Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
967/2021 KI-generiert

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible because the two-year appeal period had already expired before the appeal was filed.

Geschäftsnummer 967/2021
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Abgewiesen (Dismissed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court of Greece declared the appeal inadmissible and dismissed it without further examination. The appellant filed the appeal on September 20, 2019, but the two-year period for filing an appeal against the first-instance judgment had already expired on February 12, 2021, due to the lack of proper service of the judgment. The court ruled that the appeal was time-barred because the judgment had become final and binding before the appeal was lodged.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 518(2) and 553(1)(b) of the Code of Civil Procedure; An appeal filed after the expiration of the two-year period is inadmissible as the judgment has become final and binding.

Schlagwörter

KI-generiert
inadmissible appeal expired appeal period finality of judgment service of judgment time bar civil procedure

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure
Article 518(2) of the Code of Civil Procedure
Article 553(1)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Article 746 of the Code of Civil Procedure
Article 8(6)(b) of Law 3869/2010

Zitierte Rechtsprechung

KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 967 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 967/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Μαρία Βάρκα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, που δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-12-2015 αίτηση του 1ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Σιντικής.

Εκδόθηκε η 49/2019 απόφαση του Ειρηνοδικείου Σιντικής, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 20-9-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Βάρκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1747/2017, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 1545/2017, ΑΠ 242/2015). Στην προκειμένη περίπτωση από τα πρακτικά της δίκης και τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η κρινόμενη από 20-9-2019 (με αριθμό γεν.

κατάθεσης 1/2019) αίτηση αναίρεσης κατά της 49/2019 απόφασης του Ειρηνοδικείου Σιντικής Σερρών, η οποία εκδόθηκε κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας μεταξύ των διαδίκων και αφορά υπόθεση του Ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων", έχει προσδιοριστεί για τη σημερινή δικάσιμο, με αριθμό πινακίου 2, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Τμήματος (άρθρ. 568 παρ. 2-4 ΚΠολΔ).

Εξάλλου, από την υπ' αρ. 5694/28-1-2020 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Σερρών Δ. Λ., καθώς και τις 6175Β'/29-1-2020 και 6178Β'/29-1-2020 εκθέσεις επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, Δ. Π., τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται νόμιμα το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο, προκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος, το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση της αναίρεσης, αυτή κοινοποιήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επίδοση στον πρώτο αναιρεσίβλητο φυσικό πρόσωπο και στους εντεταλμένους για παραλαβή, υπαλλήλους των δεύτερης και τρίτου των αναιρεσιβλήτων νομικών προσώπων, αντίστοιχα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 127 παρ.1 και 129 παρ. 1 ΚΠολΔ, για να παραστούν κατά την ανωτέρω δικάσιμο.

Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, δεν εμφανίστηκαν οι αναιρεσίβλητοι, ούτε και κατέθεσαν δήλωση μη παράστασης, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, αφού άπαντες οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύτηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 2 περ.

α' και γ' ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως παρά την απουσία τους.

Περαιτέρω, κατά μεν την διάταξη του άρθρου 3 εδ. τελευταίο του ν. 3869/2010, για την εκδίκαση της αιτήσεως του οφειλέτη προς ρύθμιση των χρεών του εφαρμόζεται η διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, που προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 739 επ. του ΚΠολΔ, κατά δε την διάταξη του άρθρου 741 του ΚΠολΔ, στην διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας εφαρμόζονται τα άρθρα 1 έως 590 του ίδιου Κώδικα, εκτός αν είναι αντίθετα προς ειδικές διατάξεις ή δεν προσαρμόζονται στην διαδικασία αυτή.

Κατά την διάταξη του άρθρου 553 του ΚΠολΔ, "αναίρεση επιτρέπεται κατά των αποφάσεων που δεν υπόκεινται σε ανακοπή ερημοδικίας και έφεση", δηλαδή δεκτική αναιρέσεως είναι μόνον η τελεσίδικη απόφαση. Η εν λόγω διάταξη εφαρμόζεται, κατά τα προεκτεθέντα, και για τις αποφάσεις, που εκδίδονται κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, των άρθρων 739 επ.

του ΚΠολΔ, δηλαδή και για τις αποφάσεις που εκδίδονται επί αιτήσεων του ν. 3869/2010, οι οποίες, κατά την ειδική ρύθμιση του άρθρου 14 του νόμου αυτού, υπόκεινται μόνο σε έφεση και σε αναίρεση, μη επιτρεπομένης ανακοπής ερημοδικίας τόσο στον πρώτο, όσο και στον δεύτερο βαθμό. Η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή, μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ` αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (ΟλΑΠ 11/1998), δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων (ΑΠ 154/2017, ΑΠ 1049/2017, ΑΠ 180/2014, ΑΠ 12/2011).

Ο χαρακτήρας της αποφάσεως, ως τελεσίδικης [ή μη], κρίνεται, τον χρόνο της ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως, ήτοι της καταθέσεως του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως στη γραμματεία του δικαστηρίου, που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση ενώ, δεν αρκεί η απόφαση να έχει καταστεί τελεσίδικη, τον χρόνο συζητήσεως της αναιρέσεως (ΑΠ 594/2017 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

Η κατ` αντιμωλία οριστική απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, μόνο, αφ` ότου έπαυσε να υπόκειται σε έφεση είτε διότι παρήλθε η νόμιμη γνήσια προθεσμία, από την επίδοση της αποφάσεως, των τριάντα (30) ημερών, εάν ο εκκαλών διαμένει στην Ελλάδα ή των εξήντα (60) ημερών, εάν ο εκκαλών διαμένει στο εξωτερικό (άρθρο 518 παρ.1 ΚΠολΔ) είτε διότι παρήλθε η νόμιμη καταχρηστική προθεσμία, από τη δημοσίευση της αποφάσεως, αν η απόφαση δεν έχει επιδοθεί, των τριών (3) ετών για απόφαση, που δημοσιεύθηκε μέχρι 31.12.2015 (άρθρα 518 παρ.2 ΚΠολΔ, 13 παρ.2, 18, 24, 25 ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό προς το άρθρο ένατο - άρθρο 1 ν. 4335/2015) ή των δύο (2) ετών για απόφαση, που δημοσιεύθηκε από 1.1.2016 (άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά το άρθρο τρίτο - άρθρο 1 ν. 4335/2015).

Τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση είναι και η κατ` αντιμωλία οριστική απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου, αν έχει χωρήσει παραίτηση από το δικαίωμα προσβολής της με το ένδικο μέσο της εφέσεως ή από το ήδη ασκηθέν ένδικο μέσο της εφέσεως. Η (γνήσια) προθεσμία ασκήσεως της αναιρέσεως, αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, είναι τριάντα (30) ημέρες και, αν ο αναιρεσείων διαμένει στο εξωτερικό, είναι ενενήντα (90) ημέρες και αρχίζει, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, από την επίδοση της αποφάσεως (άρθρο 564 παρ. 2 ΚΠολΔ) ενώ, αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η (καταχρηστική) προθεσμία ασκήσεως της αναιρέσεως είναι τρία (3) έτη και αρχίζει από την επίδοση της αποφάσεως, που περατώνει τη δίκη, για απόφαση, που δημοσιεύθηκε μέχρι 31.12.2015 (άρθρο 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, 13 παρ.2, 18, 24, 25 ΕισΝΚΠολΔ) ή δύο (2) έτη και αρχίζει από την επίδοση της αποφάσεως, που περατώνει τη δίκη, για απόφαση, που δημοσιεύθηκε από 1.1.2016 (άρθρο 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά το άρθρο τρίτο - άρθρο 1 ν. 4335/2015).

Οι πιο πάνω (γνήσιες) προθεσμίες για την άσκηση εφέσεως ή αναιρέσεως, τρέχουν εναντίον και εκείνου, με παραγγελία του οποίου έγινε η επίδοση (άρθρο 144 παρ.2 ΚΠολΔ). Η απόδειξη της τελεσιδικίας της κατ` αντιμωλία οριστικής αποφάσεως του πρωτόδικου δικαστηρίου γίνεται, με την προσκόμιση της σχετικής εκθέσεως επιδόσεως ή με τη βεβαίωση του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή στο δικόγραφο, που επιδόθηκε (άρθρα 122, 123, 139, 140 ΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τη βεβαίωση - πιστοποιητικό της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε το ένδικο μέσο της εφέσεως.

Αν δεν συνομολογείται ή δεν αποδεικνύεται η τελεσιδικία της προσβαλλόμενης με αναίρεση αποφάσεως (με την προσκομιδή αποδεικτικών επιδόσεως της ή πιστοποιητικού του αρμοδίου γραμματέως) τότε η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται, αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτη (ΑΠ 737/2017, ΑΠ 92/2017, ΑΠ 1216/2010 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Τέλος, σε περίπτωση αναγκαίας ομοδικίας, που συντρέχει και όταν εξ αιτίας των περιστάσεων που συνοδεύουν την υπόθεση δεν μπορούν να υπάρξουν αντίθετες αποφάσεις απέναντι στους ομοδίκους, η οριστική απόφαση προσβάλλεται παραδεκτά με αίτηση αναίρεσης μόνον από τότε που θα καταστεί τελεσίδικη ως προς όλους τους ομοδίκους (ΟλΑΠ 18/2001 ΑΠ 2022/2006), αφού διαφορετικά υπάρχει ο κίνδυνος η υπόθεση που θα κριθεί από τον Άρειο Πάγο για έναν από τους αναγκαίους ομοδίκους να επανακριθεί για τον ίδιο στο πλαίσιο μεταγενέστερου ένδικου μέσου άλλου ομοδίκου, αν ληφθεί υπόψη ότι η άσκηση ένδικων μέσων από οποιονδήποτε των αναγκαίων ομοδίκων έχει αποτελέσματα και για τους λοιπούς (ΑΠ 1611/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των κατωτέρω αναφερομένων δικογράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο πρώτος από τους ήδη αναιρεσίβλητους Π. Κ. άσκησε, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Σιντικής, την από 31-12-2015 αίτησή του, εκ του άρθρου 4 παρ. 1 του ν. 3869/2010, την οποία έστρεφε κατά: 1] του, ήδη αναιρεσείοντος, νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", 2] της, ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης, ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία "..." και 3] της, ήδη τρίτης αναιρεσίβλητης, ανώνυμης εταιρείας παροχής πιστώσεων με την επωνυμία "...".

Επί της αιτήσεως αυτής, που συζητήθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας των άρθρων 741 επ. του ΚΠολΔ (άρθρο 3 του ν.3869/2010, σε συνδ. με 739 επ. ΚΠολΔ), εκδόθηκε η 49/2019 απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου, ερήμην της δεύτερης και τρίτης των καθ' ων -ήδη αναιρεσιβλήτων τραπεζικών εταιρειών, η οποία έκανε δεκτή την αίτηση και ρύθμισε τα χρέη του αιτούντος, όπως αναλυτικά εκτίθεται στο διατακτικό της.

Κατά της αποφάσεως αυτής, η οποία, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην οικεία νομική σκέψη, δεν είναι δεκτική κατά νόμο ανακοπής ερημοδικίας, το πρώτο των καθ' ων, νπδδ, άσκησε την κρινόμενη από 20-9-2019 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 1/2019 αίτηση αναιρέσεως, στρεφόμενη τόσο κατά του αιτούντος όσο και των λοιπών δύο καθ' ων η αίτηση τραπεζικών εταιρειών, με τις οποίες το ήδη αναιρεσείον συνδέεται με δεσμό αναγκαστικής ομοδικίας.

Συνεπώς, για την παραδεκτή άσκηση της αίτησης αναίρεσης πρέπει να ερευνηθεί το ζήτημα της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τον αιτούντα (ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο), αλλά και ως προς τις λοιπές δύο αναιρεσίβλητες τραπεζικές εταιρείες, που δικάστηκαν ερήμην στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επιτρεπτά επισκοπείται (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) για την έρευνα του ανωτέρω δικονομικού ζητήματος, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση για την παραδεκτή άσκηση της αίτησης αναίρεσης, ως δικογράφου (άρθρ. 577 παρ. 1, σε συνδ. 553 παρ. 1ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι η υπ' αρ. 49/2019 λόγω απόφαση του Ειρηνοδικείου Σιντικής, εκδόθηκε στις 11-2-2019, αντιμωλία του αιτούντος ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου και του πρώτου των καθ'ων, ήδη αναιρεσείοντος νπδδ και ερήμην της δεύτερης και τρίτης των αναιρεσιβλήτων (τραπεζικών εταιρειών με την επωνυμία "..." και "..."), οι οποίες, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης (βλ.

σελ. 2 αυτής) είχαν κληθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παρασταθούν κατά την αρχική δικάσιμο της 1-6-2017, οπότε η συζήτηση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 24-4-2019 και, επομένως, ενόψει ότι η αναβολή της συζητήσεως και η εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο, θεωρείται ως κλήτευση προς όλους τους διαδίκους, η συζήτηση χώρησε σαν να ήταν και αυτές παρούσες.

Επομένως, η ως άνω απόφαση, εκδοθείσα επί αιτήσεως του ν. 3869/2010, κατά την ειδική ρύθμιση του άρθρου 14 του νόμου αυτού, υπόκειται μόνο σε έφεση. Το αναιρεσείον νπδδ, εκθέτει στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως του, ότι επέδωσε στον αιτούντα (ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο), την προσβαλλόμενη απόφαση στις 9-5-2019 και επομένως, αφού η 30νθήμερη προθεσμία άσκησης έφεσης κατά της αποφάσεως αυτής, παρήλθε στις 8-6-2019, χωρίς ν' ασκηθεί έφεση, παραδεκτώς και εμπροθέσμως ασκεί την ένδικη αναίρεση εντός 30 ημερών από την παρέλευση της ως άνω προθεσμίας (ασκήσεως εφέσεως).

Ωστόσο, το αναιρεσείον δεν επικαλείται έκθεση επιδόσεως της αποφάσεως, ούτε βεβαίως από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στον αιτούντα αναιρεσίβλητο. Επιπροσθέτως, το αναιρεσείον δεν επικαλείται επίδοση στους δεύτερη και τρίτη αναιρεσίβλητες τραπεζικές εταιρείες, με τις οποίες συνδέεται με δεσμό αναγκαστικής ομοδικίας, ούτε βεβαίως προκύπτει επίδοση και σε αυτές, , ώστε να αρχίσει η προθεσμία της εφέσεως.

Επομένως, από την επομένη ημέρα της δημοσίευσης αυτής, δηλαδή από την 12-2-2019, άρχισε να τρέχει η διετής αποσβεστική προθεσμία για την άσκηση κατ` αυτής έφεσης (άρθρο 518 παρ.2 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το Ν.4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016), η οποία συμπληρώνεται στις 12-2-2021, οπότε πλέον η προσβαλλόμενη απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου καθίσταται τελεσίδικη για όλους τους διαδίκους κατά το άρθρο 553 παρ. 1 περ.

Β` ΚΠολΔ και έκτοτε, δεκτική προσβολής με το ένδικο μέσο της αίτησης αναίρεσης. Ας σημειωθεί ότι το προσκομιζόμενο με ημερομηνία 23-9-2019 πιστοποιητικό της Γραμματέως του Ειρηνοδικείου Σιντικής, περί μη ασκήσεως μέχρι της προτεραίας (22-9-2019) άλλου ενδίκου μέσου κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως, πλην της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, δεν αρκεί, αφού κατά την ως άνω ημερομηνία δεν είχε παρέλθει η διετής προθεσμία ασκήσεως εφέσεως και επομένως η προσβαλλόμενη απόφαση δεν είχε καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο της ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως, ήτοι στις 20-9-2019, οπότε κατατέθηκε το δικόγραφό της στην γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση (Ειρηνοδικείου Σιντικής).

Τέλος, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας, δεν προκύπτει ότι έχει χωρήσει παραίτηση από το ένδικο μέσο της εφέσεως, από τους διαδίκους που έχουν δικαίωμα ασκήσεως εφέσεως κατά της ως άνω αποφάσεως.

Συνεπώς ενόψει αυτών και σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στη νομική σκέψη που προηγήθηκε η αίτηση είναι, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου, απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο [άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ]. Τέλος, δεν διαλαμβάνεται διάταξη για δικαστική δαπάνη σε βάρος του αναιρεσείοντος, κατά την διάταξη του άρθρου 746 του

ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ. β` του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β` του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο " ...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 64/2017. ΑΠ 951/2015), πέραν του ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν έχουν επιβαρυνθεί σε δικαστική δαπάνη λόγω της ερημοδικίας τους, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-9-2019 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 49/2019 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Σιντικής ως απαράδεκτη.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαΐου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουλίου 2021.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ