Supreme Court annuls lower court dismissal of public employees' lawsuit due to unconstitutional discrimination against them compared to other staff.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court annulled the Second Instance Court's decision dismissing the public employees' lawsuit regarding their dismissal. The plaintiffs argued that excluding them from a specific compensation scheme constituted unconstitutional discrimination compared to other civil servants with different service conditions. The Court agreed, ruling that the legislative distinction lacked justification given the similar service status of the groups involved.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticle 4 of the Constitution; The legislature is bound not to introduce unjustified distinctions when regulating substantially similar matters affecting different categories of persons, unless such distinctions are mandated by broader public interest.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertZitierte Rechtsprechung
KI-generiertVerwandte Entscheide
KI-generiertVolltext
Απόφαση 966 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 966/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Χριστόφορο Κοσμίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεώργιου Γιαννούλη), Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Γεώργιο Αναστασάκο και Δήμητρα Κοκοτίνη Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση, στο Κατάστημά του, την 28η Απριλίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Ελληνικού Δημοσίου, όπως νομίμως εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της Γεωργίας Καπόρη, Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1.Θ. Β. του Ν., 2.Γ. Β. του Σ., 3.Δ. Μ. του Α., 4.Θ. Π. του Ν., 5.Α. Τ. του Α., 6.Θ. Κ. του Γ., 7.1, 8.Π. Κ. του Χ., 9.Ν. Λ. του Ι., 10.Ι. Κ. του Δ., 11.Ν. Γ. του Σ., 12.Α. Ν. του Δ., 13.Χ. Α. του Σ., 14.Γ. Ν. του Α., 15.Κ. Ν. του Γ., 16.Π. Κ. του Ν., 17.Β. Δ. του Ε., 18.Χ. Μ. του Θ., 19. Α. Α. του Π., 20.Σ. Μ. του Α., 21.Γ. Γ. του Π., 22.Δ. Ν. του Α., 23. Δ. Κ. του Π., 24.Α. Λ. του Ι., 25.Κ. Κ. του Σ., 26.Σ. Σ. του Α. απάντων εργαζομένων στην 131 Σμηναρχία Μάχης, Αεροδρόμιο Ακτίου, που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ευτυχίου-Δημητρίου Καλαμίδα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-4-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λευκάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17/2011 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 129/2013 Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το ήδη αναιρεσείον με την από 8-10-2013 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Κοκοτίνη ανέγνωσε την από 14-4-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγείται να γίνει δεκτή η αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου κατά των Θ. Β. κλπ περί αναιρέσεως της υπ’ αριθμ. 129/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος, κατά την οποία οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, συνάγεται ότι το Σύνταγμα θεσπίζει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι των Ελλήνων πολιτών, υπό την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια (Ολ ΑΠ 2/2011, 3/2006, 23/2004, 11/ 2003). Επομένως, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατ’ αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος, που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή, που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική. Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε, στην περίπτωση κατά την οποία διαπιστώνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται. 2.
Επειδή, στο άρθρο πρώτο του ν. 3315/2005 (ΦΕΚ Α 41/22-02-2005) αναφέρονται τα εξής: "Κυρώνονται και έχουν την ισχύ, που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος: α) η Τελική Πράξη της Διπλωματικής Διάσκεψης (Βρυξέλλες, 27 Ιουνίου 1997) σχετικά με το Πρωτόκολλο Ενοποίησης της Διεθνούς Σύμβασης EUROCONTROL της σχετικής με τη συνεργασία για την ασφάλεια της Αεροναυτιλίας της 13ης Δεκεμβρίου 1960 (Ν. 1776/1988, ΦΕΚ 102 Α) σε συνέχεια των διαφόρων τροποποιήσεων που έγιναν (1970, 1978, 1981), β) οι τροποποιήσεις που έγιναν από τη Διπλωματική Διάσκεψη της 27ης Ιουνίου 1997, γ) το Πρωτόκολλο Ενοποίησης της Διεθνούς Σύμβασης και δ) το ενιαίο κείμενο της Σύμβασης που ενσωματώνει τα κείμενα της υφιστάμενης Σύμβασης, τα οποία παραμένουν σε ισχύ και τις τροποποιήσεις που έγιναν από τη Διπλωματική Διάσκεψη της 27ης Ιουνίου 1997 μετά των Παραρτημάτων αυτής, το κείμενο των οποίων σε πρωτότυπο στην αγγλική γλώσσα και σε μετάφραση στην ελληνική έχει ως εξής:
Άρθρο 1. Προκειμένου να επιτευχθεί η εναρμόνιση και ολοκλήρωση που απαιτούνται με στόχο την καθιέρωση ενός ομοιόμορφου ευρωπαϊκού συστήματος διαχείρισης της εναέριας κυκλοφορίας [...] τα Συμβαλλόμενα Μέρη συμφώνησαν: (α) να καθορίσουν μία ευρωπαϊκή πολιτική στον τομέα της διαχείρισης της εναέριας κυκλοφορίας, συμπεριλαμβανομένου του καθορισμού στρατηγικών και προγραμμάτων, των οποίων στόχος είναι η βελτίωση της χωρητικότητας που είναι αναγκαία, προκειμένου η εν λόγω να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις όλων των πολιτικών και στρατιωτικών χρηστών με αποτελεσματικό, ως προς το κόστος, τρόπο, ενώ θα διατηρείται το αναγκαίο επίπεδο ασφάλειας, (β) να δεσμευθούν για τον καθορισμό ειδικών στόχων, όσον αφορά την αποτελεσματικότητα και αποδοτικότητα των λειτουργιών διαχείρισης εναέριας κυκλοφορίας στις Περιοχές Πληροφοριών Πτήσης, (γ) να εισάγουν ένα σύστημα ελέγχου επιδόσεων και καθορισμού στόχων διαχείρισης της εναέριας κυκλοφορίας, (δ) να εφαρμόσουν ένα κοινό σχέδιο σύγκλισης και εφαρμογής για τις αεροναυτιλιακές εξυπηρετήσεις και ευκολίες στην Ευρώπη, (ε) να υιοθετήσουν και να εφαρμόσουν κοινά πρότυπα και προδιαγραφές, (στ) να εναρμονίσουν τους κανονισμούς που ισχύουν για τις εξυπηρετήσεις της εναέριας κυκλοφορίας, (ζ) να βελτιώσουν τη διαθέσιμη χωρητικότητα προκειμένου να ανταποκρίνεται η εν λόγω στη ζήτηση εναέριας κυκλοφορίας [...], (θ) να εφαρμόσουν μία κοινή πολιτική για την καθιέρωση και τον υπολογισμό των τελών που επιβάλλονται στους χρήστες του επί διαδρομής εξοπλισμού και εξυπηρετήσεων αεροναυτιλίας, τα οποία στο εξής καλούνται "τέλη διαδρομής".
Για το σκοπό αυτό ιδρύουν έναν "Ευρωπαϊκό Οργανισμό για την Ασφάλεια της Αεροναυτιλίας (EUROCONTROL)", καλούμενο στο εξής "ο Οργανισμός", ο οποίος θα ενεργεί σε συνεργασία με τις εθνικές πολιτικές και στρατιωτικές αρχές και με τις οργανώσεις των χρηστών. Άρθρο 2. Ο Οργανισμός αναλαμβάνει τα ακόλουθα καθήκοντα: (α) να καταρτίζει και να εγκρίνει λεπτομερή σχέδια για την εναρμόνιση και ολοκλήρωση των εξυπηρετήσεων και συστημάτων της εναέριας κυκλοφορίας, ιδίως των αεροναυτιλιακών συστημάτων εδάφους και αέρα των Συμβαλλομένων Μερών, με σκοπό την καθιέρωση ενός ομοιόμορφου ευρωπαϊκού συστήματος διαχείρισης της εναέριας κυκλοφορίας, (β) να συντονίζει τα σχέδια εφαρμογής των Συμβαλλομένων Μερών, ούτως ώστε να εξασφαλιστεί η σύγκλιση προς ένα ομοιόμορφο ευρωπαϊκό σύστημα διαχείρισης της εναέριας κυκλοφορίας, (γ) [...], (π) να καθιερώνει, να τιμολογεί και να εισπράττει τα τέλη διαδρομής για λογαριασμό των Συμβαλλομένων Μερών που συμμετέχουν στο κοινό σύστημα τελών διαδρομής, υπό τους όρους που προβλέπονται στο Παράρτημα IV".
Περαιτέρω, στο άρθρο 34 παρ.1 του ν. 2682/1999, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με την παρ.3 του άρθρου 35 του ν. 2912/2001, ορίζονται τα εξής: "1. Για τον εκσυγχρονισμό, ανάπτυξη και λειτουργία του συστήματος εναέριας κυκλοφορίας και μείωσης των καθυστερήσεων, λόγω της εναέριας κυκλοφορίας στην Ελλάδα, συνιστάται στην Τράπεζα της Ελλάδος ειδικός λογαριασμός σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία.
Στον ειδικό λογαριασμό αποδίδονται μηνιαία από τα αποδιδόμενα από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό για την ασφάλεια των πτήσεων (EUROCONTROL) ποσά ως τέλη διαδρομής και τέλη τερματικής περιοχής εννέα (9) ευρώ ανά μονάδα εξυπηρέτησης διαδρομής. Δύο (2) από τα παραπάνω ευρώ χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για την κάλυψη της δαπάνης που απαιτείται για την κάλυψη του πτυχίου ελεγκτών εναέριας κυκλοφορίας έναντι οριστικής απώλειας ειδικότητας για λόγους υγείας, θανάτου κατά την άσκηση των υπηρεσιακών καθηκόντων ή αντικειμενικής αδυναμίας άσκησης καθηκόντων και τα υπόλοιπα επτά (7) ευρώ για τους σκοπούς της επόμενης παραγράφου. 2.
Τα ποσά που αποδίδονται στον συνιστώμενο ειδικό λογαριασμό χρησιμοποιούνται για τη χρηματοδότηση δαπανών αποζημίωσης του προσωπικού της ΥΠΑ που συμβάλλει στην τιμή μονάδας (unirate) και στη θέση κόστους (cost base) των ως άνω τελών υπό αυστηρούς όρους εκμετάλλευσης του νέου συστήματος Radar, αύξησης της χωρητικότητας του συστήματος της εναέριας κυκλοφορίας και της μείωσης των καθυστερήσεων στην Ελλάδα και στο FIR Αθηνών, καθώς και με δαπάνες, για την περαιτέρω ανάπτυξη και εκσυγχρονισμό του συστήματος, των υπηρεσιών, της οργάνωσης και του ανθρώπινου δυναμικού της εναέριας κυκλοφορίας καθώς και την υποστήριξη των δραστηριοτήτων της ΥΠΑ για την έγκαιρη ανάπτυξη και θέση σε λειτουργία του Νέου Διεθνούς Αερολιμένα Αθηνών στα Σπάτα. 3.
Οι δαπάνες αποζημίωσης του προσωπικού καθορίζονται και καταβάλλονται μηνιαία ως κίνητρο βελτίωσης των παρεχομένων υπηρεσιών, μείωσης των καθυστερήσεων, αύξησης της χωρητικότητας του συστήματος και της εναέριας κίνησης ως κάτωθι: α. Για τον κλάδο των Ελεγκτών Εναέριας Κυκλοφορίας ΠΕ2- ΤΕ2 δύναται να καταβληθεί έως ποσοστό 44% εκ των ως άνω μηνιαίων αποδόσεων.
Εκ του ποσού αυτού καταβάλλεται το προκύπτον από το κλάσμα των κατειλημμένων οργανικών θέσεων προς το σύνολο των οργανικών θέσεων του κλάδου σε ίσα μερίσματα, επηυξημένα για τους ελεγκτές της ειδικότητας Radar κατά 20%, στους ελεγκτές ειδικότητας Αεροδρομίου, Προσέγγισης και Περιοχής με πραγματική άσκηση της ειδικότητάς τους. [...]. 4.
Στον παρόντα ειδικό λογαριασμό διατηρείται το 10% των μηνιαίων αποδόσεων και δύναται να χρησιμοποιηθεί για δαπάνες εκπαίδευσης, μελετών, παροχή υπηρεσιών συμβούλου, συμπληρωματικές επενδύσεις και λοιπά προγράμματα ανάπτυξης και εκσυγχρονισμού του συστήματος και των σχετικών υπηρεσιών που συμβάλλουν στους ως άνω στόχους, με διαδικασίες απευθείας ανάθεσης στο EUROCONTROL ή σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις σε άλλους φορείς, καθώς και για δαπάνες αποζημίωσης ομάδων εργασίας ή επιτροπών που συμβάλλουν στην έγκαιρη και έγκυρη υλοποίηση των δραστηριοτήτων του έργου ανάπτυξης του Νέου Διεθνούς Αερολιμένα Αθηνών επί τη βάσει συγκεκριμένου χρονοδιαγράμματος και των σχετικών δραστηριοτήτων υλοποίησης [...]. 6.
Τυχόν υπόλοιπα της μηνιαίας ως άνω καθοριζομένης διαχείρισης επιστρέφουν στον λογαριασμό Τελών Διαδρομής ως Δημόσια Έσοδα". 3.
Επειδή, με το άρθρο 73 του ν. 3431/2006 προστέθηκε άρθρο 34Α στο ν. 2682/1999, με το οποίο ορίζονται, εκτός άλλων, και τα εξής: "Στον ειδικό λογαριασμό, που έχει συσταθεί με την παρ.1 του άρθρου 34 του ν. 2682/1999 αποδίδεται μηνιαία από τα αποδιδόμενα από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό για την Ασφάλεια της Αεροναυτιλίας (EUROCONTROL) επί πλέον ποσό ως τέλος διαδρομής, που ανέρχεται σε δέκα ευρώ ανά μονάδα εξυπηρέτησης διαδρομής.
Το ποσό αυτό χρησιμοποιείται για τη χρηματοδότηση δαπανών της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας (ΥΠΑ), που συμβάλλουν στην τιμή μονάδας (unit rate) και στη βάση κόστους (cost base) των τελών διαδρομής ως ακολούθως: α) δύο ευρώ καταβάλλονται μηνιαίως στο προσωπικό της ΥΠΑ ως επίδομα ετοιμότητας και διαθεσιμότητας, ως κίνητρο για τη διατήρηση της υψηλής αποδοτικότητας και του μέγιστου βαθμού ασφαλείας των παρεχόντων υπηρεσίες αεροναυτιλίας, καθορίζονται δε ως ακολούθως [...]".
Περαιτέρω, στην εκδοθείσα κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 34 του ν. 2682/1999 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Μεταφορών - Επικοινωνιών ΚΥΑ 2/44611/Α0024/1999 (ΦΕΚ Β’ 1336) ορίστηκε, στην παράγραφο 8 αυτής, "ότι οι αποσπασμένοι υπάλληλοι της ΥΠΑ σε άλλες υπηρεσίες του Δημοσίου, ΟΤΑ, ΝΠΔΔ, ΝΠΙΔ, καθώς και σε γραφεία κομμάτων ή βουλευτών λαμβάνουν τα ανωτέρω επιδόματα, υπό την προϋπόθεση ότι μισθοδοτούνται από την ΥΠΑ και συμμετέχουν στα μηνιαία προγράμματα εργασίας με τις προϋποθέσεις του κλάδου, στον οποίο ανήκουν, όπως αναφέρονται στις διατάξεις του άρθρου 34 του ν. 2682/1999.
Οι αποσπασμένοι στην ΥΠΑ υπάλληλοι των παραπάνω υπηρεσιών δεν δύνανται να λαμβάνουν τα επιδόματα αυτά". Εξάλλου, σε εκτέλεση του άρθρου 34Α του ν. 2682/1999, εκδόθηκε η ΚΥΑ Δ11/Α/8488/7838/2006 (ΦΕΚ Β’ 645/2006), στην οποία ορίστηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα : "Στον ειδικό λογαριασμό στην Τράπεζα της Ελλάδος στην ομάδα 234 με αριθμό 23436310 και τίτλο ‘ ‘ Ελληνικό Δημόσιο Ειδικός Λογαριασμός για τον εκσυγχρονισμό του συστήματος και την αναβάθμιση Υπηρεσιών Εναερίου Κυκλοφορίας’ ‘ , ο οποίος έχει συσταθεί με την παρ.1 του άρθρου 34 του ν. 2682/1999, αποδίδεται μηνιαία από τα αποδιδόμενα από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό για την Ασφάλεια της Αεροναυτιλίας (EURΟCΟNΤRΟL) επιπλέον ποσό ως τέλος διαδρομής, που ανέρχεται σε δέκα (10 )ευρώ ανά μονάδα εξυπηρέτησης διαδρομής [...].
Η άντληση των ποσών αυτών σε μηνιαία βάση από τον εν λόγω λογαριασμό πραγματοποιείται : Α) Για δαπάνες αποζημιώσεως προσωπικού ΥΠΑ ως κίνητρο βελτίωσης των παρεχόμενων υπηρεσιών, αύξησης της χωρητικότητας του συστήματος εναέριας κυκλοφορίας στην Ελλάδα και στο FIR Αθηνών.[...] για την έγκαιρη ανάπτυξη και θέση σε λειτουργία του νέου Διεθνούς Αερολιμένα Αθηνών στα Σπάτα.
Οι αποσπασμένοι υπάλληλοι της ΥΠΑ σε άλλες υπηρεσίες του Δημοσίου, ΝΠΔΔ, ΝΠΙΔ, καθώς και σε γραφεία κομμάτων και βουλευτών, λαμβάνουν τις ανωτέρω αποζημιώσεις υπό την προϋπόθεση ότι μισθοδοτούνται από την ΥΠΑ". Περαιτέρω, στο άρθρο 50 του πδ 56/1989 "Οργανισμός Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας" (ΦΕΚ Α 28) αναφέρονται τα εξής: "Οι θέσεις των μονίμων υπαλλήλων της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών διακρίνονται κατά κλάδους ως ακολούθως Α.
Κλάδοι Κατηγορίας ΠΕ Α) [...], Β) Κλάδος ΠΕ2 Ελεγκτών Εναέριας Κυκλοφορίας. 1. Ο κλάδος ΠΕ2 Ελεγκτών Εναέριας Κυκλοφορίας περιλαμβάνει (512) θέσεις οργανικά ενιαίες. 2. Προσόντα Διορισμού στον εισαγωγικό βαθμό ορίζονται: Πτυχίο Νομικής ή Πολιτικών Επιστημών ή Οικονομικών Σχολών ή Κοινωνιολογίας ή Διοίκησης Επιχειρήσεων ή Φυσικών ή Μαθηματικών ΑΕΙ της ημεδαπής ή Πτυχίο Ανωτάτης Σχολής Πολιτικών Επιστημών ή Ανωτάτης Σχολής Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών ή Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής ή ισότιμων ανωτάτων σχολών της αλλοδαπής ή πτυχίο χειριστού σχολής Ικάρων.
Άριστη γνώση της Αγγλικής γλώσσας και ορθοφωνία, που διαπιστώνεται με πιστοποιητικό που θα χορηγείται κατόπιν προφορικής συνέντευξης με ειδική προς τούτο συγκροτούμενη επιτροπή". 4.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ.1 εδ. α’ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή ( Ολ ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με αυτό το λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσία (Ολ ΑΠ 27 και 28/1998).
5. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ένδικης, από 22-4-2010, αγωγής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι εκθέτουν ότι συνδέονται με το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, υπαγόμενοι στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας, όπου προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στην 131 Σμηναρχία Μάχης (αεροδρόμιο Ακτίου) ως πυροσβέστες οι πρώτος έως δέκατος έκτος και ως οδηγοί ειδικών οχημάτων οι λοιποί.
Ότι τα καθήκοντά τους συνίστανται στην παροχή υπηρεσιών στον τομέα της πυρασφάλειας, πυρόσβεσης και διάσωσης για όλες τις πτήσεις, δηλαδή στρατιωτικές, εθνικές και διεθνείς πτήσεις αρμοδιότητας της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας. Ότι στο προσωπικό της ανωτέρω υπηρεσίας χορηγήθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 34 και 34Α του ν. 2682/1999 μία μηνιαία αποζημίωση, η οποία δόθηκε, εκτός από τους ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας, και στους εργαζόμενους στον τομέα της πυρόσβεσης και της πυρασφάλειας της παραπάνω υπηρεσίας (ΥΠΑ).
Ότι η εν λόγω αποζημίωση ουδέποτε χορηγήθηκε σε αυτούς, παρότι εργάζονται σε ουσιωδώς όμοιες συνθήκες με αυτές των υπαλλήλων της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας. Σύμφωνα με το ιστορικό αυτό και επικαλούμενοι, κυρίως, την υπέρ αυτών εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας και, επικουρικώς, τη ζημιογόνο ως προς αυτούς παράβαση του υπηρεσιακού καθήκοντος των αρμοδίων οργάνων του εναγομένου, οι ενάγοντες ζητούν την καταψήφιση του τελευταίου σε καταβολή της ως άνω μηνιαίας αποζημίωσης των άρθρων 34 και 34Α του ν. 2682/1999 για το χρονικό διάστημα από 1-1-2007 έως 31-12-2008, συνολικού ποσού για κάθε ενάγοντα 16.690,74 ευρώ.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 17/2011 οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία αυτή έγινε δεκτή στο σύνολό της κατά την κυρία βάση, ενώ η επικουρική βάση απορρίφθηκε ως μη νόμιμη.
6. Επειδή, κατά της ως άνω απόφασης ασκήθηκε έφεση από το Ελληνικό Δημόσιο, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 129/2013 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, η οποία δέχθηκε ανελέγκτως, μεταξύ άλλων, και τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι προσλήφθηκαν αρχικά με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου από το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας- Γενικό Επιτελείο Αεροπορίας, προκειμένου να καλύψουν τις ανάγκες της 131 Σμηναρχίας Μάχης (ΣΜ), που εδρεύει στο Άκτιο.
Ότι οι συμβάσεις τους έχουν ήδη μετατραπεί σε συμβάσεις αορίστου χρόνου. Ότι οι εκ των εναγόντων ενδέκατος, δωδέκατος, δέκατος τρίτος, εικοστός έβδομος, εικοστός όγδοος και εικοστός ένατος απασχολούνται σε έργα υποδομής του ΝΑΤΟ και στην κάλυψη αναγκών των εθνικών οδών, αλλά όχι στον τομέα της πυρασφάλειας και της πυρόσβεσης στο αεροδρόμιο του Ακτίου.
Ότι οι εκ των εναγόντων πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, πέμπτος, έκτος, έβδομος, όγδοος, ένατος, δέκατος, δέκατος τέταρτος, δέκατος πέμπτος και δέκατος έκτος τοποθετήθηκαν στο τμήμα πυρασφάλειας με την ειδικότητα του πυροσβέστη, ενώ οι εκ των εναγόντων δέκατος έβδομος, δέκατος όγδοος, δέκατος ένατος, εικοστός, εικοστός πρώτος, εικοστός δεύτερος, εικοστός τρίτος, εικοστός τέταρτος, εικοστός πέμπτος, εικοστός έκτος, τριακοστός, τριακοστός πρώτος και τριακοστός δεύτερος τοποθετήθηκαν στο τμήμα πυρασφάλειας με την ειδικότητα του οδηγού ειδικών οχημάτων.
Ότι τα καθήκοντα του προσωπικού πυρασφάλειας της 131 ΣΜ είναι η πυρόσβεση και η διάσωση του προσωπικού σε πολεμικά αεροσκάφη, για τα οποία έχουν εκπαιδευθεί και εκπαιδεύονται συνεχώς, αλλά, επιπλέον, προσφέρουν τις υπηρεσίες τους, επικουρικά και σε αεροσκάφη της ΥΠΑ, ευρισκόμενοι σε ετοιμότητα για την πυρόσβεση κατά την προσγείωση και τον ανεφοδιασμό των πολιτικών αεροσκαφών σε καύσιμα, διότι στο αεροδρόμιο του Ακτίου δεν υπάρχει πολιτικό προσωπικό, το οποίο να ασχολείται με την πυρασφάλεια, με συνέπεια αυτή να καλύπτεται από το προσωπικό του στρατιωτικού αεροδρομίου.
Ότι αυτά προκύπτουν από την κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, από κατάθεση του ίδιου μάρτυρα στο ακροατήριο του ίδιου δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της προγενέστερης, από 23-2-1999, όμοιας αγωγής, η οποία απορρίφθηκε ως αόριστη και από βεβαίωση, χωρίς ημερομηνία συντάξεως, του Διοικητή της 131 ΣΜ Ε.
Σ.. Ότι οι παραπάνω είκοσι έξη ενάγοντες κατά την παροχή της εργασίας τους βρίσκονται σε ετοιμότητα για την πυρασφάλεια και πυρόσβεση κατά την προσγείωση, απογείωση και ανεφοδιασμό σε καύσιμα αεροσκαφών ευθύνης της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας, αφού το προσωπικό αυτής δεν επαρκεί για την εξυπηρέτηση των αναγκών της και για τη διατήρηση του μέγιστου βαθμού ασφαλείας των παρεχόμενων υπηρεσιών αεροναυτιλίας.
Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι η χορήγηση της ένδικης αποζημίωσης στους υπαλλήλους της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας, που είναι επιφορτισμένοι με την πυρασφάλεια και την πυρόσβεση για τις πτήσεις της πολιτικής αεροπορίας, οι οποίοι έχουν τα ίδια προσόντα και την ίδια εμπειρία με τους ενάγοντες, ακόμη και με εκείνους που είναι αποσπασμένοι σε άλλες υπηρεσίες του Δημοσίου, των ΟΤΑ, των ΝΠΔΔ και των ΝΠΙΔ, καθώς και σε γραφεία κομμάτων και βουλευτών και η εξαίρεση από αυτή (αποζημίωση) των ως άνω εναγόντων, που υπάγονται στην ίδια κατηγορία υπαλλήλων, έχουν την ίδια εκπαίδευση και εμπειρία και εξυπηρετούν τις ίδιες ανάγκες, αφού το υφιστάμενο προσωπικό της ΥΠΑ στον τομέα της πυρασφάλειας στο αεροδρόμιο του Ακτίου δεν επαρκεί, εισάγει δυσμενή διάκριση, η οποία δεν επιβάλλεται από λόγους γενικότερου δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος και, συνεπώς, είναι αδικαιολόγητη.
Και μετά ταύτα έκρινε ότι οι παραπάνω ενάγοντες δικαιούνται, με βάση την συνταγματική αρχή της ισότητας, την αποζημίωση του άρθρου 34 του ν. 2682/1999, όπως υπολογίστηκε με την κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσα ΚΥΑ /44611/40024/1999 και του άρθρου 34Α του ίδιου νόμου, που προστέθηκε με το άρθρο 73 του ν. 3431/2006, όπως αυτή υπολογίστηκε με την κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσα ΚΥΑ Δ11/Α/18488/7838/2006.
Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του Ελληνικού Δημοσίου ως προς τους ενδέκατο, δωδέκατο, δέκατο τρίτο, εικοστό έβδομο, εικοστό όγδοο και εικοστό ένατο από τους ενάγοντες, οι οποίοι δεν είναι διάδικοι στην αναιρετική δίκη και απέρριψε ως κατ’ ουσία αβάσιμη την αγωγή ως προς αυτούς. Στη συνέχεια απέρριψε την έφεση ως προς τους λοιπούς ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους και, με τον τρόπο αυτό, επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση.
7. Επειδή, με την κρίση του αυτή το Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδας εσφαλμένα ερμήνευσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1 του Συντάγματος, 34 και 34Α του ν. 2682/1999 και τις κατ’ εξουσιοδότηση των άρθρων αυτών εκδοθείσες ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Μεταφορών - Επικοινωνιών με αριθμό 2/44661/Α0024/1999 και Δ11/Α/8488/ 7838/2006, αντίστοιχα και, επίσης, εσφαλμένα υπήγαγε σ’ αυτές τα περιστατικά που αναφέρονται στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας.
Τούτο, διότι η προβλεπόμενη από τις διατάξεις αυτές αποζημίωση, η οποία προέρχεται αποκλειστικά από τα καταβαλλόμενα στον Ευρωπαϊκό Οργανισμό για την ασφάλεια των πτήσεων (EUROCONTROL) τέλη, χορηγείται στο προσωπικό της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας του Υπουργείου Μεταφορών - Επικοινωνιών, που είναι πολιτικοί υπάλληλοι και, ιδίως, στους υπαλλήλους με ειδικότητα ελεγκτή εναέριας κυκλοφορίας, προς επίτευξη συγκεκριμένων στόχων, ειδικώς οριζόμενων στο νόμο.
Η μη χορήγηση της επίμαχης αποζημίωσης και σε άλλες κατηγορίες υπαλλήλων, μη ανηκόντων στην Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας, όπως στους αναιρεσείοντες πυροσβέστες και οδηγούς πυροσβεστικών οχημάτων, που είναι υπάλληλοι του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, δεν παραβιάζει την αρχή της ισότητας, προεχόντως διότι αυτοί, σε σχέση με τους υπαλλήλους της ΥΠΑ, ανήκουν σε εντελώς διαφορετική κατηγορία υπαλλήλων, η οποία διαφοροποιείται ως προς τη διαδικασία και τα προσόντα επιλογής, την υπηρεσιακή εξέλιξη, το μισθολογικό και το εν γένει υπηρεσιακό καθεστώς, γεγονός που δικαιολογεί τη διαφοροποίησή τους όσον αφορά τα χορηγούμενα σε αυτούς επιδόματα και λοιπές απολαβές (ΣτΕ 3045/2013, ΣτΕ 3597/2013).
Επομένως, ο πρώτος από τους λόγους της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνεται η ως άνω παραβίαση και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
8.Επειδή, σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το κεφάλαιο που αναφέρεται στην απόρριψη της έφεσης και στα δικαστικά έξοδα. Η έρευνα του δευτέρου από τους λόγους της αιτήσεως αποβαίνει περιττή. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ.3 εδ.α’ ΚΠολΔ, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 65 παρ.1 του ν. 4139/2013 (ΦΕΚ Α’ 74/20-3-2013), "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση".
Εν προκειμένω, μετά την αναίρεση αναβιώνει η εκκρεμοδικία επί της εφέσεως. Στο εφετείο, κατόπιν εφέσεως του εναγομένου, εκεί εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, είχε μεταβιβασθεί η υπόθεση ως προς την κυρία βάση της από 22-4-2010 αγωγής, η οποία είχε γίνει δεκτή κατ’ ουσία από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και το εκκαλούν επιδίωκε την απόρριψή της. Από τις αιτιολογίες, που αναφέρθηκαν κατά την έρευνα του λόγου αναιρέσεως, που ευδοκίμησε, προκύπτει ότι η αγωγή είναι μη νόμιμη. Επομένως, δεν απαιτείται περαιτέρω έρευνα και, μετά την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο και να γίνει δεκτή η έφεση κατά παραδοχή του λόγου που αναφέρεται στη νομική βασιμότητα της αγωγής. Κατόπιν, πρέπει να εξαφανισθεί η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ως προς το μέρος με το οποίο είχε γίνει δεκτή η κυρία βάση της αγωγής και ως προς τη διάταξη περί δικαστικών εξόδων. Μετά ταύτα, πρέπει η αγωγή, της οποίας η επικουρική βάση έχει ήδη απορριφθεί αμετακλήτως, να απορριφθεί στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα εν γένει, μειωμένα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2, σε συνδυασμό με το άρθρο 22 του ν. 3693/1955).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την 129/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, ως προς τα κεφάλαια που αναφέρονται στην απόρριψη της από 23-2-2011 εφέσεως και στα δικαστικά έξοδα.
ΚΡΑΤΩΝΤΑΣ την υπόθεση.
ΔΙΚΑΖΟΝΤΑΣ επί της εφέσεως και ΔΕΧΟΜΕΝΟ αυτήν.
ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την 17/2011 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας ως προς το μέρος κατά το οποίο είχε γίνει δεκτή η κυρία βάση της από 22-4-2010 αγωγής, καθώς και ως προς τη διάταξη περί δικαστικών εξόδων.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή.- Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσίβλητους να πληρώσουν στο αναιρεσείον τριακόσια (300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 23η Ιουνίου 2015. -Και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 7η Ιουλίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ