Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
96/2026 KI-generiert

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, rejecting review of evidence assessment regarding property damage compensation.

Geschäftsnummer 96/2026
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Abgewiesen (Dismissed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's decision regarding property damage compensation. The appellant argued that the lower court failed to consider a claim about the property being split in two, which would reduce its value, but the court ruled this was merely an argument about evidence evaluation rather than a procedural defect. Consequently, the court held that it could not review the substantive assessment of the evidence presented by the parties.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Art. 560 no. 5 KPolD; Art. 561 para. 1 KPolD: The Supreme Court cannot review the substantive assessment of evidence by the lower court; arguments regarding the evaluation of proof do not constitute a procedural defect under Article 560 no. 5 of the Code of Civil Procedure.

Schlagwörter

KI-generiert
appeal admissibility evidence assessment procedural defect property damage compensation calculation Zufahrtsstrasse Gemeindestrasse Fuss- und Wanderweggesetz

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Art. 576 para. 2 KPolD
Art. 560 no. 5 KPolD
Art. 561 para. 1 KPolD
Art. 106 KPolD
Art. 176 KPolD
Art. 183 KPolD
Art. 189 no. 1 KPolD
Art. 191 no. 2 KPolD
Art. 22 para. 1 n. 3693/1957

Zitierte Rechtsprechung

KI-generiert
KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 96 / 2026 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 96 /2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη-Εισηγήτρια, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 19 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Λαυρέντιο Παππά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε.Π.Ε. με την επωνυμία "ΠΟΛΙΤΕΙΑ Ε.Π.Ε.", που εδρεύει στη Λευκόπετρα Ν. Ξάνθης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, 2) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΥ Α.Ε." (ΕΤΑΔ Α.Ε.), που εδρεύει στην Αθήνα (οδός ...) και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αγγελική-Ηλέκτρα Γιαννικοπούλου, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-5-2017 αγωγή της ήδη α' αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ξάνθης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 205/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 17/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 13-4-2022 αίτησή του. Η υπόθεση προσδιορίστηκε αρχικά για τη δικάσιμο της 21-2-2024 κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτησή της για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 262/2022, ΑΠ 303/2021, ΑΠ 600/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ' αριθ. ....2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θράκης με έδρα το Πρωτοδικείο Θράκης Κ. Κ. , την οποία προσκομίζει και επικαλείται νόμιμα το αναιρεσείον, προκύπτει ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη κλητεύτηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα για να παραστεί στην παρούσα συζήτηση από το επισπεύδον αυτήν αναιρεσείον.

Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, δεν παρέστη η πρώτη αναιρεσίβλητη, ούτε κατέθεσε δήλωση μη παράστασης, κατ` άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και γι' αυτό πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης παρά την απουσία της.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 76 παρ. 1 του ΚΠολΔ, με την οποία ορίζονται η έννοια και οι συνέπειες της αναγκαστικής ομοδικίας: "Όταν η διαφορά επιδέχεται ενιαία μόνο ρύθμιση ή η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους ομοδίκους ή όταν οι ομόδικοι μόνον από κοινού μπορούν να ασκήσουν αγωγή ή να εναχθούν ή, εξαιτίας των περιστάσεων που συνοδεύουν την υπόθεση, δεν μπορούν να υπάρξουν αντίθετες αποφάσεις απέναντι στους ομοδίκους, οι πράξεις του καθενός ωφελούν και βλάπτουν τους άλλους.

Oι ομόδικοι που μετέχουν νόμιμα στη δίκη ή έχουν προσεπικληθεί, αν δεν παραστούν, θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύονται από εκείνους που παρίστανται".

Εξάλλου, στα άρθρα 556 παρ. 1 και 558 του ΚΠολΔ ορίζεται, αντίστοιχα, ότι: ''1. Δικαίωμα αναίρεσης έχουν, εφόσον νικήθηκαν ολικά ή εν μέρει στη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο ενάγων, ο εναγόμενος, ο εκκαλών, ο εφεσίβλητος, εκείνος που ζητεί την αναψηλάφηση, εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η αναψηλάφηση, εκείνοι που είχαν ασκήσει κύρια ή πρόσθετη παρέμβαση, οι προσεπικληθέντες, οι καθολικοί διάδοχοι και οι ειδικοί διάδοχοι, εφόσον απέκτησαν την ιδιότητα αυτή μετά την άσκηση της αγωγής, καθώς και οι εισαγγελείς, μόνο αν ήταν διάδικοι'' και ''Η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων τους ή των κληροδόχων τους.

Αν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη''. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και με τη διάταξη του άρθρου 68 του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι: "Δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον", προκύπτει ότι νομιμοποιείται παθητικά ως αναιρεσίβλητος, ο αντίδικος του αναιρεσείοντος στη δίκη, έναντι του οποίου ο αναιρεσείων νικήθηκε, όχι όμως και ο ομόδικός του, ο οποίος νικήθηκε, επίσης, στη δίκη αυτή και ο οποίος, έχοντας το ίδιο με τον αναιρεσείοντα έννομο συμφέρον να εξαφανισθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνον ως ομόδικος του αναιρεσείοντος μπορεί να μετάσχει στην αναιρετική δίκη, με την άσκηση αναίρεσης από κοινού ή αυτοτελώς, εκτός αν, λόγω της φύσης της δίκης, ήταν δυνατή η δημιουργία αντιδικίας και μεταξύ των ομοδίκων, όπως στη δίκη διανομής ή αν η απόφαση περιέχει διάταξη βλαπτική για τον αναιρεσείοντα και επωφελή για τον ομόδικό του (ΑΠ 754/2019, ΑΠ 86/2013).

Τα ίδια ισχύουν και στην περίπτωση της αναγκαστικής ομοδικίας, οπότε η αναίρεση, κατά το εδάφ. β` του άρθρου 558 του ΚΠολΔ, πρέπει μεν να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, ως ομόδικοι, όμως, κατά του συνόλου των οποίων πρέπει να απευθύνεται, με την ποινή του απαραδέκτου, η αναίρεση, νοούνται στην παραπάνω διάταξη οι αντίδικοι του αναιρεσείοντος στη δίκη και όχι και οι δικοί του αναγκαίοι στη δίκη αυτή ομόδικοι, αφού η αναίρεση που ασκείται από έναν των αναγκαίων ομοδίκων, θεωρείται, κατά το άρθρο 76 παρ. 4 του ΚΠολΔ, ότι έχει ασκηθεί και από τους λοιπούς, οι οποίοι, με την αντίθετη εκδοχή, ότι η αναίρεση, δηλαδή, πρέπει να απευθύνεται και κατά των αναγκαίων ομοδίκων του αναιρεσείοντος στη δίκη, θα εμφανίζονταν να έχουν ταυτόχρονα την ιδιότητα και του αναιρεσείοντος και του αναιρεσιβλήτου, κάτι όμως που είναι και λογικά και νομικά απαράδεκτο (ΑΠ 1799/2025, ΑΠ 1702/2024, ΑΠ 324/2024, ΑΠ 754/2019, ΑΠ 364/2018, ΑΠ 86/2013).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 76 παρ. 3 του ΚΠολΔ, ο αναγκαίος ομόδικος πρέπει σε κάθε περίπτωση να καλείται για να μετάσχει στη συζήτηση του ενδίκου μέσου, αλλιώς, σε περίπτωση μη εμφάνισης τούτου, κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση ως προς όλους τους διαδίκους (ΑΠ 1799/2025, ΑΠ 1702/2024, ΑΠ 324/2024, ΑΠ 42/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από 13.4.2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 17/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, που δίκασε ως εφετείο, το οποίο απέρριψε τις εφέσεις του αναιρεσείοντος και της δεύτερης αναιρεσίβλητης και επικύρωσε την υπ' αριθ. 205/2018 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Ξάνθης, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος και της δεύτερης αναιρεσίβλητης.

Η αίτηση αναίρεσης, ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη, ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ), καθόσον με τη συμμετοχή στην προκείμενη δίκη της δεύτερης αναιρεσίβλητης, η οποία συνδέεται με δεσμό αναγκαίας ομοδικίας με το αναιρεσείον, αφού δεν μπορούν να εκδοθούν αντίθετες αποφάσεις γι' αυτούς (άρθρο 76 παρ. 1 ΚΠολΔ), πληρούται η προϋπόθεση της κλήτευσης αυτής στη δίκη εξαιτίας της αναίρεσης του αναγκαίου ομοδίκου της (άρθρα 76 παρ. 3, 556 παρ. 1, 558 ΚΠολΔ).

Ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Και τούτο, διότι, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 556 και 558 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η αναίρεση απευθύνεται κατά του νικήσαντος αντιδίκου του αναιρεσείοντος και όχι και κατά του ομοδίκου του, ως προς τον οποίο είναι απαράδεκτη για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, εφόσον η απόφαση δεν περιέχει διάταξη επωφελή γι' αυτόν και βλαπτική για τον αναιρεσείοντα ή δεν πρόκειται για δίκη διανομής, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα νομική σκέψη.

Επομένως, η αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης, αναγκαίας ομοδίκου του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, εφόσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν περιέχεται διάταξη βλαπτική για το αναιρεσείον και επωφελής για την ομόδικό του, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1012 του ΑΚ, αν ακίνητο στερείται την αναγκαία δίοδο προς τον δρόμο, έχει δικαίωμα ο κύριός του να απαιτήσει δίοδο από τους γείτονες έναντι ανάλογης αποζημίωσης και κατά τη διάταξη του άρθρου 1013 του ίδιου Κώδικα, η κατεύθυνση της διόδου και η έκταση του δικαιώματος για τη χρήση της, καθώς και η αποζημίωση που πρέπει να καταβληθεί, καθορίζονται με δικαστική απόφαση.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγονται, πλην άλλων, τα εξής: α) Ως ακίνητο στερούμενο την αναγκαία δίοδο προς την οδό θεωρείται εκείνο που στερείται κάθε επικοινωνία με δημόσια, δημοτική ή κοινοτική οδό, αναγκαία για την εκμετάλλευση ή τη χρησιμοποίησή του, σύμφωνα με τον προορισμό του, καθώς και εκείνο που έχει μεν δίοδο, πλην όμως αυτή εξυπηρετεί ατελώς τις ανάγκες του, ανεξαρτήτως αν πρόκειται για ακίνητο αστικό ή αγροτικό, οικοδομημένο εν μέρει ή ασκεπή χώρο, εντός ή εκτός σχεδίου, β) η έκταση του δικαιώματος προς χρήση διόδου, η οποία πρέπει να ανταποκρίνεται προς την οικονομική χρησιμότητά του, καθώς και η επάρκεια της διόδου, κρίνονται αντικειμενικά, σύμφωνα με τις, κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, συγκεκριμένες συνθήκες, ενόψει και των αναγκών του ακινήτου, του προορισμού του και της θέσης ή της περιοχής αυτού και γ) στο δικαστήριο της ουσίας παρέχεται η εξουσία, κατά την έρευνα της σχετικής αγωγής, να καθορίζει, εκτιμώντας τις περιστάσεις, τις διαστάσεις της διόδου και την κατεύθυνση που πρέπει να ακολουθεί αυτή, με την επιλογή, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, της προσφορότερης διέλευσης, η οποία θα έχει ως κριτήριο την όσο το δυνατό μικρότερη ζημία των γειτονικών ακινήτων.

Η έκταση του προς χρήση διόδου δικαιώματος, που πρέπει να ανταποκρίνεται προς την οικονομική χρησιμότητα αυτού, όπως και η επάρκεια της διόδου, κρίνονται αντικειμενικά, σύμφωνα με τις, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, συγκεκριμένες εκάστοτε συνθήκες, ενόψει και των αναγκών του ακινήτου, τον προορισμό και τη θέση ή περιοχή τούτου, με κριτήρια δηλαδή την ωφέλεια του περίκλειστου ακινήτου και την ανάλογη θυσία του γειτονικού ύστερα από στάθμιση των συμφερόντων των μερών (ΑΠ 1039/2022, ΑΠ 1843/2022, ΑΠ 442/2021), χωρίς το δικαστήριο να έχει υποχρέωση να δεχθεί το αίτημα του δικαιούχου ενάγοντος αναφορικά με τη χάραξη ή την τυχόν διαπλάτυνση της διόδου, αν το βάρος του ακινήτου είναι δυσανάλογα μεγαλύτερο από το όφελος που θα περιέλθει στο περίκλειστο ακίνητο (ΑΠ 411/2013, ΑΠ 757/2011), κατά την αρχή της αναλογικότητας.

Η υποχρέωση για την παροχή διόδου αποτελεί περιορισμό της κυριότητας εκ του νόμου, με την έννοια ότι περιορίζει την έκταση των εξουσιών του κυρίου επί του τμήματος του ακινήτου του, που οριοθετείται ως δίοδος του άλλου ακινήτου και αντισταθμίζεται με την καταβολή ανάλογης αποζημίωσης που καταβάλλεται πριν τη χρήση της διόδου.

Η οφειλόμενη αυτή αποζημίωση δεν ταυτίζεται με την αξία του καταλαμβανόμενου από τη δίοδο μέρους του ακινήτου ή των βλαπτόμενων υπολοίπων μερών του, αλλά με τη μείωση της αξίας αυτής εξαιτίας του βάρους της διόδου και των περιορισμών του ακινήτου από αυτήν, και περιλαμβάνει, ειδικότερα, τη μείωση, καθ' εαυτήν, της αξίας του γειτονικού ακινήτου που προέρχεται από τη σύσταση της δουλείας, τη μείωση της προσόδου του, καθώς και κάθε άλλη ζημία που προέρχεται από την παροχή της διόδου, όπως η βλάβη ή εκρίζωση δένδρων, η καταστροφή τεχνικών έργων κ.τ.λ. (ΑΠ 1039/2022, ΑΠ 121/2018).

Η αποζημίωση είναι χρηματική, οφείλεται πάντοτε και καταβάλλεται εφάπαξ, μόνο δε μετά την καταβολή της αποζημίωσης μπορεί να χρησιμοποιηθεί η δίοδος (ΑΠ 1581/2023, ΑΠ 1039/2022, ΑΠ 946/2022, ΑΠ 121/2018, ΑΠ 1792/2009). Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 5 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 και ισχύει, κατ` άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 του νόμου αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1.1.2016, όπως είναι και η ένδικη αίτηση αναίρεσης, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 308/2020).

Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα", κατά την προαναφερθείσα έννοια, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, της ανταγωγής ή της ένστασης, τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, περιστατικά επουσιώδη που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, οι αποδείξεις ή τα περιστατικά που προκύπτουν από τις αποδείξεις, τα επικληθέντα αποδεικτικά μέσα και το περιεχόμενό τους και τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 268/2020, ΑΠ 517/2019, ΑΠ 1557/2018, ΑΠ 261/2016), αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΑΠ 308/2020, ΑΠ 76/2016) και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΑΠ 21/2024, ΑΠ 194/2023, ΑΠ 1433/2021, ΑΠ 179/2019).

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε τα ακόλουθα : " η ενάγoυσα είναι κυρία νομέας και κάτοχος ενός ακινήτου - αγρού που βρίσκεται στην αγροτική περιοχή Λευκόπετρας του Δήμου Αβδήρων ΠΕ Ξάνθης διανομής 1931 στη θέση "Λάχανλικ" συνολικής έκτασης 22439,88 τμ το οποίο συνορεύει βόρεια επί πλευράς 36,61 τμ με αγροτική οδό, επί πλευράς μήκους 41,07μ και επί πλευράς μήκους 56,86 μ με ακίνητο ιδιοκτησίας Ν.

Ε. , νότια επί πλευράς μήκους 13,90μ με ακίνητο ιδιοκτησίας Γ. , νοτιοδυτικά επί πλευράς μήκους 8,58μ, επί πλευράς μήκους 18,97 μ και επί πλευράς μήκους 29,91 μ επί πλευράς μήκους 27,92 μ επί πλευράς μήκους 15,93μ και επί πλευράς μήκους 7,85 μ με ρέμα, ανατολικά επί πλευράς μήκους 96,76 μ επί πλευράς μήκους 28,05μ και επί πλευράς μήκους 87,90 μ με ακίνητο ιδιοκτησίας Αγιά Ογλού Τζαφέρ και δυτικά επί πλευράς μήκους 21,15μ με ακίνητο ιδιοκτησίας Ν.

Ε. επί πλευράς μήκους 50,81μ, με ακίνητο ιδιοκτησίας Αϊσέ Καρά Αχμέτ Σαλή και επί πλευράς μήκους 125,59 μ με ακίνητο ιδιοκτησίας Γ., το οποίο απέκτησε δυνάμει των υπ' αριθμ. ...-1996, ...-2003, ...-2009 (διορθωτική πράξη), ...-2003, ...-2008, ...-2009 και ...-2009 συμβολαίου πώλησης της συμβολαιογράφου Ξάνθης Α. Π. και Α. Γ. νομίμως μεταγεγραμμένων.

Επί του ως άνω ακινήτου διατηρεί επιχείρηση και συγκεκριμένα δύο καταστήματα διοργάνωσης κοινωνικών εκδηλώσεων πολλαπλών χρήσεων και συνάθροισης κοινού μεγάλης δυναμικότητας με τις ονομασίες "ΘΕΑΤΡΟ ΠΟΛΙΤΕΙΑ" και "ΚΤΗΜΑ ΠΟΛΙΤΕΙΑ". Το εν λόγω ακίνητο σε ολόκληρη τη βόρεια πλευρά του συνορεύει με αγροτική οδό η οποία δεν έχει διανοιχθεί από τις αρμόδιες υπηρεσίες και έχει καταπατηθεί και καταληφθεί από τους ιδιοκτήτες των παρακείμενων ακινήτων, ανατολικά και δυτικά ως προς το ακίνητο της ενάγουσας, υφίστανται δε σε αυτήν κτίσματα.

Για τους ανωτέρω λόγους το παραπάνω ακίνητο δεν εξυπηρετήθηκε ποτέ μέχρι σήμερα από την ενάγουσα μέσω της παραπάνω αγροτικής οδού και ούτε μπορεί να εξυπηρετηθεί από αυτήν, αφού σε κάθε περίπτωση λόγω των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών που έχουν διαμορφωθεί σε αυτή η ενάγουσα δεν μπορεί να εξυπηρετήσει τις ανάγκες της μέσω αυτού του ακινήτου ή η εξυπηρέτηση κρίνεται ότι θα είναι ατελής, απορριπτομένων των αντίθετων αιτιάσεων των εκκαλούντων ως ουσιαστικά αβάσιμων.

Με τον τρόπο αυτό η ενάγουσα στερείται για λόγο που δεν αφορά την ίδια ούτε οφείλεται σε υπαιτιότητά της, κάθε επικοινωνίας με δημόσια ή κοινοτική οδό αναγκαία για την εκμετάλλευση και κατά τον προορισμό χρήση του ακινήτου της και ειδικότερα δεν επικοινωνεί με το υφιστάμενο οδικό δίκτυο και δη με την πλησιέστερη Επαρχιακή Οδό ...

Η επικοινωνία όμως αυτή είναι απαραίτητη για την χρησιμοποίηση του ακινήτου της για το λόγο που αφορά την επιχείρησή της και ως εκ τούτου διατηρεί δικαίωμα παροχής διόδου για την εξυπηρέτηση του ακινήτου της. Λόγω μάλιστα αυτής της έλλειψης εισόδου - εξόδου στο ακίνητό της ανακλήθηκαν οι άδειες λειτουργίας των καταστημάτων της ενάγουσας, γεγονός που επιτείνει την αναγκαιότητα για την παροχή διόδου στο ακίνητό της.

Η ενάγουσα από το έτος 1998 χρησιμοποιούσε για την είσοδο και έξοδο στα καταστήματά της και ως δίοδο προς την επαρχιακή οδό που αναφέρθηκε τμήμα από το με αριθμό ΒΚ 4035 Δημόσιο Κτήμα ιδιοκτησίας του πρώτου εναγομένου που διαχειρίζεται η δεύτερη εναγόμενη (βλ. ιδίως απόφαση του έτους 1998 της συνεδρίασης του Κοινοτικού Συμβουλίου Σελέρου που προσκομίζεται).

Ειδικότερα ανάμεσα στο ακίνητο της ενάγουσας και στην πλησιέστερη επαρχιακή οδό ... , βόρεια αυτού και πέραν της ως άνω αγροτικής οδού που καταπατήθηκε, στη Λευκόπετρα του Δήμου Αβδήρων της Π.Ε Ξάνθης στο 6° χλμ της Επαρχιακής Οδού Ξάνθης-Ιάσμου/Κομοτηνής υφίσταται το με αριθμό ΒΚ 4035 Δημόσιο Κτήμα συνολικής έκτασης 4529,03 τμ, όπως αυτό απεικονίζεται με στοιχεία πλευρών Α-Α1-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Κ1-Λ-Μ-Ν-Ξ-Ο-Π-Ρ-Σ-Τ-Υ-Α στο από 17-09-2013 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου-μηχανικού Π.

Κ., που καταγράφηκε στις 30-07-2013 ως Δημόσιο Κτήμα ανέκαθεν Ελληνικό Δημόσιο με ΑΒΚ 4035 κατόπιν έρευνας υπαλλήλων του Αυτοτελούς Γραφείο Ξάνθης της Περιφερειακής Διεύθυνσης Δημόσιας Περιουσίας Μακεδονίας-Θράκης και μεταγράφηκε νόμιμα, συνορεύει βόρεια με Επαρχιακή Οδό ..., νότια με την καταπατηθείσα αγροτική οδό και πέραν αυτής με το ως άνω ακίνητο της ενάγουσας, ανατολικά με ακίνητο ιδιοκτησίας Δράμαλι Αϊντέν και δυτικά με πρανές.

Το ως άνω ακίνητο χρησιμοποιούσε ως δίοδο η ενάγουσα αρχικά μισθώνοντάς το από την Κοινότητα Σελέρου και μετέπειτα με αυθαίρετη χρήση (βλ. ιδίως για τη χρήση του ακινήτου προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. 215/2016 απόφαση Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης). Μετά και από την ως άνω πολυετή χρήση του ακινήτου, η ενάγουσα απευθύνθηκε στη δεύτερη εναγόμενη ως διαχειρίστρια του ακινήτου ήδη από το Φεβρουάριο του 2016, αιτούμενη να αγοράσει το συγκεκριμένο τμήμα του ακινήτου ή τη σύσταση δουλείας διόδου επί του ακινήτου είτε τη μίσθωση και παραχώρηση χρήσης αυτού έναντι ανταλλάγματος και προσκομίζει στη δεύτερη εναγόμενη αλλά και σε άλλες αρμόδιες υπηρεσίες σχετικά έγγραφα (βλ σχετικές αιτήσεις).

Ωστόσο παρά το γεγονός ότι όλοι οι αρμόδιοι φορείς καθώς και η δεύτερη εναγόμενη απαντούν θετικά στη χρήση του ακινήτου από την ενάγουσα παρόλα αυτά οι διαδικασίες λαμβάνουν χώρα με βραδείς ρυθμούς με αποτέλεσμα να υπάρχει κίνδυνος να σφραγιστούν τα ως άνω καταστήματα της ενάγουσας αφού ανακλήθηκαν οι άδειες λειτουργίας τους όπως αναφέρθηκε προηγούμενα.

Ειδικότερα αναφορικά με τη θετική στάση των αρμόδιων αρχών αναφέρονται τα κάτωθι: α) δυνάμει της υπ' αριθμ. πρωτοκόλλου ... απόφασης του Τμήματος Συγκοινωνιακών Έργων Περιφερειακής Ενότητας Ξάνθης (βλ. αυτή) εγκρίθηκε η αιτούμενη δίοδος με τους όρους να βελτιωθεί με δαπάνες της ενάγουσας η συμβολή της παροχής διόδου μέσω του δημοσίου κτήματος στην επαρχιακή οδό, να ασφαλτοστρωθεί πλήρως το συγκεκριμένο τμήμα με ασφαλτόμιγμα ίδιο με αυτό της Επαρχιακής Οδού, να δοθούν οι κατάλληλες κλίσεις και επικλίσεις στο ασφαλτοστρωμένο τμήμα και να διαμορφωθούν τάφροι εκατέρωθεν για την απαγωγή των ομβρίων, να αποκατασταθεί από την ενάγουσα η διπλή διαγράμμιση σε εκτεταμένο μήκος στον άξονα της επαρχιακής οδού κα δη τουλάχιστον 150 μέτρα εκατέρωθεν της συμβολής, να κατασκευαστεί από την ενάγουσα η διαγράμμιση της οριογραμμής της οδού, να τοποθετηθούν με δαπάνες της ενάγουσας οι πινακίδες που αναφέρονται στο ως άνω έγγραφο και να κατασκευαστεί με δαπάνες της ενάγουσας ο ηλεκτροφωτισμός της συμβολής, β) δυνάμει της υπ' αριθμ. ...-2017 απόφασης της Τεχνικής Υπηρεσίας του Δήμου Αβδήρων (βλ.

αυτήν) εγκρίθηκε η δίοδος υπό τον όρο μεταξύ άλλων η ενάγουσα να κατασκευάσει την είσοδο - έξοδο με δικές της δαπάνες. Τους ανωτέρω δε όρους η ενάγουσα εκτέλεσε πλήρως (βλ. ιδίως υπ' αριθμ. πρωτοκ. ... έγγραφο του Τμήματος Συγκοινωνιακών Έργων και υπ' αριθμ. πρωτ. ...-2017 έγγραφο τεχνικής υπηρεσίας Αβδήρων). Ως εκ τούτων συνάγεται ότι η παροχή διόδου είναι αναγκαία για την εξυπηρέτηση του περίκλειστου ακινήτου της ενάγουσας και των επιχειρήσεων που στεγάζονται σε αυτό τα οποία τυγχάνουν μεγάλης δυναμικότητας καταστήματα, με την πλησιέστερη επαρχιακή οδό ..., μετά την προρρηθείσα υφιστάμενη στο βόρεια τμήμα του ακινήτου αγροτική οδό, διαμέσου του υπ' αριθμ.

ΒΚ 4035 Δημοσίου Κτήματος του Ελληνικού Δημοσίου συνολικής επιφάνειας 409,54 τμ που θα πρέπει να έχει πλάτος 6,5 μ στο μήκος της, μήκος 24,47 μ και να διασχίζει κάθετα το εν λόγω ακίνητο του Ελληνικού Δημοσίου μέχρι την αγροτική οδό, να αρχίζει από το βορειοδυτικό τμήμα του ακινήτου με λωρίδα επιβράδυνσης και να καταλήγει σε λωρίδα επιτάχυνσης στο βορειοανατολικό τμήμα του (άνοιγμα προς την Επαρχιακή Οδό) συνολικού μήκους 98,41μ με κατεύθυνση προς νότο, να καταλήγει στο νότιο άκρο του ακινήτου των αντιδίκων όπως η δίοδος αυτή εμφαίνεται με στοιχεία πλευρών Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Ν-Ξ-Ο-Α στο συνημμένο στην αγωγή από Φεβρουάριος του 2016 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου-μηχανικού Γ.

Λ. Η ανωτέρω δίοδος τυγχάνει η πιο σύντομη, πρόσφορη και λιγότερη δαπανηρή για την κάλυψη των αναγκών του ακινήτου της ενάγουσας αφού έχει ήδη προβεί σε ασφαλτόστρωση αυτής αλλά και σε όλες τις παραπάνω αναφερόμενες ενέργειες με αποφάσεις της Διοίκησης και δη σε σήμανση και ηλεκτροφωτισμό, με αποτέλεσμα να κρίνεται απορριπτέος ο ισχυρισμός των εναγομένων που προβάλλουν με όμοιο λόγο εφέσεώς τους ότι υπάρχει λιγότερο επαχθής αντικειμενικά δίοδος για το ακίνητό τους προκειμένου να χρησιμοποιήσει η ενάγουσα και δη μεταξύ άλλων η διερχόμενη κατά μήκος της νότιας πλευράς του ακινήτου τους και μέχρι το δυτικό άκρο αυτού και στη συνέχεια εντός του ακινήτου τους καθότι δεν αποδεικνύουν για ποιον λόγο η δίοδος αυτή (ούτε κάποια άλλη) είναι προσφορότερη ενόψει μάλιστα των εξόδων στα οποία προέβη η ενάγουσα συμμορφούμενη στις υποδείξεις της Διοίκησης κατά τα προηγούμενα προκειμένου να υπάρχει θετική εισήγησή της για την ως άνω δίοδο, στα οποία και θα πρέπει να υποβληθεί εκ νέου σε περίπτωση αποδοχής του σχετικού ισχυρισμού των εναγομένων- εκκαλουσών.

Άλλωστε από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι - εκκαλούντες αξιοποιούσαν με τον οιονδήποτε τρόπο το ακίνητο αυτό ούτε ότι είχαν κάποια σχέδια προς αξιοποίησή του, λαμβανομένων μάλιστα υπόψη αφενός του γεγονότος ότι η ενάγουσα διέρχεται από το ακίνητο αυτό ήδη από το 1998 χωρίς κάποιο πρόβλημα και αφετέρου της συμπεριφοράς της Διοίκησης το μεταγενέστερο χρόνο και δη από το 2017 και εντεύθεν που ήδη αναφέρθηκε η οποία και έθεσε τους όρους της ασφαλτόστρωσης, της θέσης πινακίδων και ηλεκτροφωτισμού από την πλευρά της ενάγουσας που δεν αποδεικνύουν ενόχληση από την πλευρά της.

Αποδείχθηκε συνεπώς ότι ενέχει και τη μικρότερη επιβάρυνση για το Ελληνικό Δημόσιο ενόψει όλων όσων αναφέρθηκαν προηγούμενα, στην ιδιωτική περιουσία του οποίου εμπίπτει το ανωτέρω ακίνητο. Σημειώνεται εν προκειμένω διηγηματικά (μολονότι δεν υπάρχει σχετικός λόγος εφέσεως) ότι δεν προσκομίζεται κανένα στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι έλαβε χώρα καταχώρηση ή μεταγραφή της μεταβίβασης του ακινήτου αυτού από το πρώτο εναγόμενο στη δεύτερη εναγόμενη (πρβλ αναφερόμενο Ν. 4389/2016), η οποία σε κάθε περίπτωση (αφού δεν προκύπτει το αντίθετο) νομιμοποιείται παθητικά (βλ και άρθρο 13 του Ν. 2636/1998 τον οποίο αναφέρει και η εκκαλούσα της υπό στοιχείο α έφεσης) ως κατ' εξαίρεση νομιμοποιούμενος μη υπόχρεος διάδικος με συντρέχουσα νομιμοποίηση, με αποτέλεσμα να δημιουργείται μεταξύ των δύο εναγομένων σχέση αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας αφού δεν μπορούν να εκδοθούν αντίθετες αποφάσεις γι' αυτούς κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο άρθρο 76 ΚΠολΔ.

Το ως άνω τμήμα στο οποίο παρέχεται το δικαίωμα της διόδου προφανώς και μειώνει τη λειτουργικότητα του ακινήτου των εναγομένων αλλά τηρουμένων των αρχών της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας αφού η δίοδος που παρέχεται αφορά στο απολύτως αναγκαίο και επαρκές τμήμα που απαιτείται για τη χρήση για την οποία καλείται να εξυπηρετήσει η ενάγουσα έτσι ώστε να μπορεί να αξιοποιηθεί το υπόλοιπο τμήμα του ακινήτου των εναγομένων με διάφορους τρόπους π.χ καλλιέργειες και μισθώσεις δεδομένου ότι το ακίνητο βρίσκεται εκτός σχεδίου πόλεως είναι άρτιο αλλά η οικοδομησιμότητά του υπό διερεύνηση όπως συνομολογούν άλλωστε και οι εκκαλούντες με τα δικόγραφα των εφέσεών τους, χωρίς να χάνεται το δικαίωμα κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου επί αυτού και είναι απολύτως αναγκαία για τη χρησιμοποίηση του ακινήτου της ενάγουσας καθώς χωρίς αυτή δε θα μπορούν να λειτουργούν κατά το σκοπό για τον οποίο δημιουργήθηκαν οι επιχειρήσεις της.

Ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι οι ισχυρισμοί και λόγοι έφεσης συγχρόνως των εκκαλούντων ότι η συγκεκριμένη δίοδος είναι ιδιαίτερα επαχθής για το ακίνητό τους, καθώς δεν αποδείχθηκε ένας τέτοιος ισχυρισμός. Κατόπιν τούτων λαμβάνοντας υπόψη α) το εμβαδό της παρεχόμενης διόδου, β) την βλάβη που επέρχεται επί του ακινήτου των εναγομένων το οποίο δεν αποδείχθηκε ότι υφίσταται σοβαρό πλήγμα γ) το δικαίωμα που παρέχεται στην ενάγουσα και την περιορισμένη έκταση αυτού, δ) τις ενέργειες στις οποίες έχει προβεί ήδη η ενάγουσα καθ' υπόδειξη των αρχών της Διοίκησης, ε) το γεγονός ότι για την παροχή της διόδου δεν προκλήθηκαν άλλες ζημίες στο ακίνητο των εναγόμενων επιπρόσθετες ούτε ειδικότερα καταστράφηκε περίφραξη, κατασκευή ή δέντρα, η ανάλογη αποζημίωση που πρέπει να καταβάλει η ενάγουσα εις ολόκληρον στους εναγόμενους για την πλήρη αποκατάσταση της ζημίας που υφίστανται από την ενδεχόμενη μείωση της αξίας του ακινήτου ανέρχεται εφάπαξ στο ποσό των 5 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο και ως εκ τούτου στο συνολικό ποσό των 2047,70 ευρώ.

Ειδικότερα η οφειλόμενη αυτή αποζημίωση δεν ταυτίζεται με την αξία του καταλαμβανόμενου από τη δίοδο μέρους του ακινήτου, αλλά με τη μείωση της αξίας αυτής εξαιτίας του βάρους της διόδου και των περιορισμών του ακινήτου από αυτήν και περιλαμβάνει ειδικότερα τη μείωση καθ' εαυτήν της αξίας του γειτονικού ακινήτου, που προέρχεται από τη σύσταση της δουλείας, τη μείωση της προσόδου του, καθώς και κάθε άλλη ζημία που προέρχεται από την παροχή της διόδου, όπως η βλάβη ή εκρίζωση δένδρων, η καταστροφή τεχνικών έργων κλπ.

Για τον καθορισμό δε αυτής λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος της απόφασης.

Συνεπώς αφού δεν αποδείχθηκαν επιπρόσθετες ζημίες, λαμβάνοντας υπόψη την αξία του ακινήτου των εναγομένων όπως αυτή προσδιορίζεται στην αγωγή στο ποσό των 8 ευρώ/τμ και όπως τέτοια είχε οριστεί η αξία του τετραγωνικού μέτρου στην απ' αριθμ. 77/2017 απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων του Ειρηνοδικείου Ξάνθης (βλ.

περί αυτής κατωτέρω) αλλά και στην υπ' αριθμ. 216/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης δικάζοντας κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, η αξία των 5 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο στην οποία την αποτίμησε η εκκαλούμενη απόφαση ως μείωση της αξίας που υφίσταται με την παροχή διόδου κρίνεται τουλάχιστον ανάλογη λαμβάνοντας σε κάθε περίπτωση υπόψη και συνεκτιμώντας τις διατάξεις των άρθρων 7,8,11 αριθμ. 3 ΚΠολΔ.

Ως εκ τούτων οι ισχυρισμοί των εκκαλούντων που προβάλλονται με τον όμοιο κατά περιεχόμενο δεύτερο λόγο εφέσεώς τους και οι οποίοι βασίζουν τον υπολογισμό της αποζημίωσης αφενός στο σύνολο του εμβαδού του ακινήτου των εναγόμενων και αφετέρου στο ποσό της αγοραστικής αξίας του ακινήτου τους την οποία αποτιμούν στο ποσό των 30-40 ευρώ/ τμ στο μέτρο που δεν αναφέρονται διόλου στη μείωση της αξίας αυτής τυγχάνουν ουσιαστικά απορριπτέοι ως νόμω αβάσιμοι στο μέτρο δε που περιλαμβάνουν τη μείωση της αξίας και αναφέρονται σε αυτοί τυγχάνουν απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι και δη τα αιτούμενα ποσά τυγχάνουν υπερβολικά λαμβάνοντας υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που τέθηκαν υπόψη του παρόντος Δικαστηρίου αλλά και τα διδάγματα κοινής πείρας και λογικής.

Γίνεται μνεία προς επίρρωση των ανωτέρω ότι α) συγκριτικά λαμβάνεται υπόψη ότι η παραχώρηση χρήσης πλησίον ευρισκόμενου ακινήτου στην περιοχή με μεγαλύτερο εμβαδόν από το επίδικο έχει λάβει χώρα με μικρότερο κατ' έτος τίμημα (βλ. ιδίως υπ' αριθμ. πρωτοκόλλου ...-2016 απόφαση του Τμήματος Τοπογραφίας, Εποικισμού και Αναδασμού) και β) στην από 15-03-2017 έκθεση εκτίμησης μισθωτικής αξίας που προσκομίζουν οι εκκαλούντες στη σελίδα ί, 1 και 11 αυτής αναφέρεται ότι δεν έγινε αυτοψία στο ακίνητο και στην περιοχή και η συλλογή στοιχείων βασίστηκε σε έρευνα από το διαδίκτυο και σε επαφές με στελέχη του εντολέα, στη σελίδα 7 αυτής αναφέρει ότι σύμφωνα με τα λιγοστά συγκριτικά στοιχεία από την ιστοσελίδα της Χρυσής Ευκαιρίας η αγοραία αξία άρτιων και οικοδομήσιμων γηπέδων στην περιοχή είναι περίπου 30-40 ευρώ/τμ ενώ άλλωστε στόχος αυτής είναι η εκτίμηση της μισθωτικής αξίας του τμήματος του ακινήτου με ΑΒΚ 4035 στην Ξάνθη χρησιμοποιώντας τη μεθοδολογία εκτίμησης που αναφέρει χωρίς όμως να γίνεται μνεία στη μείωση της αξίας του επίδικου ακινήτου εξαιτίας της παροχής διόδου.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω θα πρέπει η κρινόμενη αγωγή να γίνει δεκτή στην ουσία της και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να παράσχουν δίοδο υπέρ του ακίνητου ιδιοκτησίας της ενάγουσας και δη αυτή που διέρχεται διαμέσου του υπ' αριθμ. ΒΚ 4035 Δημοσίου Κτήματος συνολικής επιφάνειας 409,54 τμ που θα πρέπει να έχει πλάτος 6,5 μ στο μήκος της, μήκος 24,47μ και να διασχίζει κάθετα το εν λόγω ακίνητο του πρώτου των εναγομένων μέχρι την αγροτική οδό, να αρχίζει από το βορειοδυτικό τμήμα του ακινήτου του πρώτου των εναγόμενων με λωρίδα επιβράδυνσης και να καταλήγει σε λωρίδα επιτάχυνσης στο βορειοανατολικό τμήμα του (άνοιγμα προς Επαρχιακή Οδό) συνολικού μήκους 98,41 μ, με κατεύθυνση προς νότο, να καταλήγει δε στο νότιο άκρο του ακινήτου του πρώτου εναγομένου, όπως η δίοδος αυτή εμφανίζεται με στοιχεία πλευρών Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Ν-Ξ-Ο-Α στο συνημμένο στην αγωγή από Φεβρουάριος 2016 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Γ.

Λ. και να οριστεί η αποζημίωση που πρέπει να καταβάλει η ενάγουσα στο ποσό των 2047,70 ευρώ. Σημειώνεται άλλωστε ότι τα ίδια με ανωτέρω για την ουσιαστική διάγνωση της υπόθεσης αναφορικά με την παροχή διόδου έκρινε και η υπ' αριθμ. 77/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ξάνθης εκδοθείσα επί σχετικής αιτήσεως με αριθμό κατάθεσης ...-2017 της ενάγουσας εταιρίας.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που έκρινε τα ίδια, δεν έσφαλε και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις. Τα αντίθετα παράπονα των εκκαλούντων που προβάλλονται με τις όμοιες εφέσεις τους και αφορούν κακή εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.". Κατόπιν τούτων, το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες τις εφέσεις του αναιρεσείοντος και της δεύτερης αναιρεσίβλητης και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε κάνει δεκτή την αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος και της δεύτερης αναιρεσίβλητης.

Με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι το Πρωτοδικείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του, ως προς τον καθορισμό της ανάλογης οφειλόμενης από την πρώτη αναιρεσίβλητη αποζημίωσης, τον προβληθέντα με τον δεύτερο λόγο της έφεσής του ουσιώδη ισχυρισμό του, περί διχοτόμησης του ακινήτου του και της συνακόλουθης μείωσης της αξίας που υφίσταται από την παροχή της συγκεκριμένης διόδου, καθώς αυτή το διχοτομεί σε δύο μικρότερα τμήματα και αποκλείει κάθε δυνατότητα συνολικής αξιοποίησης και εκμετάλλευσης του ακινήτου του.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι οι ανωτέρω ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος δεν αποτελούν "πράγμα", υπό την έννοια του αριθμού 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, αλλά επιχειρήματα του αναιρεσείοντος από την εκτίμηση των αποδείξεων, ως προς τον καθορισμό του ύψους της ανάλογης καταβλητέας από την πρώτη αναιρεσίβλητη αποζημίωσης, υπό την επίκληση δε του ανωτέρω λόγου, επιχειρείται ανεπίτρεπτα (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) ο έλεγχος της αναιρετικά ανέλεγκτης ουσιαστικής κρίσης του δικαστηρίου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων.

Τα παραπάνω ισχύουν ανεξαρτήτως του ότι, το Πρωτοδικείο, κατά τον καθορισμό του ύψους της αναλογούσας αποζημίωσης, έλαβε υπόψη και συναξιολόγησε, μεταξύ άλλων, όπως από την ως άνω επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης προκύπτει, το γεγονός ότι η παρεχόμενη δίοδος "διασχίζει κάθετα" το ακίνητο του αναιρεσείοντος μέχρι την αγροτική οδό και λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, το εμβαδόν της παρεχόμενης διόδου και τη βλάβη που επέρχεται επί του ακινήτου του αναιρεσείοντος, δέχθηκε ότι η ανάλογη αποζημίωση που πρέπει να καταβάλει η πρώτη αναιρεσίβλητη, για την πλήρη αποκατάσταση της ζημίας που υφίσταται από τη μείωση της αξίας του ακινήτου του, ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 2.047,70 ευρώ.

Μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης. Τα δικαστικά έξοδα της δεύτερης αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρ. 106, 176, 183, 189 αρ. 1 και 191 αρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως, κατά το άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957, όπως ορίζονται στο διατακτικό.

Δικαστικά έξοδα δεν επιβάλλονται σε βάρος του αναιρεσείοντος για την απούσα πρώτη αναιρεσίβλητη, ελλείψει σχετικού αιτήματος αυτής.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 13.4.2022 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 17/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα της δεύτερης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιανουαρίου 2026.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Ιανουαρίου 2026.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ