων της αναιρεσείουσας για δύο ακόμη χρόνια, εωσότου αυτή συνταξιοδοτηθεί, όταν μάλιστα, όπως προαναφέρθηκε, αυτοί θα είχαν οικονομική ωφέλεια αφού θα της κατέβαλαν τη μισή αποζημίωση από την αποζημίωση που της κατέβαλαν κατά την ένδικη απόλυση.
Με βάση τις παραδοχές αυτές του Εφετείου απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση η αγωγή της αναιρεσείουσας για αναγνώριση της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας και πληρωμή μισθών υπερημερίας. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, αφού διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου, η καταγγελία της συμβάσεως της αναιρεσείουσας δεν είναι καταχρηστική.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως καθώς και ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το άλλο σκέλος του, από τον αριθμό 8 του ίδιου άρθρου, με τον οποίο προβάλλεται ότι, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, που αυτή πρόβαλε για να στηρίξει την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων (λόγοι αντεκδίκησης, απόλυση ένα χρόνο πριν τη συνταξιοδότηση κλπ), είναι επίσης αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί το Εφετείο έλαβε υπόψη όλους τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας και τους απέρριψε ως αβάσιμους.
Επειδή, σύμφωνα με τα άρθρα 62, 64 παρ. 2, 339, 409 παρ. 1 και 2, 410 παρ.3 και 415 έως 420 Κ.Πολ.Δ και 61, 65 67 και 70 ΑΚ δεν μπορεί να είναι μάρτυρας, αφού δεν είναι τρίτος, ο νόμιμος εκπρόσωπος διαδίκου νομικού προσώπου ή το μέλος της διοίκησης του, όχι όμως και ο εκπρόσωπος των συνιδιοκτητών πολυώροφης οικοδομής, που αποτελούν ένωση προσώπων (άρθρα 4, 5 ν. 3741/1929 και 62 Κ.Πολ.Δ.) προς επιδίωξη σκοπού, χωρίς νομική προσωπικότητα και ο διευθυντής των υπηρεσιών του διαδίκου και υπεύθυνος των οικονομικών θεμάτων του. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το ένα σκέλος του, από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται ότι, το Εφετείο έλαβε παρά το νόμο υπόψη ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα την κατάθεση στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου του διαχειριστή και νομίμου εκπροσώπου της συνιδιοκτησίας των αναιρεσιβλήτων Ρ1 και του διευθυντή και υπευθύνου των οικονομικών θεμάτων στην Ελλάδα της δεύτερης αναιρεσίβλητης, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Επειδή, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ.11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 Κ.Πολ.Δ.
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που προσκόμισε η αναιρεσείουσα με επίκληση και συγκεκριμένα την ένορκη βεβαίωση των μαρτύρων της .... και ..., το 24 πρακτικό της Γενικής Συνέλευσης των Συνιδιοκτητών, δελτίο συμβάντων του AT ...
της 27-9-2001, μήνυση Σ1 και Ρ1, την 6223/2002 καταδικαστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, δελτίο εργατικής διαφοράς ...Σ2 και της Συνιδιοκτησίας του μεγάρου ..., δελτίο εργατικής διαφοράς της ... Σ1 και της ίδιας Συνιδιοκτησίας, κατηγορητήριο κατά Ρ1 και Δ1 από Επιθεώρηση Εργασίας με στοιχεία ..., βεβαίωση Υπουργείου Εργασίας, απάντηση ΙΚΑ για καταγγελία Σ2, αγωγή Σ2 και πρακτικό 24 της Συνέλευσης των Συνιδιοκτητών της 20-9-2001.
Από τη ρητή βεβαίωση, όμως, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι, λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο οι δύο παραπάνω ένορκες βεβαιώσεις, ενώ από τη βεβαίωση, που περιέχεται στην ίδια απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενο της δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι, το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα παραπάνω υπόλοιπα έγγραφα και επομένως και ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Ο χρόνος συνταξιοδότησης της αναιρεσείουσας εξαρτάται από τις ισχύουσες διατάξεις νόμου και δεν αποτελεί πραγματικό περιστατικό ουσιώδες για τη διάγνωση της διαφοράς και δεκτικό ομολογίας και επομένως, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το άλλο σκέλος του, από την ίδια διάταξη, με τον οποίο προβάλλεται ότι, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τη δικαστική ομολογία των αναιρεσιβλήτων ότι, η αναιρεσείουσα έπρεπε να συνταξιοδοτηθεί στο 55ο έτος της ηλικίας της, βασίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι απορριπτέος.
Τέλος, το Εφετείο δέχθηκε ότι, η αναιρεσείουσα εκτελούσε πλημμελώς τα καθήκοντα της με βάση τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία και επομένως, ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο δέχθηκε τα παραπάνω χωρίς απόδειξη είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Επειδή, μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της παρισταμένης Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, κατά το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-12-2003 αίτηση αναιρέσεως, με τους προσθέτους επ' αυτής λόγους, της ....κατά της υπ' αριθμ. 644|2003 αποφάσεως τους Εφετείου Πειραιά και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης "Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος", εκ χιλίων διακοσίων (1200) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Μαρτίου 2009.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 28 Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ