Supreme Court dismisses appeal on appealable grounds, ruling the appellant failed to prove they paid the defendants' debts.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's final decision. The appellant argued they had paid the defendants' tax debts using their own bank accounts, citing duplicate payment receipts as proof. The court found this evidence insufficient because the receipts were for third parties and the witnesses did not confirm the appellant's direct involvement in the payments. Consequently, the appeal was rejected as baseless, and the appellant was ordered to pay the defendants' legal costs.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 577, 577, 561, 495, 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the appellant fails to substantiate their claim that they personally paid the opposing party's debts, particularly when documentary evidence refers to third parties and witness testimony is inconclusive regarding the appellant's direct action.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertZitierte Rechtsprechung
KI-generiertVerwandte Entscheide
KI-generiertVolltext
Απόφαση 969 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 969/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κορνηλία Πανούτσου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Μ. του Π., κατοίκου ... ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δημητρίου Κουκουράκη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Λ. του Π., 2) Ε., συζύγου Π. Λ., το γένος Π. Μ., κατοίκων ... οι οποίοι παραστάθηκαν μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου τους Αλεξάνδρας Λαζαρίδου και κατέθεσαν προτάσεις, 3) Χ. Μ. του Π., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Λαζαρίδου και κατέθεσε προτάσεις, 4) Α. Μ. του Π., κατοίκου ... ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου του Αλεξάνδρας Λαζαρίδου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/12/2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 460/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 151/2022 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24/2/2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 24.2.2022 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η με αριθμό 151/2022 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ως δικαστηρίου της παραπομπής, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, και απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος Κ. Μ., κατά το μέρος που η υπόθεση παραπέμφθηκε προς εκδίκαση μετά την μερική αναίρεση της με αριθμό 5235/2018 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, δυνάμει της με αριθμό 230/2020 απόφασης του Αρείου Πάγου.
Η αίτηση αναιρέσεως, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός της διετίας από την στις 13.1.2022 δημοσίευση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, δεδομένου ότι δεν προέκυψε επίδοση της τελευταίας (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτει, ότι η προσβαλλόμενη με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, με αριθμό 151/2022 απόφαση του Εφετείου Αθηνών είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Με την από 2.12.2015 αγωγή του, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο ήδη αναιρεσείων ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι (ο πρώτος των εναγομένων, σύζυγος της δεύτερης των εναγομένων αδελφής του, και οι τρίτος και τέταρτος αυτών, αδελφοί του), ήδη αναιρεσίβλητοι, να του παράσχουν λογοδοσία για το σύνολο των ενεργειών στις οποίες προέβησαν κατ' εντολή του, κατά το χρονικό διάστημα από τον μήνα Ιούνιο 1988 έως και μήνα Οκτώβριο 2008, όταν και λύθηκε η μεταξύ τους σύμβαση εντολής, την οποία αυτοί αρνήθηκαν να του παράσχουν εξωδίκως, ενόψει: (α) της εικονικής τους συμμετοχής, αντί χρηματικού ανταλλάγματος καταβαλλομένου από τον ίδιο, στην ομόρρυθμη κατασκευαστική εταιρεία συμφερόντων του και της εντεύθεν απόκτησης ακινήτων, των οποίων όμως, ο ίδιος ήταν αποκλειστικός κύριος και είσπραξης των πολιτικών τους καρπών, η οποία (εικονική συμμετοχή) συμφωνήθηκε μεταξύ τους, με σκοπό τον επιμερισμό των εισοδημάτων του και την εντεύθεν φορολογική του ελάφρυνση και (β) της άρνησής τους να του αποδώσουν τους πολιτικούς καρπούς που εισέπρατταν.
Επικουρικώς, και για τη περίπτωση που ήθελε κριθεί, ότι δεν συνέτρεχε περίπτωση εικονικότητος, αλλά οι εναγόμενοι ήσαν πράγματι ομόρρυθμα μέλη της ομόρρυθμης κατασκευαστικής εταιρείας συμφερόντων του, καθώς και πραγματικοί συγκύριοι με τον ίδιο, των ακινήτων που περιέγραφε στο αγωγικό δικόγραφο, ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι : (α) να του αποδώσουν τα αναλυτικώς παρατιθέμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά, που ο ίδιος κατά τους ισχυρισμούς του κατέβαλε κατά διοίκηση αλλοτρίων και κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, ως φόρο εισοδήματος και φόρο μεγάλης ακίνητης περιουσίας (ΦΜΑΠ) για λογαριασμό τους και (β) να του αποδώσουν το αποτέλεσμα της λογοδοσίας κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Επί της αγωγής αυτής, η οποία συζητήθηκε ερήμην των εναγομένων, εκδόθηκε η με αριθμό 460/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία αφού έκρινε αυτή νόμιμη, πλην του αιτήματος τοκοδοσίας για χρόνο προ της επιδόσεως της αγωγής, δέχθηκε αυτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη και υποχρέωσε τους εναγομένους να παράσχουν στον ενάγοντα λογοδοσία εντός 60 ημερών από την σε αυτούς επίδοση της άνω απόφασης ως εντολοδόχοι του ενάγοντος.
Ακολούθως, κατόπιν εφέσεως των ερημοδικασθέντων εναγομένων εκδόθηκε η με αριθμό 5235/2018 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία, μετά εξαφάνιση της εκκαλουμένης ως εκ της ερημοδικίας των εκκαλούντων στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, και διακράτηση της υπόθεσης, απορρίφθηκε ως μη νόμιμο το αίτημα επιδικάσεως τόκων από δήλη ημέρα, όπως και η επικουρική εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση της αγωγής, και εν συνεχεία απορρίφθηκε η αγωγή και ως προς την κύρια βάση της, ως αβάσιμη από ουσιαστική άποψη, για το λόγο ότι δεν αποδείχθηκε η επικαλούμενη εικονικότητα στην συμμετοχή των εναγομένων στην οικογενειακή επιχείρηση, ούτε η σύμβαση εντολής ως γενεσιουργός αιτία της αξίωσης του ενάγοντος για παροχή λογοδοσίας.
Κατά της παραπάνω τελεσίδικης απόφασης ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) άσκησε την από 1.12.2018 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 230/2020 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, η οποία ανήρεσε εν μέρει την προσβαλλομένη απόφαση για παραβίαση του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ , και συγκεκριμένα, για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ως προς την αιτία απόρριψης του επικουρικού αιτήματος της αγωγής, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι (αναιρεσίβλητοι) να καταβάλλουν στον αναιρεσείοντα, με βάση τις διατάξεις για τη διοίκηση αλλοτρίων, τα ποσά που ισχυρίστηκε ότι αυτός κατέβαλε για φόρο εισοδήματος και για φόρο μεγάλης ακίνητης περιουσίας ενός εκάστου αυτών, κατά τις στην αγωγή διακρίσεις, καθόσον η παράλειψη αυτή είχε ως συνέπεια την αδυναμία ελέγχου της ορθής ή μη εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 730,736,713 και 721 του ΑΚ.
Παρέπεμψε δε ακολούθως την υπόθεση, κατά το αναιρεθέν αυτής μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο αυτό Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Με την από 2.6.2021 κλήση του ο αναιρεσείων έφερε την υπόθεση προς συζήτηση ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, ως δικαστηρίου της παραπομπής, κατά το αναιρεθέν αυτής μέρος, εκδοθείσας της με αριθμό 151/2022 απόφασής του (προσβαλλομένης).
Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλομένης, προέκυψε ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα, κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω, μέρος τους: "Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και περιέχονται στα με αριθμό 5235/2018 πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως, των υπ' αριθμ. 3614, 3615, 3616, 3617, 3618/20.9.2016 ενόρκων βεβαιώσεων του Ειρηνοδικείου Αθηνών, οι οποίες λήφθηκαν μετά την έκδοση της προσβαλλομένης απόφασης και προ της συζητήσεως της υπό κρίση έφεσης (αρθ. 529 παρ.1 ΚΠολΔ), κατόπιν νόμιμης κλήτευσης των εκκαλούντων...
των υπ' αριθμ. 3072 και 3073/9.9.2021 ενόρκων βεβαιώσεων του Ειρηνοδικείου Αθηνών, οι οποίες λήφθηκαν μετά την έκδοση της με αριθμό 230/2020 απόφασης του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου και προ της συζήτησης της υπόθεσης ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι με τις προτάσεις τους στο παρόν Δικαστήριο, στα οποία συμπεριλαμβάνονται και τα αποδεικτικά μέσα που επικαλείται ο εφεσίβλητος με επίκληση στην προσθήκη των προτάσεών του, που κατατέθηκε εμπρόθεσμα στις 14.9.2021 και πριν τη συζήτηση της υπόθεσης στις 30.9.2021, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1991 έως το έτος 2008 βεβαιώθηκε φόρος εισοδήματος των δύο πρώτων εναγομένων συζύγων, του τρίτου και του τετάρτου των εναγομένων και καταβλήθηκαν αντίστοιχα τα παρακάτω ποσά...... Επίσης αποδείχθηκε ότι για το φόρο μεγάλης ακίνητης περιουσίας των δύο πρώτων εναγομένων συζύγων, του τρίτου και των τετάρτου των εναγομένων, βεβαιώθηκαν από την αρμόδια ΔΟΥ και καταβλήθηκαν αντίστοιχα τα παρακάτω ποσά....
Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι κατά το χρονικό διάστημα της εικονικής συμμετοχής των εναγομένων στην εταιρεία με την επωνυμία "..." και ειδικότερα από το έτος 1979 έως και το έτος 2008 κατέβαλε ο ίδιος τους φόρους που βάρυναν τους εναγομένους. Ειδικότερα, για τα παραπάνω αναλυτικά αναφερόμενα ποσά ισχυρίζεται, ότι τα κατέβαλε με δικά του αποκλειστικά χρήματα και επιταγές της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος που προέρχονταν από τους προσωπικούς του λογαριασμούς και πιο συγκεκριμένα, έως τις 26.10.2006, από το λογαριασμό με τον αριθμό ...
και στη συνέχεια από το λογαριασμό με τον αριθμό ... στην πιο πάνω τράπεζα. Σύμφωνα με τα 100267788-11/21.4.2011 και 100402275-21/13.9.2021 έγγραφα της Εθνικής Τράπεζας, στην τράπεζα τηρείτο λογαριασμός καταθέσεων με αριθμό ... από 16.11.1990 έως 26.10.2006 και δικαιούχο του λογαριασμού τον Κ. Μ. του Π. και ο λογαριασμός όψεως φυσικών προσώπων σε ευρώ, με αριθμό ...
με τον ίδιο δικαιούχο, ο οποίος ανοίχθηκε την 26.10.2006 και εξοφλήθηκε την 3.7.2008. Επίσης ο ενάγων προς απόδειξη του ισχυρισμού του ότι ο ίδιος κατέβαλε τα προαναφερόμενα ποσά φόρων των εναγομένων προσκομίζει την κίνηση των λογαριασμών με αριθμούς ... και ... και αναφέρει σειρά επιταγών με τις οποίες ισχυρίζεται ότι εξόφλησε τα ένδικα ποσά.
Από την προαναφερόμενη κίνηση των λογαριασμών δεν αποδεικνύεται η ανάληψη ποσών ύψους 219.247,3 ευρώ για το έτος 1991 και 89.696,08 κατά το έτος 1992, όπως δεν αποδεικνύεται και η μεταφορά χρημάτων στους λογαριασμούς του πρώτου, τρίτου και τετάρτου των εναγομένων κατά τα έτη 1996 και 1997. Περαιτέρω, η ιδιαίτερα μεγάλη απόκλιση που διαπιστώνεται μεταξύ των ποσών των φόρων που βεβαιώθηκαν και καταβλήθηκαν και των ποσών των επιταγών που επικαλείται ο ενάγων αποδεικνύει ουσιαστικά αβάσιμο τον ισχυρισμό του τελευταίου ότι εκδόθηκαν αυτές προκειμένου να εξοφληθούν οι ένδικες φορολογικές οφειλές των εναγομένων.
Αντίθετα, οι επιταγές αυτές συμπεριλαμβάνονται στις τραπεζικές επιταγές που, σύμφωνα με τους πίνακες κίνησης των ενδίκων τραπεζικών λογαριασμών, εκδίδονταν σχεδόν καθημερινά στο πλαίσιο της επαγγελματικής δραστηριότητας του ενάγοντος και των σχετικών με αυτή οικονομικών του συναλλαγών. Ειδικότερα, ενδεικτικά αναφέρεται, ότι το έτος 1993 για συνολικό φόρο εισοδήματος των εναγομένων ύψους 80.872,89 ευρώ ο ενάγων ισχυρίζεται ότι εξέδωσε επιταγές ύψους 119.734,21 ευρώ, το έτος 1994 για συνολικό φόρο εισοδήματος ύψους 93.544,05 ευρώ εξέδωσε επιταγές ύψους 107.406,93 ευρώ, το έτος 1995 για συνολικό φόρο εισοδήματος ύψους 86.632,15 ευρώ εξέδωσε επιταγές ύψους 151.003,82 ευρώ, το έτος 1998 για συνολικό φόρο εισοδήματος 104.319,44 ευρώ εξέδωσε επιταγές ύψους 189.448,50 ευρώ, το έτος 2001 για συνολικό φόρο εισοδήματος 108.689,71 ευρώ, εξέδωσε επιταγές ύψους 246.381,61 ευρώ, το έτος 2002 για συνολικό φόρο εισοδήματος 83.463,87 ευρώ εξέδωσε επιταγές ύψους 208.000 ευρώ, το έτος 2003 για φόρο εισοδήματος 49.207,92 ευρώ, εξέδωσε επιταγές ύψους 179.372 ευρώ, το έτος 2004 για φόρο εισοδήματος 91.036,93 ευρώ, εξέδωσε επιταγές ύψους 219.236,52 ευρώ και το έτος 2007 για φόρο εισοδήματος 147.827,67 ευρώ, εξέδωσε επιταγές ύψους 472.500 ευρώ.
Παρόμοιες αποκλίσεις διαπιστώνονται και μεταξύ των ποσών που βεβαιώθηκαν και καταβλήθηκαν για το φόρο μεγάλης ακίνητης περιουσίας των εναγομένων και των ποσών που ο ενάγων ισχυρίζεται ότι κατέβαλε για την αιτία αυτή. Σημειώνεται εξ άλλου, ότι οι μοναδικοί μάρτυρες που βεβαίωσαν την πληρωμή των φόρων εισοδήματος και μεγάλης ακίνητης περιουσίας των εναγομένων είναι οι υπάλληλοι του ενάγοντος Α.
Κ., με αντικείμενο εργασίας την τηλεφωνική υποστήριξη της εταιρείας και την οργάνωση του αρχείου της και Π. Κ., υπάλληλος γραφείου, δεδομένου ότι οι μάρτυρες που εξετάστηκαν ενώπιον του δικαστηρίου τούτου δεν ανέφεραν κάτι σχετικό με τις ένδικες καταβολές. Ειδικότερα, οι πιο πάνω μάρτυρες συνέδεσαν άμεσα το γεγονός της καταβολής των φόρων εισοδήματος και μεγάλης ακίνητης περιουσίας των εναγομένων με την εικονικότητα συμμετοχής των τελευταίων στην εταιρεία "..."...
Οι προαναφερόμενες καταθέσεις δεν κρίνονται πειστικές διότι καταρρίπτονται από τις τρείς καταθέσεις του μάρτυρα Π. Δ., υποδιευθυντή του καταστήματος της ΕΤΕ Νέας Σμύρνης, όπου οι τραπεζικοί λογαριασμοί, τους οποίους ο ενάγων ισχυρίζεται ότι χρησιμοποίησε για την καταβολή των φόρων των εναγομένων.Ο τελευταίος μάρτυρας βεβαίωσε κατηγορηματικά, ότι ο ίδιος διακινούσε τους λογαριασμούς του ενάγοντος, αναφερόμενος αναλυτικά σε κάθε επί μέρους τραπεζικό λογαριασμό χωριστά, όπως επίσης και σε κινήσεις χρηματικών ποσών και επί μέρους επενδύσεις.
Ο πιο πάνω μάρτυρας ουδέποτε βεβαίωσε την πληρωμή φόρων εισοδήματος και φόρων μεγάλης ακίνητης περιουσίας των εναγομένων από τον ενάγοντα, γεγονός που αναμφισβήτητα θα γνώριζε, αν η πληρωμή των προαναφερομένων φόρων, όπως ισχυρίζεται ο τελευταίος, ελάμβανε χώρα από το έτος 1979 έως το έτος 2008, δηλαδή για χρονικό διάστημα 29 ετών.
Συμπληρωματικά αναφέρεται, ότι οι καταθέσεις των μαρτύρων Α. Κ. και Π. Κ. καταρρίπτονται και από τους συναλλακτικούς κανόνες οι οποίοι θα δικαιολογούσαν την καταβολή του φόρου εισοδήματος αν ήταν εικονική η συμμετοχή των εναγομένων στην εταιρεία " ...". Ειδικότερα, στην τελευταία περίπτωση, εύλογη κρίνεται η εξόφληση των οφειλών τους στις αρμόδιες ΔΟΥ από τον ενάγοντα προκειμένου να μην επιβαρυνθούν οικονομικά για κινητή και ακίνητη περιουσία που δεν τους ανήκει, γεγονός όμως που αποδείχθηκε αμετάκλητα ουσιαστικά αβάσιμο.
Τέλος, μόνη η κατοχή από τον ενάγοντα των πρωτότυπων δηλώσεων του φόρου εισοδήματος και μεγάλης ακίνητης περιουσίας των εναγομένων δεν αρκεί για να οδηγήσει το Δικαστήριο σε διαφορετική κρίση, καθόσον κρίνεται εύλογη, δεδομένης της συνεχούς αρμονικής επαγγελματικής συνεργασίας των διαδίκων για χρονικό διάστημα 30 περίπου ετών.
Επομένως, ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι κατέβαλε για φόρο εισοδήματος και για φόρο μεγάλης ακίνητης περιουσίας των εναγομένων τα ποσά των 622.026,94 ευρώ για τους δύο πρώτους εναγομένους, των 725.490,83 ευρώ για τον τρίτο εναγόμενο και το ποσό των 725.490,83 ευρώ για τον τέταρτο εναγόμενο, αποδείχθηκε ουσιαστικά αβάσιμος".
Με βάση τα ανωτέρω η προσβαλλομένη απέρριψε την αγωγή ως προς την επικουρική αυτής βάση που στηρίζεται στις διατάξεις περί διοίκησης αλλοτρίων, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμός 11 περ. γ` ΚΠολΔικ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.
Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 του ΚΠολΔ.
Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αρκεί δε, μόνο, η γενική αναφορά των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη το δικαστήριο. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο, ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.
Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της απόφασης , ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι.
Μη λήψη υπόψη πάντως, δεν συνάγεται από το γεγονός ότι μνημονεύονται όλα τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία του συγκεκριμένου είδους πλην εκείνου στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση ( ΑΠ 324/2016, ΑΠ 1531/2011, ΑΠ 1037/2010). Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ` ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (ΟλΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ 14/2005, ΑΠ 92/2020, ΑΠ 1633/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης της αίτησης, αποδίδεται στη προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της παράβασης του άρθρου 559 αρ.11 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στην παράλειψη του Εφετείου να λάβει υπόψη του έγγραφα ουσιώδη, και συγκεκριμένα το σύνολο των μετ' επικλήσεως προσκομισθέντων από τον αναιρεσείοντα διπλοτύπων αποδείξεων καταβολής των βεβαιωμένων φόρων κάθε είδους που αφορούν στους αναιρεσιβλήτους, τις οποίες ο αναιρεσείων, ως καταβαλών ο ίδιος τα εν λόγω ποσά, έχει στη κατοχή του.
Ωστόσο, από τη βεβαίωση του Εφετείου στη προσβαλλομένη απόφασή του, ότι στη περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη του, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα τα οποία επικαλέστηκαν νόμιμα και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα ως άνω φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα.
Τούτο διότι, το Εφετείο δέχθηκε την ύπαρξη μεταξύ των διαδίκων στενών οικογενειακών και επιχειρηματικών σχέσεων και υπερτριακονταετούς αρμονικής επαγγελματικής συνεργασίας, βάσει της οποίας επαρκώς και ειδικώς αιτιολόγησε την ύπαρξη στη κατοχή του αναιρεσείοντος και ετέρων εγγράφων και δη των φορολογικών δηλώσεων και εκκαθαριστικών σημειωμάτων των αναιρεσιβλήτων τα οποία αδιάσπαστα συνδέονται με τις φερόμενες ως αγνοηθείσες διπλότυπες αποδείξεις πληρωμής, τούτο δε, πολύ περισσότερο αφού, η εκ μέρους του αναιρεσείοντος επίκληση της κατοχής των εν λόγω εγγράφων, τα οποία αφορούν σε τρίτους, χρησιμεύει ως προς το ζήτημα της πληρωμής από τον ίδιο των αναιρεσείοντα των εν λόγω οφειλών, μόνο για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ενώ κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του αυτός από τον συνδυασμό όλων των αποδεικτικών στοιχείων.
Ειδικότερα ως προς τον ισχυρισμό, ότι ο αναιρεσείων κατέβαλε εξ ιδίων οφειλές των αναιρεσιβλήτων προς την Δ.Ο.Υ, τον οποίο (ισχυρισμό) ο αναιρεσείων επεδίωξε να αποδείξει βάσει δικαστικού τεκμηρίου, εκ του ότι αυτός κατέχει τα εν λόγω έγγραφα, το εφετείο σαφώς δέχθηκε ότι αυτός δεν αποδείχθηκε, από την συνεκτίμηση όλων των νομίμως προσκομισθέντων μετ' επικλήσεως εγγράφων αλλά ούτε από τους μάρτυρες, διότι δέχθηκε ότι οι μάρτυρες που εξετάστηκαν ενώπιόν του δεν ανέφεραν κάτι σχετικό με τις ένδικες καταβολές, ενώ, τουναντίον, δέχθηκε ως αποδειχθέν από την κατάθεση του Π.
Δ., ο οποίος διακινούσε τους λογαριασμούς του ενάγοντος, υποδιευθυντή του καταστήματος της ΕΤΕ Νέας Σμύρνης, όπου οι τραπεζικοί λογαριασμοί, τους οποίους ο ενάγων ισχυρίζεται ότι χρησιμοποίησε για την καταβολή των φόρων των εναγομένων, ότι ο αναιρεσείων δεν κατέβαλε εξ ιδίων, δηλαδή από τους δικούς του τραπεζικούς λογαριασμούς τα επίμαχα ποσά, περί των οποίων οι διπλότυπες αποδείξεις και ότι οι μοναδικοί μάρτυρες που βεβαίωσαν την πληρωμή των φόρων εισοδήματος και μεγάλης ακίνητης περιουσίας των εναγομένων από τους τραπεζικούς λογαριασμούς του αναιρεσείοντος που είναι οι υπάλληλοι του ενάγοντος Α.
Κ. και Π. Κ., είχαν θέσεις άσχετες με την εν θέματι συναλλαγή. Εξάλλου ο αναιρεσείων ουδόλως επικαλείται με τον λόγο της αναίρεσής του ότι από το σώμα των διπλότυπων αποδείξεων προκύπτει η καταβολή από τον ίδιο των οφειλομένων από τους αναιρεσίβλητους ποσών φόρων (π.χ. αναφορά του ονόματός του ως καταβάλλοντος, μεταφορά χρημάτων από δικούς του λογαριασμούς, ώστε να αποτελούν οι αποδείξεις αυτές άμεση απόδειξη των ισχυρισμών του.
Συνεπώς ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρθ.495 παρ. 4 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν εις βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (αρθ. 176,183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ) κατά τα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24.2.2022 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 151/2022 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2023.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και κωλυομένου του αμέσως αρχαιότερου μέλους της συνθέσεως, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2023.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ