Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to expiration of three-year statute of limitations for family law judgments.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a final family law judgment, ruling it inadmissible due to the expiration of the three-year statute of limitations. The appellant argued that a pending request for correction of the lower court's record prevented her from filing the appeal on time, claiming force majeure. The court rejected this, holding that the limitation period is not subject to restoration via a request to restore the previous state of affairs.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 144(1) and 145(1) of the Code of Civil Procedure; The three-year limitation period for appealing judgments published before January 1, 2016, expires automatically upon publication and cannot be restored by a request to restore the previous state of affairs.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertZitierte Rechtsprechung
KI-generiertVolltext
Απόφαση 972 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 972/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Χρήστο Κατσιάνη, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Αικατερίνη Χονδρορίζου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Μαΐου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Κ. Π. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Γεωργακόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Β. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/5/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 209/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5/2014 του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12/2/2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρ. 226 παρ.4 εδ. 3 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρ. 575 εδ. β' του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.
Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση κατά τη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, η αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο εκείνη και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήτευσή τους.
Εξάλλου, κατά το άρθρ. 568 παρ.4 του Κ.Πολ.Δ., αν ο αναιρεσείων επισπεύδει τη συζήτηση, η κλήση συντάσσεται κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου που έχει κατατεθεί και εκδίδεται με επιμέλειά του στους διαδίκους εντός της οριζόμενης από την ίδια διάταξη προθεσμίας. Κατά το άρθρ. 576 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, αν δε η κλήση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση.
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι προϋπόθεση της εγκυρότητας της κλητεύσεως συνεπεία της αναβολής της υποθέσεως και της εγγραφής της στο πινάκιο είναι ότι ο απολιπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος, είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση είτε είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί στη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση είτε είχε παραστεί νομίμως κατ' αυτή και επομένως, με την παράστασή του αυτή και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλητεύσεώς του για την αρχική δικάσιμο.
Στην προκείμενη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι η ένδικη από 12-2-2020 αίτηση αναιρέσεως με τη σωρευόμενη αίτηση επαναφοράς κατά της 5/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας ορίσθηκε αρχικά να συζητηθεί στις 2-11-2020, κατά την οποία η συζήτηση αναβλήθηκε εκ του πινακίου για τις 24-1-2022 και κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο αναβλήθηκε, εκ νέου, εκ του πινακίου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.
Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, αλλά ούτε υπέβαλε την από το άρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. δήλωση μη παραστάσεώς του στο ακροατήριο. Όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες από την αναιρεσείουσα 4990/8-10-2020 και 1870/17-2-2020 εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Κέρκυρας Χ.
Μ. και Π. Ν., αντίστοιχα, ακριβές αντίγραφο της από 12-2-2020 ένδικης αίτησης αναίρεσης, με πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου περί ορισμού του Α-1 τμήματος ως αρμοδίου για την εκδίκαση αυτής, πράξη της Προεδρεύουσας του Α-1 Τμήματος περί ορισμού δικασίμου της αίτησης την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης και κλήση για συζήτηση, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα με επιμέλεια της αναιρεσείουσας στον αναιρεσίβλητο για να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο στις 2-11-2020.
Εφόσον όμως η αναβολή εκ του πινακίου επέχει θέση κλητεύσεως και ο αναιρεσίβλητος είχε κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο κατά την οποία ανεβλήθη η συζήτηση, δεν απαιτείται νέα κλήτευση για την προκείμενη μετ' αναβολή δικάσιμο (8-5-2023). Επομένως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, πρέπει το δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ - ως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με το άρθρο πρώτο, άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 (ΟλΑΠ 10/2018) - αν η απόφαση δεν επιδόθηκε η προθεσμία της αναίρεσης είναι τρία έτη και αρχίζει από τη δημοσίευση της αποφάσεως που περατώνει τη δίκη (καταχρηστική προθεσμία). Κατά δε το άρθρο 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναιρέσεως.
Αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι το εμπρόθεσμο της ασκηθείσας αναιρέσεως είναι προϋπόθεση του παραδεκτού αυτής, τη συνδρομή δε της εν λόγω προϋποθέσεως εξετάζει ο Άρειος Πάγος και αυτεπαγγέλτως, με βάση τα υποβληθέντα αποδεικτικά έγγραφα στοιχεία της δικογραφίας, απορρίπτοντας την αναίρεση ως απαράδεκτη αν ελλείπει η προϋπόθεση αυτή (ΟλΑΠ 412/1981, Α.Π.1385/2021, Α.Π. 1149/2019, Α.Π. 580/2014).
Παρέπεται, ότι αρκεί να προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας η έλλειψη της άνω προϋποθέσεως του παραδεκτού της αναιρέσεως για την αυτεπάγγελτη έρευνα από τον Άρειο Πάγο, χωρίς να είναι απαραίτητο το εξ αυτής απαράδεκτο να προτείνεται με προτάσεις που κατατίθενται στην προθεσμία του άρθρου 570 παρ. 1 ΚΠολΔ (Α.Π. 1385/2021, Α.Π. 199/2011).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 152 παρ. 1, 153, 155 παρ. 1, 156 και 158 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και στην περίπτωση απώλειας της προθεσμίας για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, προκύπτει ότι, αν κάποιος διάδικος δεν μπόρεσε να τηρήσει τη σχετική προθεσμία, εξαιτίας ανώτερης βίας ή δόλου του αντιδίκου του, μπορεί να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, είτε με το δικόγραφο της αναίρεσης, είτε με τις προτάσεις, είτε με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου και επιδίδεται στον αντίδικο, μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών από την ημέρα άρσης του εμποδίου, που συνιστούσε την ανώτερη βία ή της γνώσης του δόλου.
Οι καταχρηστικές, όμως, προθεσμίες δεν είναι δεκτικές αποκατάστασης με την επαναφορά στην προηγούμενη κατάσταση, διότι αυτές τάσσονται από το νόμο με σκοπό τη δημιουργία διαδικαστικής βεβαιότητας και ασφάλειας των συναλλαγών, το δε χρονικό διάστημα που προβλέπεται σ` αυτές αποτελεί αποσβεστικό λόγο της άσκησης του ενδίκου μέσου, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές συνθήκες των διαδίκων που συνιστούν την ανώτερη βία ή το δόλο του αντιδίκου, εξαιτίας των οποίων δεν μπόρεσαν να τηρήσουν την ανωτέρω προθεσμία.
Η ερμηνεία αυτή δεν είναι αντίθετη με τα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 και 13 της ΕΣΔΑ, διότι η προθεσμία του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ εξασφαλίζει το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και κατοχυρώνει το δικαίωμα του ατόμου για δίκαιη δίκη και προσφυγή στο δικαστήριο (Α.Π. 1385/2021, Α.Π. 1049/2019, Α.Π. 1030/2019, Α.Π. 264/2013, Α.Π. 2064/2009).
Με την κρινόμενη από 12-2-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 5/2014 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας, εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των οικογενειακών διαφορών, με την οποία δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσίαν την έφεση της εναγομένης ήδη αναιρεσείουσας κατά της 209/2011 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση δίκασε επί της από 12-5-2010 αγωγής του αναιρεσιβλήτου, την έκανε δεκτή κατ'ουσίαν και απήγγειλε τη λύση του μεταξύ των διαδίκων υφισταμένου γάμου.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: Η προσβαλλόμενη, 5/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας, που δημοσιεύθηκε στις 13-1-2014, δεν έχει επιδοθεί και κατά συνέπεια η καταχρηστική προθεσμία των τριών ετών, που ισχύει για τις αποφάσεις που δημοσιεύθηκαν μέχρι την 1-1-2016, όπως η προσβαλλομένη, χωρίς να επιδοθούν, παρήλθε στις 13-1-2017 (άρθρα 144 παρ. 1, 145 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
Από την επί του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως καταχωρημένη έκθεση καταθέσεως δικογράφου με αριθμό 2/2020 της Γραμματέα του Εφετείου Κέρκυρας προκύπτει ότι η αναίρεση κατατέθηκε στις 12-2-2020, ήτοι μετά την πάροδο των τριών ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλομένης απόφασης. Επομένως η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε εκπροθέσμως.
Η αναιρεσείουσα, προς θεραπεία του εκπροθέσμου της αίτησης αναιρέσεως, σωρεύει στο δικόγραφό της, αίτηση για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, με την οποία ζητεί να θεωρηθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ως εμπρόθεσμη, επικαλούμενη, ως γεγονός ανώτερης βίας που την εμπόδισε να την ασκήσει εμπρόθεσμα, το γεγονός ότι εκκρεμούσε αίτηση διόρθωσης της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης ως προς την παράστασή της στο Εφετείο, διατεινόμενη ότι εσφαλμένα το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του την δίκασε κατ' αντιμωλία, ενώ η ίδια ήταν απούσα, με συνέπεια να στερηθεί το ένδικο μέσο της ανακοπής ερημοδικίας και να απωλέσει την προθεσμία για την αναίρεση, αναμένοντας δε την παραδοχή της αίτησής της αυτής και την διόρθωση της απόφασης, αιφνιδίως στις 24-1-2020 έλαβε γνώση της απόρριψης της αιτήσεως διόρθωσης.
Η αίτηση, όμως, αυτή, είναι απορριπτέα, διότι, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, η καταχρηστική προθεσμία της αιτήσεως αναιρέσεως δεν είναι δεκτική αποκαταστάσεως με επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση. Κατόπιν τούτων, η υπό κρίση αίτηση αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται σε βάρος της αναιρεσείουσας για τον αναιρεσίβλητο, διότι αυτός, λόγω της ερημοδικίας του, δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-2-2020 αίτηση της Κ. Π. για αναίρεση της 5/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας και τη σωρευόμενη σ' αυτή αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2023.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ