Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
973/2006 KI-generiert

Supreme Court allows appeal against lower court ruling on Ottoman land law due to insufficient reasoning.

Geschäftsnummer 973/2006
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Teilweise gutgeheissen (Partially Allowed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court of Greece allowed the public prosecutor's appeal against the Ioannina Court of Appeal's decision regarding Ottoman land ownership. The lower court failed to provide clear reasoning on whether the land was arable or used as a quarry, despite the appellant's long-term possession. Consequently, the Supreme Court found the lower court's judgment legally flawed and remanded the case for retrial by a different panel.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 559(19) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may allow an appeal when the lower court's judgment lacks sufficient reasoning on essential facts regarding land use and ownership under Ottoman law, necessitating a remand for retrial.

Schlagwörter

KI-generiert
Ottoman Land Law Arable Land Status Insufficient Reasoning Remand for Retrial Public Prosecutor Appeal Land Ownership Code of Civil Procedure türkische Staatsangehörige

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 12 of the Law 2298/1995
Article 28(3) of the Law 2779/1998
Article 42 of the Law 2721/1999
Article 78 of the Ottoman Law on Lands of 1856
KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 973 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 973/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 1 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών που εδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Κωνσταντίνο Γεωργάκη Πάρεδρο Ν.Σ.Κ, βάσει δηλώσεως κατ΄ άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: ..., που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-11-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 307/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 146/2004 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 14-10-2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 14-2-2006 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της από 14-10-2004 αίτησης για αναίρεση της 146/2004 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις 2815β΄ και 2816β΄/15-11-2005, αντίστοιχα, εκθέσεις επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ιωαννίνων ..., προκύπτει, ότι κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του πληρεξούσιου δικηγόρου του αναιρεσείοντος, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά τη δικάσιμο της 3-1-2006), όσο και της με αριθμό 225/26-10-2005 πράξης του Προέδρου του Γ΄ Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία ορίστηκε νέα δικάσιμος για την εκδίκαση της πιο πάνω αίτησης αναίρεσης η στην αρχή της παρούσας αναφερομένη (της 1-3-2006), επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο, ο οποίος όπως προκύπτει από το οικείο πινάκιο και από τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δικογραφίας, δεν εμφανίσθηκε κατά την επισπευδόμενη από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο συζήτηση, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε υπέβαλε έγγραφη δήλωση για παράστασή του στο ακροατήριο κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 εδαφ. γ΄ Κ.Πολ.Δ., να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του αναιρεσιβλήτου.

Για το παραδεκτό της από 14-10-2004 αίτησης αναίρεσης του Δημοσίου κατά της 146/2004 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων έχει κατατεθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα αντίγραφο της 1391/2-12-2004 σύμφωνης γνώμης του αρμόδιου τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (άρθρο 12 παρ. παρ. 1, 2 του ν. 2298/1995, όπως αντικαταστάθηκε με τα άρθρα 28 παρ. 3 του ν. 2779/1998 και 42 του ν. 2721/1999.

Κατά το άρθρ. 3 του Οθωμανικού Νόμου «περί Γαιών» της 7 Ραμαζάν 1274, του οποίου οι διατάξεις που ρυθμίζουν τα επί των Γαιών δικαιώματα ιδιωτικής φύσεως διατηρήθηκαν σε ισχύ στην ΄Ηπειρο και τις άλλες Νέες Χώρες κατ΄ άρθρο 2 παρ. 4 του Ν. 147/1914, η κυριότητα των αγρών, αποτελούντων δημόσιες γαίες, ανήκει στο (Οθωμανικό) Δημόσιο, η παραχώρηση δε στους ιδιώτες γίνεται με χορήγηση τίτλου (ταπίου), δια του οποίου παρέχεται σ΄ αυτούς διακαίωμα όχι κυριότητας αλλά διηνεκούς εξουσίασεως (τεσσαρούφ).

Από δε το άρθρο 78 του αυτού Νόμου «περί Γαιών», σε συνδυασμό προς το άρθρο 8 των Οδηγιών περί εγγράφων ταπίων της 7 Σαμπάν 176, προκύπτει ότι για την κτήση του δικαιώματος τούτου εξουσιάσεως αρκεί μόνη η πραγματική κατάσταση της από τον εξουσιάζοντα επί δεκαετία χωρίς δικαιωτική αμφισβήτηση κατοχής και καλλιέργειας των αγρών στους οποίους τούτο αναφέρεται, δίχως να απαιτείται και η επ΄ ονόματι αυτού έκδοση τίτλου (ταπίου).

Κατά δε το άρθρο 54 του αυτού Νόμου «περί Γαιών» το δικαίωμα τούτο εξουσιάσεως μετά το θάνατο ρου εξουσιάζοντος, μεταβαίνει στα τέκνα του (Α.Π. 582/1998). Μετά την απελευθέρωση των Νέων Χωρών ναι μεν, όπως συνάγεται από τις παρ. 2 και 5 του Ν. 79.1913 περί κυρώσεως της μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας Συμβάσεως περί Ειρήνης της 1/14-11-1913, η κυριότητα στους αγρούς ανήκε πλέον όχι στο Τουρκικό Δημόσιο αλλά στο Ελληνικό Δημόσιο δικαιώματι πολέμου (Α.Π. 1239/1996) ωστόσο, ο ΄Ελληνας Νομοθέτης μερίμνησε με τον παρακάτω αναφερόμενο τρόπο, ώστε να περιέλθουν οι προαναφερόμενοι υπό δικαίωμα εξουσιάσεως αγροί κατά κυριότητα στους προμνημονευόμενους εξουσιάζοντες.

΄Ετσι, την ως άνω δια δεκαετούς κατοχής κτήση του δικαιώματος εξουσιάσεως αναγνώρισε τόσο το Διάταγμα 2468/1917 της προσωρινής Κυβερνήσεως Θεσσαλονίκης, που κυρώθηκε με το Ν. 1072/1917 (άρθρ. 2), όσο και ο Ν. 2052/1920 (άρθρ. 50), εφόσον η δεκαετία συμπληρώθηκε μέχρι την 20-5-1917, ενώ, επιπλέον, ορίστηκε με το άρθρο 49 του ίδιου Ν. (2052) ότι εκείνος που έχει το δικαίωμα εξουσιάσεως απαιτάς δικαίωμα πλήρους και αμετάκλητης κυριότητας κατά τα 4/5 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου, το δε Ελληνικό Δημόσιο δικαίωμα συγκυριότητας και συνδιοκατοχής κατά το υπόλοιπο 1/5, το οποίο όμως και τούτο δικαίωμα του Ελληνικού Δημοσίου αυτοδικαίως και άνευ εγγραφής στα βιβλία μεταγραφών, δυνάμει των άρθρων 101-104 του κατ΄ εξουσιοδότηση του άρθρου 2 Ν. 4229/1929 εκδοθέντος Δ της 11/12-11-1929, όπως τροποποιήθηκε με τα άρθρα 18 και 19 του Ν. 1540/1938, περιήλθε στους κατά την έναρξη ισχύος του Διατάγματος τούτου ως άνω συνιδιοκτήτες των 4/5 (Α.Π. 563/1979, 231/1996, 582/1998).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατ΄ ορθή εκτίμησή της, δέχθηκε τα ακόλουθα: Το επίδικο ακίνητο, που, κατά τον τίτλο κτήσης του, δηλαδή το 21.629/26-7-1975 συμβολαιογραφικό πωλητήριο συμβόλαιο, είναι χερσότοπος, έκτασης 4.144 τ.μ., αποτελούσε τμήμα Τσιφλικίου, ήτοι μεγάλου αγροκτήματος, συγκεκριμένα δε του «Τσιφλικιού Μάζιας της περιφέρειας Μαλακασίου» Νομού ..., το οποίο είχε έκταση 4.010 τουρκικών στρεμμάτων.

Το τσιφλίκι αυτό ανήκε στους Τούρκους αδελφούς ... και ..., που πέθαναν το έτος 1907 ο πρώτος και το έτος 1902 ο δεύτερος και οι οποίοι το νέμονταν τουλάχιστον από το έτος 1850. Το έτος 1922 η χήρα του ..., ..., ενεργώντας για λογαριασμό της και υπό την ιδιότητα της επιτρόπου των ανήλικων τέκνων της καθώς και ως πληρεξούσια της θυγατέρας της ..., στους οποίους είχε περιέλθει από κληρονομιά το παραπάνω τσιφλίκι, πώλησε με το υπ'αριθμ. 4552/1922 συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Μιχ.

Κυρκόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα, ολόκληρο το τσιφλίκι αυτό στους 57 επίμορτους καλλιεργητές (μπασταινούχους) της περιοχής. Για την εκποίηση του εν λόγω τσιφλικιού χορηγήθηκε η σχετική άδεια από τον Υπουργό Γεωργίας με τη με αριθμό 69306/1921 απόφασή του. Μεταξύ των αγοραστών και επίμορτων καλλιεργητών (μπασταινούχων) ήταν και ο ..., ο οποίος κατείχε έκτοτε με διάνοια κυρίου και καλή πίστη το πωληθέν σ' αυτόν μείζον ακίνητο, τμήμα του οποίου αποτελεί και το επίδικο ακίνητο, καλλιεργώντας το με κηπευτικά και διατηρώντας εντός αυτού στάβλους και δύο καλύβες, δηλαδή, διενεργούσε γενικά πράξεις διακατοχής που δήλωναν βούληση εξουσίασης, χωρίς να παρακωλυθεί στην άσκησή του από τα όργανα του Δημοσίου, συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι τον θάνατό του, που επισυνέβη το έτος 1951.

Μετά δε από τις αναφερόμενες στην απόφαση διαδοχικές μεταβιβάσεις, ο ενάγων κατέστη κύριος του επίδικου ακινήτου. Δεν αποδείχθηκε δε ο ισχυρισμός του εναγομένου Δημοσίου, ότι το επίδικο είχε ποτέ το χαρακτήρα δάσους, κατά την έννοια του νόμου. Επιπλέον, το Εφετείο, προς ενίσχυση της πιο πάνω εκτίμησής του επί των αποδεικνυόμενων και μη αποδεικνυόμενων πραγματικών γεγονότων, δέχθηκε ότι οι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος στο επίδικο λειτουργούσαν λατομείο από το έτος 1967 και εφεξής για την εξόρυξη πέτρας, για την εκμετάλλευση του οποίου τους χορηγήθηκε η υπ' αριθμ. 445/44/Δ΄20/1967 άδεια λειτουργίας από το Υπουργείο Βιομηχανίας, η οποία ανανεώθηκε για πέντε έτη δηλαδή μέχρι το έτος 1977, με την υπ' αριθ. 21/24-8-1972 απόφαση.

Ακολούθως, το Εφετείο απέρριψε κατ΄ ουσία την έφεση του Δημοσίου και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που, έχοντας απορρίψει την ένσταση ίδιας κυριότητας του τελευταίου στο επίδικο ακίνητο ως ουσιαστικά αβάσιμη, είχε δεχθεί την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή του αντιδίκου του. Με βάση, όμως, τις παραδοχές, ότι το επίδικο ακίνητο αποτελούσε τμήμα του «Τσιφλικίου Μάζιας της περιφέρειας Μαλακασίου» και ανήκε στους απώτερους δικαιοπαρόχους του αναιρεσιβλήτου Τούρκους αδελφούς ...

και ... χωρίς καμιά αναφορά για την έκδοση τίτλου (ταπίου) στο όνομά τους, ότι το εν λόγω ακίνητο, κατά τον τίτλο κτήσης του, είναι χερσότοπος, ότι ο απώτερος δικαιοπάροχος του αναιρεσιβλήτου ... από το έτος 1921 και εφεξής συνεχώς μέχρι τον κατά το έτος 1951 επισυμβάντα θάνατό του καλλιεργούσε το ακίνητο αυτό με κηπευτικά και, τέλος, ότι οι άμεσοι δικαιοπάροχοι του αναιρεσιβλήτου ...

και ... χρησιμοποίησαν το πιο πάνω ακίνητο ως λατομείο για την εξόρυξη πέτρας από το έτος 1967 και εφεξής μέχρι το έτος 1975, οπότε μεταβίβασαν την κυριότητά του στον αναιρεσίβλητο, το Εφετείο διέλαβε ασαφείς και γενικότερα ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή, σε σχέση με τη χρήση, το χαρακτήρα και τη φύση του επίδικου ακινήτου ως καλλιεργήσιμης γης (αγρού), την οποία εξουσίαζαν οι πιο πάνω απώτατοι δικαιοπάροχοι του αναιρεσιβλήτου επί δεκαετία μέχρι τις 20-5-1917, ενόψει και του ότι δεν αναφέρεται στην απόφαση ότι αυτοί διέθεταν ταπίο στο όνομά τους, δηλαδή αποδεικτικό μέσο της πιο πάνω εξουσίασης ή εξουσίαζαν αυτό χωρίς καμία δικαστική αμφισβήτηση.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση εξαιτίας ασαφών και γενικότερα ανεπαρκών αιτιολογιών στο ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημά του κατά πόσο ο επίδικος αγρός, που αρχικά ανήκε στην κυριότητα του Οθωμανικού Δημοσίου, περιήλθε, εξαιτίας της επ΄ αυτού εξουσιάσεως επί συνεχή δεκαετία έως τις 20-5-1917 των δικαιοπαρόχων του ενάγοντος στην κυριότητα εκείνων.

Συνίστανται δε οι ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες στο ότι ναι μεν υφίσταται σ΄ αυτές η παραδοχή ότι, ως προς το διάστημα από το 1850 έως τις 20-5-1917, νεμήθηκαν τον επίδικο αγρό από κοινού και κατ΄ ισομοιρία οι αδελφοί ... και ... από το 1850 έως το θάνατο του πρώτο του 1902, έκτοτε δε μόνος ο δεύτερος έως το θάνατό του το 1907, πλην λείπουν οι κατά νόμο απαραίτητες παραδοχές ότι η αντίστοιχη κατοχή (με διάνοια κυρίου) συνίσταται στην καλλιέργεια του αγρού (με συγκεκριμένα μάλιστα φυτά) είτε από τους ως άνω νομείς είτε από αντιπροσώπους εκείνων στη (με διάνοια κυρίου) κατοχή και αν δεν έλαβε χώρα δικαστική αμφισβήτηση της αντίστοιχης κατοχής και καλλιέργειας.

Το ασαφές δε αυτών των αιτιολογιών επιτείνεται από την παραδοχή ότι το επίδικο ακίνητο χρησιμοποίησαν ορισμένοι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος ως λατομείο, αφού δεν διευκρινίζεται σε εκείνη κατά πόσο η εν λόγω χρήση επιλέχθηκε, διότι συνέφερε οικονομικά ή διότι το επίδικο ήταν ανεπίδεκτο καλλιέργειας, τη δεύτερη δε περίπτωση κατά πόσο και για ποια αιτία η αντίστοιχη αδυναμία καλλιέργειας του επιδίκου δεν αναγόταν και στον προ της υπό συζήτηση χρήσης χρόνο.

Ο δεύτερος επομένως κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο, κατ΄ ορθή εκτίμησή του, αποδίδει το αναιρεσείον στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., γιατί το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 78 του Οθωμανικού νόμου «περί γαιών» της 17ης Ραμαζάν 1274 (1856), πρέπει να γίνει δεκτός ως παραδεκτός και βάσιμος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., στο ίδιο Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές ήτοι εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την από 14-10-2004 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαϊου 2006$.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ