Supreme Court dismisses appeal for vague grounds regarding set-off claim and procedural errors.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court dismissed the appeal against the Court of Appeal's decision, ordering the appellant to pay costs. The appellant argued the lower court incorrectly rejected a set-off claim as vague and failed to consider a specific appeal ground. The court ruled the appeal grounds were inadmissible because they did not specify the exact legal rule violated or the factual basis for the alleged error, rendering them legally uncertain.
Legislator-Regeste
KI-generiertArt. 566 para.1 C.Pol.D.; Art. 559 para. 8 or 14 C.Pol.D.: An appeal ground must clearly define the specific facts constituting the alleged procedural error and the precise substantive legal rule violated; vague references to other documents or general assertions without identifying the specific legal provision and factual matrix render the appeal inadmissible.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertZitierte Rechtsprechung
KI-generiertVerwandte Entscheide
KI-generiertVolltext
Απόφαση 967 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 967/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Χριστόφορο Κοσμίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεώργιου Γιαννούλη), Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Γεώργιο Αναστασάκο και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση, στο Κατάστημά του, την 28η Απριλίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΥΣΑΣ: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Σ. Γ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΔΟΜΙΚΩΝ ΥΛΙΚΩΝ - ΓΥΨΟΥ ΚΑΙ ΣΥΝΑΦΩΝ ΜΕ ΤΟ ΓΥΨΟ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΣΩΛΗΝΩΝ", πρώην "RIGIPS HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΥΨΟΥ ΚΑΙ ΣΥΝΑΦΩΝ ΜΕ ΤΟ ΓΥΨΟ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ" όπως εκπροσωπείται νόμιμα, εδρεύουσα στη Μεταμόρφωση, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ευάγγελου Παπαλάμπρου και κατέθεσε προτάσεις.
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Φ. Τ. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Αγγελικής Τσιρώνη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-4-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 85/2010 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 83/2013 Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος. Την αναίρεση της τελευταίας ζήτησε η ήδη αναιρεσείουσα με την από 18-10-2013 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Απόστολος Παπαγεωργίου, ανέγνωσε την από 7-11-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγείται να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 566 παρ.1 ΚΠολΔ, ο λόγος αναιρέσεως πρέπει να είναι σαφής και ορισμένος, να καθορίζει, δηλαδή, με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία κατά τον αναιρεσείοντα στοιχειοθετούν την πλημμέλεια, που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Η συμπλήρωση του λόγου αναιρέσεως με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή, η έφεση ή οι προτάσεις του αναιρεσείοντος, είναι απαράδεκτη (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 473/2009).
Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (ΚΠολΔ 559 αρ.1), πρέπει να καθορίζονται, πλην των άλλων, ο συγκεκριμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και την εφαρμογή του, καθώς, επίσης, εφ’ όσον το δικαστήριο έκρινε επί της ουσίας της υποθέσεως, η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, ήτοι τα πραγματικά γεγονότα, που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, εάν δε απέρριψε την αγωγή ή γενικώς τον ισχυρισμό ως μη νόμιμο, το περιεχόμενο της αγωγής ή του ισχυρισμού, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου αναιρέσεως δεν δύναται να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 1739/2013).
Είναι αυτονόητο ότι τα στοιχεία αυτά πρέπει να εξειδικεύονται σε σχέση με καθένα από τους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, που φέρονται ότι παραβιάστηκαν, όταν αυτοί είναι περισσότεροι από ένας (ΑΠ 811/2013, ΑΠ 103/2013). Σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο, κατά το πρώτο μέρος αυτού, λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, από την αναιρεσείουσα (εναγομένη και εκκαλούσα) προβάλλεται ότι η αγωγή του αναιρεσίβλητου (ενάγοντος και εφεσίβλητου) περί επιδικάσεως του επιδόματος επικίνδυνης εργασίας από τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας που τον συνέδεε με αυτήν, επί της οποίας εκδόθηκε, ύστερα από έφεση της αναιρεσείουσας, η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, έπασχε από νομική αοριστία, κατά τα ειδικότερα στο δικόγραφο της αιτήσεως εκτιθέμενα, δεν αναφέρεται, όμως, ότι την αοριστία αυτή η αναιρεσείουσα πρότεινε στο Εφετείο.
Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος ελέγχεται ως απαράδεκτος, προεχόντως εξ αιτίας της ως άνω ελλείψεως και, σε κάθε περίπτωση, διότι στηρίζεται σε ισχυρισμό που δεν είχε προταθεί προσηκόντως ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, δοθέντος ότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του περιεχομένου της από 4-2-2011 εφέσεως της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης 95/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν υφίσταται σ’ αυτήν λόγος έφεσης σχετικός με τον περί νομικής αοριστίας της ένδικης αγωγής του αναιρεσιβλήτου ισχυρισμό.
2.Επειδή, κατά το άρθρο 19 παρ.2 του ν. 3239/1955 "περί τρόπου ρυθμίσεως των συλλογικών διαφορών εργασίας κλπ", όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ.8 του ν.δ. 3755/1957, "αι διαιτητικαί αποφάσεις, εφ’ όσον εκηρύχθησαν εκτελεσταί δι’ αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας ή ετροποποιήθησαν κατά τα εν τη παρ.2 του επομένου άρθρου ή κατετέθησαν εις το Ειρηνοδικείον κατά τας διατάξεις του νόμου, επέχουν θέσιν συλλογικής συμβάσεως εργασίας και διέπονται υπό των περί ταύτης διατάξεων".
Εξάλλου με την παράγραφο 5 της 19/81 απόφασης του ΔΔΔΔ Αθηνών "περί των όρων αμοιβής και εργασίας των Ηλεκτροτεχνιτών και Περιελικτών Βιομηχανίας απάσης της Χώρας", που κηρύχθηκε εκτελεστή με την 12729/1981 (ΦΕΚ Β’ 228/16.4.1981) απόφαση του Υπουργού Εργασίας και υποχρεωτική με την 15203/10-17.6.1981 (ΚΝοΒ 29.117), ορίζεται ότι "εις άπαντας τους ηλεκτροτεχνίτας, οίτινες εργάζονται εις εναέρια και υπόγεια δίκτυα, ως και υπό τάσιν τοιαύτα, χορηγείται επίδομα επικινδύνου εργασίας εκ ποσοστού 15%, υπολογιζόμενο επί του συνόλου των αποδοχών".
Το ποσοστό τούτο αυξήθηκε σε 20% από 2.8.1988 (άρθρο 5 εδ. β’ και 9 της 49/88 απόφασης του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΥΑ 16458/23.8.1989, ΔΕΝ 45.139). Κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, δίκτυο είναι το σύνολο των αγωγών οι οποίοι χρησιμεύουν στη διοχέτευση της ηλεκτρικής ενέργειας από τον τόπο παραγωγής στους τόπους κατανάλωσης, δίκτυο δε υπό τάσιν εκείνο, δια του οποίου διοχετεύεται η ηλεκτρική ενέργεια υπό πίεση (ΑΠ 220/1987).
3.Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει δικαιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία, ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΑΠ 134/2013).
Ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.19, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα τρων διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 324/2012, ΑΠ 221/2012).
Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό, στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 89/2013).
4.Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, το εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του, μετά από εκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων, τα ακόλουθα: "Με την από 16-08-2002 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που συνάφθηκε μεταξύ των διαδίκων ο ενάγων - εφεσίβλητος, ο οποίος είναι έγγαμος και πατέρας δύο ανήλικων τέκνων, απασχολήθηκε από την εναγομένη - εκκαλούσα με την ειδικότητα του αδειούχου ηλεκτροτεχνίτη - συντηρητή στο εργοστάσιο παραγωγής γυψοσανίδων και προϊόντων γύψου, που αυτή διατηρεί στο Αιτωλικό.
Στα καθήκοντά του συμπεριλαμβάνονταν οι παρακάτω ηλεκτρολογικές εργασίες και εργασίες συντήρησης, επί 40 ώρες και πενθήμερο εβδομαδιαίως: 1) έλεγχος inverter αντλιών σε προσμικτά (βαθμονόμηση - αντιστοίχηση), 2) αντικατάσταση led σε μπουτόν, 3) σήμανση μοτέρ που χρήζουν μηχανολογικών εργασιών, 4) καθαρισμός ηλεκτρικών πινάκων - συντήρηση μονωτικών λάστιχων, 5) έλεγχος όλων των ηλεκτρικών συσκευών, 6) έλεγχος γεννητριών, 7) κατασκευή ηλεκτρικών εγκαταστάσεων (χημείο - γραφείο - συνεργείο), 8) ηλεκτρική συντήρηση κλαρκ, 9) συντήρηση αντλιοστασίου και αντλιών, 10) συντήρηση γεννητριών, 11) συντήρηση κομπρεσέρ, 12) συντήρηση καυστήρων, 13) καθαρισμός δεξαμενών - αγωγών, 14) συντήρηση καυστήρα ζώνης 1 και 2 ξηραντηρίου, 15) συντήρηση καυστήρα κατσαρόλας, 16) συντήρηση ηλεκτρολογικού εξοπλισμού παραγωγής (πίνακες - μοτέρ - γραμμές διανομής), 17) συντήρηση εξωτερικού και εσωτερικού φωτισμού, 18) συντήρηση ηλεκτρικού εξοπλισμού συνεργείου και 19) έλεγχος και συντήρηση κινητήρων.
Κατά την εκτέλεση των ανωτέρω εργασιών εκτελούσε ανθυγιεινή εργασία, αφού απασχολείτο σε ανθυγιεινό περιβάλλον, δικαιούμενος για το λόγο αυτό επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας, σε ποσοστό 20% επί του βασικού του μισθού, το οποίο λάμβανε μόνο από το έτος 2007 και μετά. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στις κτιριακές εγκαταστάσεις της εναγομένης διοχετευόταν ηλεκτρική ενέργεια από υποσταθμό μέσης τάσης (1.000 kw) της ΔΕΗ, μέσω εναέριων καλωδίων.
Η εργασία επί του υποσταθμού και των καλωδίων αποτελεί επικίνδυνη εργασία, αφού προϋποθέτει εργασία σε εναέριο δίκτυο (καλώδια μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας στο κτίριο) και υπό τάση. Πλην, όμως, δεν αποδείχθηκε ότι τις εργασίες αυτές εκτελούσε ο ενάγων, αφού η εναγομένη είχε συνάψει σύμβαση έργου με άλλη τεχνική εταιρεία, με το διακριτικό τίτλο EXPRESS ΕΠΕ, η οποία είχε αναλάβει τη συντήρηση αυτών των ηλεκτρικών εγκαταστάσεων (βλ.
προσκομιζόμενα ιδιωτικά συμφωνητικά και δελτία επιθεώρησης υποσταθμού). Επιπλέον, δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων εκτελούσε επικίνδυνη εργασία πραγματοποιώντας εργασίες επισκευής ή συντήρησης, αφού πριν από τη διενέργειά τους λάμβανε χώρα διακοπή της ηλεκτροδότησης και, επομένως, δεν πραγματοποιούνταν υπό τάση.
Από την κατάθεση, όμως, του μάρτυρα απόδειξης αποδεικνύεται ότι οι ηλεκτρολογικές εργασίες, τις οποίες πραγματοποιούσε ο εφεσίβλητος γινόταν σε δίκτυο υπό τάση. Συγκεκριμένα, ο έλεγχος και η επιδιόρθωση - επισκευή κινητήρων γινόταν πάντα υπό τάση, καθόσον δεν είναι δυνατόν να επισκευασθεί ο κινητήρας αν δεν υπάρχει ρεύμα.
Ο έλεγχος, η επισκευή και η συντήρηση των πυκνωτών γινόταν πάντοτε υπό τάση, γεγονός το οποίο δεν αμφισβήτησε και ο μάρτυρας ανταπόδειξης. Επίσης, για την εκτέλεση εργασιών, οι οποίες απέβλεπαν στον έλεγχο καλής λειτουργίας του δικτύου και των ηλεκτρικών συσκευών, ήταν απαραίτητη η διενέργεια αμπερομέτρησης, η οποία λαμβάνει χώρα με τη χρήση ειδικού οργάνου (τσιμπίδας) που τοποθετείται επί του ελεγκτέου αντικειμένου, υπό τάση, δηλαδή με τη δίοδο ηλεκτρικού δυναμικού, κατά το χρόνο διενέργειας του ελέγχου.
Συνεπώς, ο ενάγων πραγματοποιούσε και επικίνδυνη εργασία και δικαιούται για το λόγο αυτό και επίδομα επικίνδυνης εργασίας, σε ποσοστό 20%, υπολογιζόμενο επί του συνόλου των αποδοχών του, αποτελούμενων από το βασικό μισθό, προσαυξημένο με επιδόματα γάμου, τέκνων, πολυετούς υπηρεσίας και ανθυγιεινής εργασίας, για το χρονικό διάστημα από Ιανουάριο 2004 έως 6 Φεβρουαρίου 2009". Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε το λόγο έφεσης, με τον οποίο προβαλλόταν κακή εκτίμηση των αποδείξεων και με τον τρόπο αυτό επικύρωσε την τότε εκκαλούμενη απόφασή του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε επιδικασθεί στον αναιρεσίβλητο για επίδομα επικίνδυνης εργασίας από Ιανουάριο 2004 ως 6 Φεβρουαρίου 2009, το ποσό των 12.799 €, ως προς το μαθηματικό υπολογισμό του οποίου δεν είχε προβληθεί παράπονο.
5.Επειδή, με την ως άνω κρίση το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διότι δεν διαπιστώνονται, πράγματι, αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα αν ο αναιρεσίβλητος, κατά την παροχή της εργασίας του, εργαζόταν υπό τάση, αφού εξέθεσε σε αυτήν, με πληρότητα και με σαφήνεια, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδεικνυόμενα, με βάση τα οποία καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός λόγος για την ορθή εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων. Τούτο, διότι η παραδοχή ότι "δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων εκτελούσε επικίνδυνη εργασία πραγματοποιώντας εργασίες επισκευής ή συντήρησης, αφού πριν από τη διενέργειά τους λάμβανε χώρα διακοπή της ηλεκτροδότησης και, επομένως, δεν πραγματοποιούνταν υπό τάση", αναφέρεται μόνο σε περιορισμένες και συγκεκριμένες εργασίες και δεν αντιφάσκει προς τη γενικότερη παραδοχή ότι ο αναιρεσίβλητος εργαζόταν υπό τάση κατά την εκτέλεση των υπολοίπων εργασιών της ειδικότητάς του, όπως ήταν ο έλεγχος και η επιδιόρθωση - επισκευή κινητήρων, ο έλεγχος, η επισκευή και η συντήρηση πυκνωτών, ο έλεγχος καλής λειτουργίας του δικτύου και των ηλεκτρικών συσκευών με τη διενέργεια αμπερομέτρησης κλπ. Επομένως, ο πρώτος από τους λόγους της αιτήσεως, κατά το τρίτο μέρος του οποίου υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος
6.Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.19 και 20 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, διότι πλήττει την ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 19/2012). Στην προκειμένη περίπτωση, ο δεύτερος από τους λόγους της αιτήσεως, με το πρώτο μέρος του οποίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι λανθασμένα έγινε δεκτό ότι στο εργοστάσιο της επιχείρησης της αναιρεσείουσας υπήρχε "δίκτυο υπό τάση", καθώς και ότι κάθε διέλευση ηλεκτρικού ρεύματος (ακόμα και από ηλεκτρονικές συσκευές όπως οι κινητήρες και οι πυκνωτές) συνιστά "δίκτυο υπό τάση" και, κατόπιν αυτού, επιδικάστηκε στον αναιρεσίβλητο το αναφερόμενο επίδομα επικίνδυνης εργασίας, πλήττει την εκ μέρους του δικαστηρίου της ουσίας, αναιρετικώς ανέλεγκτη, εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων.
Συνεπώς ο εξεταζόμενος λόγος είναι απαράδεκτος.
7.Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ.11 περ. γ’ ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να εκτιμήσει σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά το ν. 2915/2001, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, για του οποίου την απόδειξη ο διάδικος επικαλείται το φερόμενο ως αγνοηθέν αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008).
Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλ’ αρκεί η γενική διαβεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα κατ’ είδος μόνο αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο έγγραφο, στοιχειοθετείται ο από το άρθρο 559 αρ.11 περ.
γ’ ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης. Ο λόγος αυτός, εξάλλου, δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη έγγραφο, αλλά του προσέδωσε αποδεικτική βαρύτητα διαφορετική από εκείνη που ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι αυτό έχει, διαφορετικό δε είναι το ζήτημα εάν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την αποδεικτική του δύναμη, οπότε ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αρ.12 λόγος αναίρεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με το τρίτο μέρος του δεύτερου λόγου και με το δεύτερο μέρος του πρώτου λόγου αναίρεσης, προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη τα έγγραφα που προσκόμισε και επικαλέστηκε με την έφεση και τις προτάσεις της κατά τη συζήτηση της έφεσης και, ειδικότερα, τα έγγραφα ΔΒΦ 22/Γεν/1333/28-9-2001 και ΔΑν 3260/12-11-2009 της Διεύθυνσης Ορυκτού Πλούτου και Βιομηχανίας, από τα οποία προέκυπτε ότι οι ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις του εργοστασίου της είναι εγκαταστάσεις κίνησης Γ’ ειδικότητας και φωτισμού Α’ ειδικότητας και δεν εμπίπτουν στις διατάξεις των εναέριων δικτύων ή δικτύων υπό τάση και, συνεπώς, ο ενάγων δεν δικαιούται το αναφερόμενο επίδομα επικίνδυνης εργασίας.
Από την προσβαλλόμενη απόφαση, όμως, και ειδικότερα από την αναφορά της ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με τις παραδοχές που προαναφέρθηκαν (βλ. παραπάνω, αρ.4) σε σχέση με το κρίσιμο ζήτημα της απασχόλησης του αναιρεσίβλητου σε "δίκτυο υπό τάση", δεν γεννάται αμφιβολία για το ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα ως άνω έγγραφα και τα συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις για τη στήριξη του προαναφερθέντος αποδεικτικού πορίσματός του.
Επομένως, οι εξεταζόμενοι λόγοι, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ’ ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. Οι ίδιοι λόγοι, όσον αφορά την προβαλλόμενη αιτίαση ότι από τα εν λόγω έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο ως προς το προαναφερθέν ζήτημα, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι αναφέρονται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας των μέσων αυτών.
8.Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ.10 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, ότι το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη, δεν στοιχειοθετείται όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από αποδεικτικά μέσα, τα οποία μνημονεύονται στην απόφαση (ΑΠ 675/2013, ΑΠ 772/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, αφού έλαβε υπόψη τα με επίκληση προσκομισθέντα αποδεικτικά έγγραφα, σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, με το οποίο, μεταξύ άλλων, δέχθηκε ότι οι ηλεκτρολογικές εργασίες, τις οποίες πραγματοποιούσε ο αναιρεσίβλητος στο εργοστάσιο της αναιρεσείουσας, γίνονταν σε δίκτυο υπό τάση και, συγκεκριμένα, ο έλεγχος και η επιδιόρθωση - επισκευή κινητήρων και ο έλεγχος, η επισκευή και η συντήρηση των πυκνωτών, που πρέπει να γίνονται πάντοτε υπό τάση, καθώς, επίσης, και η εκτέλεση εργασιών, που απέβλεπαν στον έλεγχο καλής λειτουργίας του δικτύου και των ηλεκτρικών συσκευών, για τις οποίες είναι απαραίτητη η διενέργεια αμπερομέτρησης, η οποία λαμβάνει χώρα με τη χρήση ειδικού οργάνου (τσιμπίδας) που τοποθετείται επί του ελεγκτέου αντικειμένου, υπό τάση, δηλαδή με τη δίοδο ηλεκτρικού δυναμικού, κατά το χρόνο διενέργειας του ελέγχου.
Επομένως, το Εφετείο που κατόπιν αυτών δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος πραγματοποιούσε και επικίνδυνη εργασία, ουχί παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και ο εκ του άρθρου 559 αρ.10 ΚΠολΔ δεύτερος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
9.Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ.1 εδ. β’ ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ’ αυτούς. Αντιθέτως, αν η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας γίνεται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι "Από την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης αποδεικνύεται ότι οι ηλεκτρολογικές εργασίες που εκτελούσε ο εφεσίβλητος γίνονταν σε δίκτυα υπό τάση. Συγκεκριμένα, ο έλεγχος και η επιδιόρθωση - επισκευή κινητήρων γινόταν υπό τάση, καθόσον δεν είναι δυνατόν να επισκευασθεί ο κινητήρας αν δεν υπάρχει. ρεύμα. Ο έλεγχος, η επισκευή και η συντήρηση πυκνωτών γινόταν υπό τάση, γεγονός το οποίο δεν αμφισβήτησε και ο μάρτυρας ανταπόδειξης. Επίσης, για την εκτέλεση εργασιών, οι οποίες απέβλεπαν στον έλεγχο και λειτουργία του δικτύου και των ηλεκτρονικών συσκευών, ήταν απαραίτητη η διενέργεια αμπερομέτρησης, η οποία λαμβάνει χώρα με τη χρήση ειδικού οργάνου (τσιμπίδας) που τοποθετείται επί του ελεγκτέου αντικειμένου υπό τάση, δηλαδή με τη δίοδο ηλεκτρικού δυναμικού κατά το χρόνο διενέργειας του ελέγχου.
Συνεπώς, ο ενάγων πραγματοποιούσε και επικίνδυνη εργασία και δικαιούται για το λόγο αυτό και επίδομα επικίνδυνης εργασίας", παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας και οδηγήθηκε σε εσφαλμένη κρίση, διότι "Ως προς το διενεργούμενο έλεγχο (κινητήρων, πυκνωτών και καλής λειτουργίας δικτύου), αυτός κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συνιστά ηλεκτρολογική εργασία κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης. Και τούτο, διότι ο έλεγχος αυτός αποτελεί μια συνήθη υποχρέωση των ηλεκτρολόγων - ηλεκτροτεχνιτών και μια κανονική εργασία αυτών, εντασσόμενη στο συνήθη κύκλο υποθέσεων αυτών και δεν συνιστά τη διαφοροποιούμενη, ποιοτικά και ποσοτικά, εργασία υπό τάση, για την οποία προβλέφθηκε η εξαιρετική ρύθμιση της παραπάνω διάταξης και η καταβολή επιπλέον επιδόματος. Ως προς την επιδιόρθωση - επισκευή κινητήρων και τη συντήρηση των πυκνωτών, αυτές, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, δεν γίνονται υπό τάση και, μάλιστα, ως δίκτυο". Τα ανωτέρω, όμως, που διαλαμβάνονται στον ως άνω λόγο αναίρεσης αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και αποτελούν πραγματικά επιχειρήματα προς στήριξη των απόψεων της αναιρεσείουσας.
Συνεπώς, ο εξεταζόμενος λόγος, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 εδ. β’ ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος
10.Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 566 παρ.1 ΚΠολΔ, όπως ήδη αναφέρθηκε (βλ. παραπάνω, αρ.1), ο λόγος αναίρεσης πρέπει να είναι σαφής και ορισμένος. Σε περίπτωση αιτήσεως αναιρέσεως κατ’ αποφάσεως που απέρριψε την αγωγή ή την ένσταση ως αόριστη, πρέπει για το ορισμένο του προβλεπόμενου από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ λόγου, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια της παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου, να διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο της αγωγής ή της ένστασης και οι κρίσιμες παραδοχές του δικάσαντος δικαστηρίου, με βάση τις οποίες εκείνο κατέληξε στην απόρριψη της αγωγής ή της ένστασης ως αόριστης (ΟλΑΠ 28/1998).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, από το άρθρου 559 αρ.8 ή αρ.14 ΚΠολΔ, ψέγει το Εφετείο, διότι, με την προσβαλλομένη απόφασή του, 1) παρά το νόμο απέρριψε την ένστασή της περί συμψηφισμού, που παραδεκτά προέβαλε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επανέφερε με αυτοτελή λόγο εφέσεως, ως αόριστη, ενώ σύμφωνα με όσα ειδικότερα εκθέτει έπρεπε να γίνει δεκτή ως ορισμένη και νόμιμη και, εν συνεχεία, ως ουσιαστικά βάσιμη και 2) δεν έλαβε υπόψη τον τρίτο λόγο της έφεσής της, περί μη αοριστίας της άνω ένστασης, η οποία είχε προταθεί ορισμένα από αυτήν.
Οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι, προεχόντως, απαράδεκτοι, λόγω της αοριστίας τους, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται οι κρίσιμες παραδοχές του δικάσαντος δικαστηρίου, με βάση τις οποίες εκείνο κατέληξε στην απόρριψη της ένστασης ως αόριστης, με συνέπεια να μην είναι εφικτός ο έλεγχος των προβαλλόμενων αναιρετικών πλημμελειών.
Πέραν τούτου, ο ως άνω λόγος είναι, σε κάθε περίπτωση, αβάσιμος. Όπως προκύπτει από την ένδικη ένσταση της αναιρεσείουσας, κατά του αντιδίκου της ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, που παραδεκτά προέβαλε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επανέφερε με αυτοτελή λόγο εφέσεως, περί συμψηφισμού των αιτούμενων επιδομάτων επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας με τις υπέρτερες των νόμιμων αποδοχών, που κατέβαλε στον αναιρεσίβλητο, κατά το χρονικό διάστημα απασχόλησής του, δεν εκτίθενται σ’ αυτήν (ένσταση) με σαφήνεια, αφενός ποιες ήταν οι νόμιμες, ελάχιστες αποδοχές του ενάγοντος, ώστε να μπορεί να κριθεί αν οι καταβαλλόμενες υπερέβαιναν αυτές, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι ο ενάγων δεν φέρει προς κρίση άλλες νόμιμες προσαυξήσεις του μισθού του, αλλά εκθέτει απλώς τις αποδοχές που ήταν απαραίτητες για τον υπολογισμό των ανωτέρω επιδομάτων, αφετέρου ποιο επιμέρους ποσό από το καταβληθέν σ’ αυτόν (ενάγοντα) αντιστοιχεί, μετά από τον επικαλούμενο από την ίδια καταλογισμό, στο επίδομα ανθυγιεινής εργασίας και ποιο στο επίδομα επικίνδυνης εργασίας, ώστε να μπορεί να διαταχθεί η δέουσα απόδειξη και να διακριβωθεί στη συνέχεια αν και μέχρι ποιο μέρος εξοφλήθηκε καθένα από τα αιτούμενα κονδύλια.
Το Εφετείο που απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την ως άνω ένσταση, έλαβε υπόψη τον τρίτο λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας περί μη αοριστίας της ένστασης, τον οποίο και απέρριψε εκ του πράγματος και δεν παρέλειψε παρά τον νόμο να κηρύξει απαράδεκτη, ως αόριστη, την ένσταση συμψηφισμού. Επομένως, ο περί του αντιθέτου τρίτος από το άρθρο 559 αρ.8 ή αρ.14 λόγος της αιτήσεως είναι αβάσιμος.
11.Επειδή, σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την 18-10-2013 αίτηση για αναίρεση της 83/2013 απόφασης του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 23η Ιουνίου 2015. Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 7η Ιουλίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ