Supreme Court dismisses appeal due to inadmissible grounds and lack of proper legal representation.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court dismissed the appeal against the Third Instance Court's decision, ruling that several grounds were inadmissible. The appellants failed to demonstrate proper legal representation during the appeal hearing and submitted vague arguments without specific references to their original submissions. Consequently, the court rejected the appeal as procedurally flawed and ordered the appellants to bear the legal costs.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 94, 96, 104, 118, 122, 123, 564 of the Code of Civil Procedure; Article 576 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the appellant lacks proper authorization to appear or if the grounds raised were not properly proposed in the lower court proceedings.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertZitierte Rechtsprechung
KI-generiertVolltext
Απόφαση 968 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 968/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Βασίλειο Νικόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) ..., 2)..., 3)... και 4)..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Γκινοσάτη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)..., 2) ..., 3) ..., 4) ..., 5) ... και 6) .... Ο 1ος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του δικηγόρου και εκπροσώπησε τους 3ο και 6η ως πληρεξούσιος δικηγόρος τους. Η 2η παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Ευαγγελάτου, ο 4ος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του δικηγόρου και ο 5ος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ευαγγελάτο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-1-1991 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 44/1991 μη οριστική,97/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 709/2004 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση όλων των ανωτέρω αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1-11-2004 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αντωνιάδης ανέγνωσε την από 1-2-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως της 709/2004 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών, της 44/1991 και της 97/2001 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 104, 118 αριθ. 5, 122 παρ. 1, 123 παρ. 1 και 564 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι ο δικηγόρος, που εκπροσωπεί τον διάδικο κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως στον ΄Αρειο Πάγο, πρέπει να είναι εφοδιασμένος με σχετική πληρεξουσιότητα, η οποία παρέχεται από τον εκπροσωπούμενο διάδικο είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με έγγραφο της Αρχής, είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά.
Η έλλειψη της πληρεξουσιότητας, εξεταζόμενη και αυτεπαγγέλτως, έχει ως συνέπεια την μη προσήκουσα παράσταση του διαδίκου κατά τη συζήτηση. Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 576 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί κάποιος διάδικος, ο ΄Αρειος Πάγος ερευνά αν αυτός επισπεύδει την συζήτηση, εάν την επισπεύδει δε ο αντίδικός του ερευνά αν ο τελευταίος έχει κλητεύσει νομίμως και εμπροθέσμως τον απολειπόμενο και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκείμενη περίπτωση, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά προκύπτει, ότι η τέταρτη των αναιρεσειόντων .... εκπροσωπήθηκε από τον δικηγόρο Ιωάννη Γκινοσάτη, ο οποίος όμως δεν αποδεικνύει την πληρεξουσιότητά του για την εκπροσώπησή της και επομένως δεν παρίσταται αυτή νόμιμα. Δεδομένου όμως ότι, με επίσπευση των αναιρεσιβλήτων, αυτή κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστεί στη συζήτηση της υποθέσεως κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (βλ. 4755/7-12-2005 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ....), πρέπει το Δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως, παρά την απουσία της.-Από τις διατάξεις του άρθρου 553 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι, αν η πρωτόδικη απόφαση προσβλήθηκε με έφεση και έγινε αυτή τυπικά δεκτή, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η οριστική απόφαση του Εφετείου, εφόσον αυτό υπεισήλθε στην εξέταση της ουσίας, γιατί, αν μεν έγινε δεκτή κατ΄ ουσία η έφεση, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίστηκε και έπαψε να υπάρχει, ενώ αν απορρίφθηκε η έφεση κατ΄ ουσία, εκείνη ενσωματώθηκε στην εφετειακή.
Επομένως η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της 44/1991 πράξης και 97/2001 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, κατ΄ αυτεπάγγελτη έρευνα του Αρείου Πάγου (άρθρ. 577 Κ.Πολ.Δ.), αφού η επίσης αναιρεσιβαλλόμενη 709/2004 απόφαση του Εφετείου Πατρών δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την έφεση των αναιρεσειόντων, με αποτέλεσμα να ενσωματωθούν σ΄ αυτήν οι προσβαλλόμενες πρωτόδικες πράξη και απόφαση.-Με τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
ελέγχονται μόνο οι παραβάσεις κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, όχι του δικονομικού δικαίου, δηλαδή όσων καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και την μορφή της ένδικης προστασίας, όπως είναι οι διατάξεις : α) του άρθρου 261 Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι στο δικαστή εναπόκειται να κρίνει αν υπάρχει σιωπηρά ομολογία από τη μη ειδικώς αμφισβήτηση πραγματικού ισχυρισμού, β) του άρθρου 269 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., που καθορίζουν τον τρόπο προβολής μέσων επιθέσεως και αμύνης, γ) του άρθρου 146 Κ.Πολ.Δ., που προβλέπει την λόγω θανάτου διακοπή των δικονομικών προθεσμιών και δ) των άρθρων 286 έως 292 Κ.Πολ.Δ., που καθορίζουν τη διαδικασία διακοπής και επανάληψης της δίκης σε περίπτωση θανάτου κάποιου διαδίκου.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τους 1ο και 3ο λόγους της αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., διότι το Εφετείο παραβίασε τις δικονομικές αυτές διατάξεις. Επομένως οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, διότι αναφέρονται σε παραβιάσεις κανόνων δικονομικού δικαίου.-Κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο.
Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, έγγραφα, που η παραμόρφωση του περιεχομένου τους ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, είναι εκείνα που χαρακτηρίζονται ως αποδεικτικά μέσα στα άρθρα 339 και 432 επ. του Κ.Πολ.Δ. Ως εκ τούτου δεν είναι έγγραφα τα διαδικαστικά δικόγραφα της δίκης, όπως είναι και οι προτάσεις των διαδίκων.
Επομένως ο 2ος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια από τον αριθμό 20 (και όχι 2, που από γραφικό λάθος αναφέρεται στο αναιρετήριο) του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., διότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των από 3-2-1991 προτάσεων των εναγόντων ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.-Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται :
α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ο αναιρετικός λόγος είναι αόριστος και άρα απαράδεκτος όταν δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο εκκαλών – αναιρεσείων πρότεινε στο Εφετείο και μάλιστα με λόγο εφέσεως και όχι με τις προτάσεις τον παραπάνω ισχυρισμό ή ότι συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από τις προαναφερθείσες (ΟλΑΠ 43/1990).
Επομένως ο 4ος λόγος της αναιρέσεως, με τον προβάλλεται η πλημμέλεια από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα και αποδείξεις που νόμος δεν επιτρέπει, καθώς και οι 5ος, 6ος και 7ος λόγοι της αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου πλημμέλεια, διότι το Εφετείο δεν κήρυξε ακυρότητα και έκπτωση από το δικαίωμα, πρέπει να απορριφθούν προεχόντως ως απαράδεκτοι, λόγω της αοριστίας τους, εφόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι οι αναιρεσείοντες – εκκαλούντες πρόβαλαν και μάλιστα με λόγο εφέσεως τους ισχυρισμούς αυτούς περί ανεπίτρεπτων κατά νόμο αποδεικτικών μέσων και περί ακυρότητας και εκπτώσεως από το δικαίωμα.
Επίσης πρέπει να απορριφθεί ως άνευ εννόμου συμφέροντος και ο 8ος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση από τον αριθμό 9 περ. α΄ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, υποχρέωσε τους αναιρεσείοντες να αποδώσουν στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους το επίδικο ακίνητο και με την ιδιότητα των κληρονόμων της συνεναγόμενης ..., που απεβίωσε στις 15-6-1998, χωρίς να ζητηθεί από τους ενάγοντες, διότι την υποχρέωση αυτή αποδόσεως του επίδικου ακινήτου και με την ιδιότητα των κληρονόμων της συνεναγομένης είχαν οι αναιρεσείοντες από το νόμο (άρθρ. 325 παρ. 2 και 943 Κ.Πολ.Δ.) και χωρίς τη διάταξη αυτή της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως της 709/2004 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών, της 44/1991 Πράξης και της 97/2001 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας.-
Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.-
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαρτίου 2006 και δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαϊου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ