Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
970/2025 KI-generiert

Supreme Court dismisses appeal against second defendant but remands case for retrial regarding first defendant due to lack of specific grounds.

Geschäftsnummer 970/2025
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Teilweise gutgeheissen (Partially Allowed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the second defendant, A. X., and ordered him to pay court costs. However, the court found the first defendant, K. P., had failed to provide specific and detailed grounds for his appeal under Article 510(1)(d) of the Code of Civil and Administrative Procedure. Consequently, the court annulled the lower court's decision regarding K. P. and remanded the case for a new hearing before a different panel of judges.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 464, 466, 473, 474, 504, 505, 509, 510(1)(d), 519, 522 of the Code of Civil and Administrative Procedure; An appeal must be specific and detailed, and failure to meet this requirement warrants dismissal, while insufficient grounds for the penalty amount necessitates remittal for retrial.

Schlagwörter

KI-generiert
appeal admissibility specific grounds requirement detailed reasoning standard remittal for retrial statutory penalty threshold different judges panel dismissal of appeal Expatriierungszulage

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Articles 464, 466(1), 473(2), 3, 474(1), 2A, 4, 504(1) and 505 of the Code of Civil and Administrative Procedure
Article 509 of the Code of Civil and Administrative Procedure
Article 1(1) of Presidential Decree 86/1967 as amended by Article 33 of Law 3346/2005 and replaced by Article 30 of Law 3904/2010
Article 510(1)(d) of the Code of Civil and Administrative Procedure
Articles 519 and 522 of the Code of Civil and Administrative Procedure
KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 970 / 2025 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 970/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο-Δημήτριο Κοκκορό, Λεωνίδα Χατζησταύρου - Εισηγητή, Παναγιώτη Λυμπερόπουλο και Ελένη Θεοδωρακοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 29 Απριλίου 2025, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Σοφοκλή Λογοθέτη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Κ. Π. του Ι., κατοίκου Χαλανδρίου Αττικής και 2. Α. Χ. του Π., κατοίκου Γλυφάδας Αττικής, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Μαρμαρινό, για αναίρεση της αποφάσεως ΓΤ2520/2024 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών .

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και oι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 10-12-2024 και με αριθμούς 56/2024 και 55/2024, αντίστοιχα, δύο αιτήσεις τους αναίρεσης, καθώς και στους προσθέτους λόγους επ' αυτών τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1177/24.

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτών και τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Φέρονται προς συζήτηση στην ίδια δικάσιμο, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, α) η υπ' αριθμ. πρωτ. 56/2024 αίτηση του Κ. Π. του Ι., κατοίκου Αθηνών, και β) η υπ' αριθμ. πρωτ. 55/2024 αίτηση του Α. Χ. του Π., κατοίκου Γλυφάδας Αττικής, που ασκήθηκαν με δηλώσεις τους ενώπιον της γραμματέως του Πρωτοδικείου Αθηνών, στις 10-12-2024, για αναίρεση της υπ` αριθμ. ΓΤ2520/2024 απόφασης του Γ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Οι ως άνω αιτήσεις αναίρεσης είναι παραδεκτές (άρθρα 464, 466 παρ. 1, 473 παρ. 2, 3, 474 παρ. 1, 2Α, 4, 504 παρ. 1 και 505 ΚΠΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω κατ' ουσία, συνεκδικαζόμενες, λόγω της πρόδηλης συνάφειας και με τα παραδεκτώς υποβληθέντα δικόγραφα πρόσθετων λόγων, που κατατέθηκαν στις 31-1-2025, ενώπιον του αρμόδιου γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου (άρθρ. 509 ΚΠΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του α.ν. 86/1967, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 33 του ν. 3346/2005 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 30 του ν. 3904/2010, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας κάθε φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής ή Κοινωνικής Ασφάλισης ή Ειδικούς Λογαριασμούς ασφαλιστικών εισφορών, που βαρύνουν τον ίδιο (εργοδοτικών), οι οποίες υπερβαίνουν το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ και δεν καταβάλλει αυτές εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές προς τους ως άνω οργανισμούς, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων (10.000) δραχμών, κατά τη διάταξη δε της παρ. 2 του ίδιου άρθρου, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σ' αυτόν, που υπερβαίνουν το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, με σκοπό να τις αποδώσει στους ως άνω οργανισμούς και δεν τις καταβάλλει ή δεν τις αποδίδει στους οργανισμούς αυτούς, μέσα σε ένα μήνα αφότου είχαν καταστεί απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων (10.000) δραχμών.

Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της μη έγκαιρης καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών, απαιτείται να προσδιορίζονται οι συγκεκριμένες οφειλές του εργοδότη που απασχολεί προσωπικό, για ασφαλιστικές εισφορές, που βαρύνουν τον ίδιο και τους εργαζόμενους σ' αυτόν, καθώς και η μη καταβολή των αντίστοιχων χρηματικών ποσών, εντός ενός μήνα αφότου κατέστησαν απαιτητές, στον αντίστοιχο ασφαλιστικό οργανισμό.

Κατά τις διατάξεις δε του άρθρου 16 του Κανονισμού Ασφαλίσεως ΙΚΑ, ορίζεται, ως χρόνος καταβολής των εισφορών, το ημερολογιακό τέλος του μήνα, εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή η υπηρεσία, ενώ, κατά το άρθρο 26 παρ.3 του α.ν. 1846/1951, ορίζεται ότι ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλει τις εισφορές στο ΙΚΑ μέχρι την τελευταία εργάσιμη για τις δημόσιες υπηρεσίες ημέρα του επόμενου μήνα από τον πιο πάνω οριζόμενο χρόνο.

Πρόκειται, συνεπώς, για γνήσια εγκλήματα παράλειψης, τα οποία συντελούνται με την παράλειψη της εμπρόθεσμης καταβολής των παραπάνω εισφορών, μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα του επόμενου μήνα από τον μήνα, κατά τον οποίο παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία. Για την πληρότητα της αντικειμενικής υπόστασης των εγκλημάτων αυτών απαιτείται το υποκείμενό τους να έχει την ιδιότητα του εργοδότη, κατά την έννοια του άρθρου 8 παρ. 5 του α.ν. 1846/1951, δηλαδή να πρόκειται για φυσικό ή νομικό πρόσωπο, στο οποίο προσφέρει την εργασία ή την υπηρεσία του το προσωπικό που υπάγεται στην ασφάλιση, το οποίο οφείλει, κατά την πληρωμή των μισθών, να παρακρατεί το μέρος των εισφορών που βαρύνουν τους ασφαλισμένους, για να το αποδώσει στον ασφαλιστικό οργανισμό, στο πρόσωπο δε αυτού στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της παράβασης του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του α.ν. 86/1967.

Περαιτέρω, πρέπει να προκύπτει αν πρόκειται για ατομική επιχείρηση ή για νομικό πρόσωπο, φερόμενο ως εργοδότη και, στην τελευταία περίπτωση, απαιτείται να προσδιορίζεται η νομική μορφή του και η αναφορά των πραγματικών περιστατικών, από τα οποία να προκύπτει η συγκεκριμένη θέση του κατηγορουμένου στη διοίκηση της επιχείρησης, ώστε να ανακύπτει η υποχρέωσή του για παρακράτηση και απόδοση των εισφορών στον αντίστοιχο ασφαλιστικό οργανισμό (ΑΠ 192/2023, ΑΠ 910/2021).

Εξάλλου, με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 4075/2012, προστέθηκε παράγραφος 7 στο άρθρο 1 του α.ν. 86/1967, στην οποία ορίζεται ότι: "7.Για εργοδότες μη φυσικά πρόσωπα, που δεν καταβάλλουν ασφαλιστικές εισφορές υπέρ του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ ή των φορέων ή κλάδων ή λογαριασμών των οργανισμών των οποίων τις εισφορές εισπράττει ή συνεισπράττει το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, ως αυτουργοί των αδικημάτων του παρόντος άρθρου θεωρούνται :

α] Στις ημεδαπές ανώνυμες εταιρείες, οι πρόεδροι των Δ.Σ, οι διευθύνοντες ή εντεταλμένοι ή συμπράττοντες σύμβουλοι, οι διοικητές, οι γενικοί διευθυντές και γενικά κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε με δικαστική απόφαση στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών. Αν ελλείπουν όλα τα παραπάνω πρόσωπα, ως αυτουργοί θεωρούνται τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων των εταιριών αυτών, εφόσον ασκούν πράγματι προσωρινά ή διαρκώς ένα από τα καθήκοντα που αναφέρονται πιο πάνω.

β] Στις ομόρρυθμες ή ετερόρρυθμες εταιρείες, οι ομόρρυθμοι εταίροι. γ] Στις περιορισμένης ευθύνης εταιρείες, οι διαχειριστές αυτών και όταν ελλείπουν ή απουσιάζουν αυτοί, ο κάθε εταίρος. δ] Στους συνεταιρισμούς και στις ενώσεις τους, οι πρόεδροι, αντιπρόεδροι και διευθύνοντες σύμβουλοι αυτών. ε] Στη συμπλοιοκτησία, ο κάθε συμπλοιοκτήτης κατά το ποσοστό συμπλοιοκτησίας.

στ] Στα ιδρύματα, σωματεία, συλλόγους και επιτροπές εράνων οι πρόεδροι αυτών. ζ] Στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και στους οργανισμούς κοινής ωφελείας οι πρόεδροι ή οι διοικητές αυτών. η],...θ] Στους ιερούς ναούς , τα μέλη των εκκλησιαστικών συμβουλίων που εκπροσωπούν το ναό.....,ι].....8] Στις κοινοπραξίες, κοινωνίες, αστικές, συμμετοχικές ή αφανείς εταιρίες και στις ενώσεις προσώπων που δεν αποτελούν σωματείο, ως αυτουργοί των αδικημάτων του άρθρου 1 του α.ν 86/1967 θεωρούνται οι εκπρόσωποι τους και αν ελλείπουν αυτοί, τα μέλη τους. 9] Οι αυτουργοί των παραγράφων 7 και 8 τιμωρούνται εφόσον κατά το χρόνο διάπραξης του αδικήματος είχαν την ιδιότητα αυτή".

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, για ασφαλιστικές εισφορές που έχουν γεννηθεί μετά την 11-4-2012, οφείλονται δε από ημεδαπή ανώνυμη εταιρεία, αρχικά και κυρίως υπόχρεοι για την καταβολή τους από κοινού είναι τα πρόσωπα που ορίζονται στην παρ. 7 του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967 (οι πρόεδροι των διοικητικών συμβουλίων, οι διευθύνοντες ή εντεταλμένοι ή συμπράττοντες σύμβουλοι, οι διοικητές, οι γενικοί διευθυντές και γενικά κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από τον νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε με δικαστική απόφαση στη διοίκηση της ανώνυμης εταιρείας), ενώ τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων (αντιπρόεδροι και σύμβουλοι) ευθύνονται (από κοινού) μόνον εάν λείπουν όλα τα αμέσως προαναφερθέντα πρόσωπα και εφόσον αυτά (μέλη διοικητικού συμβουλίου) ασκούν πραγματικά, διαρκώς ή προσωρινά, τα καθήκοντα των αρχικών και κυρίως υπόχρεων, δηλαδή η ευθύνη τους είναι επικουρική (ΑΠ 952/2023, ΑΠ 986/2022, ΑΠ 549/2022).

Τα ανωτέρω πρόσωπα ευθύνονται ποινικά εφόσον είχαν τις προαναφερόμενες ιδιότητες κατά τους χρόνους διάπραξης των αδικημάτων. Αρκεί, δηλαδή, η κατοχή μιας εκ των ως άνω ιδιοτήτων για να υπέχει το πρόσωπο αυτό τις προβλεπόμενες στον νόμο ποινικές ευθύνες. Σημειώνεται δε ότι το Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΙΚΑ), δυνάμει της παρ. 1 του άρθρου 5 του ν. 3029/2002, μετονομάστηκε σε Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών ( ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) και αποτελεί ΝΠΔΔ, κατά τους ορισμούς του άρθρου 11 του, με το ν. 2113/1952 (ΦΕΚ Α' 126), κυρωθέντος α.ν. 1846/1951, καθολικός διάδοχος του οποίου είναι το ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (ΕΦΚΑ)" (άρθρο 51 ν. 4387/2016), καθολικός διάδοχος του οποίου είναι το ΝΠΔΔ με την επωνυμία Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (e-ΕΦΚΑ) (άρθρο 1 ν. 4670/2020) [ΑΠ 1477/2023, ΑΠ 281/2023, ΑΠ 624/2022].

Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την, από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου, για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού (σκεπτικού) με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Κατ' ακολουθίαν τούτων, για την πληρότητα της αιτιολογίας καταδικαστικής για παράβαση του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967 απόφασης, πρέπει να περιέχονται σ' αυτήν για τη θεμελίωση των δύο ως άνω αξιόποινων πράξεων, τα κρίσιμα περιστατικά, που είναι:

α) η συγκεκριμένη οφειλή του εργοδότη, που απασχολεί προσωπικό για ασφαλιστικές εισφορές, που βαρύνουν τον ίδιο και τους εργαζόμενους σ' αυτόν, καθώς και η μη καταβολή των αντίστοιχων ποσών εντός μηνός, αφότου κατέστησαν απαιτητά, στον ασφαλιστικό οργανισμό, που είναι ασφαλισμένο το απασχολούμενο προσωπικό, β) αν ο εργοδότης είναι εταιρεία, αναφορά της μορφής αυτής και των πραγματικών περιστατικών, από τα οποία προκύπτει η ιδιότητα και η θέση, που είχε ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος στην εταιρεία κατά τον χρόνο τέλεσης της αξιόποινης πράξης, ώστε να ανακύπτει υποχρέωσή του για παρακράτηση και απόδοση εισφορών, γ) όταν πρόκειται για εργοδότη, ανώνυμη ημεδαπή εταιρία, στην περίπτωση που πρόκειται για ασφαλιστικές εισφορές που μετά τις 11-4-2012, οπότε θεσπίσθηκε η παρ. 7 του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967, περίπτωση κατά την οποία, κατ' αρχήν, κυρίως υπόχρεοι για την ως άνω καταβολή είναι οι πρόεδροι των διοικητικών συμβουλίων, οι διευθύνοντες ή εντεταλμένοι ή συμπράττοντες σύμβουλοι, οι διοικητές, οι γενικοί διευθυντές και γενικά κάθε πρόσωπο εντεταλμένο, είτε άμεσα από το νόμο, είτε από ιδιωτική βούληση, είτε με δικαστική απόφαση στη διοίκηση της Α.Ε., ενώ τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων (αντιπρόεδροι και σύμβουλοι) ευθύνονται μόνον αν λείπουν όλα τα αμέσως παραπάνω πρόσωπα και εφόσον αυτά (μέλη Δ.Σ.) ασκούν πράγματι διαρκώς ή προσωρινά τα καθήκοντα των αρχικά και κυρίως υπόχρεων, πρέπει να αναγράφεται στην καταδικαστική απόφαση ότι ο καταδικασθείς είχε, κατά τον κρίσιμο χρόνο, μία από τις αναγραφόμενες στην ως άνω διάταξη της παρ. 7 του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967 ιδιότητες, μη αρκούντος του χαρακτηρισμού αυτού ως εργοδότη ή ως νόμιμου εκπροσώπου της εταιρικής επιχείρησης.

Όσον δε αφορά στον δόλο που απαιτείται, κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών, που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξης, δεν είναι αναγκαία η παράθεση ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει απ' αυτήν, όταν ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως είναι και η παράβαση της ως άνω διάταξης του άρθρου 1 του α.ν 86/1967, δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξή του. (ΑΠ 734/2024, ΑΠ 898/2023, ΑΠ 102/2023, ΑΠ 821/2021).

Ο χρόνος απασχόλησης και καταβολής των μηνιαίων αποδοχών του προσωπικού, που συμπλέκεται αμέσως με τον χρόνο τέλεσης των δύο ως άνω αξιόποινων πράξεων, είναι κρίσιμος όταν ασκεί επιρροή στην έρευνα της εξάλειψης του αξιοποίνου των πράξεων αυτών, λόγω παραγραφής (ΑΠ 1477/2023, ΑΠ 11/2023. ΑΠ 338/2022). Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί αυτά να αναφέρονται κατ' είδος γενικά, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τί προέκυψε χωριστά από το καθένα και χωρίς να απαιτείται να αναφέρεται από ποιο συγκεκριμένα αποδεικτικό μέσο προέκυψε η κάθε παραδοχή.

Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους (εγγράφων, μαρτυρικών καταθέσεων), ούτε απαιτείται να ορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται, μόνο, να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπ' όψη του και συνεκτίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μερικά κατ' επιλογή, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠΔ.

Όμως, δεν αποτελούν λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία μπορεί να εμπεριέχεται στον ΠΚ ή τους ειδικούς ποινικούς νόμους. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε.

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.

Το ως άνω Δικαστήριο (Γ' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών), με την προαναφερόμενη υπ' αριθμ. ΓΤ 2520/2024 προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού εκτίμησε και αξιολόγησε τα αναφερόμενα σ' αυτήν αποδεικτικά μέσα (ένορκη κατάθεση μάρτυρα και αναγνωσθέντα έγγραφα), δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι, σε σχέση με τους κατηγορουμένους Κ.

Π. (πρώτο) και Α. Χ. (δεύτερο) αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Στην Αθήνα στις 24.12.2018 τυγχάνοντας εργοδότες της επιχείρησης με την επωνυμία ..." [Α.Μ.Ε.: 9309773267, ΥΠΟΚ/ΜΑ Ε.Φ.Κ.Α. ΜΙΣΘΩΤΩΝ (τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) 084 ΓΛΥΦΑΔΑΣ], με είδος επιχείρησης την παροχή υπηρεσιών γυμναστηρίου ενόργανης ή μη γυμναστικής, και ειδικότερα ο πρώτος υπό την ιδιότητά του ως Αντιπρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος και ο δεύτερος υπό την ιδιότητά του ως Πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της άνω ανώνυμης εταιρίας, από κοινού ενεργούντες και έχοντας κοινό δόλο, έχοντας απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο από 01/11/2016 έως 31/08/2018 στην επιχείρησή τους προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή - που ασφαλιζόταν στον Ε.Φ.Κ.Α. (τ.

ΙΚΑ-ΕΤΑΜ), όφειλαν για την ασφάλιση του άνω προσωπικού να καταβάλλουν στον Ε.Φ.Κ.Α. (τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) τις κατωτέρω συνολικές εισφορές ποσού 61.359,60, ΕΥΡΩ μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για τις Δημόσιες Υπηρεσίες του επόμενου μήνα, εκείνου μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία, τις οποίες, ωστόσο, δεν κατέβαλαν.

Για την μη καταβολή των εισφορών αυτών συντάχθηκαν οι με αριθμό 084/ΠΕΕ/ΑΚ/6150/2017, 084/ΠΕΕ/ΑΚ/9955/2017, 084/ΠΕΕ/ΑΚ/1355/2018, 084/ΠΕΕ/Α/247/2018, 084/ΠΕΕ/ΑΚ/7951/2017, 084/ΠΕΕ/ΑΚ/3 866/2017, 084/ΠΕΕ/ΑΚ/7026/2017, 084/ΠΕΕ/ΑΚ/10227/2018, 084/ΠΕΕ/ΑΚ/2446/2018, 084/ΠΕΕ/ΑΚ/520/2017, 084/ΠΕΕ/ΑΚ/2292/2017, 084/ΠΕΕ/ΑΚ/3130/2017, 084/ΠΕΕ/ΑΚ/5042/2017, 084/ΠΕΕ/ΑΚ/1363/2017, 084/ΠΕΕ/ΑΚ79021/2017, 084/ΠΕΕ/ΑΚ/476/2018, 084/ΠΕΕ/ΑΚ/11153/2018 ΠΕΕ συνολικού ποσού εισφορών 61.359,60 ΕΥΡΩ.

Ειδικότερα: 1) Έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών τους ίδιους (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΩΝ) ασφαλιστικών εισφορών, ποσού 40.906,40 ΕΥΡΩ, δεν κατέβαλαν αυτές στον άνω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές. 2) Έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρησή τους (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ) ποσού 20.453,20 ΕΥΡΩ με σκοπό να αποδώσουν αυτές στον άνω Οργανισμό, δεν τις κατέβαλαν σ' αυτόν μέσα στο μήνα κατά τον οποίο αυτές έγιναν απαιτητές, κατέστησαν δε για αυτές τιμωρητέοι για υπεξαίρεση".

Ακολούθως, το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τους αναιρεσείοντες - κατηγορουμένους ενόχους για τις αξιόποινες πράξεις της μη έγκαιρης καταβολής στον ΕΦΚΑ εργοδοτικών και εργατικών ασφαλιστικών εισφορών (άρθρ. 1 και 2 του α.ν. 86/1967, όπως ισχύουν, 375 ΠΚ) και επέβαλε στον καθένα συνολική ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών, που ανέστειλε επί τριετία και συνολική χρηματική ποινή εννιακοσίων (900) ευρώ, με το ακόλουθο διατακτικό: "......στην Αθήνα στις 24.12.2018 τυγχάνοντας εργοδότες της επιχείρησης με την επωνυμία ..." [Α.Μ.Ε.: 9309773267, ΥΠΟΚ/ΜΑ Ε.Φ.Κ.Α.

ΜΙΣΘΩΤΩΝ (τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) 084 ΓΛΥΦΑΔΑΣ], με είδος επιχείρησης την παροχή υπηρεσιών γυμναστηρίου ενόργανης ή μη γυμναστικής, από κοινού ενεργούντες και έχοντας κοινό δόλο, έχοντας απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο από 01/11/2016 έως 31/08/2018 στην επιχείρησή τους προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή - που ασφαλιζόταν στον Ε.Φ.Κ.Α. (τ.

ΙΚΑ-ΕΤΑΜ), όφειλαν για την ασφάλιση του άνω προσωπικού να καταβάλλουν στον Ε.Φ.Κ.Α. (τ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) τις κατωτέρω συνολικές εισφορές ποσού 61.359,60, ΕΥΡΩ μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για τις Δημόσιες Υπηρεσίες του επόμενου μήνα, εκείνου μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία, τις οποίες, ωστόσο, δεν κατέβαλαν.

Για την μη καταβολή των εισφορών αυτών συντάχθηκαν οι με αριθμό 084/ΠΕΕ/ΑΚ/6150/2017, 084/ΠΕΕ/ΑΚ/9955/2017.084/ΠΕΕ/ΑΚ/1355/2018, 084/ΠΕΕ/Α/247/2018, 084/ΠΕΕ/ΑΚ/7951/2017, 084/ΠΕΕ/ΑΚ/3866/2017, 084/ΠΕΕ/ΑΚ/7026/2017, 084/ΠΕΕ/ΑΚ/10227/2018, 084/ΠΕΕ/ΑΚ/2446/2018, 084/ΠΕΕ/ΑΚ/520/2017, 084/ΠΕΕ/ΑΚ/2292/2017, 084/ΠΕΕ/ΑΚ/3130/2017, 084/ΠΕΕ/ΑΚ/5042/2017, 084/ΠΕΕ/ΑΚ/1363/2017, 084/ΠΕΕ/ΑΚ/9021/2017, 084/ΠΕΕ/ΑΚ/476/2018, 084/ΠΕΕ/ΑΚ/11153/2018 ΠΕΕ συνολικού ποσού εισφορών 61.359,60 ΕΥΡΩ.

Ειδικότερα: 1) Έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών τους ίδιους (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΩΝ) ασφαλιστικών εισφορών, ποσού 40.906,40 ΕΥΡΩ, δεν κατέβαλαν αυτές στον άνω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές. 2) 'Έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρησή τους (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ) ποσού 20.453,20 ΕΥΡΩ με σκοπό να αποδώσουν αυτές στον άνω Οργανισμό, δεν τις κατέβαλαν σ' αυτόν μέσα στο μήνα κατά τον οποίο αυτές έγιναν απαιτητές, κατέστησαν δε για αυτές τιμωρητέοι για υπεξαίρεση".

Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, κατά παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, σχετικά με την κρίση του περί της ενοχής του δεύτερου αναιρεσείοντος, Α. Χ., την απαιτούμενη, από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ` αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω αξιόποινων πράξεων, της παράβασης των άρθρων 375 παρ. 1 του ΠΚ και του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του α.ν. 86/1967, όπως ισχύει, για τις οποίες και καταδικάσθηκε, τις αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, που προαναφέρθηκαν.

Ειδικότερα, το Εφετείο αναφέρει στην προσβαλλόμενη απόφαση: 1) κατ` είδος, όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία έλαβε υπόψη του, 2) την επιχείρηση (ανώνυμη εταιρεία), που απασχόλησε τους μισθωτούς της με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, 3) το χρονικό διάστημα, στο οποίο παρείχαν οι εργαζόμενοι εργασία (1-11-2016 έως 31-8-2018), από το οποίο προκύπτουν και οι χρόνοι που ήταν απαιτητές και οι δύο κατηγορίες των εισφορών από τον ασφαλιστικό φορέα τους, ήτοι η εκάστοτε τελευταία εργάσιμη ημέρα του επόμενου μήνα από τον μήνα, κατά τον οποίο παρασχέθηκε κάθε φορά η εργασία, 4) το ύψος των βαρυνουσών τον ως άνω αναιρεσείοντα εργοδοτικών ασφαλιστικών εισφορών, που δεν αποδόθηκαν και των εργατικών εισφορών, που παρακρατήθηκαν από τις αποδοχές των απασχοληθέντων εργαζόμενων, οι οποίες έπρεπε να αποδοθούν στον ασφαλιστικό τους φορέα και 5) την ιδιότητα του ως άνω αναιρεσείοντος, ήτοι προέδρου του διοικητικού συμβουλίου της εργοδότριας εταιρείας, που την κατείχε συνεχώς, από την 1-11-2016 μέχρι και την τελευταία εργάσιμη ημέρα, του επόμενου μήνα, κατά τον οποίο προσφέρθηκε εργασία, ήτοι την 28-9-2018.

Η ειδικότερη αιτίαση του ως άνω αναιρεσείοντος ότι δεν υπέχει ποινική ευθύνη, καθόσον, όπως αναφέρεται και στο σχετικό έγγραφο του ΓΕΜΗ, που αναγνώσθηκε, κατόπιν αποφάσεως του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας, ο συγκατηγορούμενός του Κ. Π. είχε την αποκλειστική εκπροσώπηση και διαχείριση της εταιρείας, δεσμεύοντάς την σε όλες τις σχέσεις και συναλλαγές της με μόνη την υπογραφή του υπό την εταιρική σφραγίδα, είναι αβάσιμη.

Συγκεκριμένα, όπως προεκτέθηκε, αρκεί για την ποινική του ευθύνη το γεγονός ότι είχε την ανωτέρω ιδιότητα, του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου της εργοδότριας εταιρείας, κατά τους χρόνους τέλεσης των αδικημάτων, καθόσον, κατά τον νόμο, η ποινική του ευθύνη είναι από κοινού με τα άλλα πρόσωπα, που ορίζεται στον νόμο ότι θεωρούνται αυτουργοί των ως άνω εγκλημάτων.

Εξάλλου, το γεγονός της αναγραφής, εσφαλμένα, τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό της απόφασης, ως χρόνου τέλεσης των πράξεων της 24-12-2018, δεν ασκεί κάποια έννομη επιρροή στο ζήτημα της εξάλειψης του αξιόποινου των ανωτέρω πράξεων, λόγω παραγραφής (άρθρα 111 επ. ΠΚ), καθόσον η παροχή της εργασίας φέρεται ότι άρχισε την 1-11-2016 και η απόφαση του Εφετείου εκδόθηκε στις 29-10-2024 και, επιπλέον, δεν δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητα των εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάσθηκε ο δεύτερος αναιρεσείων.

Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι του από 31-1-2025 δικογράφου πρόσθετων λόγων, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ, Ε' και Θ' ΚΠΔ, με τους οποίους ο αναιρεσείων αυτός πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και για υπέρβαση εξουσίας, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Η επιβαλλομένη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, που προτείνονται από τον κατηγορούμενο ή από τον συνήγορο του. Αυτοτελείς ισχυρισμοί είναι εκείνοι, που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 171 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή την άρση ή μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή τη μείωση της ποινής.

Τέτοιοι αυτοτελείς ισχυρισμοί, η απόρριψη του οποίων πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπό του ελαφρυντικών περιστάσεων από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, αφού η παραδοχή τους οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά τα άρθρα 83 και 85 του ίδιου Κώδικα, ποινής, την τυχόν συνδρομή των οποίων βεβαίως, το Δικαστήριο της ουσίας, κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υπόθεσης, ερευνά και αυτεπαγγέλτως, χωρίς όμως να είναι υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής τέτοιας περίστασης (ΑΠ 661/2023, ΑΠ 643/2023, ΑΠ 422/2023).

Προϋπόθεση, όμως, της δυνατότητας αξιολόγησης και, σε περίπτωση ευδοκίμησής τους, της επέλευσης του ευνοϊκότερου για τον κατηγορούμενο αποτελέσματος, είναι η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή και με προφορική ανάπτυξή τους κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελίωσής τους, άλλως το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, συνεπώς δε ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους (Ολ.

ΑΠ 2/2005, ΑΠ 899/2023). Ως ελαφρυντική περίσταση θεωρείται και η προβλεπόμενη από την παρ. 2 του άρθρ. 84 του ΠΚ, με στοιχείο δ', ήτοι ότι ο κατηγορούμενος επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του. Για την αναγνώριση στον κατηγορούμενο της ελαφρυντικής αυτής περίστασης, δεν αρκεί μόνη η ρηματική μεταμέλεια κατά τη διάρκεια της ποινικής δίκης, αλλά απαιτείται να είναι αυτή εκούσια και έμπρακτη, συνοδευόμενη από πράξεις ή ενέργειες, που να μαρτυρούν ότι ο υπαίτιος επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις (οικονομικές ή άλλες) συνέπειες της πράξης του, δηλαδή πρέπει να συνδυάζεται με συγκεκριμένα περιστατικά, τα οποία δείχνουν ότι ο κατηγορούμενος μεταμελήθηκε και για τον λόγο αυτό επιζήτησε ειλικρινά και όχι προσχηματικά να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της αξιόποινης συμπεριφοράς του (ΑΠ 187/2023, 188/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του ως άνω κατηγορουμένου Α. Χ., μετά την απαγγελία της απόφασης για την ενοχή του, αφού έλαβε τον λόγο από την Πρόεδρο του Δικαστηρίου, ζήτησε "να αναγνωριστεί στο πρόσωπο του εντολέως του η συνδρομή των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2α', δ' και ε' ΠΚ". Ακολούθως, το Εφετείο απέρριψε την χορήγηση του ελαφρυντικού της ειλικρινούς μετάνοιας (άρθρ. 84 παρ. 2 στοιχ. δ' ΠΚ), με την ακόλουθη αιτιολογία: " Περαιτέρω, επειδή δεν αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος προσπάθησε να μειώσει με οποιονδήποτε τρόπο τις συνέπειες των επίδικων πράξεων, καθόσον δεν προέβη σε καμία ρύθμιση και σε καμία καταβολή έναντι των επίδικων χρεών του. Όσο δε αφορά στην με αριθμό 219046 αίτησή του με ημερομηνία οριστικής υποβολής στις 21-4-2023, την οποία επικαλείται και η οποία είναι η μόνη που αφορούσε στα επίδικα χρέη του, αποδείχθηκε ότι απορρίφθηκε από την αρμόδια Αρχή, διότι δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις του νόμου 4738/2020, η δε οφειλέτιδα εταιρία δεν ανταποκρίθηκε στα από 11-5-2024 και 28-5-2024 σχετικά αιτήματα της Αρχής για την προσκόμιση των απαιτούμενων από το νόμο στοιχείων, σύμφωνα με τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αιτιολογία της σχετικής απόφασης της Αρχής....

Για τους λόγους αυτούς, το αίτημά του για την αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων των περιπτώσεων ...., δ' .....της παραγράφου 2 του άρθρου 84 του ΠΚ., πρέπει να απορριφθεί ως αναπόδεικτο και αβάσιμο στην ουσία". Ο ανωτέρω αυτοτελής ισχυρισμός, από το άρθρο 84 παρ. 2 στοιχ. δ' ΠΚ, για την απόρριψη του οποίου παραπονείται ο αναιρεσείων, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αίτησης αναίρεσης και τον τέταρτο λόγο του από 31-1-2015 δικογράφου πρόσθετων λόγων, για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και έλλειψη νόμιμης βάσης, όπως προβλήθηκε, ήτοι με την επίκληση μόνο της σχετικής διάταξης του άρθρου 84 παρ. 2 στοιχ. δ' ΠΚ, ήταν αόριστος, αφού δεν εκτέθηκαν τα αναγκαία για τη θεμελίωσή του πραγματικά περιστατικά και το Δικαστήριο, εντεύθεν, δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει, πέραν του ότι ως εκ περισσού απάντησε κατά τα ανωτέρω.

Συνεπώς, οι ανωτέρω, από το άρθρ. 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε'ΚΠΔ λόγοι, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η ως άνω κρινόμενη αίτηση αναίρεσης του Α. Χ. και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα, τα δικαστικά έξοδα, κατ' άρθρο 578 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 115 ν. 5090/2024, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

Όμως, ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα, Κ. Π., η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιλαμβάνει την απαιτούμενη από τις ως άνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα, κατά τις παραδοχές της απόφασης, ο αναιρεσείων αυτός είχε την ιδιότητα του αντιπροέδρου του διοικητικού συμβουλίου και διευθύνοντος συμβούλου της παραπάνω εταιρείας καθ' όλο το επίμαχο χρονικό διάστημα, ήτοι από την 1-11-2016 μέχρι και την 28-9-2018.

Όμως, σε σχέση με το ζήτημα αυτό, παρά την αναφορά στο προοίμιο του σκεπτικού της απόφασης, ότι λήφθηκαν υπόψη η κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας, υπαλλήλου του e-ΕΦΚΑ, Αλέξανδρου Πετρά και τα αναγνωσθέντα έγγραφα, ουδόλως προκύπτει ότι λήφθηκαν πράγματι υπόψη: α) το υπ' αριθμ. πρωτ. 811682/8-6-2017 αναγνωσθέν έγγραφο του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθήνας (Τμήμα Μητρώου/Υπηρεσία ΓΕΜΗ), σύμφωνα με το οποίο, την 8-6-2017 καταχωρίσθηκαν στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (ΓΕΜΗ) 1) η από 11-5-2017 απόφαση της γενικής συνέλευσης των μετόχων της εταιρείας ..." και 2) το από 12-5-2017 πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου της ως άνω εταιρείας, σύμφωνα με το οποίο, το εκλεγμένο διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας συγκροτήθηκε σε σώμα, με αντιπρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο τον πρώτο αναιρεσείοντα Κ.

Π., β) το υπ' αριθμ. πρωτ. 116272/21-9-2015 αναγνωσθέν έγγραφο του ίδιου Επιμελητηρίου, σύμφωνα με το οποίο την 1-9-2015 καταχωρίσθηκε στο ΓΕΜΗ το από 30-6-2015 πρακτικό του (προηγούμενου) διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας, που συγκροτήθηκε σε σώμα, στο οποίο δεν συμπεριλαμβανόταν ο πρώτος αναιρεσείων, ενώ ο δεύτερος αναιρεσείων Α.

Χ. είχε την ιδιότητα του Προέδρου του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας, γ) η κατάθεση του ως άνω μάρτυρα κατηγορίας (βλ. σελ. 5, 6 της απόφασης), σύμφωνα με την οποία ο πρώτος αναιρεσείων ανέλαβε ως εκπρόσωπος της εταιρείας στις 12-5-2017 (ημερομηνία συγκρότησης του δ. σ. της εταιρείας σε σώμα). Επομένως, είναι βάσιμος ο μοναδικός λόγος της υπ' αριθμ.

πρωτ. 56/2024 αίτησης αναίρεσης (καθώς επίσης και οι όμοιοι πρώτος λόγος του από 31-1-2025 δικογράφου πρόσθετων λόγων) του πρώτου αναιρεσείοντος Κ. Π., από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ενόψει αυτού, δεδομένου ότι για τις αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση ΠΕΕ, που συντάχθηκαν από τον e-ΕΦΚΑ, δεν προκύπτει το ύψος των οφειλόμενων ασφαλιστικών ποσών, έτσι ώστε να μπορεί να κριθεί αν τα συνολικώς οφειλόμενα ποσά εργοδοτικών και εργατικών εισφορών, από τις 12-5-2017 και εντεύθεν υπερβαίνουν τα προαναφερόμενα ελάχιστα όρια, για τη θεμελίωση του αξιόποινου αμφοτέρων των πράξεων, πρέπει η απόφαση να αναιρεθεί στο σύνολό της σε σχέση με τον Κ.

Π., ενώ παρέλκει η εξέταση, ως προς αυτόν, των λοιπών λόγων του δικογράφου των πρόσθετων λόγων.

Συνεπώς, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519, 522 ΚΠΔ), όπου, σε σχέση με τον κατηγορούμενο αυτόν (Κ. Π.), θα γίνει και η οριστική παύση της ποινικής δίωξης λόγω παραγραφής, για το επιβαλλόμενο χρονικό διάστημα, με αντιστοίχηση των σχετικών ασφαλιστικών οφειλών (εργοδοτικών και εργατικών), που θα προσδιορισθούν.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπ' αριθμ. πρωτ. 55/2024 αίτηση του Α. Χ. του Π., κατοίκου Γλυφάδας Αττικής, για αναίρεση της υπ` αριθμ. ΓΤ2520/2024 απόφασης του Γ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, καθώς και τους από 31-1-2025 επ'αυτής πρόσθετους λόγους. Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε οκτακόσια (800) ευρώ.

Αναιρεί την ως άνω υπ' αριθμ. ΓΤ2520/2024 απόφαση του Γ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ως προς τον αναιρεσείοντα Κ. Π. του Ιωάννη, κάτοικο Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση, ως προς αυτόν, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουνίου 2025.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ