Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
969/2014 KI-generiert

Supreme Court suspends appeal due to pending full bench ruling on equal pay for public sector employees.

Geschäftsnummer 969/2014
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Teilweise gutgeheissen (Partially Allowed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court suspended the appeal filed by the Municipality of Peristeri against a lower court decision regarding public sector salaries. The municipality argued that a specific €176 allowance violated constitutional equality principles by not extending to all public employees. The court recognized this as a significant issue affecting thousands of workers and deferred the judgment until the Full Bench of the Supreme Court rules on the referenced constitutional question.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 4 § 1 of the Constitution; Article 14 of Law 3016/2002; Article 249 of the Code of Civil Procedure: When a legal issue of exceptional importance regarding the application of constitutional equality principles to public sector remuneration is referred to the Full Bench of the Supreme Court, the court must suspend the appeal to ensure uniformity of jurisprudence and avoid contradictory rulings.

Schlagwörter

KI-generiert
constitutional equality principle public sector remuneration suspension of appeal full bench referral uniformity of jurisprudence municipal allowance Code of Civil Procedure

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Article 4 § 1 of the Constitution
3016/2002, 24 § 2 και 28 § 4 ν.
Article 14 of Law 3016/2002
Article 249 of the Code of Civil Procedure
Article 560 number 1 of the Code of Civil Procedure
Article 108 of the Code of Civil Procedure
Article 110 § 2 of the Code of Civil Procedure
Article 498 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 568 §§ 1, 2 of the Code of Civil Procedure

Zitierte Rechtsprechung

KI-generiert
Decision 2233/2013 of the First Political Chamber of the Supreme Court
Decision 166/2007 of the Peace Court of Peristeri
Decision 6354/2011 of the Plenary First Instance Court of Athens

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 969 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 969/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΟΤΑ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΟΥ", που εδρεύει στο Περιστέρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σιουρούνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Ρ., έως και 70) Α. Κ., κατοίκων .... Οι 1ος, 3ος, 4ος, 5ος, 6η, 7ος, 8ος, 9ος, 10η, 11ος, 12ος, 13ος, 14ος, 15η, 17ος, 18ος, 20η, 21ος, 22ος, 23ος, 24ος, 26η, 27ος, 28ος, 29ος, 30ος, 31ος, 32ος, 33ος, 34ος, 35ος, 37ος, 38ος, 39ος, 40ος, 41η, 43ος, 44ος, 46ος, 47ος, 48ος, 49ος, 51ος, 52ος, 54ος, 55ος, 56ος, 57ος, 58ος, 59ος, 60ος, 62ος, 63η, 64η, 65ος, 68η και 70ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Ρηγανιά, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι: α) ο 36ος των αναιρεσιβλήτων Β. Π. απεβίωσε στις 12-7-2010 και κληρονομήθηκε από τους Φ. χα Β. Π., Ι. Β. Π. και Λ. Β. Π., ... που συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από τον ίδιο, β) ο 45ος των αναιρεσιβλήτων Δ. Π. απεβίωσε στις 29-12-2009 και κληρονομήθηκε από τους Λ. χα Δ. Π., κάτοικο ..., Γ. Δ. Π., κάτοικο ..., Κ. Δ. Π., κάτοικο ... Α. Δ. Π., κάτοικο ... και Β. Δ. Π., κάτοικο ..., που συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από τον ίδιο, γ) ο 69ος των αναιρεσιβλήτων Δ. Π. απεβίωσε στις 18-1-2008 και κληρονομήθηκε από τους Ε. χα Δ. Π., Χ. Δ. Π., Ε. Δ. Π. και Ε. Δ. Π., που συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από τον ίδιο και δ) το επώνυμο της 26ης των αναιρεσιβλήτων είναι Ψ. Δ. (πρώην Φ. Δ.) του Ι.. Δεν κατέθεσε προτάσεις. Οι 2ος, 16ος, 19ος, 25ος, 42ος, 50ος, 53ος, 61ος, 66ος και 67ος των αναιρεσιβλήτων δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αριθμ καταθ. 489/2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και των ήδη αποβιωσάντων Β. Π. (36ου), Δ. Π. (45ου) και Δ. Π. (69ου), που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Περιστερίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 166/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6354/2011 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-10-2013 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 7-3-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. (Α) Από τις διατάξεις των άρθ. 108, 110 § 2, 498 § 1, 568 §§ 1, 2 και 4, 576 §§ 1 - 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, αν κατά την συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί (ή δεν μετάσχει σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος) κάποιος διάδικος, το Δικαστήριο ερευνά αυτεπάγγελτα, ποιός από τους διαδίκους επέσπευσε την συζήτηση και αν μεν την συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς, ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα την συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, εάν δηλ.

δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησης, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους, καταρχήν, τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με νέα κλήση, σε περίπτωση, όμως, απλής ομοδικίας, αν κάποιος διάδικος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης χωρεί νόμιμα ως προς τους εκπροσωπουμένους από πληρεξούσιο δικηγόρο ή τους νόμιμα κλητευθέντες και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (άρθ. 576 § 3 εδ.

β' ΚΠολΔ, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθ. 62 ν. 4139/2012) (Β) Στην προκειμένη περίπτωση από τα στοιχεία της δικογραφίας και τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (άρθ. 561 § 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: (1) Προς συζήτηση της κρινόμενης αίτησης για αναίρεση της 6354/2011 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία κατά παραδοχή και κατ' ουσίαν της έφεσης του ήδη αναιρεσείοντος Δήμου Περιστερίου Αττικής (ΟΤΑ) κατά της 166/2007 απόφασης του Ειρηνοδικείου Περιστερίου και μετά από εξαφάνιση αυτής, έγινε και πάλιν ενμέρει δεκτή η ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων και υποχρεώθηκε ο αναιρεσείων Δήμος να καταβάλει σε κάθε έναν απ' αυτούς, ως εργαζομένους του, τα εκεί ποσά ως ειδική παροχή του άρθ. 14 § 2 ν. 3016/2002 (176 ευρώ μηνιαίως), προσδιορίσθηκε η δικάσιμος που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής (2) Κατ' αυτήν, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά της από το πινάκιο, και όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, ήταν απόντες και δεν παραστάθηκαν με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο οι 2ος, 16ος, 19ος, 25ος, 42ος, 50ος, 53ος, 61ος, 66ος και 67ος αναιρεσίβλητοι.

Δεν αποδεικνύεται, όμως, ούτε επικαλείται κάποιος από τους παρισταμένους διαδίκους, ότι οι ως άνω αναιρεσίβλητοι κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, με την επίδοση σ' αυτούς αντιγράφου της κρινόμενης αίτησης και της κάτω απ' αυτήν πράξης ορισμού της δικασίμου αυτής, καθώς και κλήσης προς παράσταση, ενώ εξάλλου δεν προκύπτει ούτε ποιος επισπεύδει την συζήτηση.

Επομένως, πρέπει ως προς τους αναιρεσιβλήτους αυτούς να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της κρινομένης αίτησης αναίρεσης, ενώ ως προς τους λοιπούς, υφισταμένης, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, μεταξύ αυτών και των απόντων αναιρεσιβλήτων απλής ομοδικίας, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση και το δικαστήριο να χωρήσει στην συζήτηση της αίτησης αναίρεσης.

ΙΙ. (Α) Από τις διατάξεις των άρθ. 34, 35 ΑΚ και 62, 63, 313 § 1δ ΚΠολΔ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθ. 286 επ. ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατ' άρθ. 573 § 1 αυτού και στην δίκη της αναίρεσης, προκύπτει, ότι σε περίπτωση θανάτου κάποιου από τους διαδίκους πριν από την αμετάκλητη περάτωση της δίκης, αν ο θάνατος επήλθε μέχρι το τέλος της προφορικής συζήτησης, μετά την οποία εκδίδεται οριστική απόφαση, τότε, εφόσον τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις, μεταξύ των οποίων και η γνωστοποίηση του θανάτου στον αντίδικο του θανόντος, επέρχεται διακοπή της δίκης και όλες οι διαδικαστικές πράξεις που επιχειρούνται μέχρι τη νόμιμη επανάληψη της διαδικασίας λογίζονται άκυρες, εκτός από την τυχόν έκδοση απόφασης.

Η διακοπή δηλ. της δίκης δεν επέρχεται αυτόματα μόλις συμβεί το γεγονός του θανάτου κάποιου από τους διαδίκους, αλλ' απαιτείται να προηγηθεί νομότυπη γνωστοποίηση του γεγονότος αυτού του διακοπτικού της δίκης. Αν δεν γίνει η γνωστοποίηση αυτή, δεν επέρχεται διακοπή της δίκης και η απόφαση που εκδίδεται είναι υποστατή και μπορεί να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναίρεσης, το οποίο, ασκούμενο από τον αντίδικο του θανόντος, πρέπει, σύμφωνα με το άρθ. 558 ΚΠολΔ, ν' απευθύνεται, σε κάθε περίπτωση, κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του θανόντος, απευθυνόμενο δε κατά του θανόντος είναι άκυρο, με την προϋπόθεση, όμως, ότι ο αναιρεσείων πριν την άσκηση της αναίρεσης είχε λάβει γνώση, με οποιονδήποτε τρόπο, του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και ν' απευθύνει κατ' αυτών την αναίρεση.

Η αναίρεση που απευθύνεται κατά του θανόντος, χωρίς ο αναιρεσείων να γνωρίζει τον θάνατο του αντιδίκου του, δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του θανόντος, οι οποίοι (καλούνται προς τούτο ή) εμφανίζονται κατά την συζήτηση με την ιδιότητα αυτή και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς.

Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (άρθ. 561 § 2 ΚΠολΔ), τα πρακτικά της συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου και τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι: (1) Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης που ασκήθηκε την 23-10-2013, με την κατάθεση δικογράφου στην γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση (άρθ. 495 § 1 ΚΠολΔ, με αριθ. 139/2013 έκθεση κατάθεσης), απευθύνεται και κατά των εξής αναιρεσιβλήτων, ως αντιδίκων του αναιρεσείοντος κατά την δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη 6354/2011 απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και συγκεκριμένα και κατά των (α) 36ου (Β.

Π.), ο οποίος πέθανε την 12-7-2010 και κληρονομήθηκε από την σύζυγό του Φ. Π. και τους υιούς του Ι. και Λ. Π., ως μόνους πλησιέστερους συγγενείς του και εξ αδιαθέτου κληρονόμους του (βλ. με αριθ. πρωτ. 49947/2010 πιστοποιητικό Δημάρχου Περιστερίου), (β) 45ου (Δ. Π.), ο οποίος πέθανε την 29-12-2009 και κληρονομήθηκε από την σύζυγό του Λ.

Π. και τα τέκνα του Γ., Κ., Α. και Β. Π., ως μόνους πλησιεστέρους συγγενείς του και εξ αδιαθέτου κληρονόμους του (βλ. με αριθ. 72/2009 ληξιαρχική πράξη θανάτου που συνέταξε ο ληξίαρχος Βαρθολομιού και με αριθ. 1037/2014 πιστοποιητικό Δήμου Πηνειού) και (γ) 69ου (Δ. Π.), ο οποίος πέθανε την 18-1-2008 και κληρονομήθηκε από την σύζυγό του Ε.

Π. και τα τέκνα του Χ. και Ε. Π. και Ε. Π. (βλ. με αριθ. 63/2008 ληξιαρχική πράξη θανάτου που συνέταξε ο ληξίαρχος Περιστερίου και με αριθ. 7937/2008 πιστοποιητικό του Δημάρχου Περιστερίου), περιστατικά, άλλωστε, που δεν αμφισβητούνται, όλοι δηλ. οι προαναφερόμενοι αρχικοί διάδικοι πέθαναν μετά την άσκηση κατά της πρωτόδικης απόφασης την 13-12-2007 της έφεσης του ήδη αναιρεσείοντος Δήμου (βλ.

αυτήν) και πριν την συζήτηση αυτής ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την 15-4-2011, μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη ως άνω απόφασή του. (2) Κατά την συζήτηση της κρινόμενης αίτησης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την αναφερομένη στην αρχή της απόφασης αυτής δικάσιμο, αντί των προαναφερθέντων αναιρεσιβλήτων παρέστησαν οι ως άνω κληρονόμοι τους διά του αυτού, ως και οι λοιποί αναιρεσίβλητοι, πληρεξουσίου δικηγόρου, έχοντος ρητή προς τούτο πληρεξουσιότητα παρασχεθείσα με ιδιωτικά έγγραφα με βεβαίωση του γνησίου των επ' αυτών υπογραφών τους από αρμόδιες αρχές, που δήλωσε ότι οι εκπροσωπούμενοι απ' αυτόν κληρονόμοι των ως άνω αρχικών αναιρεσιβλήτων "συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη". (3) Από τα στοιχεία της δικογραφίας και τα προβαλλόμενα από τους διαδίκους, ενόψει και του ότι δεν υπάρχει ισχυρισμός από τους παρισταμένους ήδη ως κληρονόμους των θανόντων ως άνω αναιρεσιβλήτων, ούτε από τους λοιπούς αναιρεσίβλητους, περί γνωστοποίησης του θανάτου αυτών κατά το προ της άσκησης της αναίρεσης χρονικό διάστημα, συνάγεται ότι το αναιρεσείον δεν είχε λάβει γνώση, με οποιονδήποτε τρόπο, του θανάτου των διαδίκων αυτών πριν από την άσκηση της αναίρεσης, η οποία, επομένως, είναι έγκυρη και ισχυρή, παρότι στρέφεται και κατά θανόντων, νόμιμα δε χωρεί η συζήτηση αυτής με τους εμφανισθέντες ως άνω κληρονόμους τους, που προβάλλουν και υπεράσπιση για την ουσία της διαφοράς (χωρίς να έχει έννομη επιρροή και σημασία η δήλωση των κληρονόμων των ως άνω αρχικά αναιρεσιβλήτων, διά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, περί συνέχισης απ' αυτούς της βιαίως για τον λόγο αυτόν διακοπείσης δίκης, αφού στην ερευνωμένη υπόθεση και σύμφωνα με τα προεκτεθέντα δεν πρόκειται περίπτωση βίαιης διακοπής της δίκης, αλλά συζήτησης απλώς της ένδικης αίτησης με τους κληρονόμους των προαναφερθέντων αρχικά αναιρεσιβλήτων).

ΙΙI. Κατά το άρθ. 249 εδ. α' ΚΠολΔ, αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται ολικά ή ενμέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μίας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή την διάρρηξη μίας δικαιοπραξίας που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί αυτεπάγγελτα ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της συζήτησης, εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή εωσότου εκδοθεί από την διοικητική αρχή απόφαση που δεν μπορεί να προσβληθεί.

Από την διατύπωση και τον σκοπό της διάταξης αυτής, η οποία έχει θεσπισθεί χάριν οικονομίας χρόνου και δαπάνης και προς αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, μπορεί δε να εφαρμοσθεί και στην αναιρετική δίκη παρά την μη ρητή αναφορά της στο άρθ. 573 § 1 ΚΠολΔ μεταξύ των εφαρμοζομένων στην αναιρετική διαδικασία διατάξεων (αφού η απαρίθμηση στο άρθ. 573 ΚΠολΔ δεν είναι αποκλειστική) προκύπτει, ότι εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να διατάξει την αναβολή (αναστολή) της δίκης, όταν η διάγνωση της εκκρεμούς ενώπιόν του διαφοράς εξαρτάται, ενόλω ή ενμέρει, από την επίλυση του νομικού ζητήματος που αποτελεί αντικείμενο άλλης δίκης ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου και συναρτάται με έννομη σχέση, η οποία αποτελεί προϋπόθεση για την γένεση του επιδίκου δικαιώματος, ενώ παράλληλα η διάγνωση στην άλλη δίκη του νομικού αυτού ζητήματος, θα συντελέσει στην επιτάχυνση της πορείας της δίκης και στην ασφαλέστερη διάγνωση του ζητήματος αυτού.

Στην προκειμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο επί της ένδικης αγωγής των αναιρεσιβλήτων ύστερα από έφεση του αναιρεσείοντος, με την προσβαλλομένη 6354/2011 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει (α) ερμηνεύοντας τις διατάξεις των άρθ. 4 § 1 του Συντάγματος, 13 ν. 2738/1999, 14 ν. 3016/2002, 24 § 2 και 28 § 4 ν. 3205/2003 δέχθηκε, ότι η επίδικη παροχή των 176 ευρώ, που προβλέφθηκε προκειμένου να εξομαλυνθούν οι μισθολογικές διαφορές υπέρ των χαμηλόμισθων υπαλλήλων που δεν λάμβαναν πρόσθετες παροχές, έχοντας, όμως, χορηγηθεί με πολλές ΚΥΑ σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων, με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και οι οποίοι αποδεδειγμένα δεν πληρούσαν την παραπάνω προϋπόθεση και βρίσκονταν σε τελείως διαφορετικές μεταξύ τους εργασιακές σχέσεις, και έχοντας διατηρηθεί, σύμφωνα με τα άρθ. 28 § 4 και 24 § 2 ν. 3205/2003 (παρά την κατάργηση του άρθ. 14 ν. 3016/2002 και των σε εκτέλεση αυτού εκδοθεισών ΚΥΑ), ως προσωπική διαφορά και μετά την 1-1-2004 (μειουμένη ανάλογα με τις μελλοντικές αυξήσεις τους), απέκτησε (η ένδικη παροχή των 176 ευρώ μηνιαίως) τον χαρακτήρα μισθολογικής παροχής που προσαυξάνει, χωρίς άλλη προϋπόθεση, τον μισθό όλων ανεξαιρέτως των υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ, που αμείβονται σύμφωνα με τις διατάξεις του εκάστοτε ισχύοντος μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και έτσι κάθε υπάλληλος αμειβόμενος σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές δικαιούται κατ' εφαρμογή της αρχής της ισότητας να λαμβάνει ως τμήμα του μισθού του την παροχή αυτήν (την οποία μόνο από 1-1-2004 και εντεύθεν δεν δικαιούται να λαμβάνει ή λαμβάνει μειωμένη, εφόσον λαμβάνει κάποια πρόσθετη μισθολογική παροχή, σύμφωνα με το άρθ. 14 ν. 3016/2002, ή του χορηγήθηκε κάποια νέα παροχή ή αυξήθηκε το κίνητρο απόδοσης) (β) με βάση την ως άνω ερμηνεία έκρινε στην συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ότι η μη χορήγηση στους αναιρεσιβλήτους ενάγοντες, οι οποίοι υπηρετούν ως υπάλληλοι του αναιρεσείοντος εναγομένου Δήμου με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, προσληφθέντες πριν από το επίδικο χρονικό διάστημα (1-1-2002 έως 31-12-2006) και υπαγόμενοι στο ενιαίο μισθολογικό πλαίσιο που διέπει τον ευρύτερο δημόσιο τομέα (που καθιερώθηκε με το ν. 2470/1997 και στην συνέχεια με το ν. 3205/2003), της επίδικης παροχής του άρθ. 14 ν. 3016/2002 (ύψους αρχικά 88 και στην συνέχεια 176 ευρώ), αν και την δικαιούνταν, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 έως 31-12-2006, η οποία (παροχή) έχει προσλάβει τον χαρακτήρα γενικής προσαύξησης των τακτικών αποδοχών τους, συνιστά άνιση μεταχείριση αυτών και παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας.

Με βάση τα γενόμενα ως άνω δεκτά το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, αφού έκρινε ότι ως προς τις ένδικες αξιώσεις των ετών 2002 - 2004 είχε συμπληρωθεί η προβλεπομένη διετής παραγραφή, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δέχθηκε ενμέρει την ένδικη αγωγή και επεδίκασε στους ενάγοντες για την αιτία αυτή τα εκεί αναφερόμενα ποσά για το χρονικό διάστημα από 1-1-2005 έως 31-12-2006.

Την κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας προσβάλλει ο αναιρεσείων με τον μοναδικό λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης από το άρθ. 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ για παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθ. 4 § 1 του Συντάγματος, 13 ν. 2738/1999, 24 § 2 και 28 § 4 ν. 3205/2003 και δη του άρθ. 14 ν. 3016/2002, προβάλλοντας την ειδικότερη αιτίαση ότι η επίδικη ειδική παροχή δεν μπορεί να χορηγηθεί στο προσωπικό των ΟΤΑ κατ' εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας και ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν δικαιούνταν να λαμβάνουν κατά το ένδικο χρονικό διάστημα την ειδική αυτή παροχή, εφόσον δεν είχε εκδοθεί ΚΥΑ για την χορήγηση αυτής και στο προσωπικό των ΟΤΑ.

Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα η ευδοκίμηση ή μη του λόγου αυτού αναίρεσης εξαρτάται από το ζήτημα της, κατ' εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας (άρθ. 4 § 1 του Συντάγματος), επέκτασης της χορήγησης της επίδικης παροχής (176 ευρώ) σε κατηγορίες υπαλλήλων, υπαγομένων στο ενιαίο μισθολόγιο της Δημόσιας Διοίκησης και αμειβομένων σύμφωνα με αυτό, ως μόνης προϋπόθεσης για την χορήγησή της, εξομοιουμένης (της παροχής αυτής) με προσαύξηση του μισθού τους, χωρίς διάκριση σε χαμηλόμισθους ή μη και ανεξάρτητα αν λαμβάνουν ή όχι οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη παροχή, μικρότερη, ίση ή ανώτερη των 176 ευρώ, ή η χορήγησή της εξαρτάται και από την συνδρομή των ως άνω προϋποθέσεων των άρθ. 14 ν. 3016/2002 και 24 § 2 ν. 3205/2003, μη εξομοιουμένης με μισθό, το οποίο, ως ζήτημα εξαιρετικής σημασίας, διότι αφορά όχι μόνο την κρινόμενη υπόθεση, αλλά μεγάλη κατηγορία εργαζομένων στο Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα λοιπά ΝΠΔΔ, έχει παραπεμφθεί στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με την 2233/2013 απόφαση του Β1' Τμήματος και είχε ορισθεί δικάσιμος προς συζήτηση.

Συνεπώς, για την ενότητα της νομολογίας και την αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων συντρέχει νόμιμη περίπτωση αναβολής (αναστολής) κατ' άρθ. 249 ΚΠολΔ έκδοσης απόφασης για την ένδικη αίτηση αναίρεσης, εωσότου εκδοθεί απόφαση για το ως άνω ζήτημα από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση ως προς τους 2ο, 16ο, 19ο, 25ο, 42ο, 50ο, 53ο, 61ο, 66ο και 67ο αναιρεσιβλήτους.

Αναβάλλει κατά τα λοιπά την έκδοση απόφασης επί της από 15-10-2013 αίτησης του Δήμου Περιστερίου για αναίρεση της 6354/2011 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εωσότου εκδοθεί απόφαση της Πλήρους Ολομελείας του Αρείου Πάγου για το ζήτημα που έχει παραπεμφθεί σ' αυτήν με την 2233/2013 απόφαση του Β1' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1η Απριλίου 2014. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Μαΐου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ