Supreme Court allows appeal against interest award, ruling the State has no legal interest to appeal after full payment.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court of Greece partially allowed the State's appeal against a First Instance Court ruling that awarded interest to a private company. The State argued it lacked legal interest to appeal because it had fully paid the disputed debt, citing a receipt of payment. The Court rejected this defense, finding that the State retained a legal interest in the matter until the specific claim for interest was legally resolved, thereby permitting the appeal to proceed.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 570, 580 of the Code of Civil Procedure; A party to an appeal must demonstrate a legal interest in the outcome of the appeal, which persists even after partial performance of the underlying obligation if the appeal concerns a specific ancillary claim like interest.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertZitierte Rechtsprechung
KI-generiertVolltext
Απόφαση 972 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 972/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα , Θωμά Γκατζογιάννη και Μαρία Κουβίδου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Μαρτίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και ήδη από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων που εδρεύει στην Αθήνα και στην προκειμένη περίπτωση από τον Προϊστάμενο του Τελωνείου ...., το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Ιωάννη Μπακόπουλο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην ....και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Γιανναράκο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/11/2012 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 186/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 41/2016 του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 21/3/2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στην αναιρετική δίκη, κατά το άρθρο 570 παρ. 1 ΚΠολΔ, " Οι διάδικοι δεν είναι υποχρεωμένοι να καταθέσουν προτάσεις, εκτός αν προβάλλονται ενστάσεις ως προς το παραδεκτό και το εμπρόθεσμο της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων. Οι διάδικοι καταθέτουν τις προτάσεις τους είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο".
Η διάταξη αυτή αναφέρεται πρωτίστως στον αναιρεσίβλητο, ο οποίος προβάλλει ενστάσεις κατά του παραδεκτού και εμπροθέσμου της αίτησης αναίρεσης. Αν οι προτεινόμενες ενστάσεις λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως, με βάση γεγονότα που προκύπτουν από αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου, ο Άρειος Πάγος θα τις ερευνήσει παρά το εκπρόθεσμο των προτάσεων ( ΑΠ 461/2018, ΑΠ 1272/2008, ΑΠ 117/2005).
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσίβλητη προβάλλει με τις προτάσεις της, ένσταση περί απαραδέκτου της ένδικης αίτησης αναίρεσης, για το λόγο ότι το αναιρεσείον δεν έχει έννομο συμφέρον για την αναίρεση της προσβαλλόμενης 41 /2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας . Ειδικότερα, για τη θεμελίωση του ισχυρισμού της διατείνεται, ότι εξόφλησε ολοσχερώς τις από την προσβαλλόμενη απόφαση απορρέουσες κατ αυτής απαιτήσεις του αναιρεσείοντος, το οποίο δήλωσε ότι δεν διατηρεί σε βάρος της οιαδήποτε άλλη αξίωση, όπως αποδεικνύεται από την από 27-9-2016 προσκομιζόμενη εξοφλητική απόδειξη, με συνέπεια αυτό να μην έχει πλέον οποιαδήποτε απαίτηση σε βάρος της και να μην έχει έννομο συμφέρον για την άσκηση της κρινόμενης αναίρεσης.
Η ένσταση, όμως, αυτή, με την οποία προβάλλεται ισχυρισμός, κατ' άρθρο 570 παρ. 1 ΚΠολΔ, ως προς το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης, για το λόγο ότι το έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος εξέλειπε, λόγω ολοκληρωτικής ικανοποίησης του και δεδομένου ότι τα επικαλούμενα γεγονότα δεν προκύπτουν από αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου, είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον οι ανωτέρω προτάσεις, με τις οποίες προτείνεται, δεν κατατέθηκαν εντός της προβλεπόμενης από το παραπάνω άρθρο προθεσμίας των 20 ημερών, πριν τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, αλλά, όπως προκύπτει από την επ' αυτών σφραγίδα, που υπογράφεται από το γραμματέα του δικαστηρίου τούτου, κατατέθηκαν κατά τη συζήτηση αυτής στις 4-3-2019.
Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 41/2016 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία και είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής πορείας . Το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο άσκησε αρχικά την από 26-11-2012 ανακοπή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, με την οποία ισχυρίσθηκε ότι διατηρώντας απαίτηση κατά του μη διαδίκου Ι.
Μ. από ταμειακά βεβαιωμένα και ληξιπρόθεσμα χρέη συνολικού ποσού 101.753,46 ευρώ, με βάση το 118/4/19-10- 2012 κατασχετήριο του προϊσταμένου του Τελωνείου ...., που κοινοποιήθηκε νόμιμα στην αναιρεσίβλητη τράπεζα στις 22-10-2012 επέβαλε στα χέρια της ως τρίτης, κατ' άρθρο 30 του Κ.Ε.Δ.Ε, αναγκαστική κατάσχεση μέχρι του παραπάνω ποσού, σε όσα αυτή οφείλει ή θα οφείλει μελλοντικά σ αυτόν από κατάθεση στον με αριθμό ΙΒΑΝ GR ...44485 τραπεζικό λογαριασμό που ο ως άνω οφειλέτης τηρούσε σ αυτήν.
Ότι η αναιρεσίβλητη, με την 10/30-10-2012 δήλωσή της στο Ειρηνοδικείο Δομοκού, δήλωσε ότι στον ανωτέρω κοινό λογαριασμό του οφειλέτη, την ημέρα της κατάσχεσης υπήρχε το ποσό του 1,46 ευρώ,εκ του οποίου δεσμεύθηκε το ποσό των 0,73 λεπτών. Ότι η δήλωση αυτή είναι ανακριβής και ανειλικρινής, διότι η αναιρεσίβλητη, παρότι είχαν κατασχεθεί και μελλοντικές απαιτήσεις του καθ ού από την ίδια έννομη σχέση, δήλωσε το ποσό που υφίστατο στο συγκεκριμένο λογαριασμό κατά την ημερομηνία επίδοσης σ αυτήν του κατασχετηρίου, ενώ παρέλειψε να δηλώσει το ποσό των 3.849,65 ευρώ, που πιστώθηκε στον εν λόγω λογαριασμό στις 24-10-2012 και αντιστοιχούσε σε προκαταβολή κοινοτικής ενίσχυσης από τον ΟΠΕΚΕΠΕ, ήτοι πριν προβεί η αναιρεσίβλητη στην ανωτέρω δήλωση( 30-10-2012 ).
Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε α) να αναγνωριστεί η ανακρίβεια της ανωτέρω δήλωσης της αναιρεσίβλητης ενώπιον του Ειρηνοδικείου Δομοκού και η ύπαρξη της ως άνω κατασχεθείσας απαίτησης του καθ ου η εκτέλεση -οφειλέτη του κατά της αναιρεσίβλητης, β) να ακυρωθεί η δήλωση και γ) να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να του καταβάλει το ποσό των 3.849,65 ευρώ, καθώς και κάθε άλλο ποσό ενίσχυσης ή επιδότησης που πρόκειται να κατατεθεί στο μέλλον στον ανωτέρω τραπεζικό λογαριασμό, με το νόμιμο τόκο από την ημερομηνία κατάθεσής τους, άλλως από την επίδοση της ανακοπής, άλλως να του επιδικασθούν τα ως άνω ποσά τόκων ως αποζημίωση, επειδή τα απώλεσε εξαιτίας της παράνομης άρνησης της αναιρεσίβλητης να προβεί σε απόδοσή τους εμπροθέσμως.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας με την 186/2014 απόφασή του, δικάζοντας, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, απέρριψε την ανακοπή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής το αναιρεσείον άσκησε την από 16- 11-2014 έφεσή του, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, απόφασή του, με την οποία δέχτηκε τυπικά και κατ ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, ακολούθως δε κρατώντας και δικάζοντας την ανακοπή, τη δέχτηκε κατά ένα μέρος και α) αναγνώρισε ότι ο οφειλέτης του αναιρεσείοντος Ι.
Μ., ως συνδικαιούχος του προαναφερόμενου τραπεζικού λογαριασμού έχει απαίτηση κατά της αναιρεσίβλητης τράπεζας ποσού 1.924,82 ευρώ ( 3.849,65 :2), β) ακύρωσε την ανακοπτόμενη δήλωση της αναιρεσίβλητης, κατά το μέρος που αφορά το υπόλοιπο του ανωτέρω λογαριασμού του Ι. Μ.,το οποίο ανέρχεται σε 3.849,65 ευρώ, το δε αναλογούν και δυνάμενο να κατασχεθεί ανέρχεται σε 1.924,82 ευρώ και γ) υποχρέωσε την αναιρεσίβλητη να καταβάλει στο αναιρεσείον το ποσό των 1.924,82 ευρώ, απορρίπτοντας ως μη νόμιμο το αίτημα για καταβολή τόκων με την αιτιολογία ότι με την ανακοπή δεν μπορεί να ζητηθεί η καταδίκη του τρίτου σε καταβολή τόκων επί της απαίτησης, είτε από την επιβολή της κατάσχεσης, είτε από την άσκηση της ανακοπής κατά της δήλωσης του τρίτου, διότι ο καθ ου η ανακοπή τρίτος από τηνεπίδοση σε αυτόν του κατασχετηρίου ως την έκδοση της απόφασης που διατάσσει την καταβολή στον κατασχόντα είναι μεσεγγυούχος του κατασχεθέντος .Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ ουσίαν (Ολ. ΑΠ 10/2011, Ολ ΑΠ 2/2011).
Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 30, 30Α, . 31, 32, 33 και 34 του ΚΕΔΕ (ν.δ. 356/1974) και 24 του ν. 2915/2001, προκύπτει, ότι το Δημόσιο, προς ικανοποίηση απαίτησής του κατά οφειλέτη του, μπορεί να επιβάλλει κατάσχεση στα χέρια οποιουδήποτε πιστωτικού ιδρύματος ως τρίτου, οποιασδήποτε κατάθεσης του οφειλέτη του, η οποία διενεργείται από το Διευθυντή του Δημόσιου Ταμείου με κατασχετήριο έγγραφο, το οποίο επιδίδεται στο κεντρικό κατάστημα του πιστωτικού ιδρύματος ή σε οποιοδήποτε υποκατάστημα αυτού .
Η επίδοση του κατασχετηρίου εγγράφου στο πιστωτικό ίδρυμα έχει τα αποτελέσματα της αυτοδικαίως χωρούσης αναγκαστικής εκχώρησης (άρθρο 30 παρ. 3 ΚΕΔΕ). Το πιστωτικό ίδρυμα, στα χέρια του οποίου έγινε η κατάσχεση, μέσα σε προθεσμία 8 ημερών από την επίδοση του κατασχετηρίου, πρέπει να δηλώσει στο Ειρηνοδικείο του τόπου του κατασχόντος με προφορική δήλωση ή στο διενεργήσαντα την κατάσχεση με κοινοποίηση αναφοράς, αν οφείλει τα αναφερόμενα στο κατασχετήριο χρήματα και σε καταφατική περίπτωση να τα αποδώσει στην υπηρεσία που επέβαλε την κατάσχεση υποχρεωτικά εντός δέκα (10) ημερών από την υποβολή της δήλωσής του (άρθρο 30Α ΚΕΔΕ),διαφορετικά αν ο τρίτος ουδέν οφείλει ή δεν οφείλει όλα τα αναφερόμενα στο κατασχετήριο του Δημοσίου χρήματα ή δεν υποχρεούται στην άμεση απόδοση αυτών,πρέπει να προβεί σε αρνητική δήλωση εντός ;
οκτώ ημερών από την επίδοση του κατασχετηρίου (άρθρο 32 ΚΕΔΕ). Σε περίπτωση επιβολής κατάσχεσης απαιτήσεων από τραπεζικούς λογαριασμούς στα χέρια πιστωτικού ιδρύματος, η δέσμευση των λογαριασμών του οφειλέτη καταλαμβάνει μόνο το υφιστάμενο υπόλοιπο, εκτός αν κατάσχονται και μελλοντικές απαιτήσεις από τους λογαριασμούς, οπότε η δέσμευση καταλαμβάνει κάθε ποσό που κατατίθεται στους λογαριασμούς του οφειλέτη του κατασχόντος και μετά την επίδοση του κατασχετηρίου.
Έτσι, απαιτήσεις ,που εμφανίζονται μετά την κοινοποίηση του κατασχετηρίου και μέχρι την υποβολή της δήλωσης πρέπει να περιλαμβάνονται στην τελευταία, εφ όσον η έννομη σχέση ήταν γεννημένη κατά το χρόνο κοινοποίησης του κατασχετηρίου (ΑΠ 825/2018 ). Την ειλικρίνεια της δήλωσης του τρίτου (πιστωτικού ιδρύματος ) μπορεί να αμφισβητήσει το κατασχόν Δημόσιο με ανακοπή, η οποία ασκείται από το Διευθυντή του Δημόσιου Ταμείου, μέσα σε προθεσμία ενός μηνός, από την κοινοποίηση της δήλωσης ή από την περιέλευση σ αυτόν της δήλωσης ενώπιον του Ειρηνοδικείου, εισάγεται δε και εκδικάζεται κατά το άρθρο 986 ΚΠολΔ (άρθρο 34 ΚΕΔΕ ) .Η ως άνω ανακοπή αποτελεί ένδικο βοήθημα, με το οποίο το κατασχόν Δημόσιο επιδιώκει την αναγνώριση της εν όλω ή εν μέρει ανακρίβειας της δήλωσης του τρίτου και την καταδίκη του τρίτου στην καταβολή του κατασχεθέντος ποσού ( ΑΠ 95/2016).
Η ανακοπή αυτή κατά της αρνητικής δήλωσης του τρίτου, εφ όσον στην ανακοπή αυτή σωρεύθηκε και αίτημα καταβολής νομιμοτόκως του ποσού της απαίτησης εξομοιώνεται με καταψηφιστική αγωγή (ΑΠ 256/2011 ). Ειδικότερα, η προαναφερθείσα αναγκαστική εκχώρηση του άρθρου 30 παρ. 3 του ΚΕΔΕ αφετηριάζεται μεν από το χρόνο της επιβολής της κατάσχεσης, που ταυτίζεται με την κοινοποίηση του κατασχετηρίου στον τρίτο, τελεί όμως υπό την αίρεση της καταφατικής δήλωσης του τρίτου ή της δικαστικής αποδοχής της ανωτέρω αναφερόμενης ανακοπής κατά της αρνητικής δήλωσης του τρίτου.
Δηλαδή, το Δημόσιο γίνεται οριστικά εκδοχέας της απαίτησης που κατασχέθηκε και ο τρίτος (πιστωτικό ίδρυμα ) λογίζεται οφειλέτης του Δημοσίου, με τη θετική δήλωση του τρίτου ότι υπάρχει η απαίτηση στα χέρια του ή επί αρνητικής δήλωσης ή παράλειψης του τρίτου, αν το Δημόσιο αντιταχθεί επιτυχώς με την προααναφερόμενη ανακοπή του οπότε η απαίτηση λογίζεται ως εκχωρηθείσα από το χρόνο που ο τρίτος θα έπρεπε να έχει εξοφλήσει τον κατασχόντα, αν είχε προβεί σε καταφατική δήλωση του.
Τα ανωτέρω έχουν ως συνέπεια ότι ο τρίτος (πιστωτικό ίδρυμα) οφείλει τόκους, όχι από την επιβολή της κατάσχεσης, αλλά μόλις περάσει η προθεσμία των δέκα (10 ) ημερών από την υποβολή της δήλωσής του, από τότε δηλαδή που το τελευταίο είναι υποχρεωμένο να καταβάλει την απαίτηση στο κατασχόν Δημόσιο (άρθρα 30Α του ΚΕΔΕ, 345 ΑΚ), σε κάθε περίπτωση δε από την επίδοση της ανακοπής (άρθρα 346 ΑΚ, 221 παρ 1 περ.γ ΚΠολΔ).
Το Εφετείο, όπως προαναφέρθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως μη νόμιμο το αίτημα καταβολής τόκων, με την αιτιολογία ότι με την ανακοπή δεν Μ μπορεί να ζητηθεί η καταδίκη του τρίτου σε καταβολή τόκων επί της απαίτησης, είτε από την επιβολή της κατάσχεσης, είτε από την άσκηση της ανακοπής κατά της δήλωσης του τρίτου, διότι ο καθ ου η ανακοπή τρίτος από την επίδοση σε αυτόν του κατασχετηρίου ως την έκδοση της απόφασης, που διατάσσει την καταβολή στον κατασχόντα είναι μεσεγγυούχος του κατασχεθέντος.
Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο, παραβίασε τις ανωτέρω αναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, αφού Εσφαλμένα δέχτηκε ότι η αναιρεσίβλητη είναι μεσεγγυούχος του κατασχεθέντος ποσού |και δεν οφείλει τόκους, ενώ, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, έπρεπε να δεχθεί ως νόμιμο, α) το κύριο αίτημα καταβολής τόκων, όχι από την κατάθεση- κατάσχεση, που έλαβε χώρα, κατά τα εκτιθέμενα στην ανακοπή στις 24-10- 2012, που πιστώθηκε το αιτούμενο ποσό στον αναφερόμενο λογαριασμό, αλλά από την πάροδο δέκα (10) ημερών από την δήλωση της αναιρεσίβλητης στις 30-10-2012,ήτοι από 10-11-2012, αφού από 31-10-2012 μέχρι 9-11-2012 η αναιρεσίβλητη -τρίτη είχε υποχρέωση να καταβάλει στο το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο το σχετικό ποσό, μετά δε την πάροδο της προθεσμίας αυτής έγινε υπερήμερη, β) το επικουρικό αίτημα καταβολής τόκων από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Ακολούθως, αφού το Εφετείο δέχτηκε εν μέρει δεκτή την ανακοπή και υποχρέωσε την αναιρεσίβλητη -καθ ης η ανακοπή να καταβάλει στο αναιρεσείον- ανακόπτον το ποσό των 1.924,82 ευρώ, όφειλε να επιδικάσει τόκους επί του ανωτέρω ποσού των 1.924,89 ευρώ από 10-11- 2012 μέχρι την πλήρη εξόφληση. Επομένως, είναι βάσιμος και κατ ουσία ο μοναδικός λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο, όπως εκτιμάται, το αναιρεσείον προβάλλει πλημμέλεια μόνο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ (και όχι και από τον αριθμό 14 της ίδιας διάταξης), ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 30,30Α,32,33 και 34 του ΚΕΔΕ (ν.δ 356/1974) απορρίπτοντας ως μη νόμιμο το αίτημά "για καταδίκη της αναιρεσίβλητης σε καταβολή τόκων επί της απαίτησης, από την κατάθεση- κατάσχεση, άλλως από την άσκηση της ανακοπής( για τη σιωπηρή απόρριψη του όλως επικουρικού αιτήματος του, να του επιδικασθούν τα ως άνω ποσά τόκων ως αποζημίωση, επειδή τα απώλεσε εξαιτίας της παράνομης άρνησης της αναιρεσίβλητης να προβεί σε απόδοσή τους εμπροθέσμως, το αναιρεσείον δεν προβάλλει οποιαδήποτε πλημμέλεια ).
Ακολούθως, πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση, μόνο κατά το μέρος που έκρινε ως μη νόμιμο το προαναφερόμενο αίτημα περί καταβολής τόκων. Στη συνέχεια, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση και να εκδικαστεί από το Δικαστήριο τούτο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, αφού δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, δεδομένου ότι, λόγω της ενέργειας της παρούσας απόφασης, που είναι δεσμευτική για το Εφετείο (άρθρ. 580 παρ. 4 του ίδιου Κώδικα), δεν υπάρχει δικονομικό έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης, αλλά υπολείπεται μόνο η κατά το περιεχόμενο διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση την έκταση της αναίρεσης ( ΑΠ 154/2018,ΑΠ 403/2017, ΑΠ 353/2015, ΑΠ 1162/2013), λαμβανομένου υπόψη ότι το επιδικασθέν ποσό, ύψους 1.924,82 ευρώ, καθώς και τα δικαστικά έξοδα,ύψους 200 ευρώ, καταβλήθηκαν από την αναιρεσίβλητη στο αναιρεσείον στις 27-9-2016 .
Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις και υπέβαλε σχετικό αίτημα, πρέπει να επιβληθούν μειωμένα σε βάρος της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας της (άρθρα 176,183,189, 191 παρ 2 ΚΠολΔ, 22 του ν. 3693/1957, 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987,2 της Κοινής Απόφασης Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης 134423/1992 (ΦΕΚΒ 11/20-1-1993).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 41/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας, μόνο κατά το μέρος που απέρριψε ως μη νόμιμο το αίτημα της από 26-11-2012 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 2326/ΤΜ/382/12 ανακοπής του αναιρεσείοντος περί καταβολής τόκων επί του αιτούμενου ποσού.
Κρατεί και δικάζει την υπόθεση κατά το άνω μέρος Δικάζει επί της από 26.11.2012 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 2326/ΤΜ/382/12 ανακοπής του αναιρεσείοντος κατά το άνω μέρος.
Δέχεται την ανακοπή κατά το μέρος τούτο.
Υποχρεώνει την αναιρεσίβλητη να καταβάλει στο αναιρεσείον νόμιμους τόκους επί του ποσού των χιλίων ενιακοσίων είκοσι τεσσάρων ευρών και ογδόντα δύο λεπτών (1924,82) από 10.11.2012 μέχρι την πλήρη εξόφληση.
Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος σε βάρος της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Ιουλίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ