Supreme Court dismisses appeal on land registry correction, ruling application must be an action not a request.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's rejection of a request to correct land registry entries. The applicants sought a correction under Article 6(3) of Law 2664/1998, but the court found the request legally flawed because it targeted both unknown and known owners simultaneously. Consequently, the court held that such a request must be filed as a civil action under Article 6(2a) rather than as a request, leading to the dismissal of the appeal and the rejection of the appeal petition.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 6(2a) and 6(3) of Law 2664/1998; A request for correction of land registry entries involving both unknown and known owners must be filed as a civil action under Article 6(2a), not as a request under Article 6(3).
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertZitierte Rechtsprechung
KI-generiertVolltext
Απόφαση 972 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 972/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη-Εισηγητή, Αγαθή Δερέ, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ελένη Κωστάντη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Τ. του Θ., 2) Σ. Α. του Ν., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Γεωργία Ροδίτη, και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-10-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 31-1-2019 κύρια παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1727/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3030/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως, όπως αυτή διορθώθηκε με την 4607/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ζητεί το αναιρεσείον με την από 4-3-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
Με την κρινομένη από 04.03.2021 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 3030/04.05.2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δέχθηκε, τύποις και ουσία, την από 24.01.2020 έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της υπ' αριθμ. 1727/05.07.2019 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε απορρίψει την από το άρθρο 6§3 του ν. 2664/1998 από 05.10.2018 αίτηση αυτών (αναιρεσιβλήτων). Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 556§1, 558 εδάφ. α', 564§3, 566§1 του Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577§2 του Κ.Πολ.Δ.).
Η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση των διαδικαστικών της δίκης εγγράφων, υπήρξε κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομή:
Οι ήδη αναιρεσίβλητοι με την από 05.10.2018 αίτησή τους, την οποία απηύθηναν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και κοινοποίησαν στο ήδη αναιρεσείον, Ελληνικό Δημόσιο, ζήτησαν, με νομικό έρεισμα τις προβλέψεις του άρθρου 6§3 του ν. 2664/1998, τη διόρθωση κτηματολογικών εγγραφών αφορωσών το περιγραφόμενο στην αίτηση ακίνητο συγκυριότητάς τους. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, αφού συνεκδίκασε την άνω αίτηση με την από 31.01.2019 κυρία παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος, αντιμωλία των μετεχόντων - διαδίκων της δίκης και κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, απέρριψε αυτές. Την απόφαση αυτή εξεκάλεσαν οι ήδη αναιρεσείοντες με την από 24.01.2020 έφεσή τους ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Η έφεση αυτή, εκδικάσθηκε από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κατ' αντιμωλίαν των μετεχόντων - διαδίκων της δίκης και κατά ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, έγινε δε δεκτή τύποις και ουσία, με την υπ' αριθμ. 3030/04.05.2020 οριστική (τελεσίδικη) απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου. Την ως άνω έχουσα απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου προσέβαλε το αναιρεσείον με την από 04.03.2021 αίτησή του και ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου για τους περιεχομένους στο αναιρετήριο δύο λόγους αναιρέσεως.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1§§2 εδάφ. α' και 3 περίπτ. α', 6§§1, 2 και 3 του ν. 2664/1998 ("Περί Εθνικού Κτηματολογίου"), όπως οι §§2 και 3 του τελευταίου αυτού άρθρου αντικαταστάθηκαν με τη διάταξη του άρθρου 2§3 του ν. 4164/2013, συνάγεται ότι στην περίπτωση ανακριβούς πρώτης (αρχικής) εγγραφής στο κτηματολογικό βιβλίο του ακινήτου, όταν με την ανακριβή εγγραφή φέρεται το ακίνητο ως "αγνώστου ιδιοκτήτη", όποιος ισχυρίζεται ότι έχει εγγραπτέο στο Κτηματολόγιο δικαίωμα στο ακίνητο ασκεί αίτηση ενώπιον του κτηματολογικού δικαστή του μονομελούς πρωτοδικείου της τοποθεσίας του ακινήτου και, μέχρις ότου ορισθεί αυτός, στο μονομελές πρωτοδικείο της τοποθεσίας του ακινήτου, που δικάζει κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, προκειμένου να ζητήσει διόρθωση της ανακριβούς πρώτης (αρχικής) εγγραφής.
Με την αίτηση αυτή μπορεί να ζητηθεί η διόρθωση της εγγραφής και, στην περίπτωση που ο αιτών επικαλείται ως τίτλο κτήσεως πράξη μεταγραπτέα, κατά το άρθρο 1192 αριθμ. 1 - 4 του Α.Κ., η οποία δεν έχει μεταγραφεί στο υποθηκοφυλακείο. Στην περίπτωση αυτή, με την αίτηση ζητείται η διόρθωση της πρώτης εγγραφής και η καταχώριση του δικαιώματος στον φερόμενο στον μη μεταγεγραμμένο τίτλο ως αποκτώντα, εφόσον συντρέχουν όλες, οι κατά το ουσιαστικό δίκαιο, προϋποθέσεις για την κτήση του δικαιώματος.
Αντικείμενο της δίκης είναι η διαπίστωση της ύπαρξης του σχετικού εγγραπτέου δικαιώματος του αιτούντος και η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης (αρχικής) εγγραφής, σύμφωνα με τη διαπίστωση αυτή, χωρίς τη διάγνωση οποιουδήποτε αμφισβητουμένου δικαιώματος, αφού η εγγραφή "άγνωστος ιδιοκτήτης" δεν ενέχει τέτοια αμφισβήτηση, αλλά, ακριβώς, την έλλειψη διαπιστώσεως του δικαιώματος που υπάρχει.
Έτσι, αντικείμενο της δίκης που ανοίγεται δεν είναι η αυθεντική διάγνωση αμφισβητουμένου δικαιώματος, ανεξαρτήτως από το ότι ελέγχεται ως προϋπόθεση η ύπαρξη συγκεκριμένου δικαιώματος για τη ζητουμένη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης (αρχικής) εγγραφής, χωρίς όμως να καλύπτεται με ισχύ δεδικασμένου.
Για τον λόγο αυτό, άλλωστε, η διάταξη του άρθρου 6 §3 του ν. 2664/1998 αναφέρεται μόνο στη διόρθωση της πρώτης (αρχικής) εγγραφής, όχι, όμως, και στην αναγνώριση του δικαιώματος που προσβάλλεται με την εγγραφή αυτή, ενώ στην τροποποιημένη αυτή διάταξη ορίζεται (κατά μεταγλώττιση βάσει του άρθρου 2§3 εδάφ. θ' του ν. 4164/2013) ότι: "Εάν η αίτηση απορριφθεί ως νομικά ή ουσιαστικά αβάσιμη, ο αιτών μπορεί να ασκήσει αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου" (Α.Π. 74/2015).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6§3 περίπτ. α' υποπερίπτ. αα' και ββ' του ν. 2664/1998, όπως αυτό τροποποιήθηκε από το άρθρο 2§3 του ν. 4164/2013 και ισχύει: "Όταν η διόρθωση αφορά σε ανακριβή αρχική εγγραφή δικαιώματος που έχει καταχωρισθεί μερικά με την ένδειξη "αγνώστου ιδιοκτήτη" και μερικά υπέρ τρίτου προσώπου που αναγράφεται ως δικαιούχος, τότε ασκείται η αγωγή της παραγράφου 2, που απευθύνεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου και κατά του αναγραφόμενου ως δικαιούχου του δικαιώματος στο οποίο αφορά η εγγραφή, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στην παράγραφο αυτή.
Το ίδιο ισχύει και για τη διόρθωση αρχικών εγγραφών επί ακινήτου, που τμήματά του έχουν καταχωριστεί με την ένδειξη "αγνώστου ιδιοκτήτη" και υπέρ τρίτου προσώπου που αναγράφεται ως δικαιούχος (αα). Κατ' εξαίρεση όσων ορίζονται στην περίπτωση α, όταν πρόκειται για διόρθωση αρχικής εγγραφής επί γεωτεμαχίου με την ένδειξη "αγνώστου ιδιοκτήτη" κατά την έννοια της παρ. 1 του άρθρου 9 και ο δικαιούχος επικαλείται ως τίτλο κτήσης την έκτακτη χρησικτησία, ασκείται η αγωγή της παρ. 2 που απευθύνεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου.".
Με τη διάταξη αυτή καθίσταται σαφές ότι ο δικαιούχος εγγραπτέου δικαιώματος, προκειμένου να πετύχει τη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής, με την ένδειξη μερικά υπέρ αγνώστου και μερικά υπέρ τρίτου προσώπου, θα πρέπει να προσφύγει στην αμφισβητουμένη δικαιοδοσία, με την έγερση τακτικής αγωγής, δηλ.
της αγωγής του άρθρου 6§2 του ν. 2664/1998 και εντός των τεταγμένων νομίμων προθεσμιών. Νομοθετικός στόχος της προσθήκης της ανωτέρω διατάξεως ήταν, κατά την εισηγητική έκθεση του νόμου (βλ. σελ. 5 αυτής), η ενιαία δικονομική μεταχείριση των ως άνω περιπτώσεων, η αποφυγή κατατμήσεως του αντικειμένου της διαφοράς σε περισσότερες δίκες και του κινδύνου εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων.
Η ανωτέρω ρύθμιση έχει εφαρμογή όταν υποβάλλεται αίτημα διορθώσεως της εγγραφής που έχει ως δικαιούχο εν μέρει άγνωστο ιδιοκτήτη και εν μέρει τρίτο πρόσωπο και όχι όταν δεν αμφισβητείται η εγγραφή ως προς τον τρίτο ιδιοκτήτη και ζητείται μόνο η διόρθωση της εγγραφής ως προς τον άγνωστο ιδιοκτήτη. Ακόμη, η ανωτέρω ρύθμιση έχει εφαρμογή και όταν σωρεύεται επικουρικώς και υπό την νομική αίρεση της απορρίψεως της αιτήσεως, αίτημα για διόρθωση της ανακριβούς εγγραφής, με αναφερόμενο τρόπο κτήσεως την έκτακτη χρησικτησία, δεδομένου ότι η αξίωση από την αιτία αυτή ασκείται αποκλειστικά και μόνο με αγωγή του άρθρου 6§2, που απευθύνεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου.
Στην τελευταία, μάλιστα, περίπτωση δεν μπορεί να γίνει παραπομπή της αιτήσεως για να δικασθεί κατά την τακτική διαδικασία, αφού δεν έχει τηρηθεί η προδικασία που προβλέπει ο Κ.Πολ.Δ., και, συνεπώς, η αίτηση θα απορριφθεί ως προς την επικουρική βάση της ως απαράδεκτη.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδάφ. α' του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κτλ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφήρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφήρμοσε τον νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 6/2019, Ολ.Α.Π. 2/2019, Ολ.Α.Π. 7/2006, Α.Π. 1431/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τους αριθμούς 1, 8 και 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., της πλημμελείας συνισταμένης (κατ' ορθή εκτίμηση του ιστορικού του λόγου) στο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσιβλήτων και, ακολούθως, την από 05.10.2018 αίτησή τους, ενώ αυτή (αίτηση) ήταν απορριπτέα, λόγω του ότι αφορούσε διόρθωση κτηματολογικής εγγραφής ακινήτου, το οποίο είχε καταχωρηθεί εν μέρει ως αγνώστου ιδιοκτήτη και εν μέρει σε γνωστά φυσικά πρόσωπα, η δε διόρθωση ζητήθηκε για αμφότερα τα μέρη (άγνωστος ιδιοκτήτης και γνωστά φυσικά πρόσωπα).
Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έκρινε την άνω αίτηση παραδεκτή και νόμιμη με το ακόλουθο σκεπτικό:
" .... Στην προκειμένη περίπτωση οι αιτούντες, ήδη εκκαλούντες, με την από 05.10.2018 (ΓΑΚ .../2018 ΕΑΚ .../2018) αίτησή τους ισχυρίστηκαν, ότι τυγχάνουν αποκλειστικοί κύριοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος ενός οικοπέδου μετά της επ' αυτού ισόγειας με υπόγειο και δώμα οικοδομής, εμβαδού (του οικοπέδου) 600,00 τμ., ευρισκόμενου στο Δήμο Γλυφάδας, στη θέση "Ευρυάλη", επί της οδού ..., ειδικώς περιγραφόμενου σε αυτή κατά ακριβή θέση και όρια.
Ότι ειδικότερα το εν λόγω οικόπεδο περιήλθε σε αυτούς με παράγωγο τρόπο, συνεπεία αγοράς από τους Μ. χα Λ. Κ., Ε. συζ. Ι. Σ., Σ. Α., Ε. Α., Ε. χα Ν. Κ., Ν. Α., Σ. Α., Ε. Α. και Γ. Α., σύμφωνα με το ....2017 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πειραιά Α. Π. - Κ., νόμιμα μεταγεγραμμένο, σε συνδ. με τη με αριθμό ....2018 πράξη διόρθωσης συμβολαίου αγοραπωλησίας της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου.
Ότι το εν λόγω ακίνητο περιήλθε στους ανωτέρω άμεσους δικαιοπαρόχους τους με παράγωγο τρόπο, ήτοι μετά το θάνατο της Α. Μ., επισυμβάντα στις ....2012, σύμφωνα με τους κανόνες της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής για την οποία συντάχθηκε η με αριθμό ....2017 πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομίας της ως άνω συμβολαιογράφου, νόμιμα μεταγεγραμμένη, και στην ως άνω απώτερη δικαιοπάροχό τους περιήλθε κατά ποσοστό 36/72 εξ αδιαιρέτου, συνεπεία αγοράς, σύμφωνα με το με αριθμό ....1966 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ε.
Ζ., νόμιμα μεταγεγραμμένο, σε συνδ. με τη με αριθμό ....1967 πράξη εξόφλησης υπολοίπου τιμήματος αγοραπωλησίας και άρσης διαλυτικής αίρεσης του ιδίου συμβολαιογράφου, νόμιμα μεταγεγραμμένη, κατά ποσοστό 25/72 εξ αδιαιρέτου, συνεπεία αγοράς, σύμφωνα με το με αριθμό ....1966 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ε.
Ζ., νόμιμα μεταγεγραμμένο, σε συνδ. με τη με αριθμό ....1967 πράξη εξόφλησης υπολοίπου τιμήματος αγοραπωλησίας και άρσης διαλυτικής αίρεσης του ιδίου συμβολαιογράφου, νόμιμα μεταγεγραμμένη, και κατά το λοιπό ποσοστό 11/72 εξ αδιαιρέτου με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, καθώς από τις 18.02.1966, όταν παραδόθηκε στην απώτερη δικαιοπάροχό τους η νομή ολόκληρου του οικοπέδου έως τις ....2012, όταν απεβίωσε, διενεργούσε συνεχώς και αδιαλείπτως σε αυτό (και στο ως άνω εξ αδιαιρέτου ποσοστό) με διάνοια κυρίου τις αναφερόμενες σε αυτή διακατοχικές υλικές πράξεις, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, χωρίς να ενοχληθεί από κανένα.
Ότι κατά την διαδικασία της κτηματογραφήσεως της περιοχής στην οποία βρίσκεται το ως άνω ακίνητο, αυτό καταχωρήθηκε στις πρώτες (αρχικές) εγγραφές στα Κτηματολογικά βιβλία του Δήμου Γλυφάδας, κατά ποσοστό 546/2592 ως αγνώστου ιδιοκτήτη, με ΚΑΕΚ 050411222008/0/0 εμβαδού 600,00 τμ., κατά τον τίτλο, και κατά το υπόλοιπο ποσοστό ως ιδιοκτησίας των άμεσων δικαιοπαρόχων τους, ήτοι κατά ποσοστό 244/2592 ως ιδιοκτησίας Μ.
χας Λ. Κ., κατά ποσοστό 244/2592 ως ιδιοκτησίας Ε. συζ. Ι. Σ., κατά ποσοστό 244/2592 ως ιδιοκτησίας Σ. Α., κατά ποσοστό 216/2592 ως ιδιοκτησίας Ε. Α., κατά ποσοστό 366/2592 ως ιδιοκτησίας Ε. χας Ν. Κ., κατά ποσοστό 183/2592 ως ιδιοκτησίας Ν. Α., κατά ποσοστό 183/2592 ως ιδιοκτησίας Σ. Α., κατά ποσοστό 183/2592 ως ιδιοκτησίας Ε. Α. και κατά ποσοστό 183/2592 ως ιδιοκτησίας Γ.
Α., γεγονός που καθιστά ανακριβή την εγγραφή αυτή. Με τα δεδομένα αυτά με την επίκληση έννομου συμφέροντος συνιστάμενου στην ανάγκη να εμφανίζονται οι άμεσοι δικαιοπάροχοί τους στις πρώτες εγγραφές ως δικαιούχοι του πλήρους δικαιώματος κυριότητας που τους μεταβίβασαν, ώστε να καταστεί δυνατή η καταχώρηση στα κτηματολογικά βιβλία του τίτλου ιδιοκτησίας τους, ζήτησαν να διαταχθεί η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα οικεία κτηματολογικά βιβλία ως προς το ανωτέρω αποκλειστικό δικαίωμα κυριότητας επί του ποσοστού 546/2592 επί του ανωτέρω ακινήτου, ώστε να καταχωρηθούν ως αποκλειστικοί κύριοι επ' αυτού οι άμεσοι δικαιοπάροχοί τους και συνακόλουθα να εμφανίζονται ως αποκλειστικοί κύριοι επί όλου του περιγραφόμενου ακινήτου οι τελευταίοι ως ακολούθως:
η Μ. χα Λ. Κ. κατά ποσοστό 288/2592 εξ αδιαιρέτου, η Ε. συζ. Ι. Σ. κατά ποσοστό 288/2592 εξ αδιαιρέτου, ο Σ. Α. κατά ποσοστό 288/2592 εξ αδιαιρέτου, η Ε. Α. κατά ποσοστό 432/2592 εξ αδιαιρέτου, η Ε. χα Ν. Κ. κατά ποσοστό 432/2592 εξ αδιαιρέτου, ο Ν. Α. κατά ποσοστό 216/2592 εξ αδιαιρέτου, ο Σ. Α. κατά ποσοστό 216/2592 εξ αδιαιρέτου, ο Ε. Α. κατά ποσοστό 216/2592 εξ αδιαιρέτου και ο Γ.
Α. κατά ποσοστό 216/2592 εξ αδιαιρέτου. Η έχουσα το ανωτέρω σαφές περιεχόμενο αίτηση είναι προφανές ότι -επιχειρούμενη να στηριχθεί στη διάταξη του άρθρου 6§3 ν. 2446/1998- είναι παραδεκτή, ασκούμενη από τους ενεργητικά νομιμοποιούμενους αιτούντες, ειδικούς διαδόχους των κατά το χρόνο των αρχικών εγγραφών εχόντων στην πραγματικότητα εμπράγματο δικαίωμα επί του εγγραφέντος στα κτηματολογικά βιβλία ακινήτου, καθώς ως αποκτώντες μη καταχωρηθείσα κυριότητα κατά τις πρώτες εγγραφές ζητούν τη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στο όνομα των δικαιοπαρόχων τους, ώστε οι δικαιοπάροχοί τους να εμφανιστούν κατά τις πρώτες εγγραφές ως δικαιούχοι του δικαιώματος κυριότητας, που τους μεταβίβασαν, για να υπάρχει έγκυρη κτήση του δικαιώματος κυριότητας εκ μέρους τους, δοθέντος ότι σύμφωνα με το άρθρο 1033 ΑΚ για την έγκυρη μεταβίβαση κυριότητας ακινήτου απαιτείται να συντρέχουν σωρευτικά:
α) κυριότητα του μεταβιβάζοντος, β) μεταβιβαστική συμφωνία, γ) συμφωνία περιβαλλόμενη το τύπο συμβολαιογραφικού εγγράφου, δ) νόμιμη αιτία μεταβίβασης και ε) μεταγραφή. Η ανωτέρω αίτηση είναι και πλήρως ορισμένη, διαλαμβάνοντας όλα τα απαιτούμενα στοιχεία για τη νομική θεμελίωση και δικαστική εκτίμησή της, χωρίς να απαιτείται να εκτεθεί πώς επιμερίζεται το εσφαλμένως καταχωρηθέν ως αγνώστου ιδιοκτήτη ποσοστό των 546/2592 εξ αδιαιρέτου επί του επιδίκου σε έκαστο εκ των αληθινών δικαιούχων - αμέσων δικαιοπαρόχων των αιτούντων, αφού στην αίτηση εκτίθενται αναλυτικά τα εσφαλμένως καταχωρηθέντα εξ αδιαιρέτου ποσοστά για έκαστο εκ των δικαιούχων, όσον αφορά σε ολόκληρο το ακίνητο, και τα προς ορθή καταχώρηση εξ αδιαιρέτου ποσοστά για έκαστο εξ αυτών, όσον αφορά σε ολόκληρο το ακίνητο, και επομένως το εξ αδιαιρέτου ποσοστό επί του ποσοστού 546/2952 ως προς το οποίο πρέπει να καταχωρηθεί έκαστος εκ των δικαιοπαρόχων των αιτούντων δύναται ευχερώς να υπολογιστεί με απλή μαθηματική πράξη επί των με σαφήνεια ως άνω προσδιοριζόμενων μεγεθών (με αφαίρεση).
Τέλος η αίτηση είναι νόμιμη ερειδόμενη στη διάταξη που αναφέρθηκε ανωτέρω (6§3 ν. 2664/1998) σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 369, 999, 1000, 1033, 1192, 1193, 1194, 1198, 1199, 1710, 1814, 1846 ΑΚ.. ....". Όμως, η από 05.10.2018, με τα προαναφερθέντα περιεχόμενο και αιτήματα, αίτηση δεν στηριζόταν στον νόμο για τον λόγο ότι με αυτή ζητήθηκε διόρθωση κτηματολογικής εγγραφής αφορώσης τόσο άγνωστο ιδιοκτήτη όσο και γνωστά φυσικά πρόσωπα, με αποτέλεσμα να είναι αναγκαίο να εγερθεί αγωγή από την §2α' του άρθρου 6 του ν. 2664/1998 και όχι από την §3α' του αυτού άρθρου του αυτού νόμου.
Συνεπώς, ο παραδεκτώς προβληθείς πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος αυτού είναι βάσιμος και, λόγω της αναιρετικής εμβελείας του λόγου αυτού, στο σύνολο της αποφάσεως, πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολό της.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 580§3 του Κ.Πολ.Δ. "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα) παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές.". Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζομένη και με τη διάταξη της §4 του ιδίου άρθρου, η οποία ορίζει ότι οι αποφάσεις της ολομελείας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν συνάγεται, ότι οσάκις μετά την αναίρεση της αποφάσεως δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για "περαιτέρω εκδίκαση" της υποθέσεως αλλά υπολείπεται μόνο η διατύπωση του διατακτικού της αποφάσεως, με βάση το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως και την έκταση της αναιρέσεως αυτής, η παραπομπή, κατά την παραπάνω διάταξη, σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική επί της υποθέσεως απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (Ολ.Α.Π. 42/2005, Α.Π. 895/2109, Α.Π. 25/2001, Α.Π. 352/2018).
Έτσι, στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον ο Άρειος Πάγος κρίνει δεσμευτικά για το δικαστήριο της παραπομπής ότι η αίτηση των αναιρεσιβλήτων είναι μη νόμιμη, δεν υπάρχει στάδιο "περαιτέρω εκδικάσεως" της υποθέσεως. Γι' αυτό παρέλκει η παραπομπή και για λόγους οικονομίας της δίκης επιβάλλεται να απορριφθεί κατ' ουσίαν η από 24.01.2020 έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της υπ' αριθμ. 1727/05.07.2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Τα δικαστικά έξοδα τόσο της έκκλητης όσο και της αναιρετικής δίκης πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολό τους, λόγω του ότι η ερμηνεία του εφαρμοσθέντος κανόνα δικαίου ήταν ιδιαιτέρως δυσχερής (άρθρο 179 εδάφ. α' του Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 3030/04.05.2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Κρατεί και δικάζει επί της ουσίας την υπόθεση.
Απορρίπτει την από 24.01.2020 έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της υπ' αριθμ. 1727/05.07.2019 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Και
Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Απριλίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ