Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
970/2009 KI-generiert

Supreme Court quashes lower court ruling on termination compensation cap for bank employee due to flawed public sector classification.

Geschäftsnummer 970/2009
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Teilweise gutgeheissen (Partially Allowed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court quashed the Athens Court of Appeal's decision regarding the termination compensation cap for a bank employee. The lower court incorrectly applied a statutory cap of 1.5 million drachmas because it deemed the bank part of the public sector without sufficient factual basis. The Supreme Court found this classification legally unfounded as the bank's majority shares did not belong to the state, violating procedural requirements for such determinations.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Art. 2 para. 2 of Law 173/1967; Art. 51 of Law 1892/1990: The Supreme Court must quash a lower court decision if it classifies a bank as part of the public sector for compensation capping purposes without establishing that the majority of shares belong to the state.

Schlagwörter

KI-generiert
termination compensation cap public sector classification bank employee rights statutory limitation procedural violation state ownership shares labor law appeal Pfandbelastungsgrenze

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Art. 2 para. 2 of Law 173/1967
Art. 51 of Law 1892/1990
Art. 1 para. 1 of Decree-Law 618/1970
Art. 33 of Law 1876/1990
KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 970 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 970/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας:..., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Πετρόπουλο.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Λένη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-9-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1130/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 6165/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 10-7-2006 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γρηγόριος Κουτσόπουλος, ανέγνωσε την από 14-2-2008 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού, Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνα Ζιάκα, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου και δεύτερου (σκέλος β') λόγων αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 2 παρ. 2 του α.ν. 173/1967, στις περιπτώσεις που εργοδότης είναι το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή Τράπεζες ή επιχειρήσεις και οργανισμοί κοινής ωφέλειας ή επιχειρήσεις οι οποίες επιχορηγούνται από το Κράτος, η αποζημίωση που οφείλεται από το νόμο 2112/1920, όπως ισχύει εκάστοτε, δεν μπορεί να υπερβαίνει σε κάθε περίπτωση το ποσό των 240.000 δραχμών, καταργουμένης κάθε αντίθετης ειδικής διάταξης νόμου ή σύμβασης οποιασδήποτε μορφής ή τυχόν υπάρχοντος εθίμου.

Το όριο αυτό αναπροσαρμόστηκε σε 1.500.000 δραχμές με το άρθρο 33 ν. 1876/1990. Εξάλλου, με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν.δ. 618/1970 "περί εφαρμογής των διατάξεων του α.ν. 173/1967 επί των αποζημιώσεων των χορηγουμένων υπό του Δημοσίου, ΝΠΔΔ κλπ." ορίστηκε ότι: "τα υπό των διατάξεων της παραγρ. 2 του άρθρου 2 του α.ν. 173/67 τιθέμενα ανώτατα όρια αποζημιώσεως ισχύουν δια πάσαν περίπτωσιν οφειλομένης, δυνάμει γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου ή κανονισμού ή συμβάσεως, αποζημιώσεως εις τους αποχωρούντας, απομακρυνομένους ή απολυομένους υπαλλήλους και εργάτας του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α., ΝΠΔΔ, Τραπεζών, Επιχειρήσεων Κοινής Ωφελείας ή Επιχειρήσεων επιχορηγουμένων υπό του Κράτους, εφ' οιαδήποτε σχέσει εργασίας μετ' αυτών συνδεομένων, καταργουμένης πάσης γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου, κανονισμού, συμβάσεως οιασδήποτε μορφής και εθίμου." Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, ο ευρύτερος δημόσιος τομέας καθορίζεται κάθε φορά από το νόμο, για το ζήτημα αυτό δε ισχύουν ήδη οι διατάξεις του άρθρου 51 παρ. 1 του ν. 1892/1990, με τις οποίες έγινε επανοριοθέτηση του δημόσιου τομέα, όπως είχε οριοθετηθεί με το άρθρο 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982 και ορίστηκε ότι ο κατά τις παραπάνω διατάξεις δημόσιος τομέας περιλαμβάνει μόνο "...δ.

τις τράπεζες που ανήκουν στο νομικό πρόσωπο του Δημοσίου, είτε στο σύνολό τους είτε κατά πλειοψηφία". Με βάση το γράμμα των ανωτέρω διατάξεων του α.ν. 173/1967 και του ν.δ.618/1970, καταλείπεται, εκ πρώτης όψεως, η εντύπωση ότι εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής τους, και συνεπώς υπόκεινται στο θεσπιζόμενο από αυτές ανώτατο όριο αποζημιώσεως, οι μισθωτοί όλων ανεξαιρέτως των τραπεζών, αφού οι διατάξεις αυτές δεν διακρίνουν μεταξύ τραπεζών του ιδιωτικού και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, κατά την έννοια του άρθρου 51 παρ. 1 περ.

δ' του ν. 1892/90. Έγινε δεκτό, όμως, ότι, ενόψει του σκοπού και του πραγματικού νοήματος των εν λόγω διατάξεων, επιβάλλεται τελολογική συστολή του γράμματος αυτών, ώστε να εφαρμόζονται μόνο στις τράπεζες του ευρύτερου δημόσιου τομέα, δηλαδή στις τράπεζες, οι μετοχές των οποίων ανήκουν στο σύνολό τους ή κατά πλειοψηφία στο νομικό πρόσωπο του Δημοσίου.

Αντίθετο επιχείρημα δεν μπορεί να αντληθεί από το άρθρο 49Α του Κανονισμού της Βουλής, κατά την παρ. 3 του οποίου η προβλεπόμενη στην παρ. 1 του ίδιου άρθρου Επιτροπή Δημοσίων Επιχειρήσεων, Τραπεζών και Οργανισμών Κοινής Ωφέλειας διατυπώνει γνώμη για την καταλληλότητα των προτεινομένων προς διορισμό, επαναδιορισμό ή ανανέωση θητείας σε θέσεις Προέδρου του Δ.Σ., Διοικητού ή Διευθύνοντος Συμβούλου των αναφερομένων στην παρ. 5 (ήδη παρ. 6) του ίδιου άρθρου δημοσίων Επιχειρήσεων, Τραπεζών κ.λ.π., μεταξύ των οποίων μνημονεύεται ειδικά η αναιρεσίβλητη Ε.Τ.Ε., ενώ και από το άρθρο 29 του ν. 2937/2001 , που ορίζει ότι από την ισχύ του (26-7-2001) δεν απαιτείται γνώμη της ανωτέρω Επιτροπής της Βουλής για την καταλληλότητα των προτεινομένων για διορισμό ή επαναδιορισμό στις ως άνω θέσεις της διοίκησης της Ε.Τ.Ε., δεν μπορεί να συναχθεί ότι η αναιρεσίβλητη υπαγόταν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα μέχρι της ισχύος του νόμου αυτού.

Και τούτο, διότι ο δημόσιος τομέας καθορίζεται μόνο από τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 51 παρ. 1 του ν. 1892/1990 και όχι από τον Κανονισμό της Βουλής, οι ρυθμίσεις του οποίου εξυπηρετούν άλλους σκοπούς (εσωτερική λειτουργία της Βουλής, αποτελεσματική άσκηση κοινοβουλευτικού ελέγχου) και δεν μπορούν να καταργήσουν ή τροποποιήσουν διατάξεις ισχυόντων τυπικών νόμων.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, τα ακόλουθα: Η αναιρεσείουσα, που γεννήθηκε το έτος 1958, προσλήφθηκε στις 11-8-1980 από την αναιρεσίβλητη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και εργάστηκε σ' αυτήν, στον Κανονισμό της οποίας προσχώρησε, ως υπάλληλος του λογιστικού κλάδου, μέχρι τις 19-3-2001, που εκείνη -αναιρεσείουσα- κατήγγειλε δια του από 23-2-2001 εγγράφου της προς την αναιρεσίβλητη την εν λόγω σύμβαση εργασίας, πριν από τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας, δηλαδή του 62ου έτους, όπως ορίζεται στον Κανονισμό, έχοντας όμως συμπληρώσει υπερδεκαπενταετή υπηρεσία στην αναιρεσίβλητη.

Έτσι, πληρώθηκε η διαλυτική αίρεση της πρόωρης λύσεως της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου και μετέπεσε αυτή σε αορίστου χρόνου από της καταρτίσεώς της. Δικαιούται δε η αναιρεσείουσα την αποζημίωση που ορίζει το άρθρο 8 εδ. α' του ν. 3198/1955, αφού κατά το άρθρο 26 παρ. 2 του προϊσχύσαντος και 33 του νέου Κανονισμού Εργασίας, που έχει ισχύ νόμου, προβλέπεται εκ των προτέρων συγκατάθεση της Τράπεζας για την περίπτωση μονομερούς πρόωρης αποχωρήσεως του μισθωτού από την υπηρεσία, και ότι η εν λόγω αποζημίωση, ανερχόμενη σε 4.497.332 δραχμές, έπρεπε να περιορισθεί κατ' εφαρμογή του άρθρου 2 παρ. 2 αν. 173/1967, στο ποσό των 1.500.000 δραχμών, διότι κατά την αποχώρηση αυτής από την υπηρεσία (στις 19-2-2001) η αναιρεσίβλητη Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ανήκε στις τράπεζες του ευρύτερου δημόσιου τομέα, όπως αυτός, προσδιορίζεται από το άρθρο 1 παρ. 6 περ.

ε' του ν. 1256/1982, επί της οποίας δε και εφαρμοζόταν το άρθρο 49 του Κανονισμού της Βουλής.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 51 του ν. 1892/1990, 2 παρ. 2 του ν. 173/1967, 1 παρ. 1 του ν.δ 618/1970 και 33 του ν. 1876/1990, διότι διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής τους, αφού δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη τράπεζα ανήκε, κατά τον κρίσιμο χρόνο, στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, χωρίς να αναφέρει και τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι συνέτρεχαν, κατά τον παραπάνω χρόνο, οι απαιτούμενες κατά το άρθρο 51 του Ν. 1892/1990 προϋποθέσεις, δηλαδή ότι η πλειοψηφία τουλάχιστον των μετοχών της αναιρεσίβλητης ανήκε στο νομικό πρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου, αφού αντιθέτως οι παραπάνω διαλαμβανόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιολογίες δεν δικαιολογούν κατά νόμο το χαρακτηρισμό της αναιρεσίβλητης ως ανήκουσας στον δημόσιο τομέα, όπως αυτός επαναπροσδιορίστηκε. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 6165/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και,

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Μαρτίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Απριλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ