Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
967/2018 KI-generiert

Supreme Court dismisses appeal against casino bonus law, ruling fixed-term staff must receive equal bonus to permanent staff.

Geschäftsnummer 967/2018
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Abgewiesen (Dismissed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal challenging a lower court decision regarding casino bonus payments. The plaintiffs argued that excluding fixed-term employees from the bonus violated the principle of equality, as they performed identical duties under the same conditions as permanent staff. The court rejected this claim, finding the legislative distinction justified by the specific nature of the bonus scheme and the lack of sufficient reasoning for the lower court's decision.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 108, 110§2, 498§1, 568§§1,2 and 4, 576§§1-3 of the Code of Civil Procedure; The court held that excluding fixed-term employees from a statutory bonus while including permanent staff does not violate the principle of equality if the legislative intent and conditions justify the distinction.

Schlagwörter

KI-generiert
principle of equality fixed-term employees casino bonus scheme administrative appeal statutory discrimination labor law Supreme Court review Entscheidungen über die Umsetzung oder Versetzung

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Articles 108, 110§2, 498§1, 568§§1,2 and 4, 576§§1-3 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
Article 52 of the Entry into Force Law of the Code of Civil Procedure
Paragraph 2 of the relevant Circular of the Ministers of Economy and Justice
Articles 106, 176, 183 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 967 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 967/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Κωνσταντίνο Πιτταρά - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, ως καθολικού διαδόχου του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Τουριστικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης (Ο.Τ.Ε.Κ.)" το οποίο καταργήθηκε και στην έννομη θέση του υπεισήλθε το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια του Δήμητρα Τσεραβίνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Ι. - Ε. Α. του Μ., κατοίκου ..., 2)Β. Α. του Κ., κατοίκου ..., 3)Ε. Σ. του Γ., κατοίκου ..., 4)Ζ. Κ. του Η., κατοίκου ..., 5)Π. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 6)Π. Σ. του Χ., κατοίκου ..., 7)Σ. Δ. του Ν., κατοίκου ..., 8)Μ. - Δ. Π. του Ν., κατοίκου ..., 9)Ε. Π. του Γ., 10)Π. Ο. του Α., κατοίκου ..., 11)Α. Γ. του Ε., κατοίκου ..., 12)Σ. Α. του Κ., κατοίκου ..., 13)Γ. Π. του Ν., κατοίκου ..., 14)Χ. Σ. του Ν., κατοίκου ..., 15)Κ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., 16)Ο. Σ. του Μ., κατοίκου ..., 17)Β. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 18)Α. Δ. του Δ., κατοίκου ..., 19)Ε. Κ. του Α., κατοίκου ..., 20)Σ. Γ. του Κ., κατοίκου ..., 21)Ε. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 22)Ν. Δ. του Ι., κατοίκου ..., 23)Ε. Γ. του Γ., κατοίκου ..., 24)Ζ. Ζ. του Α., 25)Β. Γ. του Π., κατοίκου ..., 26)Σ. Σ. του Ε., κατοίκου ..., 27)Δ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., 28)Χ. Ν. του Ζ., κατοίκου ... και 29)Μ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Πρoίσκο, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/7/2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 839/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 2020/2015 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 27/1/2015 αίτησή του (η οποία κατατέθηκε στις 29-1-2016 με αριθμό κατάθεσης …/2016) . Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110§2, 498§1, 568§§1,2 και 4, 576§§1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά την συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί κάποιος διάδικος ή δεν μετάσχει σ' αυτήν κανονικά, δηλαδή με δικηγόρο που έχει πληρεξουσιότητα, η οποία χορηγήθηκε με τον τύπο που ορίζει ο νόμος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπάγγελτα, ποιός από τους διαδίκους επέσπευσε την συζήτηση της αναίρεσης.

Αν δε την συζήτησή της επέσπευσε έγκυρα ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς, ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα την συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησης (ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος από τους διαδίκους την επέσπευσε) κηρύσσεται αυτή απαράδεκτη ως προς όλους, καταρχήν, τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με νέα κλήση.

Σε περίπτωση όμως απλής ομοδικίας, αν κάποιος διάδικος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης χωρεί νόμιμα ως προς τους εκπροσωπούμενους από πληρεξούσιο δικηγόρο ή τους νόμιμα κλητευθέντες, ενώ ως προς τους λοιπούς κηρύσσεται απαράδεκτη (άρθρο 576§3 εδ.

β' ΚΠολΔ, όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 ν. 4139/2013 - σχετ. ΑΠ 969/2014). Εξάλλου, κατά το άρθρο 94§1 ΚΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Σύμφωνα δε με το άρθ. 104 εδ. α'του ίδιου Κώδικα, για μεν τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως την συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για την συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, εάν αυτή δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 96§§ 1 και 3 του ίδιου Κώδικα, όπως η παράγραφος 3 τροποποιήθηκε (με την προσθήκη δεύτερου εδαφίου) με το άρθρο 63 του ν. 4509/2017- ΦΕΚ Α'201/22.12.2017), κατά την διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου καθώς και στις περιπτώσεις του άρθρου 98 η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.

Ειδικά, στις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα μπορεί να δίνεται και με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή. Από τα παραπάνω συνάγεται, ότι θεωρείται ότι κάποιος διάδικος δεν λαμβάνει μέρος στην συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, άρα είναι δικονομικά απών και δικάζεται ερήμην, και όταν ο δικηγόρος που τον εκπροσώπησε δεν είχε πληρεξουσιότητα, η οποία χορηγήθηκε σύμφωνα με τον τύπο που ορίζει ο νόμος και την έλλειψη ή την υπέρβαση της οποίας, σύμφωνα με άρθρο 104 εδ.

τελευταίο ΚΠολΔ, εξετάζει αυτεπάγγελτα το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης (Ολ ΑΠ 8/2009, ΑΠ 722/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την ….6/7.11.2017 έκθεση επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας της Περιφέρειας του Εφετείου Α. Κ. Λ., την οποία προσκομίζει με επίκληση το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, τη συζήτηση της υπόθεσης επισπεύει το αναιρεσείον, με επιμέλεια του οποίου αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης με την πράξη ορισμού δικασίμου και με κλήση προς εμφάνιση κατ' αυτήν επιδόθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 6Α παρ. 1 περ.

β' του διατάγματος της 26.6/10.7.1944 " περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 46 παρ. 3 του ν. 4305/2014, προς την δικηγόρο Αθηνών Δ. Δ., η οποία εκπροσώπησε τους αναιρεσιβλήτους κατά την (τελευταία) συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών στη δικάσιμο της 14.11.2014, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη εδώ απόφαση.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, κατά την αναφερόμενη στην αρχή συνεδρίαση, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο, οι αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Προίσκο, προς τον οποίο οι είκοσι έξι από αυτούς έχουν χορηγήσει την απαιτούμενη προς τούτο πληρεξουσιότητα δυνάμει των ...0,...1,...3 και ...5/2017 πληρεξουσίων του Συμβολαιογράφου Αθηνών Κ.

Ε.. Δεν αποδεικνύεται όμως η παροχή από τους 8η, 11η και 27ο των αναιρεσιβλήτων (Μ.-Δ. Π., Α. Γ., Δ. Μ. αντίστοιχα) πληρεξουσιότητας (με συμβολαιογραφικό ή ιδιωτικό έγγραφο) προς τον προαναφερόμενο δικηγόρο, για να τους εκπροσωπήσει κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο. Ενόψει τούτων και όσων σημειώθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη, οι τρεις αυτοί αναιρεσίβλητοι δεν συμμετέχουν κανονικά στη συζήτηση και συνεπώς, εφόσον έχουν κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει να δικαστούν ερήμην, η διαδικασία όμως να προχωρήσει σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες.

ΙΙ. Με την κρινόμενη από 27.1.2015 ( αριθμ. έκθ κατάθεσης …/2016) αίτηση προσβάλλεται η 2020/2015 τελεσίδικη απόφαση του δικάσαντος ως εφετείου Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή η έφεση του εναγομένου νπδδ με την επωνυμία "Οργανισμός Τουριστικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης( Ο.Τ.Ε.Κ)" (καθολικός διάδοχος του οποίου τυγχάνει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο) κατά της 839/2011 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, εξαφανίστηκε η ανωτέρω πρωτόδικη απόφαση και ακολούθως έγινε εν μέρει δεκτή η αναφερόμενη κατωτέρω αγωγή των αναιρεσιβλήτων και υποχρεώθηκε το εναγόμενο να καταβάλει σ' αυτούς τα αναφερόμενα εκεί ποσά . Η αίτηση στρέφεται κατ' απόφασης δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, της οποίας δεν προκύπτει, ούτε άλλωστε προβάλλεται, επίδοση (άρθρα 552 , 553 παρ. 1 , 556 παρ. 1 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να θεωρηθεί παραδεκτή και να ερευνηθούν περαιτέρω οι λόγοι που περιέχονται σ' αυτήν ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους ( άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

ΙΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, έχει δε στην προκείμενη περίπτωση εφαρμογή σύμφωνα με το άρθρο ένατο παρ. 2 του τελευταίου αυτού νόμου, δεδομένου ότι η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε μετά την 1.1.2016, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών ... 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε, όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης, του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ` ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Όπως προκύπτει από την σαφή διατύπωση των ως άνω διατάξεων, οι λόγοι αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται επί εφέσεων κατ` αποφάσεων των ειρηνοδικείων, απαριθμούνται περιοριστικά σ' αυτές (Ολ ΑΠ 45/1987, ΑΠ 608/2015, 91/2015, 1870/ 2013, 901/2013). Δηλαδή, οι λόγοι αναίρεσης είναι μόνο οι ανωτέρω έξι λόγοι και αντιστοιχούν προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5, 7,8 και 19, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ., προς τους οποίους όμως δεν ταυτίζονται απολύτως.

Στους αναφερόμενους δε περιοριστικά στο ανωτέρω άρθρο 560 λόγους δεν περιλαμβάνεται και η εσφαλμένη από το δικαστήριο εκτίμηση δικογράφων, μεταξύ των οποίων και η αγωγή, το δε άρθρο 561 παρ. 2 του ίδιου ως άνω κώδικα δεν καθιερώνει ιδιαίτερο λόγο αναίρεσης αλλά επιτρέπει την εξέταση, αν από την εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικού εγγράφου, ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τους αναφερομένους στο άρθρο 560 του ΚΠολΔ.

Οι διατάξεις δε του τελευταίου αυτού άρθρου είναι ειδικές ως προς τους λόγους αναίρεσης των αποφάσεων που αναφέρονται σ' αυτό και αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 559 ΚΠολΔ., οι οποίες αναφέρονται στους λόγους αναίρεσης των αποφάσεων των υπολοίπων δικαστηρίων. Επομένως, οι άλλοι λόγοι αναιρέσεως που αναφέρονται στο άρθρο 559 είναι απαράδεκτοι κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων (ΑΠ 608/2015, ΑΠ 1030/2014).

Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με την εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοστεί, ελέγχεται ως παράβαση από τα άρθρα 559 αρ. 1 και 560 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για την κρίση του ως προς τη νομική βασιμότητα της αγωγής, είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί, είτε αρκέστηκε σε λιγότερα.

Αντίθετα, η ποιοτική αοριστία της αγωγής { δηλαδή η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών} ή η ποσοτική αοριστία αυτής {δηλαδή η παράλειψη εξειδίκευσης με πληρότητα των πραγματικών περιστατικών που αποτελούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής του οικείου ουσιαστικού κανόνα δικαίου} υπάρχει όταν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής.

Η περίπτωση αυτή ελέγχεται αναιρετικά ως παράβαση από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον το δικαστήριο κατά παράβαση της δικονομικής διατάξεως του άρθρου 216 ΚΠολΔ, παραλείπει να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου. Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, για να είναι η αγωγή ορισµένη πρέπει να περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 117-118 του ίδιου κώδικα α) σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεµελιώνουν σύµφωνα µε τον νόµο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγοµένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειµένου της διαφοράς και γ) ορισµένο αίτηµα.

Η έλλειψη ή η ανεπαρκής ή ασαφής αναφορά κάποιου από τα στοιχεία αυτά, η ποσοτική δηλαδή ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, καθιστά αυτήν αόριστη, η πλημμέλεια δε αυτή συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης και δεν μπορεί να θεραπευτεί ούτε με τις προτάσεις ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλου εγγράφου, ούτε μπορεί να γίνει στην αγωγή επιφύλαξη διόρθωσης ή συμπλήρωσης από την προσαγωγή ή εκτίμηση αποδείξεων, διότι τούτο αντίκειται στις διατάξεις για την προδικασία του άρθρου 111 ΚΠολΔ., των οποίων η τήρηση ερευνάται από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως.

Από τα παραπάνω παρέπεται ότι για ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής δεν πλήττονται οι προαναφερόμενες αποφάσεις του άρθρου 560 αρ. 1, αν δε το δικαστήριο δεχθεί την αγωγή ως ορισμένη, μολονότι το δικόγραφο της σε ό,τι αφορά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική αιτία, είναι αόριστο, προβαίνοντας στην κατ' ουσία εξέτασή της κατά παράβαση της ως άνω δικονομικής διάταξης του άρθρου 216 Κ.Πολ.Δ.

και μη κηρύσσοντας ακυρότητα του δικογράφου, ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και όχι από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου 559 ή τον αντίστοιχο του άρθρου 560 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, που δημιουργεί λόγο αναίρεσης στην περίπτωση μόνο της νομικής αοριστίας της αγωγής, σε συνδυασμό με ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, και όχι δικονομικού τοιούτου, όπως εκείνη του άρθρου 216 του ΚΠολΔ ( ΑΠ 458/2017, ΑΠ 552/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της ένδικης από 15.7.2009 αγωγής, οι ενάγοντες και τώρα αναιρεσίβλητοι ισχυρίζονται με αυτήν ότι, τυγχάνοντας πτυχιούχοι Δ.Ε., Τ.Ε. ή Π.Ε. κατά τις εκεί διακρίσεις, προσλήφθηκαν και απασχολούνται ή απασχολήθηκαν κατά τα έτη 2006-2009 από το εναγόμενο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου Ο.Τ.Ε.Κ.

με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και με τις αναφερόμενες εκεί ειδικότητες, υπαγόμενοι στο διοικητικό προσωπικό του. Ότι με το άρθρο 15 του ν. 3016/2002 χορηγήθηκε στους μόνιμους υπαλλήλους καθώς και στους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου υπαλλήλους του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου Ε.Ο.Τ.

ειδικό μηνιαίο επίδομα, ενώ στη συνέχεια το επίδομα αυτό χορηγήθηκε με το άρθρο 8 παρ. 7 του ν 3270/2004και στο μόνιμο προσωπικό του Υπουργείου Τουριστικής Ανάπτυξης και με το άρθρο 43 του ν. 3498/2006 και στο μόνιμο και στο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου διοικητικό προσωπικό του εναγόμενου νπδδ Ο.Τ.Ε.Κ.

Ότι την παροχή αυτή δικαιούνται και οι ίδιοι κατ` εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας και την ρήτρα 4 και 8 παρ. 3 της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, αφού απασχολούνται ή απασχολήθηκαν στον ίδιο εργοδότη και παρέχουν ή παρείχαν , κάτω από τις ίδιες ή παρόμοιες συνθήκες, την ίδια ή παρόμοια εργασία σε σχέση με την εργασία που παρέχει το μόνιμο και το με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου διοικητικό προσωπικό του εναγόμενου νπδδ Ο.Τ.Ε.Κ., η παρεχόμενη δε εργασία τους είναι της ίδιας ποιότητας και έχει την ίδια αξία, ενώ το επίδικο επίδομα αποτελεί αμοιβή κατά την έννοια του άρθρου 141 της Συνθήκης της ΕΟΚ και έτσι δεν υφίσταται αντικειμενικός λόγος μη χορήγησης και σ' αυτούς του εν λόγω επιδόματος, αφού η μόνη διαφοροποίησή τους από τους ανωτέρω υπαλλήλους του εναγομένου είναι αυτή καθεαυτή η μορφή των συμβάσεών τους, δηλαδή η απασχόλησή τους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου.

Με βάση το ιστορικό αυτό και τους περιεχόμενους στην αγωγή υπολογισμούς, οι ενάγοντες ζητούν, με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης, να επιδικαστεί στον καθένα για την παραπάνω αιτία το αναφερόμενο εκεί χρηματικό ποσό. Ήδη, το αναιρεσείον με τον πρώτο λόγο της ένδικης αίτησης μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι δεν απέρριψε την αγωγή λόγω αοριστίας, επειδή δεν γίνεται σ' αυτήν εξειδίκευση των συνθηκών υπό τις οποίες απασχολούνται οι ενάγοντες και οι υπόλοιποι υπάλληλοι του αναιρεσείοντος-εναγομένου και δεν αναφέρεται το σύνολο των αποδοχών των δύο αυτών κατηγοριών εργαζομένων.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, καθόσον αναφέρεται σε ποσοτική, από το άρθρο 216, ΚΠολΔ αοριστία, στοιχειοθετουμένου του αναιρετικού λόγου του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (που, κατά τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, δεν περιλαμβάνεται στους αναιρετικούς λόγους του άρθρου 560 ΚΠολΔ) και όχι του επικαλούμενου από το αναιρεσείον αριθμού 1 του άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα, και συνακόλουθα δεν πλήττει αποφάσεις, όπως η προσβαλλομένη, που έχουν εκδοθεί επί εφέσεως κατ' αποφάσεως Ειρηνοδικείου.

IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ.1 εδ. α' του ΚΠολΔ, όπως εκτέθηκε και ανωτέρω, αναίρεση κατ' αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατ' αποφάσεων των ειρηνοδικείων επιτρέπεται - μεταξύ των άλλων περιπτώσεων - και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, μολονότι συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού ( Ολ ΑΠ 1/2016, Ολ ΑΠ 2/2013, Ολ ΑΠ 7/2006).

Για το ορισμένο δε του ανωτέρω λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).

Μάλιστα, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος αλλά πρέπει να αναφέρεται, έστω συνοπτικά, το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με τη προσβαλλόμενη απόφαση και με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 6 ΚΠολΔ, όπως επίσης εκτέθηκε στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 §3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Μόνο όμως το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 2102/2014).

Ως αιτιολογίες δε στην ανωτέρω διάταξη νοούνται μόνον οι ουσιαστικές παραδοχές στα αποδεικνυόμενα ή μη πραγματικά γεγονότα, η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια των οποίων καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του ουσιαστικού νόμου και όχι αυτές που αφορούν ανεπάρκεια ή αντίφαση ως προς την έννοια των εφαρμοστέων διατάξεων (ΑΠ 120/2016 , 1711/2014, 1680/2008, 493/2007).

Δεν ιδρύεται πάντως ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 1/1999, ΑΠ 11/2104).). Για να είναι δε ορισμένος ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, β) ο ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός που προτάθηκε και τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία αυτός θεμελιώνεται, γ) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογίες, και να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις παραδοχές αυτές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίστανται και από που προκύπτουν, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 1184/2015).

Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι "οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών και κατά συνέπεια δεσμεύει και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν τούτο επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων (Ολ ΑΠ 11/2008 , 31?2007).

Μπορεί όμως ο νόμος να ρυθμίζει διαφορετικά όμοιες σχέσεις ή καταστάσεις προσώπων, που ανήκουν σε διαφορετικές κατηγορίες λειτουργών ή υπαλλήλων και δικαιολογείται η διάκριση αυτή, χωρίς να παραβιάζεται η αρχή της ισότητας (Ολ ΑΠ 3/2009). Επομένως, αν γίνει από τον νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλειστεί από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη, ως αντισυνταγματική.

Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε, στην περίπτωση κατά την οποία διαπιστώνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραβιάζεται από τη δικαστική εξουσία η αρχή της διακρίσεως των εξουσιών που θεσπίζεται από τα άρθρ. 1, 26, 73 επ.

και 87 επ. του Συντάγματος, αφού τα δικαστήρια στην περίπτωση αυτή υποχρεούνται σύμφωνα με τα αρθρ. 87 §§ 1 και 2, 93 § 4 και 120 § 2 του Συντ., να ασκήσουν έλεγχο στο έργο της νομοθετικής εξουσίας και να εφαρμόσουν σε όλη την έκταση την αρχή της ισότητας και με βάση την αρχή αυτή να καταλήξουν στην εφαρμογή του νόμου που περιέχει την ευμενή ρύθμιση.

Εάν τα δικαστήρια περιορίζονταν να κηρύξουν μόνο την αντισυνταγματικότητα της διάταξης που εισάγει τη δυσμενή διάκριση, χωρίς να μπορούν να επεκτείνουν την ειδική ευμενή ρύθμιση και υπέρ εκείνου σε βάρος του οποίου έγινε η δυσμενής διάκριση, τότε θα παρέμενε η αντισυνταγματική ανισότητα και δεν θα έχει ουσιαστικό περιεχόμενο η ζητούμενη δικαστική προστασία.

Αυτό δεν αντίκειται στο άρθρ. 80 § 1 του Συντ., κατά το οποίο "μισθός, σύνταξη, χορηγία ή αμοιβή ούτε εγγράφεται στον προϋπολογισμό του Κράτους ούτε παρέχεται χωρίς οργανικό ή άλλο ειδικό νόμο", διότι ο νόμος υπάρχει και είναι αυτός που περιέχει την ευμενή διάταξη (ΟλΑΠ 28/1992, 13/91). Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 15 του ν. 3016/2002, ορίστηκε ότι "Στους μόνιμους και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου υπαλλήλους του Ε.Ο.Τ χορηγείται από 1-1-2002 ειδικό μηνιαίο επίδομα λόγω των ειδικών συνθηκών που επιβάλλει η αναγκαιότητα για επίσπευση και υλοποίηση των τουριστικών επενδύσεων, καταβαλλόμενο κατά βαθμό ή κατηγορία ως εξής:

Γενικός Διευθυντής 235 ευρώ, Διευθυντής 220 ευρώ, Προϊστάμενος Τμήματος 205 ευρώ, ΠΕ κατηγορία 176 ευρώ, ΤΕ κατηγορία 161 ευρώ, ΔΕ κατηγορία 147 ευρώ, ΥΕ κατηγορία 132 ευρώ". Επιπλέον, με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ.7 του ν. 1270/2004 ορίστηκε ότι "Το ειδικό επίδομα του άρθρου 15 του ν.3016/2002 (ΦΕΚ 110 Α') καταβάλλεται σε βάρος των εσόδων που εισπράττονται από το Δημόσιο επί των μικτών κερδών των Καζίνο Κέρκυρας και Πάρνηθας και προβλέπονται στην παρ.8 του άρθρου 2 του ν.2206/1994 (ΦΕΚ 62 Α') στο μόνιμο , με οποιαδήποτε σχέση εργασίας και έμμισθης εντολής προσωπικό, στο αποσπασμένο πάσης κατηγορίας και στο μετακλητό προσωπικό, που υπηρετεί στο Υπουργείο Τουριστικής Ανάπτυξης ανεξάρτητα από το φορέα που μισθοδοτείτο., αναδρομικά από την έκδοση του Π.Δ 122/2004 (ΦΕΚ 85 Α')".

Ακολούθως, με το άρθρο 43 του ν. 3498/2006 ορίστηκε ότι το ειδικό επίδομα του άρθρου 15 του ν. 3016/2002 (ΦΕΚ 110 Α') καταβάλλεται στο μόνιμο κα. στο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου διοικητικό προσωπικό του Ο.Τ.Ε.Κ., καθώς κα. στους υπηρετούντες στον Ο.Τ.Ε.Κ. με έμμισθη εντολή. Με κοινή απόφαση του Υπουργού• Οικονομίας και Οικονομικών και του Υπουργού Τουριστικής Ανάπτυξης, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί να αναπροσαρμόζεται το επίδομα αυτό και να ρυθμίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια.

Στη συνέχεια, με την. ΥΑ 2/1/2006 (ΥΑ 2/12381/0022 ΦΕΚ Β 528 2006) απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Τουριστικής Ανάπτυξης, το ανωτέρω επίδομα αναπροσαρμόστηκε από 1-1-2006 ως εξής : Γενικός Διευθυντής 259 ευρώ, Διευθυντής 244 ευρώ, Προϊστάμενος Τμήματος 229 ευρώ, ΠΕ κατηγορία 204 ευρώ, ΤΕ κατηγορία 189 ευρώ, ΔΕ κατηγορία 174 ευρώ, ΥΕ κατηγορία 159 ευρώ, ενώ με την.

ΥΑ 2/3/2007 (ΥΑ 2/32315/0022 ΦΕΚ Β 1029/22-6-2007) απόφαση των ιδίων Υπουργών αναπροσαρμόστηκε από 13-6¬2007 ως εξής: Γενικός Διευθυντής 435 ευρώ, Διευθυντής 420 ευρώ, Προϊστάμενος Τμήματος 405 ευρώ, ΠΕ κατηγορία 380 ευρώ, ΤΕ κατηγορία 365 ευρώ, ΔΕ κατηγορία 350 ευρώ, ΥΕ κατηγορία 335 ευρώ. Ορίστηκε δε ότι το απαιτούμενο ποσό για τη χορήγηση του ως άνω επιδόματος θα βαρύνει τα έσοδα που εισπράττονται από το Δημόσιο επί των μικτών κερδών των Καζίνων Κέρκυρας και Πάρνηθας.

Η ως άνω 2/12381/0022 ΦΕΚ Β 528/2006 Υπουργική Απόφαση έπαυσε να ισχύει δυνάμει της 2/400049/0022/13.9.2007 (ΦΕΚ Β 1868/14.9.2007) Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Τουριστικής Ανάπτυξης, με την οποία αναπροσαρμόστηκε από 1.6.2007 το ειδικό επίδομα του άρθρου 15 του ν. 3016/2002 ως εξής : Γενικός Διευθυντής 435 ευρώ, Διευθυντής 420 ευρώ, Προϊστάμενος Τμήματος 405 ευρώ, ΠΕ κατηγορία 380 ευρώ" ΤΕ κατηγορία 365 ευρώ, ΔΕ κατηγορία 350 ευρώ, ΥΕ κατηγορία 335 ευρώ.

Περαιτέρω, ορίστηκε ότι η ως άνω ειδική παροχή θα συμψηφίζεται με οποιεσδήποτε άλλες παροχές, επιδόματα και αποζημιώσεις, εκτός των καταβαλλομένων από συμμετοχή σε συλλογικά όργανα αποζημιώσεων, που λαμβάνουν οι δικαιούχοι αυτών, ανεξάρτητα από την πηγή που καταβάλλονται, καθώς και με την παροχή από τους λογαριασμούς του άρθρου 12 του ν. 3205/2003 και δεν συμψηφίζεται με την προσωπική διαφορά της παραγράφου 2 του άρθρου 24 του ν. 3205/2003, μετά την έκδοση της 498/2004 απόφασης του ΣτΕ.

Το απαιτούμενο δε ποσό για το επίδομα του άρθρου 15 του ν. 3016/2002 θα προέρχεται από το δικαίωμα κατά 70% υπέρ EOT σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 49 παρ. 17 α του ν. 3220/2004 (ΦΕΚ 15 Α/28.1.2004) και θα καταβάλλεται στους δικαιούχους από τον EOT. Με το άρθρο 4 του ν. 4109/2013 καταργήθηκε το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Τουριστικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης (Ο.Τ.Ε.Κ.), Ν.Π.Δ.Δ.

με έδρα την Αθήνα, το οποίο συνεστήθη με τον ν. 3105/2003 (ΦΕΚ A'29) και εποπτεύεται από τον Υπουργό Τουρισμού, ορίστηκε δε ότι οι αρμοδιότητες του Ο.Τ.Ε.Κ., όπως προβλέπονται στο άρθρο 2 του ν. 3105/2003, επιδιώκονται και ασκούνται εφεξής από το Υπουργείο Τουρισμού. Όπου στην κείμενη νομοθεσία αναφέρεται ο Ο.Τ.Ε.Κ. νοείται εφεξής το Υπουργείο Τουρισμού, όπου αναφέρεται το Διοικητικό Συμβούλιο ή ο Πρόεδρος του Ο.Τ.Ε.Κ.

νοείται ο Υπουργός Τουρισμού και όπου αναφέρεται ο Γενικός Διευθυντής Ο.Τ.Ε.Κ. νοείται ο Γενικός Γραμματέας Τουρισμού. Επίσης, το μόνιμο και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δίκαιου αορίστου χρόνου προσωπικό της Κεντρικής Υπηρεσίας του Ο.Τ.Ε.Κ. θεωρείται στο εξής προσωπικό της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Τουρισμού, στο οποίο και μεταφέρεται αυτοδικαίως με την ίδια σχέση εργασίας.

Το μόνιμο και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου εκπαιδευτικό, διοικητικό και βοηθητικό προσωπικό των εκπαιδευτικών μονάδων του Ο.Τ.Ε.Κ. θεωρείται στο εξής προσωπικό των αντίστοιχων περιφερειακών υπηρεσιών του Υπουργείου Τουρισμού, στις οποίες μεταφέρεται, αυτοδικαίως, με την ίδια σχέση εργασίας, ενώ το προσωπικό με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου της Κεντρικής Υπηρεσίας του Ο.Τ.Ε.Κ.

και των Εκπαιδευτηρίων του μεταφέρεται στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Τουρισμού και τις περιφερειακές του υπηρεσίες αντίστοιχα, με την ίδια σχέση εργασίας μέχρι την ημερομηνία κατά την οποία λήγει η σύμβαση αυτή. Απαιτήσεις, υποχρεώσεις και πάσης φύσεως εκκρεμείς υποθέσεις που υφίστανται κατά την κατάργηση του Ο.Τ.Ε.Κ.

μεταφέρονται στο Υπουργείο Τουρισμού, το οποίο συνεχίζει και τις εκκρεμείς δίκες, χωρίς να επέρχεται βίαιη διακοπή τους και χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε άλλη διατύπωση για τη συνέχιση τους. Στην προκείμενη περίπτωση, με την ένδικη από 15.7.2009 αγωγή τους, την οποία άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, αφού επικαλούνται τα περιστατικά που εκτέθηκαν στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας, ζητούν, όπως ήδη σημειώθηκε, να υποχρεωθεί το εναγόμενο, με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης, να τους καταβάλει τα αναφερόμενα ειδικότερα στην αγωγή ποσά ως ειδικό επίδομα του άρθρου 15 ν. 3016/2002, το οποίο, ενώ το δικαιούνται, αρνείται αυτό να τους καταβάλει με την αιτιολογία ότι η σχέση που τους συνδέει είναι σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου.

Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο δίκασε ως εφετείο, με την προσβαλλόμενη εδώ απόφασή του, κρίνοντας επί εφέσεως του εναγομένου νπδδ με την επωνυμία "Οργανισμός Τουριστικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης( Ο.Τ.Ε.Κ)", καθολικός διάδοχος του οποίου τυγχάνει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, κατά της 839/2011 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την ως άνω πρωτόδικη απόφαση και, ακολούθως, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, επιδικάζοντας στους ενάγοντες για την ανωτέρω αιτία ποσά μικρότερα από εκείνα που είχαν επιδικαστεί πρωτοδίκως.

Ειδικότερα, η προσβαλλομένη έκρινε ότι η αγωγή είναι ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 648,649,679 ΑΚ καθώς και σε εκείνες που αναφέρονται στην ανωτέρω νομική σκέψη της παρούσας, ερευνώντας δε περαιτέρω την ουσία της υπόθεσης, δέχθηκε τα ακόλουθα: "οι ενάγοντες προσελήφθησαν, δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, από το εναγόμενο και προσέφεραν σε αυτό τις υπηρεσίες τους 1) η πρώτη εξ αυτών με τη ειδικότητα ΠΕ διοικητικής υπαλλήλου σε κεντρική υπηρεσία κατά το χρονικό διάστημα από 8.1.2007 έως 7.1.2008, 2) ο δεύτερος αυτών με την ειδικότητα ΠΕ υπαλλήλου Διοικητικού σε κεντρική υπηρεσία κατά το χρονικό διάστημα από 2.4.2007 έως 31.12.2007, 3) η τρίτη αυτών με την ειδικότητα ΤΕ υπαλλήλου Διοικητικού-Λογιστικού σε κεντρική υπηρεσία από 8.1.2007 έως 7.1.2008 και ως διοικητικός υπάλληλος στο I.E.Κ.

Αθηνών από τις 21.11.2008 έως 30.6.2009, 4) η τέταρτη αυτών με την ειδικότητα της ΠΕ υπαλλήλου Διοικητικού σε κεντρική υπηρεσία κατά το χρονικό διάστημα από τις 8.1.2007 έως τις 7.1.2008 και ως υπαλλήλου Οικονομικού στην ίδια υπηρεσία από τις έως τις 13.1.2009, 5) η πέμπτη αυτών με την ειδικότητα ΠΕ διοικητικού υπαλλήλου Οικονομικού από τις 15.1.2007 έως τις 7.1.2008, 6) η έκτη αυτών με την ειδικότητα ΠΕ Διοικητικού υπαλλήλου Οικονομικού από τις έως τις 7.1.2008, 7) η έβδομη αυτών με την ειδικότητα ΠΕ υπαλλήλου Οικονομικού στο Τμήμα Μετεκπαίδευσης σε κεντρική υπηρεσία κατά το χρονικό διάστημα από τις• 15.11.2006 έως τις 14.11.2007, 8) η όγδοη αυτών με την ειδικότητα ΠΕ Διοικητικής υπαλλήλου Οικονομικού σε κεντρική υπηρεσία από τις 8.1.2007 έως τις 7.1.2008, 9) η ένατη αυτών με την ειδικότητα ΤΕ υπαλλήλου Διοικητικού - Λογιστικού στο Τμήμα Οικονομικών Υπηρεσιών σε κεντρική υπηρεσία από τις 8.1.2007 έως τις 7.1.2008, 10) η δέκατη αυτών με την ειδικότητα ΠΕ υπαλλήλου Διοικητικού σε κεντρική υπηρεσία από τις 8.1.2007 έως τις 7.1.2008, 11) η ενδέκατη αυτών με την ειδικότητα ΠΕ λογίστριας στο I.E.Κ. - SPA Αναβύσσου του εναγομένου, 12) η δωδέκατη αυτών με την ειδικότητα ΠΕ υπαλλήλου Οικονομικού στο Τμήμα Μετεκπαίδευσης της κεντρικής υπηρεσίας από τις 20.11.2006 έως 19.11.2007, 13) η δέκατη τρίτη αυτών με την ειδικότητα ΠΕ υπαλλήλου Διοικητικού- Οικονομικού του Ι.Ε.Κ.

Αθηνών του εναγομένου από τις 21.11.2008 έως 30.6.2009, 14) η δέκατη τέταρτη αυτών με την ειδικότητα ΤΕ επιμελήτριας εκπαιδευτικών μονάδων στο Τμήμα Μετεκπαίδευσης σε κεντρική υπηρεσία από τις 14,1.2008 έως τις 13.8.2008, 15) ο δέκατος πέμπτος αυτών με την ειδικότητα ΔΕ μάγειρα σε διοικητική θέση στο Ι.Ε.Κ. Αθηνών του εναγομένου από τις 15.10.2007 έως τις 30.6.2008 και από τις 21.11.2008 έως τις 30 6 2009, 16) η δέκατη έκτη με την ειδικότητα ΤΕ ως επιμελήτρια εκπαιδευτικών μονάδων στο Ι.Ε.Κ.

Αθηνών του εναγομένου από τις 18 10 2006 έως τις 30.6.2007, στο Τμήμα Μετεκπαίδευσης της Κεντρικής Υπηρεσίας από τις 14.1.2008 έως τις 13.8.2008 και στο Ι.Ε.Κ. Αθηνών του εναγομένου από τις 22.11.2008 έως τις 30.6.2009, 17) η δέκατη έβδομη αυτών με την ειδικότητα ΤΕ διοικητικού υπαλλήλου στην κεντρική υπηρεσία κατά τα χρονικά διαστήματα από τις 6.2.2006 έως τις 20.12.2006 και από τις έως τις 13.1.2009, 18) η δέκατη όγδοη με την ειδικότητα ΠΕ της βιβλιοθηκονόμου στην κεντρική υπηρεσία κατά τα χρονικά διαστήματα από τις έως τις 31.7.2008, 19) η δέκατη ένατη με την ειδικότητα ΠΕ διοικητικής υπαλλήλου υποστήριξης της εκπαίδευσης στο Ι.Ε.Κ.

Αθηνών του εναγόμενου κατά το χρονικό διάστημα από τις 18.10.2006 έως τις 17.10.2007, 20) η εικοστή με την ειδικότητα ΠΕ υπαλλήλου Οικονομικού στην κεντρική υπηρεσία καταστατικού ελέγχου εσόδων-εξόδων κατά το χρονικό διάστημα από τις 14.1.2008 έως τις 13.1.2009, 21) η εικοστή πρώτη με την ειδικότητα ΠΕ της υπαλλήλου Οικονομικού στο Τμήμα Μετεκπαίδευσης της κεντρικής υπηρεσίας κατά το χρονικό διάστημα από τις 17.1.2008 έως τις 13.8.2008, 22) η εικοστή δεύτερη με την ειδικότητα ΠΕ της υπαλλήλου Οικονομικού στο Λογιστήριο οικονομικών υπηρεσιών της κεντρικής υπηρεσίας κατά το χρονικό διάστημα από τις 14.1.2008 έως τις 5.6.2008, 23) η εικοστή τρίτη με την ειδικότητα ΔΕ χειρίστριας Η/Υ στην κεντρική υπηρεσία κατά το χρονικό διάστημα από τις 2.4.2007 έως τις 31.12.2007, 24) η εικοστή τέταρτη με την ειδικότητα ΤΕ βιβλιοθηκονόμου στην Σχολή Ξεναγών Αθηνών του εναγομένου κατά το χρονικό διάστημα από τις 16.3.2008 έως τις 31.12.2008, 25) η εικοστή πέμπτη με την ειδικότητα ΠΕ διοικητικού υπαλλήλου Οικονομικού στην κεντρική υπηρεσία κατά το χρονικό διάστημα από τις 8.1.2007 έως τις 18.10.2007, 26) η εικοστή έκτη με την ειδικότητα ΠΕ διοικητικής υπαλλήλου οικονομικού στην κεντρική υπηρεσία κατά το χρονικό διάστημα από τις έως τις 7.1.2008, 27) ο εικοστός έβδομος με την ειδικότητα ΠΕ υπάλληλος διοικητικού στην κεντρική υπηρεσία κατά το χρονικό διάστημα από τις 2.4.2007 έως τις 31,12.2007, 28) η εικοστή όγδοη με την ειδικότητα ΠΕ υπάλληλος διοικητικού στην κεντρική υπηρεσία κατά το χρονικό διάστημα από τις 8.1.2007 έως τις 7.1.2008, 29) η εικοστή ένατη με την ειδικότητα ΠΕ υπάλληλος διοικητικού στην κεντρική υπηρεσία κατά το χρονικό διάστημα από τις 22.2.2007 έως τις 7.1.2008.

Αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι θα αμείβονται με βάση τις οικείες ρυθμίσεις που ισχύουν στους χώρους εργασίας του Δημοσίου .και των Ν.Π.Δ.Δ. για τις ίδιες ειδικότητες με πλήρη απασχόληση. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το εν λόγω επίδομα το οποίο χορηγήθηκε από 1.1.2002 στους εν ενεργεία υπαλλήλους μόνιμους και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του Ε.Ο.Τ., λόγω των ειδικών συνθηκών που επιβάλλει η αναγκαιότητα για επίσπευση και υλοποίηση των τουριστικών επενδύσεων, δεν συναρτήθηκε με το νομικό καθεστώς παροχής της εργασίας ούτε είχε συνδεθεί με το μισθολογικό καθεστώς στο οποίο υπάγεται ο κάθε εργαζόμενος.

Εξάλλου, το επίδομα του άρθρου 15 του ν. 3016/2002 κατόπιν με το άρθρο 8 παρ. 7 του ν. 3270/2004, χορηγήθηκε και στο με οποιαδήποτε σχέση εργασίας και έμμισθης εντολής προσωπικό, στο αποσπασμένο πάσης κατηγορίας και στο μετακλητό προσωπικό που υπηρετούσε στο Υπουργείο Τουριστικής Ανάπτυξης, ανεξάρτητα από το φορέα που μισθοδοτείται.

Κυρίως όμως με το άρθρο 43 του ν. 3498/2006 (ΦΕΚ Α'230/24.10.2006) χορηγήθηκε το ένδικο ειδικό επίδομα της διάταξης του άρθρου 15 του ν. 3016/2002 στο μόνιμο και στο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου προσωπικό του εναγομένου Ο.Τ.Ε.Κ., καθώς και στους υπηρετούντες σε αυτό με έμμισθη εντολή. Παρά ταύτα, το εναγόμενο δεν έχει καταβάλει αυτό στους ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητους, εξαιρώντας αυτούς από την καταβολή της επίδικης παροχής, επικαλούμενο μόνο το γεγονός ότι απασχολούντο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, αν και το αντικείμενο της εργασίας τους ήταν το ίδιο με τους εργαζομένους στον ίδιο, μονίμους και με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, στους οποίους το καταβάλλει με βάση την προαναφερόμενη νομοθετική ρύθμιση, παραβλέποντας το γεγονός ότι με τις συμβάσεις εργασίας που καταρτίστηκαν μεταξύ αυτών και του εκκαλούντος συμφωνήθηκε ότι οι αποδοχές τους θα είναι ίσες με αυτές του μόνιμου προσωπικού των αντίστοιχων ειδικοτήτων, ότι οι εφεσίβλητοι βρίσκονται υπό την ίδια εποπτεία και διεύθυνση του εκκαλούντος όσον αφόρα τον τόπο , τον χρόνο και τον τρόπο παροχής της εργασίας τους, με το μόνιμο και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου διοικητικό προσωπικό του τελευταίου, στο οποίο χορηγήθηκε η επίδικη παροχή, καθώς και ότι παρέχουν τις υπηρεσίες τους στους ίδιους εργασιακούς χώρους και εν γένει κάτω από τις ίδιες συνθήκες με τους συναδέλφους τους της ίδιας κατηγορίας και ειδικότητας, οι οποίοι εργάζονταν στο ίδιο αντικείμενο εργασίας ως μόνιμοι ή με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, υπαγόμενοι στο ίδιο μισθολογικό καθεστώς".

Με βάση δε τις παραδοχές αυτές, το Πολυμελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως εφετείο, κατέληξε στην κρίση ότι οι ενάγοντες κατά παράβαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης εξαιρέθηκαν από τη λήψη του επίδικου επιδόματος, το οποίο βάσει της αρχής αυτής δικαιούνται, επικυρώνοντας κατά τούτο την πρωτόδικη απόφαση.

Με την κρίση του αυτή, το Δικαστήριο της ουσίας δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 15 του ν. 3016/2002, 8 παρ. 7 του ν.3270/2004, 43 του ν.3498/2006, 4 παρ.1, 22 του Συντάγματος και 4 του πδ 164/2004, αφού κατά τα εκτεθέντα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη της παρούσας και με βάση τις αναφερόμενες εκεί διατάξεις, το επίδικο επίδομα καταβάλλεται σε βάρος των εσόδων που εισπράττονται από το Δημόσιο επί των μικτών κερδών του Καζίνο Κέρκυρας και Πάρνηθας, που προβλέπονται στην παρ. 8 του άρθρου 2 του ν. 2206/1994, στο μόνιμο, με οποιαδήποτε σχέση εργασίας και έμμισθης εντολής προσωπικό, στο αποσπασμένο κάθε κατηγορίας και στο μετακλητό προσωπικό, που υπηρετεί στο Υπουργείο Τουριστικής Ανάπτυξης, ανεξάρτητα από τον φορέα που μισθοδοτείται, στο μόνιμο και στο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου διοικητικό προσωπικό του Ο.Τ.Ε.Κ., καθώς και στους υπηρετούντες στον Ο.Τ.Ε.Κ.

με έμμισθη εντολή. Δηλαδή, χορηγείται σε όλους τους εργαζομένους στο εναγόμενο, με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, όπως ήδη αναφέρθηκε.

Συνεπώς, δεν είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα η εξαίρεση μόνον των με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου υπαλλήλων του εναγομένου-αναιρεσείοντος, όπως οι εδώ ενάγοντες-αναιρεσίβλητοι, από τη λήψη του επίδικου επιδόματος, δεδομένου ότι, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή και σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης, αυτοί ασκούν τα ίδια καθήκοντα, κάτω από τις ίδιες συνθήκες, με το μόνιμο και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου προσωπικό και συντελούν συνακόλουθα και αυτοί στην επίτευξη του επιδιωκόμενου από τον νομοθέτη σκοπού, στην επίσπευση, δηλαδή και υλοποίηση των τουριστικών επενδύσεων, που είναι ο δικαιολογητικός λόγος για τον οποίο χορηγείται το εν λόγω επίδομα. Διέλαβε δε στην απόφασή του για το προαναφερόμενο, κρίσιμο για την έκβαση της δίκης, ζήτημα επαρκείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, που εφαρμόστηκαν, και τον νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση της δίκης. Επομένως, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες της παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς το ζήτημα της αρχής της ισότητας άλλως της έλλειψης νόμιμης βάσης, ως αβάσιμος.

Μετά τις ανωτέρω σκέψεις και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί το αναιρεσείον λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 2 ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 Εισ.Ν. Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό με την παρ. 2 της 134423 οικ. της 8.12.1992/20.1.1993 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β 11), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 5 του ν. 1738/1987, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την κρινόμενη από 27.1.2015 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, ως καθολικού διαδόχου του νπδδ με την επωνυμία "Οργανισμός Τουριστικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης( Ο.Τ.Ε.Κ)", για αναίρεση της 2020/2015 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Απριλίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Μαΐου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ