Supreme Court dismisses appeal against robbery conviction, rejecting claim of insufficient sentencing justification.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a second-instance conviction for robbery, ruling the lower court's sentencing reasoning sufficient. The appellant argued the trial court failed to provide specific justification for the six-year sentence, yet the court found the decision complied with statutory requirements for robbery sentencing. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to bear the procedural costs.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 44, 473, 474, 504, 505, 510 of the Code of Criminal Procedure; Article 83 of the Penal Code: The Supreme Court may reject an appeal based on alleged lack of specific sentencing justification if the lower court's decision contains adequate reasons and the sentence falls within the statutory range for the crime.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertVolltext
Απόφαση 968 / 2025 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 968/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο-Δημήτριο Κοκκορό-Εισηγητή, Λεωνίδα Χατζησταύρου, Παναγιώτη Λυμπερόπουλο και Ελένη Θεοδωρακοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 29 Απριλίου 2025, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Σοφοκλή Λογοθέτη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ε. Λ. του Κ., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Τρικάλων, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Γλύκα, για αναίρεση της αποφάσεως 251/2024 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών-Β' Βαθμού. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών - Β' Βαθμού με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. 1/2-1-2025 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 114/2025.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 2-1-2025 αίτηση του Ε. Λ. του Κ., κατοίκου ..., οδός ... και ήδη κρατούμενου στο Σ. Κ. Τρικάλων, για αναίρεση της υπ' αριθ. 251/2024 απόφασης του Β' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Β' βαθμού), με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος της αξιόποινης πράξης της ληστείας από κοινού και του επιβλήθηκε ποινή κάθειρξης έξι [6] ετών, ασκήθηκε: α] νομότυπα, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του ενώπιον του γραμματέως του Εφετείου Αθηνών, για την οποία συντάχθηκε η υπ' αριθ. 1/2-1-2025 σχετική έκθεση [άρθρο 474 παρ. 1 ΚΠΔ], β] εμπρόθεσμα, αφού η απόφαση καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 22-1-2025 και η δήλωση έγινε στις 2-1-2025, πριν δηλαδή την έναρξη της νόμιμης προθεσμίας των είκοσι [20] ημερών [άρθρο 473 παρ. 1, 2, 3 ΚΠΔ] και γ] παραδεκτά, αφού ασκήθηκε από δικαιούχο και έχοντα προς τούτο έννομο συμφέρον, στρέφεται κατά υποκείμενης στο ένδικο αυτό μέσο απόφασης και περιέχει ορισμένους λόγους αναίρεσης [άρθρα 44, 504, 505 παρ. 1 α', 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ]. Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.
Στο άρθρο 7 παρ. 3 του Ν. 4239/2014 για << Δίκαιη ικανοποίηση για εύλογη υπέρβαση της διάρκειας της δίκης, στο πολιτικά και ποινικά δικαστήρια και στο Ελεγκτικό Συνέδριο και άλλες διατάξεις>>, ορίζεται ότι: <<Κατά την επιμέτρηση της ποινής το αρμόδιο δικαστήριο λαμβάνει υπ' όψιν την υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της διαδικασίας που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του κατηγορουμένου.
Στη δικαστική απόφαση γίνεται ρητή μνεία με συνοπτική αιτιολογία, ότι κατά την επιμέτρηση της ποινής, το δικαστήριο έλαβε υπόψη του την, κατά τα άνω, υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της διαδικασίας, γεγονός το οποίο μπορεί να συνιστά, εν όλω ή εν μέρει, δίκαιη ικανοποίηση για την καθυστέρηση της ποινικής διαδικασίας>>.
Όμως, στο άρθρο 84 παρ. 3 του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου ΠΚ, ορίστηκε ότι: <<Ως ελαφρυντική περίσταση λογίζεται και η μη εύλογη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του κατηγορουμένου>>. Με τη νέα αυτή διάταξη, η οποία ως νεότερη και επιεικέστερη για τον κατηγορούμενο, έχουσα τις ίδιες προϋποθέσεις εφαρμογής, σιωπηρά καταργείται η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 3 του Ν. 4239/2014 και η μη εύλογη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας από στοιχείο επιμέτρησης της ποινής καθίσταται ελαφρυντική περίσταση [ΑΠ 365/2022, ΑΠ 1300/2022, ΑΠ 13/2022].
Κριτήριο για την κατάφαση της υπέρβασης αυτής δεν είναι μόνο η παρέλευση δυσανάλογα μεγάλου χρονικού διαστήματος από την τέλεση του εγκλήματος, αλλά συνεκτιμώνται ιδίως, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ.1 του Ν. 4239/2014 και η καταχρηστική ή παρελκυστική συμπεριφορά των διαδίκων κατά την εξέλιξη της δίκης, η πολυπλοκότητα των πραγματικών και νομικών ζητημάτων, η στάση των αρμοδίων κρατικών αρχών και το διακύβευμα της υπόθεσης για τον κατηγορούμενο.
Η ως άνω ελαφρυντική περίσταση, ως αυτοτελής ισχυρισμός, πρέπει να προταθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή του, έτσι ώστε να μπορεί να αξιολογηθεί και σε περίπτωση αποδοχής του να οδηγήσει στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα, άλλως δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί επί του ισχυρισμού αυτού [αόριστου] με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία [ΑΠ 849/2024, ΑΠ 1583/2022, ΑΠ 158/2022, ΑΠ 13/2022].
Εξάλλου, η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, απαιτείται να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του αυτοτελείς ισχυρισμούς.
Προϋποτίθεται, όμως, η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς και η προφορική τους ανάπτυξη, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγήσουν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα.
Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει στους ισχυρισμούς αυτούς και συνεπώς να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή τους [ΑΠ 158/2022, ΑΠ 1409/2020]. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, είναι και εκείνος που προβάλλεται από τον κατηγορούμενο για τη συνδρομή στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης της μη εύλογης διάρκειας της ποινικής διαδικασίας που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά του, κατά το άρθρο 94 παρ. 3 ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών Β' Βαθμού επέβαλε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο ποινή κάθειρξης έξι [6] ετών για την προαναφερθείσα αξιόποινη πράξη της ληστείας από κοινού, για την οποία κρίθηκε ένοχος.
Για την επιμέτρηση δε της ποινής αυτής, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα στοιχεία των παραγράφων 2 έως 5 του άρθρου 79 ΠΚ, τα οποία ειδικώς μνημονεύει στο σκεπτικό του, τα οποία αξιολόγησε για την εκτίμηση της βαρύτητας της πράξης του κατηγορουμένου, το βαθμό της ευθύνης του και τη δίκαιη και ανάλογη τιμωρία του γι' αυτή.
Περαιτέρω, έλαβε υπόψη του και την αναγνωρισθείσα [όπως και πρωτοδίκως] στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντική περίσταση της μετεφηβικής ηλικίας [άρθρο 133 ΠΚ], όπως προκύπτει από τις μνημονευόμενες στο ίδιο σκεπτικό ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Ακόμη, αναφέρονται επαρκώς στην προσβαλλόμενη απόφαση, οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για την ποινή που επέβαλε και δεν ήταν αναγκαίο να διαλαμβάνεται άλλη ιδιαίτερη αιτιολογία.
Τέλος, η επιβληθείσα στον αναιρεσείοντα ποινή κάθειρξης των έξι [6] ετών, μετά την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 133 ΠΚ, εμπίπτει στο πλαίσιο της μειωμένης ποινής που προβλέπεται για το εν λόγω κακούργημα από το άρθρο 83 ΠΚ [ήτοι στο πλαίσιο της ποινής από φυλάκιση ενός [1] έτους έως κάθειρξη οκτώ [8] ετών], υπολειπόμενη μάλιστα κατά δύο [2] έτη από το ανώτερο όριο αυτού, δεν κρίνεται δε δυσανάλογη, ενόψει της απαξίας του εγκλήματος της ληστείας από κοινού, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων.
Περαιτέρω, αφού δεν προβλήθηκε αίτημα για μείωση της ποινής, λόγω ανυπαίτιας υπέρβασης της εύλογης διάρκειας της δίκης, κατά το άρθρο 84 παρ. 3 ΠΚ, το Δικαστήριο που δεν διαπίστωσε αυτεπαγγέλτως ότι υπήρξε υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της δίκης χωρίς υπαιτιότητα του κατηγορουμένου και επιμέτρησε την επιβληθείσα σε βάρος του ποινή, με βάση τα κριτήρια του άρθρου 79 ΠΚ, δεν είχε υποχρέωση να διαλάβει σχετική ειδική αιτιολογία για το ζήτημα αυτό.
Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας [άρθρο 578 παρ. 1 ΚΠΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 115 Ν. 5090/2024], όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-1-2025 αίτηση του Ε. Λ. του Κ., κατοίκου ..., οδός ... και ήδη κρατούμενου στο Σ. Κ. Τρικάλων, για αναίρεση της υπ' αριθ. 251/2024 απόφασης του Β'Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Β' βαθμού).
Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων [800] ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουνίου 2025.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και τούτης αποχωρήσασας από την υπηρεσία ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης