Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
967/2020 KI-generiert

Supreme Court allows partial appeal in labor dispute regarding unpaid overtime and wage arrears.

Geschäftsnummer 967/2020
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Teilweise gutgeheissen (Partially Allowed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a labor court judgment concerning unpaid wages and overtime. The appellant argued the lower court ignored a confession regarding specific overtime hours, but the court rejected this as the confession referred to already settled claims. Consequently, the judgment was annulled only regarding specific periods where the court had awarded wages or confirmed settlement, while the case was remitted for further examination.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 559 παρ. 11γ; Η δικαστική ομολογία που αφορά την εξόφληση προηγούμενων αξιώσεων δεν αποτελεί ομολογία του βάσιμου των νέων αιτημάτων και δεν συνιστά λόγο αναίρεσης.

Schlagwörter

KI-generiert
labor dispute overtime compensation judicial confession wage arrears appeal admissibility remittal for retrial legal costs unentgeltliche Tätigkeit

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 559 παρ. 11γ
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 577 παρ. 1
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 577 παρ. 3
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 580 παρ. 3
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 176
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 183
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 191 παρ. 2

Zitierte Rechtsprechung

KI-generiert
KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 967 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 967/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1'Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 1η Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Δ. Μ. του Χ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Πέτρου Μαρκέτου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "... Α.Ε." όπως μετονομάσθηκε η ..." όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ..., ως καθολικής διαδόχου τμήματος της ήδη διασπασθείσας και ήδη απορροφημένης από αυτή ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.Β.Ε." και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Ληξουριώτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-7-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1157/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1619/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-4-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο αρεοπαγίτης Γεώργιος Δημάκης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Η από 24-4-2018 και με αριθμό κατάθεσης 352/2018 αίτηση αναίρεσης κατά της 1619/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί της ασκηθείσας από την εναγομένη έφεσης και επί της ασκηθείσας από την ενάγουσα αντέφεσης κατά της 1157/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 10-7-2010 (με αριθμό κατάθεσης 4274/2010) αγωγής, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 και 144).

Συνεπώς, είναι παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔ 577 παρ.3) 2. Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της παρούσας υπόθεσης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την ως άνω αγωγή της η ενάγουσα ισχυρίσθηκε ότι προσλήφθηκε από την εναγομένη εταιρεία στις 16/8/2000 με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προκειμένου να απασχοληθεί επί πενθήμερο εβδομαδιαίως και επί οκτάωρο ημερησίως ως υπάλληλος - ταμίας στην επιχείρησή της, εμπορίας ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών ειδών, έναντι των νομίμων αποδοχών των υπαλλήλων εμπορικών επιχειρήσεων.

Ότι κατά το χρονικό διάστημα από 25/6/2006 έως 9/12/2007 απασχολήθηκε στην εταιρεία "... Α Ε και ότι στις 10/12/2007 προσλήφθηκε εκ νέου από την εναγομένη, όπου απασχολήθηκε με την ίδια ειδικότητα έως τις 5/5/2010, οπότε η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της για λόγους εκδίκησης στο πρόσωπο της, λόγω προσφυγής της στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας εξαιτίας βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας της.

Περαιτέρω, η ενάγουσα ισχυρίσθηκε ότι απασχολείτο καθ' υπέρβαση του νομίμου ωραρίου και δη από 1/1/2005 έως 30/9/2005 παρέχοντας ιδιόρρυθμη και υπερωριακή απασχόληση και από 1-10-2005 έως 5-5-2010 υπερεργασία και παράνομη υπερωριακή απασχόληση. Ότι η εναγομένη της οφείλει ως διαφορές αποδοχών το ποσό των 233,85 ευρώ και αμοιβή για την απασχόλησή της επί οκτάωρο επί 8 Σάββατα κατά το χρονικό διάστημα από 1/7/2009 έως 31/8/2009 ύψους 432,75 ευρώ.

Ζήτησε δε βάσει τούτων, κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε εν μέρει αναγνωριστικό, να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει για τις ανωτέρω αιτίες το συνολικό ποσό των 20.299,99 ευρώ, να αναγνωρισθεί ότι οφείλει επιπλέον να της καταβάλει το ποσό των 14.200,10 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 6/5/2010 έως 6/5/2011, λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, κυρίως μεν βάσει της συμβάσεως εργασίας της και, επικουρικώς, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού σε περίπτωση ακυρότητας της συμβάσεως εργασίας της, όλα δε τα ως άνω ποσά, νομιμοτόκως, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή.

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την 1157/2013 οριστική απόφασή του, έκρινε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή ως προς το κεφάλαιο μισθών υπερημερίας λόγω ακυρότητας της καταγγελίας, έκανε δε εν μέρει δεκτή αυτή κατά τα λοιπά ως βάσιμη κατ' ουσίαν και επιδίκασε στην ενάγουσα το ποσό των 12.404,19 ευρώ νομιμοτόκως. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν οι ως άνω έφεση και αντέφεση.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του: 1) απέρριψε κατ' ουσίαν την αντέφεση, 2) δέχτηκε κατ' ουσίαν την έφεση, 3) εξαφάνισε την εκκαλουμένη 1157/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως προς τις διατάξεις της που αφορούν τα κεφάλαια και αιτήματα αμοιβής και προσαύξησης λόγω απασχόλησης κατά την πενθήμερη εβδομαδιαία εργασία της ενάγουσας πλέον του οκταώρου ημερησίως από 1/1/2008 και εξής, διαφοράς των καταβληθεισών αποδοχών από τις προβλεπόμενες από τις οικείες σ.σ.ε.

και αμοιβής για απασχόλησή της κατά την έκτη ημέρα της εβδομάδας (Σάββατο), και 4) κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας επί της από 10/7/2010 αγωγής απέρριψε αυτήν. 3. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το εφετείο δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα:

Ότι η ενάγουσα προσλήφθηκε από την εναγομένη εταιρεία, στις 16-8-2000, η οποία έχει ως αντικείμενο την εμπορία ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών ειδών, εκμεταλλευόμενη δίκτυο καταστημάτων στη ..., καθώς και στην ..., προκειμένου να απασχοληθεί ως ταμίας επί πενθήμερο εβδομαδιαίως και οκτάωρο ημερησίως, αντί αποδοχών που προβλέπονταν για τους υπαλλήλους των εμπορικών επιχειρήσεων.

Ότι, ακολούθως, η ενάγουσα απασχολήθηκε από την εταιρεία "... Α.Ε." από 25/6/2006 έως 9/2/2007, προσλήφθηκε δε στις 10/12/2007 εκ νέου από την εναγομένη, στην οποία προσέφερε τις υπηρεσίες της με την ίδια ως άνω ειδικότητα και τους ίδιους όρους εργασίας έως τις 5/5/2010, οπότε η εναγομένη κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας της.

Ότι, περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι καθ' όλο το ένδικο χρονικό διάστημα, ήτοι από 1/1/2005 έως 25/6/2006 και από 10/12/2007 έως 5/5/2010, τα καταστήματα της εναγομένης στην ... και στην ... λειτουργούσαν τις ημέρες από Δευτέρα έως Παρασκευή με ημερήσιο ωράριο από 09.00' έως 21.00' και τα Σάββατα με ωράριο από 09.00' έως 20.00'. Εξάλλου, το κατάστημα του Πειραιά λειτουργούσε με εβδομαδιαίο και ημερήσιο ωράριο Δευτέρα, Τετάρτη και Σάββατο από 09.00' έως 16.30', και Τρίτη και Πέμπτη από 09.00' έως 21.00' και το κατάστημα της Αγίας Παρασκευής Δευτέρα έως Παρασκευή εκάστης εβδομάδος από 09.00' έως 21.00' και τα Σάββατα από 09.00' έως 16.30'.

Ότι η ενάγουσα απασχολήθηκε διαδοχικά στο κατάστημα του Αλίμου έως 31/10/2005, εν συνεχεία στα καταστήματα της Γλυφάδας και της Αθήνας έως τις 25/6/2006, από 10/12/2007 στο κατάστημα της Αγίας Παρασκευής, κατόπιν της από 24/3/2009 αιτήσεώς της στο κατάστημα της ...ς και, από τις αρχές του έτους 2010, στο κατάστημα του Αλίμου.

Ότι η απασχόληση των εργαζομένων της, σύμφωνα με τις ατομικές συμβάσεις εργασίας και το οργανόγραμμα της εναγομένης, ήταν σε τρεις εναλλασσόμενες οκτάωρες βάρδιες (Α, Β, Γ), ώστε να καλύπτεται το ωράριο λειτουργίας των καταστημάτων της, με κυλιόμενη την εβδομαδιαία ημέρα αναπαύσεως λόγω πενθημέρου. Ότι η ενάγουσα απασχολήθηκε κατά την πενθήμερη εβδομαδιαία εργασία της πλέον του οκταώρου ημερησίως ως ακολούθως:

Από 1/1/2005 έως 30/9/2005 τον Ιανουάριο 12 ώρες, τον Μάιο 4 ώρες, τον Ιούλιο 12 ώρες, και τον Σεπτέμβριο 10 ώρες, κατά ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση, για τις οποίες (ώρες) δικαιούται, λαμβανομένου υπόψη ότι ο καταβαλλόμενος μηνιαίος μισθός της ανερχόταν σε 846 ευρώ, ο προβλεπόμενος από την ΣΣΕ για τις αποδοχές υπαλλήλων εμπορικών επιχειρήσεων σε 834 ευρώ (βασικός μισθός με έτη προϋπηρεσίας 4 έως 5 725,22 ευρώ συν 72,52 ευρώ για επίδομα γάμου συν 36,26 ευρώ για επίδομα ταμειακών λαθών) και από 1/9/2005 με έτη προϋπηρεσίας 5 έως 6 863,19 ευρώ (750,60 συν 75,06 συν 37,53) και το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο σε 5,076 (846 Χ 0,006) ευρώ, τον δε Σεπτέμβριο 2005 σε 5,17 ευρώ, και με την προσαύξηση 50% σε 7,614 ευρώ και 7,75 ευρώ αντιστοίχως, τα ποσά των 91,36 (12 ώρες χ 7,614), 30,45 (4 ώρες Χ 7,614), 91,36 (12 ώρες Χ 7,614) και 77,50 (10 ώρες Χ 7,75) ευρώ, τα οποία έλαβε.

Οτι η ενάγουσα απασχολήθηκε κατά την πενθήμερη εβδομαδιαία εργασία της πλέον του οκταώρου από 1/10/2005 έως 25/6/2006 και από 11/12/2007 έως 5/5/2010 ως ακολούθως: τον Οκτώβριο 2005- 9 ώρες -, τον Ιανουάριο 2006 -12 ώρες-, το Δεκέμβριο 2007 -12- ώρες, τον Ιανουάριο 2008 -12- ώρες, το Φεβρουάριο 2008 -12- ώρες, τον Απρίλιο 2008 -12- ώρες, το Μάϊο 2008 -12- ώρες, τον Αύγουστο 2008 -12- ώρες, τον Σεπτέμβριο 2008 -12- ώρες, τον Οκτώβριο 2008 -12- ώρες, τον Ιανουάριο 2009 -12- ώρες, τον Σεπτέμβριο 2009 -12- ώρες και τον Οκτώβριο 2009 -12- ώρες, πραγματοποιώντας, έτσι, υπερεργασία, για την οποία δικαιούνταν το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο με προσαύξηση 25%.

Ότι η ενάγουσα εδικαιούτο, λαμβανομένου υπόψη ότι ο καταβαλλόμενος μηνιαίος μισθός της ανερχόταν από 1/10/2005 έως 31/12/2005 σε 863,19 ευρώ, από 1-1-2006 έως 25-6-2006 σε 863,19 ευρώ, από 10/12/2007 έως 31/12/2007 σε 993,67 ευρώ, από 1/1/2008 έως 31/3/2008 σε 993,67 ευρώ, από 1/4/2008 έως 31/8/2008 σε 1033 ευρώ, από 1/9/2008 έως 31/12/2008 σε 1104,89 ευρώ, από 1/1/2009 έως 31/8/2009 σε 1126,99 ευρώ και από 1/9/2009 έως 31/12/2009 σε 1183,34 ευρώ (ο μηνιαίος μισθός της ανερχόταν σύμφωνα με την από 7/9/2006 ΣΣΕ αποδοχών υπαλλήλων εμπορικών επιχειρήσεων από 1/1/2006 έως 25/6/2006 με έτη προϋπηρεσίας 5 έως 6 σε 889,09 (β.μ. 773,12 συν επίδομα γάμου 77,31 συν επίδομα ταμειακών λαθών 38,66) ευρώ, σύμφωνα με την ίδια ΣΣΕ από 10/12/2007 με έτη προϋπηρεσίας 0 έως 2, ενόψει του ότι η ενάγουσα δεν επικαλείται ότι η εταιρεία "...

ΑΕ" υποκατέστησε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της την εναγόμενη, με την οποία στις 10/12/2007 καταρτίσθηκε νέα σύμβαση εργασίας, σε 970,33 (β.μ. 843,76 συν επίδομα γάμου 84,38 συν επίδομα ταμειακών λαθών 42,19) ευρώ, από 1/1/2008, σύμφωνα με την από 30/7/2008 ΣΣΕ με έτη προϋπηρεσίας 0 έως 2 σε 937,51 (β.μ. 815,23 συν επίδομα γάμου 81,52 συν επίδομα ταμειακών λαθών 40,76) ευρώ και από 1/9/2008 σύμφωνα με την ίδια ΣΣΕ, με έτη προϋπηρεσίας 0 έως 2, σε 970,33 (β.μ. 843,76 συν επίδομα γάμου 84,38 συν επίδομα ταμειακών λαθών 42,19) ευρώ, και σύμφωνα με την ίδια ως άνω ΣΣΕ, με έτη προϋπηρεσίας 0 έως 2, από 1/1/2009 σε 1037,07 (β.μ. 860,64 συν επίδομα γάμου 86,06 συν επίδομα ταμειακών λαθών 90,37) ευρώ και από 1/9/2009 έως 31/12/2009 σε 1039,22 (β.μ. 903,67 συν επίδομα γάμου 90,37 συν επίδομα ταμειακών λαθών 45,18) ευρώ και, επομένως, το ωρομίσθιο με προσαύξηση 25% σε 6,47 ευρώ (863,19 Χ 0,006 + 25%), 6,66 ευρώ (889,09 Χ 0,006 + 25%), 7,45 ευρώ (993,67

Χ

0,006

+

25%), 7,74 (1033 Χ 0,006 + 25%), 8,28 ευρώ (1104,89 Χ 0,006 +25%), 8,45 ευρώ (1126,99 = Χ 0006 - 25%) και 8,87 ευρώ (1183 Χ 0,006 + 25%), αντιστοίχως, τα ακόλουθα ποσά: τον Οκτώβριο 2005 58,23 (9 ώρες Χ 6,47) ευρώ, τον Ιανουάριο 2006 79,92 (12 ώρες Χ 6,66) ευρώ, τον Δεκέμβριο 2007 89,40 (12 ώρες Χ 7,45) ευρώ, τον Ιανουάριο 2008 89,40 (12 ώρες Χ 7,45) ευρώ, τον Φεβρουάριο 2008 89,40 (12 ώρες Χ 7,45) ευρώ, τον Απρίλιο 2008 92,88 (12 ώρες Χ 7,74) ευρώ, τον Μάϊο 2008 92,88 (12 ώρες Χ 7,74) ευρώ, τον Αύγουστο 92,88 (12 ώρες Χ 7,74) ευρώ, τον Σεπτέμβριο 2008 99,36 (12 ώρες Χ 8,28) ευρώ, τον Οκτώβριο 2008 99,36 (12 ώρες Χ 8,28) ευρώ, τον Ιανουάριο 2008 101,40 (12 ώρες Χ 8,45) ευρώ, τον Σεπτέμβριο 2009 106,44 (12 ώρες Χ 8,87) ευρώ και τον Οκτώβριο 2009 106,44 (12 ώρες Χ 8,87) ευρώ, τα οποία η ενάγουσα έλαβε.

Ότι, όπως προεκτέθηκε, η ενάγουσα ελάμβανε μηνιαίες αποδοχές μεγαλύτερες των προβλεπομένων από τις οικείες ΣΣΕ, πλην του χρονικού διαστήματος από 1/1/2006 έως 31/5/2006, κατά το οποίο οι καταβαλλόμενες αποδοχές ποσού 863,19 ευρώ μηνιαίως υπολείπονταν των προβλεπομένων από την από 7/9/2006 ΣΣΕ αποδοχών υπαλλήλων εμπορικών επιχειρήσεων, η εναγομένη, όμως, της κατέβαλε, αναδρομικά, όλες τις προκύπτουσες διαφορές.

Ότι, περαιτέρω, η ενάγουσα απασχολήθηκε στην επιχείρηση της εναγομένης με κυλιόμενη την εβδομαδιαία ημέρα αναπαύσεως λόγω πενθημέρου, ουδόλως δε αποδείχθηκε ο αγωγικός ισχυρισμός ότι κατά το χρονικό διάστημα από 1/7/2009 έως 31/8/2009 απασχολήθηκε επί έξι (6) ημέρες την εβδομάδα. Ότι κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η αγωγή ήταν απορριπτέα ως προς τα κεφάλαια και αιτήματα αμοιβής και προσαύξησης λόγω απασχόλησης κατά την πενθήμερη εβδομαδιαία εργασία της πλέον του οκταώρου ημερησίως από 1.1.2008 και εξής, διαφοράς των καταβληθεισών αποδοχών από τις προβλεπόμενες από τις οικείες ΣΣΕ και αμοιβής για απασχόλησή της κατά την έκτη ημέρα της εβδομάδας (Σάββατα) κατά το ως άνω χρονικό διάστημα.

Ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα δέχτηκε την αγωγή εν μέρει ως προς τα ανωτέρω κεφάλαια και αιτήματα ως βάσιμη κατ' ουσίαν, επιδικάζοντας στην ενάγουσα καταψηφιστικώς το ποσό των 12404,19 ευρώ, κατά παραδοχή των σχετικών λόγων της έφεσης ως βάσιμων, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου λόγων της αντεφέσεως ως προς τα κεφάλαια και αιτήματα για καθ' υπέρβαση του οκταώρου ημερήσιας απασχολήσεως της ενάγουσας για τα αναφερόμενα χρονικά διαστήματα από 1/1/2005 έως 31/12/2007 ως αβάσιμων κατ' ουσίαν.

Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εξαφάνισε , κατά παραδοχή ως βάσιμου σχετικού λόγου έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, την οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κατά το μέρος που είχε κάνει δεκτή την αγωγή ως βάσιμη κατ'ουσία, και μετά, ταύτα δικάζοντας την αγωγή, την απέρριψε κατ'ουσία.

4. Με το άρθρο 1 περίπτωση β 'της από 22.08.1991 σ.σ.ε. "για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού πωλήσεως εμπορικών καταστημάτων, χονδρικής και λιανικής πωλήσεως τροφίμων, ζαχαροπλαστείων και καταστημάτων πωλήσεως σιγαρέττων", που κατατέθηκε στο Υπουργείο Εργασίας με την υπ' αριθ. 90/09.09.1991 πράξη καταθέσεως, ορίζεται ότι ο βασικός μισθός των υπαγομένων στο πεδίο εφαρμογής της κλιμακώνεται ανάλογα με τα έτη της ίδιας ή ομοειδούς υπηρεσίας, που έχουν στον ίδιο ή σε άλλους εργοδότες.

Ακολούθησε η υπ' αριθ. 14/1992 απόφαση του Οργανισμού Μεσολάβησης και Διαιτησίας (ΟΜΕΔ,) "για τους όρους αμοιβής και εργασίας" των απασχολουμένων στο εμπορικά καταστήματα, καταστήματα χονδρικής και λιανικής πώλησης τροφίμων, "σούπερ μάρκετ καταστήματα ζαχαροπλαστείων και συναφών επαγγελμάτων, καταστήματα χονδρικής και λιανικής πώλησης τσιγάρων κ.λ.π." κηρύχθηκε γενικώς υποχρεωτική από την 14.07.1992 με την υπ'αριθμ. 10539/1993 απόφαση του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Εργασίας (ΦΕΚ 63/Β/12.02.1993).

Με την παράγραφο 2 του Κεφαλαίου "Α. ΓΕΝΙΚΑ" της εν θέματι διαιτητικής απόφασης ορίζεται ότι Όσες διατάξεις των α) από 22.08.1991 σ.σ.ε. που ρύθμισε τις αποδοχές και λοιπούς όρους εργασίας του προσωπικού πώλησης, των εμπορικών καταστημάτων κλπ, β) γ) ,δ) , καθώς κα προηγουμένων συλλογικών συμβάσεων εργασίας ή διαιτητικών αποφάσεων δεν τροποποιούνται με την απόφαση αυτή, εξακολουθούν να ισχύουν." Με την ως άνω διαιτητική απόφαση (ΔΑ 14/1992) δεν τροποποιήθηκε το άρθρο 1 περίπτωση β' της ως άνω, από 22.08.1991 σ.σ.ε., (αριθ.

καταθ. στο Υπουργείο Εργασίας 90/1991), όπως επίσης δεν τροποποιήθηκε με καμία από τις επακολουθήσασες έως σήμερα κλαδικές σ.σ.ε. ή δ.α. "για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού πωλήσεως εμπορικών καταστημάτων, χονδρικής και λιανικής πωλήσεως τροφίμων, ζαχαροπλαστείων και καταστημάτων πωλήσεως σιγαρέττων", ώστε η ως άνω διάταξη εξακολούθησε να ισχύει καθ' όλο τον ένδικο χρόνο, που αφορά τις αγωγικές αξιώσεις.

Περαιτέρω, κατά τον ένδικο χρόνο, που αφορά την κρινόμενη αγωγή οι όροι αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις ως άνω επιχειρήσεις ορίζονταν με τις ακόλουθες εθνικές κλαδικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας, ήτοι:

(α) Με την από 18.04.2005 σ.σ.ε., που κατατέθηκε στο Υπουργείο Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας με αριθμό πράξης κατάθεσης 49/2005, ισχύουσα από την 01.01.2005, η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΥΑ (Απασχόλησης & Κοινωνικής Προστασίας) 12126/2005 (ΦΕΚ 967/Β/2005).

(β) Με την από 07.09.2006 σ.σ.ε., που κατατέθηκε στο Υπουργείο Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας με αριθμό πράξης κατάθεσης 117/2006, ισχύουσα από την 01.01.2006, η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΥΑ (Απασχόλησης & Κοινωνικής Προστασίας) 13257/2006 (ΦΕΚ 1785/Β/2006) (γ) Με την από 30.07.2008 σ.σ.ε., που κατατέθηκε στο Υπουργείο Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας με αριθμό πράξης κατάθεσης 103/2008, ισχύουσα από την 01.01.2008, η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΥΑ (Απασχόλησης & Κοινωνικής Προστασίας) 69041/3230/2008 (ΦΕΚ 2137/Β/2008) (δ) Με την από 04.03.2011 σ.σ.ε., που κατατέθηκε στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης με αριθμό πράξης κατάθεσης 14/2011, ισχύουσα από την 01.01.2010.? 5.

Με τον 1° λόγο της αίτησης, κατά το 1° σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ 1 ΚΠολΔ. Συγκεκριμένα, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και δη των διατάξεων του άρθ. 1 περίπτωση β' της από 22.08.1991 σ.σ.ε. (πράξη κατάθεσης στο Υπουργείο Εργασίας 90/1991), της παραγράφου 2 του Κεφαλαίου "Α.

ΓΕΝΙΚΑ" της υπ' αριθ. 14/1992 απόφασης ΟΜΕΔ και του άρθ. 2§1 της από 30.07.2008 σ.σ.ε. (αριθ. πράξης καταθ. στο Υπουργείο Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας 103/2008), έκρινε ότι οι νόμιμες μηνιαίες αποδοχές της ανέρχονταν από την 1-1-2008 έως την 31.03.2008 στο ποσό των 937,51 €, ενώ της καταβάλλονταν το ποσό των 993,67 €. Αντίθετα, κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, έπρεπε να δεχθεί, λαμβάνοντας υπόψη την προϋπηρεσία της αναιρεσείουσας τόσο στην αναιρεσίβλητη όσο και στην ομοειδή επιχείρηση της με την επωνυμία "...

Α.Ε.", ότι ο νόμιμος μισθός της ενάγουσας ανερχόταν στο ποσό των 1028,45 ευρώ. Με την προσβαλλόμενη απόφαση υπολογίζονται από το Εφετείο οι νόμιμες μηνιαίες αποδοχές της ενάγουσας για το χρονικό διάστημα από την 1-1-2008 έως 31.03.2008 στο ποσό των 937,51 €, διότι δεν συνυπολογίστηκε στην προϋπηρεσία της ο έως την 10.12.2007 χρόνος, με το εσφαλμένο σκεπτικό ότι δεν είναι συνυπολογιστέα η προ της επαναπρόσληψής της από την εναγομένη (10.12.2007) προϋπηρεσία της, ούτε στην ίδια επιχείρηση της εναγομένης (από την 16.08.2000 έως την 25.06.2006), ούτε στην ομοειδή επιχείρηση της εναγομένης με την επωνυμία "...

Α.Ε." (από την 25.06.2006 έως την 09.12.2007). Ειδικότερα, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης, "η ενάγουσα δεν επικαλείται ότι η εταιρεία '... ΑΕ" ε υποκατέστησε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της την εναγομένη, με την οποία στις 10/12/2007 καταρτίσθηκε νέα σύμβαση εργασίας" .

Συνεπώς το Εφετείο, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και δη των διατάξεων του άρθ. 1 περίπτωση β' της από 22.08.1991 σ.σ.ε., της παραγράφου 2 του Κεφαλαίου "Α. ΓΕΝΙΚΑ" της υπ' αριθ. 14/1992 απόφασης ΟΜΕΔ και του άρθ. 2§1 της από 30.07.2008 σ.σ.ε., έκρινε ότι οι νόμιμες μηνιαίες αποδοχές της ενάγουσας πρέπει να προσδιορισθούν χωρίς να ληφθεί υπόψη η ως άνω προϋπηρεσία της. Έτσι, η σναιρεσιβαλλομένη υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ και ο 1ος λόγος της αίτησης, κατά το 1° σκέλος του, είναι βάσιμος.

6. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α' του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία - Ολ ΑΠ 9/2016, 1/1999).

Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια Ούτε, εξάλλου, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 114/2019, 232/2018).

7. Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με το 2° σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ 19 ΚΠολΔ, επικαλούμενη ότι δεν αιτιολογεί επαρκώς την περί εξόφλησης των μισθολογικών διαφορών του διαστήματος από 1- 1-2006 έως 31-5-2006 κρίση της. Σύμφωνα με τις προαναφερθείσες παραδοχές του Εφετείου " ... η ενάγουσα ελάμβανε μηνιαίες αποδοχές μεγαλύτερες των προβλεπομένων από τις οικείες ΣΣΕ, πλην του χρονικού διαστήματος από 1/1/2006 έως 31/5/2006, κατά το οποίο οι καταβαλλόμενες αποδοχές ποσού 863,19 ευρώ υπολείπονταν των προβλεπομένων από την από 7/9/2006 ΣΣΕ αποδοχών υπαλλήλων εμπορικών επιχειρήσεων, η εναγομένη, όμως, της κατέβαλε αναδρομικά, όλες τις προκύπτουσες διαφορές". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες όσον αφορά την ένσταση εξόφλησης που πρόβαλε η αναιρεσίβλητη για τις διαφορές αποδοχών του ως άνω χρονικού διαστήματος της αναιρεσείουσας, καθόσον δεν προσδιορίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ούτε ποιο ακριβώς ποσό κατέβαλε, ούτε πότε το κατέβαλε, ώστε να μπορεί να κριθεί αν έχει πράγματι εξοφληθεί η αξίωση της ενάγουσας για τη συμπλήρωση των νομίμων αποδοχών της για το χρονικό διάστημα από την 01.01.2006 έως την 31.05.2006. Επομένως ο λόγος αυτός, δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.

8. Για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης που κρίνει επί αγωγής με αντικείμενο την καταβολή αποδοχών για παροχή υπερεργασίας, ιδιόρρυθμης υπερωρίας και παράνομης υπερωριακής απασχόλησης λόγω υπέρβασης από το μισθωτό του χρόνου απασχόλησης αυτού για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, αρκεί να διαλαμβάνεται σε αυτήν, εκτός από την εργασιακή σχέση και τους όρους αυτής, η διάρκεια της ημερήσιας και εβδομαδιαίας κατά περίπτωση απασχόλησης, καθώς και το χρονικό διάστημα στο οποίο αναφέρονται, απ' όπου προκύπτουν συνακόλουθα οι ώρες υπερεργασίας και υπερωρίας, ενώ δεν απαιτείται επί πλέον ειδικός προσδιορισμός καθ' ημέρα της υπερωριακής εργασίας του μισθωτού και συγκεκριμένα η αναγραφή των ημερομηνιών κατά τις οποίες ο μισθωτός απασχολήθηκε υπερωριακά (ΑΠ 1409/2014, 1548/2011, 2168/2007 επί ζητήματος αοριστίας της αγωγής), ούτε απαιτείται η αναφορά του χρόνου έναρξης και λήξης της παρεχομένης υπερωριακής εργασίας και γενικότερα του χρόνου έναρξης και λήξης της ημερήσιας εργασίας ανά ημέρα απασχόλησης, διότι κρίσιμο είναι εάν η διάρκεια απασχόλησης του μισθωτού κατά την συγκεκριμένη περίοδο υπερέβη και για πόσες ώρες το νόμιμο ημερήσιο (ή το συμβατικό εβδομαδιαίο επί υπερεργασίας) ωράριο εργασίας των μισθωτών της κατηγορίας του ενάγοντος και όχι το πότε άρχισε και το πότε τελείωσε η εργασία του μισθωτού.

Είναι δε καθόλα επιτρεπτός ο προσδιορισμός των ωρών αυτών κατά μέσο όρο την εβδομάδα ή το μήνα (σχετ ΑΠ 232/2018, 414/2017, 1977/2013, ΑΠ 2168/2007).? 9. Με τον 2° λόγο της αναίρεσης πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ως προς την αιτιολόγηση της κρίσης της για το χαρακτηρισμό της πέραν του νομίμου ωραρίου παρεχόμενης από την ενάγουσα εργασίας (ως ιδιόρρυθμης υπερωριακής απασχόλησης ή ως υπερεργασίας), με τον ισχυρισμό ότι στις αναφορές αυτές δεν μνημονεύονται οι καθ' υπέρβαση του νομίμου ωραρίου παρασχεθείσες συγκεκριμένες ώρες ημερήσιας εργασίας κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα.

Συγκεκριμένα στην υπό κρίση αίτηση αναφέρεται επί λέξει ότι: "Έπεται εκ των ανωτέρω, ότι για το νομικό χαρακτηρισμό από το δικαστήριο της υπεραπασχόλησης ως υπερεργασίας (ή ιδιόρρυθμης υπερωριακής εργασίας) ή ως υπερωριακής εργασίας, δεν αρκεί μόνη η αναφορά των ωρών υπεραπασχόλησης σε μηνιαία, ούτε σε εβδομαδιαία βάση, αλλά απαιτείται να αναφέρεται και η διάρκεια της ημερήσιας απασχόλησης, αφού μόνο έτσι καθίσταται δυνατή η διάγνωση περί του αν πρόκειται για υπερεργασία (ή ιδιόρρυθμη υπερωριακή εργασία) ή για υπερωριακή εργασία και δη παράνομη." Ο λόγος αυτός είναι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, αβάσιμος, γιατί είναι καθόλα επιτρεπτός ο προσδιορισμός από το Εφετείο κατά μέσο όρο μηνιαίως των ωρών υπερεργασίας, ιδιόρρυθμης ή παράνομης υπερωρίας, τόσο για την πληρότητα της αγωγής όσο και για την επάρκεια της αιτιολογίας της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας.

Συνεπώς ο 2ος λόγος της αίτησης, από το άρθρο 559 αριθ 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

10. Η δικαστική ομολογία λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, προκειμένου όμως η παράλειψη της προσβαλλόμενης απόφασης να λάβει υπόψη αυτή και να ιδρύσει τον από το άρθρο 559 αριθμός 11εδ. γ ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, απαιτείται να γίνει επίκληση αυτής από τον ωφελούμενο διάδικο ενώπιον του δικαστηρίου εκείνου (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Περαιτέρω, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός για τον οποίο έγινε η ομολογία, ο οποίος πρέπει να είναι ουσιώδης για την έκβαση της δίκης (ΑΠ 545/2013, 89/2009, 462/2008).Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, γιατί δεν έλαβε υπόψη του τη δικαστική ομολογία της εναγομένης, που περιέχονταν στην έφεσή της, την οποία αυτή επικαλέσθηκε στις έγγραφες προτάσεις της ενώπιόν του, περί του ότι η ενάγουσα πραγματοποιούσε 12, 10 και 8 ώρες υπερωρίας και όχι υπερεργασίας, γεγονός ουσιώδες για την έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός είναι ορισμένος, πλην όμως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον: από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής της ήδη αναιρεσείουσας προκύπτει ότι αυτή υποστηρίζει ότι εργαζόταν καθημερινά με το ίδιο ωράριο (12ωρο ή 9ωρο). Με το δικόγραφο της από 26-7-2013 έφεσης της ήδη αναιρεσίβλητης αυτή ενώπιον του Εφετείου είχε προτείνει επικουρικά την ένσταση περί εξόφλησης των τυχόν παρασχεθεισών εκ μέρους της ενάγουσας ωρών υπερεργασίας και υπερωρίας, αναφέροντας και τις ώρες που κατά μέσο όρο μηνιαίως αυτή πραγματοποίησε.

Ο εν λόγω επικουρικός ισχυρισμός, που προτάθηκε προς ενίσχυση της ένστασης εξόφλησης, δεν αποτελούσε ομολογία ότι η εναγομένη όφειλε τα αιτούμενα από την ενάγουσα ποσά, αλλά αντιθέτως ότι κα εάν ακόμη είχε αυτή απασχοληθεί κάποιες ώρες καθ' υπέρβαση του νομίμου ωραρίου της, αυτές οι ώρες είχαν εξοφληθεί.

Τούτο όμως δεν συνιστά "ομολογία" του βάσιμου των υπό κρίση αξιώσεων. Άλλωστε, η προσβαλλόμενη απόφαση έκανε δεκτό τον ισχυρισμό της ενάγουσας ότι πραγματοποίησε κάποιες υπερωρίες, δεχθείσα ότι οι μισθολογικές διαφορές που προέκυψαν από αυτές εξοφλήθηκαν.

Συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζεται άτι αγνοήθηκε η ως άνω ομολογία της εναγομένης, είναι αβάσιμος..

11. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, μετά την αποδοχή ως βάσιμου του 1ου λόγου αναίρεσης πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση μόνο κατά τα κεφάλαια με τα οποία 1) επιδικάστηκαν στην ενάγουσα αποδοχές για το χρονικό διάστημα από την 1-1-2008 έως 31.03.2008 και 2) κρίθηκε ότι έχει πράγματι εξοφληθεί η αξίωση της ενάγουσας για τη συμπλήρωση των νομίμων αποδοχών της για το χρονικό διάστημα από την 01.01.2006 έως την 31.05.2006 και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως, είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ. 3) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).?

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 1619/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά τα προαναφερόμενα στο παραπάνω σκεπτικό μέρη.

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη να πληρώσει στην αναιρεσείουσα δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Σεπτεμβρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ