Supreme Court dismisses appeal where heir successfully used witnesses to prove a donation reducing their legal share.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of First Instance's decision regarding inheritance shares. The appellant argued that the lower court erred by accepting witness testimony to prove a 1981 donation of gold coins made by the deceased to the appellant, which allegedly reduced the value of the estate. However, the Court of First Instance correctly applied Article 393 of the Code of Civil Procedure, which prohibits witness testimony for contracts exceeding 5,900 euros, but this restriction does not apply to third parties like heirs exercising their own rights. The Court held that since the appellant was not acting as the deceased's representative but as a third party asserting their own inheritance rights, the lower court was justified in allowing the witness evidence. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 1831, 1833 of the Civil Code; Article 393 of the Code of Civil Procedure: A third-party heir asserting their own inheritance rights may use witness testimony to prove a donation made by the decedent, even if the contract value exceeds the statutory limit for witness evidence, as the restriction applies only to the parties to the contract.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertVerwandte Entscheide
KI-generiertVolltext
Απόφαση 967 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 967/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Ε., δικηγόρου, κατοίκου ..., που παραστάθηκε αυτοπροσώπως ως δικηγόρος και μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Κωνσταντίνου Παναγόπουλου.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. θυγ. Ι. Ε., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Ελένης Κατσακιώρη
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 16-6-2010 και 13-12-2010 αγωγές των διαδίκων αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 73/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 6158/2013 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 17-6-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Φιοράκης, ανέγνωσε την από 10-11-2015 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο αναιρεσείων και ο πληρεξούσιος αυτού ζήτησαν να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Kατά μεν την παρ. 1 του άρθρου 1831 ΑΚ "ο υπολογισμός της νόμιμης μοίρας γίνεται με βάση την κατάσταση και την αξία της κληρονομίας κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, αφού αφαιρεθούν τα χρέη και οι δαπάνες της κηδείας του και της απογραφής της κληρονομίας", κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "στην κληρονομία προσθέτονται, με την αξία που είχαν κατά το χρόνο της παροχής, οτιδήποτε ο κληρονομούμενος παραχώρησε, όσο ζούσε, χωρίς αντάλλαγμα σε μεριδούχο είτε με δωρεά είτε με άλλο τρόπο και επίσης οποιαδήποτε δωρεά που ο κληρονομούμενος έκανε στα τελευταία δέκα χρόνια πριν από το θάνατό του, εκτός αν την επέβαλαν λόγοι ευπρέπειας ή ιδιαίτερο ηθικό καθήκον", ενώ κατά το άρθρο 1833 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα "στη νόμιμη μοίρα καταλογίζονται οι παροχές σε μεριδούχο, με την αξία που είχαν όταν έγιναν, εφόσον προσθέτονται στην κληρονομία σύμφωνα με το άρθρο 1831, εκτός αν ο κληρονομούμενος όρισε διαφορετικά όταν έδωσε την παροχή".
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι για τον προσδιορισμό της αξίας της παροχής, για την οποία υπάρχει υποχρέωση συνεισφοράς στην κληρονομία, λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος που έγινε η παροχή. Αν όμως, μετά την παροχή και μέχρι το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, ο οποίος χρόνος είναι και ο κρίσιμος, κατ’ άρθρο 1831 ΑΚ, για τον υπολογισμό της αξίας της κληρονομίας, μεσολαβήσει νομισματική έκπτωση, μεταβολή του νομίσματος ή ουσιώδης υποτίμηση της τρέχουσας αξίας του, πρέπει κατ` εφαρμογή της καθιερούμενης από το άρθρο 288 ΑΚ αρχής της καλής πίστης, που διέπει οποιαδήποτε ενοχή και την άσκηση των εξ αυτής δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, η αξία αυτή του χρόνου της παροχής, να υπολογισθεί σε νόμισμα της ίδιας όμως πραγματικής αξίας, την οποία αυτό είχε κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου.
Η αξία δηλαδή του χρόνου της παροχής θα αναχθεί, με βάση την ανωτέρω αρχή, στο ισάξιό της κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, αφού ληφθεί υπόψη η αύξηση του τιμαρίθμου που επήλθε στο μεταξύ, όχι δε και η αξία του αντικειμένου της παροχής κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, εφόσον κατά ρητή επιταγή του νόμου λαμβάνεται υπόψη μόνο η αξία κατά το χρόνο της παροχής.
Το στοιχείο αυτό (τιμάριθμος) δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνει αναλυτικά στον ισχυρισμό του ο διάδικος, ο οποίος ζητεί την αναγωγή της αξίας παροχής που έγινε από τον κληρονομούμενο, από την αξία του χρόνου που έγινε, στην αξία του χρόνου θανάτου του κληρονομούμενου, διότι τούτο θα προκύψει από τα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι θα επικαλεστούν και θα προσκομίσουν, ενώ το δικαστήριο μπορεί να προσφύγει και στα διδάγματα της κοινής πείρας για την ανάλυση των αποδείξεων.
Είναι δε τα διδάγματα της κοινής πείρας γενικές αρχές, που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών και για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ή την εκτίμηση των αποδείξεων και δεν χρειάζεται να γίνει επίκληση και απόδειξή τους, αλλ’ εφαρμόζονται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 1/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "...Επίσης η αποβιώσασα είχε δωρίσει στον ενάγοντα-εναγόμενο (αναιρεσείοντα), το έτος 1981, 800 χρυσές λίρες Αγγλίας... Η αξία εκάστης λίρας ανερχόταν κατά τον χρόνο της δωρεάς σε 6.850 δραχμές και κατά συνέπεια η συνολική αξία της δωρεάς ανερχόταν στο ποσό των 5.480.000 δραχμών (800 λίρες επί 6.850 δραχμές εκάστη).
Μετά την αναγωγή της παροχής αυτής στο ισάξιο του ποσού κατά το χρόνο θανάτου της αποβιώσασας (2009), το συνολικό ποσό δωρεάς που έλαβε ο ενάγων-εναγόμενος από τη μητέρα των διαδίκων από την ανωτέρω αιτία ανήλθε σε 292.371,17 ευρώ". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υιοθετεί και εφαρμόζει τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, δεν παραβίασε τις, ως άνω, ουσιαστικού δικαίου διατάξεις ως προς την αναγωγή της αξίας της ανωτέρω δωρεάς κατά τον χρόνο της παροχής στο ισάξιό της κατά τον χρόνο θανάτου της κληρονομούμενης και επομένως ο τ’ αντίθετα υποστηρίζων από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Η νομική αοριστία της αγωγής που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή αντίθετα αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.
Η αοριστία όμως του δικογράφου της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφο αυτής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής (ποσοτική αοριστία) ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία).
Στις περιπτώσεις αυτές της ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ, αντίστοιχα (ΑΠ 874/2011), με τη πρώτη εκ των οποίων (αριθ. 8) επιτρέπεται αναίρεση "αν το Δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης", ενώ με τη δεύτερη (αριθ. 14) "αν το Δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο".
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναίρεσης, ο αναιρεσείων, κατ’ επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, μέμφεται, κατ’ ορθήν εκτίμηση του αναιρετηρίου, την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι δεν απέρριψε ως αόριστη, κατ’ αποδοχήν του προβληθέντος ενώπιον αμφοτέρων των Δικαστηρίων ουσίας ισχυρισμού του, την αγωγή της αντιδίκου του, καθόσον δεν προσδιορίζεται στο δικόγραφό της η αξία της "δήθεν" προς αυτόν γενόμενης παροχής (δωρεάς) των 800 χρυσών λιρών Αγγλίας κατά τον χρόνο θανάτου της κληρονομούμενης μητέρας των διαδίκων.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση του δικογράφου της από 13-12-2010 αγωγής της αναιρεσίβλητης (σελ. 12 και 13), αναφέρεται σ’ αυτό η αξία της εν λόγω δωρεάς ανερχόμενης, κατά μεν τη σύναψη της σύμβασης (1981) στο ύψος των (800 επί 6.850 δραχμές) 5.480.000 δραχμών, κατά δε το χρονικό διάστημα από το 2008 μέχρι και την κατάθεση της αγωγής (5-1-2011), στο οποίο περιλαμβάνεται και το χρονικό σημείο θανάτου της κληρονομούμενης (2009), στο ύψος των (99.625.477,73 δραχμών) 292.371,17 ευρώ, ορθώς δε δεν απορρίφθηκε αυτή ως αόριστη.
Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 περ. γ’ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Στην προκειμένη περίπτωση, με τους δεύτερο, κατά το δεύτερο μέρος του (κατ’ ορθήν εκτίμησή του, δοθέντος ότι ανεπιτυχώς επιχειρείται η στον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ στήριξή του εφόσον η επίκληση της μη περιέχουσας μνεία της προαναφερθείσας δωρεάς λιρών στον αναιρεσίβλητο δημόσιας διαθήκης της μητέρας του δεν είναι "πράγμα", κατά την έννοια του νόμου, δηλονότι ασκών ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελής ισχυρισμός διαδίκου που, υπό την προϋπόθεση νόμιμης πρότασής του, θεμελιώνει ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, καθώς και λόγος έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός ισχυρισμός του εφεσίβλητου), τρίτο, κατά το δεύτερο μέρος του και τέταρτο λόγους της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περ.
γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, δεχόμενο εν μέρει την έφεση και απορρίπτοντας την αντέφεση των διαδίκων, εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση και δικάζοντας στη συνέχεια την υπόθεση κατ’ ουσίαν, προκειμένου να καταλήξει στη δικανική του κρίση ν’ απορρίψει τις αντίθετες αγωγές των διαδίκων στο σύνολό τους, δεν έλαβε υπόψη του τη με επίκληση προσκομισθείσα υπ’ .../1985 δημόσια διαθήκη της μητέρας των διαδίκων Θ.
χήρας Ι. Ε. ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Λ. Π., στην οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, εκείνη (διαθέτιδα) "δεν αναφέρει την υποτιθέμενη δήθεν δωρεά της των 800 λιρών" προς αυτόν. Οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων (ενόρκων καταθέσεων μαρτύρων, ανώμοτων καταθέσεων των διαδίκων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο, ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον συμβολαιογράφων, φωτογραφιών) και "από τα έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι γίνεται ρητή μνεία της διαθήκης (πρώτη σελίδα 16ου φύλλου της προσβαλλόμενης απόφασης), δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, πέραν όλων των άλλων, και το δημόσιο αυτό έγγραφο, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδικότερη αξιολόγησή του.
Κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 393 ΚΠολΔ (όπως ίσχυε μέχρι την αναπροσαρμογή του κατωτέρω ποσού με το άρθρο 38 του ν. 3994/2011 σε 20.000 ευρώ) συμβάσεις και συλλογικές πράξεις δεν μπορούν να αποδειχθούν με μάρτυρες εφόσον η αξία του αντικειμένου τους υπερβαίνει τις 5.900 ευρώ. Ο περιορισμός αυτός ισχύει για τους αντισυμβαλλόμενους και τα πρόσωπα που νομικώς ταυτίζονται μ’ αυτούς, όπως οι αντιπρόσωποι και οι ειδικοί ή καθολικοί διάδοχοι, όχι δε και για τρίτα πρόσωπα.
Έτσι, ο κληρονόμος, ο οποίος δεν ασκεί δικαίωμα του κληρονομούμενου, που περιήλθε σ’ εκείνον δυνάμει κληρονομικής διαδοχής, αλλ’ ασκεί αυτό το ίδιο το θιγόμενο κληρονομικό του δικαίωμα και βρίσκεται προς τον σκοπό αυτό στην ανάγκη ν’ αποδείξει πράξεις του δικαιοπαρόχου του, στις οποίες περιλαμβάνεται σύμβαση που μειώνει τη νόμιμη μοίρα του, θεωρείται τρίτος και δεν υπόκειται στον ανωτέρω περιορισμό, δικαιούμενος να προσφύγει στο εμμάρτυρο μέσο προς απόδειξη των σχετικών ισχυρισμών του.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. α’ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, κατά παράβαση του άρθρου 393 ΚΠολΔ, δέχθηκε την εμμάρτυρη απόδειξη του ισχυρισμού της αντιδίκου του αναιρεσείοντος, αδελφής και συγκληρονόμου της μητέρας τους, περί του ότι η τελευταία (μητέρα), με σύμβαση που έλαβε χώρα το 1981 μεταξύ εκείνης και του αναιρεσείοντος, δώρησε σ’ αυτόν 800 χρυσές λίρες Αγγλίας, αξίας 292.371,17 ευρώ, χωρίς η αναιρεσίβλητη (αδελφή του) να επικαλεσθεί και να προσκομίσει έγγραφη απόδειξη του ισχυρισμού της και χωρίς να προβάλει ισχυρισμό περί αδυναμίας σύνταξης τέτοιου εγγράφου ή συνδρομής κάποιου άλλου λόγου του άρθρου 394 ΚΠολΔ.
Ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, διότι η αναιρεσίβλητη δεν επικαλέσθηκε την προεκτεθείσα σύμβαση δωρεάς στο πλαίσιο άσκησης δικαιώματος της κληρονομούμενης μητέρας της, αλλά στο πλαίσιο του θιγόμενου κληρονομικού δικαιώματος της νόμιμης μοίρας της ίδιας (αναιρεσίβλητης) και συνεπώς ήταν, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, επιτρεπτή η απόδειξη της σύμβασης και με μάρτυρες.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν’ απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη της παρισταμένης αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-6-2015 αίτηση του Κ. Ε. του Ι. για αναίρεση της υπ’ αριθ. 6158/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2017 .
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Ιουνίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ