Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
972/2006 KI-generiert

Supreme Court dismisses appeal on property boundary dispute where lower court correctly found co-ownership and lack of exclusive possession.

Geschäftsnummer 972/2006
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Abgewiesen (Dismissed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn final judgments regarding a property boundary dispute between spouses and their children. The lower courts determined that the disputed land was co-owned since 1964 based on long-term cultivation and lack of evidence for exclusive possession by the appellant. The court rejected the appeal arguments claiming the lower court erred in finding co-ownership or misinterpreting the 1965 agreement.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 1045 and 1046 of the Civil Code; Articles 785, 786, 787, 982, and 1113 of the Civil Code: The court established that long-term possession and cultivation by parents and children constitute evidence of co-ownership, and the absence of explicit declarations or acts of exclusion negates claims of exclusive possession.

Schlagwörter

KI-generiert
property boundary dispute co-ownership determination exclusive possession claim civil code provisions property division case bäuerliches Bodenrecht landwirtschaftliche Nutzung gesetzlicher Anspruch

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Articles 1045 and 1046 of the Civil Code
Articles 785, 786, 787, 982, and 1113 of the Civil Code
Article 576 paragraph 2 letter gamma of the Code of Civil Procedure
Article 553 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 560 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure

Zitierte Rechtsprechung

KI-generiert
Supreme Court Case 40/1996
KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 972 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 972/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 1 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Ε. Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σταραντζή.

Των αναιρεσιβλήτων: 'Α. συζύγου Ι. Σ., το γένος Θ. Κ., κατοίκου ... και 2) Α. συζύγου Θ. Κ., το γένος Α. Σ., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-5-1997 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, πουκατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ιστιαίας Ευβοίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 89/1999,25/2002 μη οριστικές,23/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 270/2004 οριστική Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας. Την αναίρεση των οριστικών αποφάσεων ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-3-2005 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 14-2-2006 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 21 Μαρτίου 2005 αίτησης για αναίρεση της 270/2004 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, καθώς και της 23/2003 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ιστιαίας.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη των αντιδίκων στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις 2903Β' και 2904β/9-6-2005, αντίστοιχα, εκθέσεις επίδοσης της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Χαλκίδος Σ. Χ. - Κ. προκύπτει, ότι κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του πληρεξούσιου δικηγόρου της αναιρεσείουσας, που επισπεύδει τη συζήτηση, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με την κάτω απ' αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά τη στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμο (της 1-3-2006) επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στις αναιρεσίβλητες, οι οποίες δεν εμφανίσθηκαν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, όταν αυτή εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε υπέβαλαν έγγραφη δήλωση για παράστασή τους στο ακροατήριο κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδαφ. γ' Κ.Πολ.Δ., να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων.

Από τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι αν η υπόθεση εξεταστεί και στους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και γίνει τυπικά δεκτή η έφεση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση, αφού, αν μεν η έφεση γίνει δεκτή, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται, ενώ αν η έφεση απορριφθεί, η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται και ενσωματώνεται στην εφετειακή (Ολ. ΑΠ 40/1996). Η κρινόμενη, επομένως, αίτηση αναίρεσης, καθόσον απευθύνεται και κατά της 23/2003 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ιστιαίας επί της κατά της οποίας έφεση, μετά από εξέταση της ουσίας, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, 270/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.

Από τις διατάξεις των άρθρων 1045 και 1046 Α.Κ. συνάγεται ότι εκείνος που έχει στη νομή του ακίνητο για μία εικοσαετία γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, εκείνος δε που έχει στη νομή του το ακίνητο κατά την έναρξη και τη λήξη ορισμένης χρονικής περιόδου, τεκμαίρεται ότι το νέμεται κατά τον ενδιάμεσο χρόνο.

Σύμφωνα, επίσης, με τη διάταξη του άρθρου 974 του ίδιου Κώδικα, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία επί του πράγματος (κάτοχος) είναι νομέας αυτού, αν ασκεί τη φυσική εξουσία με διάνοια κυρίου. Άσκηση δε νομής επί ακινήτου, που οδηγεί στην κτήση της κυριότητας αυτού με χρησικτησία, αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πράξεις επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του και είναι δηλωτικές της εξουσίασης αυτού με διάνοια κυρίου, δηλαδή με τη θέληση να το έχει δικό του.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, κατ' ορθή εκτίμησή της, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, δέχθηκε τα ακόλουθα: Με βάση τα νόμιμα μεταγραμμένα συμβολαιογραφικά έγγραφα, δηλαδή το ... δωρητήριο συμβόλαιο και τη ... δήλωση αποδοχής κληρονομίας, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα κατέστη κυρία και νομέας ενός οικοπέδου, πρώην αγρού, με την εντός αυτού υπάρχουσα διόροφη οικοδομή, έκτασης, σύμφωνα με τους πιο πάνω τίτλους κτήσης, 3 στρεμμάτων και κατά νεότερη ακριβέστερη καταμέτρηση 3.310 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." του δημοτικού διαμερίσματος Μονοκαρυάς Ιστιαίας, και συνορεύει βόρεια με κοινοτική ήδη δημοτική οδό, νότια με ιδιοκτησία Θ.

Κ., εν μέρει με ιδιοκτησία αδελφών Ν. και εν μέρει με ιδιοκτησία της ίδιας ενάγουσας και δυτικά εν μέρει με ιδιοκτησία Ε. Ν.. Εξάλλου, με το νόμιμα μεταγραμμένο συμβολαιογραφικό ... συμβόλαιο γονικής παροχής η πρώτη εναγομένη και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη απέκτησε κατά ψιλή κυριότητα από τους γονείς της, δεύτερο εναγόμενο, ο οποίος πέθανε κατά τη διάρκεια της δίκης, και τρίτη εναγομένη, και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη, αντίστοιχα, οι οποίοι παρακράτησαν την επικαρπία εφόρου ζωής τους, ένα οικόπεδο μετά της εντός αυτού υπάρχουσας παλαιάς διώροφης οικίας και των λοιπών βοηθητικών κτισμάτων, το οποίο κείται στην προπεριγραφόμενη θέση, έχει έκταση κατά τον τίτλο κτήσης 450 τ.μ.

και κατά νεότερη, ακριβέστερη καταμέτρηση 325 τ.μ. και συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία της ενάγουσας, νότια με κοινοτική ήδη δημοτική οδό, ανατολικά με ιδιοκτησία Ι. Σ. και δυτικά εν μέρει με ιδιοκτησίες Α. Π. και Θ. Κ.. Μάλιστα στη βορειοδυτική πλευρά του πιο πάνω οικοπέδου των εναγομένων υπήρχε ένας παλαιός φούρνος, κατασκευασμένος πριν από 40 έτη περίπου από τους ίδιους και αποτελεί το σταθερό όριο, κατά το οποίο μπορεί να καθοριστεί η νοητή διαχωριστική γραμμή των όμορων ιδιοκτησιών των διαδίκων.

Συγκεκριμένα, η γραμμή αυτή είναι ευθεία και αρχίζει από το σημείο Η που βρίσκεται βορειοδυτικά του φούρνου τούτου, εκτείνεται με κατεύθυνση από δυτικά προς ανατολικά σε απόσταση 17 μέτρων περίπου και καταλήγει στο σημείο Ζ, το οποίο είναι σταθερό και αντιστοιχεί σε πουρνάρι, σύμφωνα με το από 7-7-1994 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Δ.

Γ.. Με βάση τα εν λόγω σταθερό σημεία ο πραγματογνώμονας καθόρισε ως διαχωριστικό όριο των οικοπέδων των διαδίκων την ευθεία γραμμή Η-Θ, μήκους 17 μέτρων, η οποία εμφαίνεται στο συνοδεύον την έκθεση πραγματογνωμοσύνης τοπογραφικό διάγραμμα. Σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην κρινόμενη αγωγή, η επίδικη έκταση είναι εμβαδού 71,06 τ.μ., συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία της ενάγουσας, νοτιοδυτικά με ιδιοκτησία της πρώτης εναγομένης, ανατολικά με ιδιοκτησία της ενάγουσας και δυτικά με ιδιοκτησία της ίδιας εναγομένης, ενώ στο συνημμένο στην αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα η γραμμή που χωρίζει τις ιδιοκτησίες των διαδίκων δεν είναι ευθεία αλλά τεθλασμένη (βλ.

τη γραμμή Ι-Κ-Λ-Μ του σχεδιαγράμματος τούτου), ενώ, αντίθετα, η γραμμή Μ-Θ-Λ είναι ευθεία. Η τελευταία αυτή γραμμή ταυτίζεται με την πιο πάνω γραμμή Η-Ζ του από 7-7-1994 τοπογραφικού διαγράμματος και την αντίστοιχη Θ-Φ-Η του τοπογραφικού διαγράμματος της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης. Συμπερασματικά, σε όλα τα προμνημονευόμενα τοπογραφικά διαγράμματα σταθερό και αδιαφιλονίκητο σημείο καθορισμού του διαχωριστικού ορίου των όμορων ιδιοκτησιών των διαδίκων είναι ο παλαιός φούρνος των εναγομένων, ανατολικά του οποίου τοποθετείται η επίδικη έκταση.

Επιπρόσθετα, αποδεικνύεται, ότι την εν λόγω έκταση νέμονταν και κατείχαν κατά το χρόνο άσκησης της ένδικης (από 3#-5-1997) αγωγής οι γονείς και δικαιοπάροχοι της πρώτης εναγομένης, δηλαδή, ο δεύτερος και η τρίτη από τους εναγομένους αναδρομικά από το έτος 1964, αφού έκτοτε την καθάριζαν, φύτευαν εκεί δένδρα, ελιές και κλήματα, και την καλλιεργούσαν, κατέστησαν δε έτσι συγκύριοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας απ' αυτούς με έκτακτη χρησικτησία.

Επίσης, κατά το μήνα Σεπτέμβριο του 1993 φύτεψαν στην επίδικη έκταση τρεις ελιές, δύο βυσσινιές και δύο κλήματα. Αντίθετα, δεν συνάγεται από κανένα αποδεικτικό μέσο, ότι άσκησε η ενάγουσα στο επίδικο τμήμα πράξεις νομής όχι μόνο στο πιο πάνω χρονικό διάστημα αλλά ούτε και σε προγενέστερο χρόνο. Ακολούθως, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, έκρινε απορριπτέα την ένδικη διεκδικητική ακινήτου αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το πιο πάνω Δικαστήριο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1045 και 1046 Α.Κ..

Ο περί του αντιθέτου, επομένως, πρώτος λόγος της αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ.

Ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Πολυμελές Πρωτοδικείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 785, 786, 787, 982 και 1113 ΑΚ, με το να δεχθεί ότι ο αρχικά δεύτερος εναγόμενος χρησιδέσποσε αποκλειστικά για δικό του λογαριασμό το επίδικο ακίνητο από το έτος 1964 και εφεξής εξακολουθητικά μέχρι το χρόνο άσκησης της κρινόμενης αγωγής χωρίς ποτέ, κατά το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα, να γνωστοποιήσει στον Ι. Α. Σ., με τον οποίο αγόρασε το ακίνητο, που περιγράφεται στο από 17-4-1965 ιδιωτικό συμφωνητικό, κοινά, αδιαίρετα και κατ' ισομοιρίαν, την πρόθεσή του να νέμεται ολόκληρο το ακίνητο αυτό, τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο, αποκλειστικά για δικό του λογαριασμό, είτε ρητά, είτε με πράξεις εμφαίνουσες τη βούλησή του αντιποίησης του κοινού ακινήτου, χωρίς μάλιστα να μεσολαβήσει μεταξύ τους άτυπη διανομή του εν λόγω ακινήτου, είναι απορριπτέος, γιατί στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση, ότι το πιο πάνω Δικαστήριο δέχθηκε τη σύναψη του ιδιωτικού συμφωνητικού που προμνημονεύθηκε, ενώ, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη, τέτοια παραδοχή δεν υπάρχει.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21 Μαρτίου 2005 αίτηση για αναίρεση της 270/2004 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας καθώς και της 23/2003 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ιστιαίας.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαϊου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ