Supreme Court dismisses appeal regarding inadmissible challenge to trial court's free evaluation of evidence and witness testimony.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Court of Appeals' decision in an inheritance dispute. The appellant argued that the lower court improperly relied on the defendant's admission regarding property seizure and admitted witness testimony that contradicted established facts. The court held that the admission was inadmissible for appeal as it was not raised before the appellate court, and challenges to the free evaluation of evidence and witness credibility fall outside the scope of appealable errors.
Legislator-Regeste
KI-generiertArt. 559 para. 1 lit. a, Art. 559 para. 1 lit. g, Art. 559 para. 1 lit. d, Art. 561 para. 1 K.Pol.D.: An appeal based on the alleged improper evaluation of evidence or witness testimony is inadmissible as it attacks the trial court's discretionary assessment of facts rather than a violation of mandatory legal rules.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertVolltext
Απόφαση 971 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 971/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Βασίλειο Νικόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 1 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Χατζημιχάλη.
Του αναιρεσιβλήτου: Ζ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Γκούσκο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-9-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 756/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 6829/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-12-2003 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Φώσκολος ανέγνωσε την από 14-2-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. 0 λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 12 άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη απόδειξης μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που καθορίζει ο νόμος δεσμευτικά. για αυτά. Αντίθετα, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως επιβάλλει ο νόμος (αρθρ. 340 Κ.Πολ.Δ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά το νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από εκείνα.
Δεν υπάρχει επίσης παράβαση της πιο πάνω διάταξης και όταν στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν γίνεται διάκριση ποιά αποδεικτικά μέσα λήφθηκαν υπόψη για άμεση ποια για έμμεση απόδειξη. Εξάλλου, κατά το άρθρο 456 K.Πολ.Δ., το δικαστήριο μπορεί με βάση τις συντρέχουσες περιστάσεις να θεωρήσει γνήσιο χωρίς απόδειξη ξένο δημόσιο έγγραφο και για το σκοπό αυτό μπορεί να θεωρήσει επαρκή την επικύρωσή του από το Υπουργείο Εξωτερικών ή από πρεσβευτή ή πρόξενο της Ελλάδας.
Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και προς εκείνη του άρθρου 455 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι τα αλλοδαπά δημόσια έγγραφα δεν έχουν εκ -του νόμου τεκμήριο γνησιότητας, δηλαδή ότι αυτά προέρχονται από το δημόσιο λειτουργό που εμφανίζεται ως εκδότης τους, όπως τα ημεδαπά δημόσια έγγραφα, το δικαστήριo όμως έχει την ευχέρεια να θεωρήσει ξένo δημόσιο έγγραφο ως γνήσιο και χωρίς απόδειξη για τον εν λόγω δε σκοπό μπορεί, χωρίς βέβαια να είναι και υποχρεωμένο, να θεωρήσει σχετικώς επαρκή την επικύρωσή του από το Ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών ή από Πρεσβευτή ή Πρόξενο της Ελλάδας.
Στην προκειμένη περίπτωση κατά τις παραδοχές του Εφετείoυ στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση το κρίσιμο ζήτημα της συγγενικής σχέσης (και εντεύθεν της ιδιότητας ως κληρονόμου) του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου με τους κληρονομούμενους Ψ αλλά και η ιδιότητα του πατέρα του ... ως γιού της ..., αποδείχτηκε κατά την κρίση του (δικαστηρίου) τόσο από τα αλλοδαπά δημόσια έγγραφα (σχετικά πιστοποιητικά γέννησης του πατέρα του, ληξιαρχικές πράξεις γάμου της γιαγιάς του ..., γέννησης και θανάτου του πατέρα του, γέννησης του ίδιου και διαβατήριο αυτού, από τα οποία, εκτός των δύο τελευταίων, τα υπόλοιπα είναι συνταγμένα στην τοπική γλώσσα της Γεωργίας, με μετάφραση στην ελληνική επικυρωμένη από συμβολαιογράφο της πόλης ..., αλλά και στη ρωσική γλώσσα με μετάφραση στην ελληνική από το Ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών, ενώ τα δύο τελευταία είναι συνταγμένα στη ρωσική, με μετάφραση στην Ελληνική επικυρωμένη από συμβολαιογράφο της πόλης ...
και επιπλέον το διαβατήριο και στην αγγλική γλώσσα), όσο και από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τον ενάγοντα ένορκες βεβαιώσεις, αλλά και από την ίδια τη διαθήκη της ..., στοιχεία τα οποία, κατά την κρίση του δικαστηρίου, συνδυαζόμενα με τα αναφερθέντα παραπάνω σχετικά με τα αλλοδαπά έγγραφα, οδηγούν στην κρίση ότι αυτά είναι γνήσια.
Εφόσον το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, θεώρησε γνήσια τα εν λόγω αλλοδαπά δημόσια έγγραφα και από την ελεύθερη εκτίμησή τους, σε συνδυασμό με τα αναφερόμενα λοιπά αποδεικτικά μέσα, συνήγαγε απόδειξη περί του κρίσιμου θέματος της συγγενικής σχέσεως και κληρονομικής ιδιότητας του αναιρεσιβλήτου, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από την αριθ. 12 άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
που του αποδίδεται με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, της παράβασης δηλαδή των ορισμών του νόμου σχετικά με την αποδεικτική δύναμη των προαναφερόμενων αλλοδαπών δημόσιων εγγράφων στα οποία το Εφετείο προσέδωσε αποδεικτική δύναμη, καίτοι η εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη είχε αμφισβητήσει τη γνησιότητά τους, με συνέπεια να μην έχουν κατά νόμο αποδεικτική δύναμη πριν από έρευνα της γνησιότητάς του, γινόμενη ως εάν αυτά ήταν ιδιωτικά έγγραφα, ώστε ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Αλλά και ο συναφής δεύτερος λόγος της αναίρεσης, που προβάλλει αιτίαση από τον αριθ. 10 περ. α΄ άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ κατά της προσβαλλόμενης απόφασης ότι το ΕΦετείο δέχθηκε ως γνήσια τα εν λόγω αλλοδαπά δημοσια έγγραφα χωρίς απόδειξη, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι το δικαστήριο, κάνοντας χρήση της παρεχόμενης από το νόμο ευχέρειας, θεώρησε τα έγγραφα αυτά γνήσια από το συνδυασμό τους με τα αναφερόμενα ημεδαπά έγγραφα (ένορκες βεβαιώσεις διαθήκη) και η σχετική κρίση του δεν ελέγχεται αναιρετικά.
ΙΙ. Αναφορικά με την ένσταση παραγραφής της ένδικης περί κλήρου αγωγής του αναιρεσίβλητου, την οποία είχε προτείνει νόμιμα στον πρώτο βαθμό και παραδεκτά επανέφερε ενώπιον του Εφετείου η αναιρεσείουσα, στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνονται κατ΄ ορθή εκτίμηση, τα ακόλουθα : Η κατά το νόμο εικοσαετής παραγραφή δεν άρχισε πριν την κατάληψη και κάποιου, έστω, κληρονομιαίου από το νομέα της κληρονομίας, η οποία σε κάθε περίπτωση, δεν έγινε πριν τις 30 Νοεμβρίου 1981, οπότε και εκδηλώθηκε η βούληση αντιποίησης του δικαιώματος του ενάγοντος από τους θείους του (δικαιοπαρόχους της αναιρεσείουσας), με την από μέρους τους υποβολή της κοινής τους με αριθ. 1969/Θ 499)1981 δήλωσης φόρου κληρονομίας του Ψ, ενώ η κρινόμενη αγωγή ασκήθηκε στις 24 Σεπτεμβρίου 2001 (δηλαδή πριν τη συμπλήρωση εικοσαετίας από την κατάληψη).
Με τις σκέψεις αυτές το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη κατ΄ ουσίαν την ένσταση της παραγραφής. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκή και πλήρη αιτιολογία, ώστε ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, κατά το μέρος που προβάλλει αιτίαση από τον αριθ. 1 περ. α΄ άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ., πρέπει, να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Το αναφερόμενο δε στο ίδιο μέρος του λόγου αναίρεσης, ότι η κατάληψη των κληρονομιαίων, και κατά το ιδανικό μερίδιο του αναιρεσίβλητου, έγινε από τους δικαιοπαρόχους της αναιρεσείουσας λίγες μόνο ημέρες μετά το θάνατο του κληρονομούμενου Ψ (6-4-1981), όταν και εκδήλωσαν την πρόθεσή τους να αποδεχθούν την κληρονομία, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο, διότι πλήττει την εκτίμηση πραγματικού γενονότος από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) όπως είναι ο χρόνος της κατάληψης.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που προβάλλει αιτίαση από τον αριθ. 11 περ. γ΄ άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ., ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την ομολογία του αναιρεσίβλητου διαλαμβανόμενη στην ένδικη από 10-9-2001 αγωγή του αλλά και στην από 17-2-2001 (με αριθ. καταθ. 39489/2001) αγωγή του εναντίον της αναιρεσείουσας, όπου ομολογεί ρητώς πως οι δικαιοπάροχοι της τελευταίας κατέλαβαν τα κληρονομιαία ακίνητα λίγες ημέρες μετά το θάνατο του Ψ, πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος διότι δεν αναφέρει ότι η τότε εφεσίβλητη (αναιρεσείουσα) είχε επικαλεστεί την ομολογία αυτή (που έγινε στον πρώτο βαθμό) ενώπιον του Εφετείου και επιπλέον ότι τα αναφερόμενα ως περιέχοντα την ομολογία δικόγραφα, είχαν προσκομιστεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
ΙΙΙ. Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται αιτίαση από τον αριθ. 9 περ. α΄ άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ότι το Εφετείο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε και συγκεκριμένα ότι αναγνώρισε τον αναιρεσίβλητο εξ αδιαθέτου κληρονόμο επί της κληρονομίας του Ψ ενώ με την αγωγή του ζητούσε να αναγνωριστεί εξ αδιαθέτου κληρονόμος του ... Ωστόσο, όπως προκύπτει από το κείμενο της από 10-9-1999 ένδικης αγωγής του αναιρεσίβλητου ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο τότε ενάγων ανέφερε ότι είναι εξ αδιαθέτου κληρονόμος του θείου του ..., που πέθανε στην ... στις 6-4-1981 κατά ποσοστό 4/32 εξ αδιαιρέτου, καθώς και της κληρονόμου του ... και θείας δικής του ..., κατά ποσοστό 3/32 εξ αδιαιρέτου και ζήτησε να αναγνωριστεί το κληρονομικό του δικαίωμα επί του επιδίκου ακινήτου κατά την εξ αδιαθέτου μερίδα του (7/32). Όμως το αιτητικό της αγωγής, από γραφικό λάθος εκ πρόδηλης παραδρομής, ο κληρονομούμενος Ψ αναφέρεται ως .... Το Εφετείο κάνοντας δεκτή την αγωγή ανέφερε στην απόφασή του το ορθό όνομα του κληρονομούμενουΨ, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια που του αποδίδεται. Επομένως ο κρινόμενος λόγος της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
IV. Στον πέμπτο λόγο της αναίρεσης, μετά την επίκληση πλημμέλειας από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατ΄ ορθή εκτίμηση, προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση με αντιφατικές αιτιολογίες θεώρησε ως ειλικρινείς και αξιόπιστες τις καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσίβλητου .... και ..., οι οποίες κατέθεσαν ψευδώς ότι δήθεν η οικογένεια του αναιρεσίβλητου ζούσε στο ... μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1960, ενώ από τα αναφερόμενα στοιχεία προκύπτει ότι τα μέλη της που κατονομάζονται βρίσκονται στην Ελλάδα κατά τα έτη 1939, 1941 και 1946 και επιπλέον η πρώτη μάρτυς κατέθεσε επίσης ψευδώς ότι το έτος 1971 είχε έρθει για τουρισμό στην Ελλάδα με τη μητέρα της κ.τ.λ.. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος διότι υπό την επίκληση αιτιάσεων από τον αριθ. 19 άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πλήττει την ανέλεγκτη εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και την εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23 Δεκεμβρίου 2003 αίτηση της Χ για αναίρεση της 6829/2003 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην καταβολή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαϊου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ