Supreme Court dismisses appeal for insufficient reasoning and failure to state material facts regarding medical allowance dispute.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court dismissed the National Organization for Health Services' appeal against the Athens Court of Appeal's decision awarding medical allowances to doctors. The appellant failed to specify whether the lower court's reasoning was missing, incomplete, or contradictory, nor did it identify the specific factual premises upon which the judgment relied. Consequently, the court ruled that the appeal was inadmissible due to vagueness and could not conduct the necessary review of the lower court's legal application.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if it fails to clearly state whether the lower court's reasoning is missing, incomplete, or contradictory, and if it does not specify the material facts and premises upon which the judgment was based, rendering the review of the legal application impossible.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertVolltext
Απόφαση 966 / 2013 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 966/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ" (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) που εδρεύει στο Μαρούσι και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου του αρχικά αναιρεσίοντος Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ" (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ), το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Βρώτσου και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.
1. Σ. Μ. του Π. έως και 147. Ε. Κ. του Δ. κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο-Ελευθέριο Τάγαρη και κατέθεσαν προτάσεις.
Στο σημείο αυτό, ο συνήγορος των ως άνω αναιρεσιβλήτων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι:
α) Ο υπό στοιχείο 27 αναιρεσίβλητος Ι. Π. απεβίωσε στις 20/12/2009 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό …/2009 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Χαλανδρίου, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού 1) Κ. χήρα Ι. Π., το γένος Γ. Π., 2) Μ. Π. του Ι., 3) Κ. Π. του Ι., κάτοικοι ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.
β) Η υπό στοιχείο 94 αναιρεσίβλητη Ζ. Μ. απεβίωσε στις 11/4/2005 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό …/2005 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Χαλανδρίου, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτής 1) Ι. Π. του Γ., 2) Γ. Π. του Ι., 3) Κ. Π. του Ι., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.
γ) Ο υπό στοιχείο 123 αναιρεσίβλητος Ν. Μ. απεβίωσε στις 9/4/2009 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό …/2009 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Βούλας, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικές εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού 1) Α. χήρα Ν. Μ., το γένος Π. Ν., 2) Ε. Μ. του Ν., κάτοικοι ... οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.
δ) Το ονοματεπώνυμο της υπό στοιχείο 63 αναιρεσίβλητης είναι Δ. Π. και όχι Δ. Π. όπως εσφαλμένα αναγράφεται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως.
ε) Το ονοματεπώνυμο της υπό στοιχείο 63 αναιρεσίβλητης είναι "Μ.(ον) Σ.(επ)" και όχι "Σ. Μ." όπως εσφαλμένα αναγράφεται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/6/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1574/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4215/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 16/6/2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αγγελική Αλειφεροπούλου ανέγνωσε την από 15/3/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 16/6/2011 αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από τα, ταυτάριθμα με την παρούσα, πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, παραδεκτά διορθώθηκαν, με σχετική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου των αναιρεσιβλήτων στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου, τα ονοματεπώνυμα της 63ης των αναιρεσιβλήτων από το εσφαλμένο Δ.
Π. στο ορθό "Δ. Π. και της 102ης των αναιρεσιβλήτων από το εσφαλμένο "Σ. Μ." στο ορθό "Μ. (όν.) Σ. (επ.)" χωρίς να προβληθεί αμφισβήτηση από την πλευρά του αναιρεσείοντος, ως προς την ταυτότητα των εν λόγω διαδίκων. Περαιτέρω, σε σχέση με τους, αποβιώσαντες προ του χρόνου ασκήσεως της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, 27ο, 94η και 123ο των αναιρεσιβλήτων (Ι.
Π., Ζ. Μ. και Ν. Μ., αντίστοιχα), εν γνώσει του θανάτου των οποίων δεν αποδεικνύεται, από οποιοδήποτε στοιχείο, ότι τελούσε το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ., νομίμως συνεχίζεται η δίκη, κατά τα άρθρα 286 επ. Κ.Πολ.Δ., από τους αναφερόμενους στα πρακτικά και το προεισαγωγικό μέρος της παρούσας νόμιμους εξ αδιαθέτου κληρονόμους τους (Ολ.Α.Π. 27/1987).
Όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ., στο δικόγραφο της αναιρέσεως πρέπει να εκτίθεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναιρέσεως, από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 του ίδιου Κώδικα, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση, δεν επιτρέπεται δε η συμπλήρωση του λόγου αναιρέσεως με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή, η έφεση, οι προτάσεις των διαδίκων κλπ (Ολ.Α.Π. 27/1998, Ολ.Α.Π. 32/1996).
Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος και, κατά συνέπεια, παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ευθεία παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρ. 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.), που συντρέχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο ή παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου (εσφαλμένη εφαρμογή), είτε προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από εκείνη την οποία έχει (εσφαλμένη ερμηνεία), δεν αρκεί η παράθεση στο αναιρετήριο της διατάξεως που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, της κατά τον αναιρεσείοντα έννοιας αυτής, καθώς και της περί αυτής κρίσεως του Δικαστηρίου της ουσίας και της δεκτής γενόμενης από αυτό έννομης συνέπειας, αλλά πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, έστω με συνοπτική αναφορά αλλά με σαφήνεια και πληρότητα και όχι εντελώς αποσπασματικά και επιλεκτικά, οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δηλαδή τα δεκτά γενόμενα από αυτήν πραγματικά περιστατικά, υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, αφού στην περίπτωση, κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση.
Διαφορετικά δεν είναι δυνατή, με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως, διότι η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται, σύμφωνα με το άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ., από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δε τελευταίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του Δικαστηρίου.
Επομένως, η παράθεση των τελευταίων στο αναιρετήριο είναι αναγκαία, για να μπορεί να ελεγχθεί, με βάση το περιεχόμενο αυτού, αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου και να παρέχεται η δυνατότητα εξειδίκευσης της αποδιδόμενης μομφής, ενώ, όπως εκτέθηκε στην αρχή, δεν επιτρέπεται η συμπλήρωση με αναφορά σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα και αυτήν την προσβαλλόμενη απόφαση.
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος και, κατά συνέπεια, παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η νομική πλημμέλεια, ότι η απόφασή του στερείται νόμιμης βάσης (άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ), που ιδρύεται ιδίως, όταν αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου), πρέπει να αναφέρονται, μεταξύ άλλων, έστω συνοπτικά αλλά με πληρότητα και σαφήνεια, οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου, υπό τις οποίες συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση, ήτοι να εκτίθενται σαφώς και τα πραγματικά γεγονότα, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας με την ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού και να προσδιορίζεται σε τί συνίσταται η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης (εξειδίκευση του σφάλματος), δηλαδή η αιτία, συνεπεία της οποίας τούτο συμβαίνει, ήτοι, ότι δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή, ότι έχει αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε πρέπει να καθορίζεται σε τί συνίσταται η αντίφαση και από ποία αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτει ή, ότι έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, οπότε πρέπει περαιτέρω να καθορίζεται σε τί συνίσταται η ανεπάρκειά τους, ποίο δηλαδή το ελλείπον στοιχείο, που είναι αναγκαίο για την επάρκειά τους.- Στην προκειμένη περίπτωση, με τον μοναδικό λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, που, απορρίπτοντας την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος, επικύρωσε την πρωτοβάθμια απόφαση, η οποία δέχθηκε εν μέρει, ως ουσιαστικά βάσιμη, την εναντίον αυτού ένδικη αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, πλημμέλειες, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των αναφερόμενων στην αίτηση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρων 4 παρ.1 του Συντάγματος, 1, 8 παρ.7, 10 του Ν. 2470/1997, 4-5, 8 παρ.1 του Ν. 2606/1998, 13 παρ.3 του Ν. 2703/1999, 8 παρ.5, 43 παρ.1-2, 44, 55 παρ.2 του Ν. 3205/2003, 2 παρ.1 του Ν. 3235/2004).
Ενώ, όμως, εκτίθενται στο αναιρετήριο σύντομο διαδικαστικό ιστορικό της υποθέσεως και οι απόψεις του αναιρεσείοντος για το νομικό και ουσιαστικό μέρος της, δεν περιέχονται όλα τα προαναφερόμενα αναγκαία για το ορισμένο του ανωτέρω λόγου αναιρέσεως στοιχεία, ειδικότερα δε, όσον αφορά το πρώτο σκέλος αυτού (ευθεία παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου) ουδόλως παρατίθενται, έστω συνοπτικά αλλά με σαφήνεια και πληρότητα, ενόψει του ότι το Εφετείο έκρινε επί της ουσίας, τα πραγματικά περιστατικά, που δέθηκε τούτο, ως αποδειχθέντα σε σχέση με τον καθένα από τους αναιρεσιβλήτους-ενάγοντες, υπό τα οποία συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το δικόγραφο της αναιρέσεως να προκύπτει η νομική πλημμέλεια, οπότε η μη αναφορά παντάπασι των παραδοχών του Δικαστηρίου της ουσίας δεν επιτρέπει τον αναιρετικό έλεγχο, ενώ, όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου αναιρέσεως (εκ πλαγίου παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου), αφενός μεν δεν εξειδικεύεται το σφάλμα του Δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο στερεί νόμιμης βάσης την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού δεν διευκρινίζεται, αν το επικαλούμενο σφάλμα συνιστά ανύπαρκτη, ελλιπή ή αντιφατική αιτιολογία ούτε εξηγείται, εφόσον πρόκειται περί ανεπαρκούς αιτιολογίας, ποια είναι τα επί πλέον εκείνα περιστατικά, που έπρεπε να περιλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, για να καταστεί αυτή επαρκής ή, εφόσον πρόκειται περί αντιφατικών αιτιολογιών, σε τί ακριβώς συνίστανται οι (ουδόλως επικαλούμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση) αντιφάσεις, ποιες είναι συγκεκριμένα αυτές σε σχέση με τους επικληθέντες κρίσιμους αγωγικούς ισχυρισμούς και ενστάσεις και από πού προκύπτουν, αφετέρου δε δεν αναφέρονται, κατά τρόπο έστω συνοπτικό αλλά με σαφήνεια και πληρότητα, όπως προεκτέθηκε, οι ουσιαστικές κρίσιμες πραγματικές παραδοχές του Εφετείου, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του, δηλαδή τα δεκτά γενόμενα από αυτό πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία κατέληξε στην ως άνω νομική κρίση του επί της εργατικής διαφοράς των διαδίκων, ώστε να αποβαίνει εφικτή, με ασφάλεια, η διάγνωση της βασιμότητάς του.
Ενόψει τούτων, βάσει του περιεχομένου του αναιρετηρίου, συμπλήρωση του οποίου δεν επιτρέπεται, κατά τα προεκτεθέντα, δεν είναι δυνατό να ελεγχθεί και στοιχειοθετηθεί, ούτε κατά το πρώτο ούτε κατά το δεύτερο μέρος του, ο προαναφερθείς λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλονται αιτιάσεις κατά της ανωτέρω αποφάσεως για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και εσφαλμένη αιτιολογία σε σχέση με την κρίση της ως προς την επιδίκαση υπέρ των αναιρεσιβλήτων ιατρών του επίδικου νοσοκομειακού επιδόματος του άρθρου 8 παρ.7 του Ν. 2470/1997.
Εφόσον, λοιπόν, στο αναιρετήριο δεν εκτίθενται, έστω συνοπτικά αλλά με πληρότητα, οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ώστε να είναι εφικτός ο εντελής έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και, συνακόλουθα, ο έλεγχος της ορθότητας του διατακτικού της αποφάσεως αυτής, ο ανωτέρω μοναδικός λόγος, όπως ατελώς κατά περιεχόμενο διαλαμβάνεται σ' αυτό (αναιρετήριο), είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας και ως προς τα δύο σκέλη του, μη αρκούντων για τη θεμελίωσή του των όλως περιορισμένων και μεμονωμένων αποσπασμάτων του νομικού συλλογισμού (της μείζονος -και όχι ελάσσονος- προτάσεως) του Δικαστηρίου της ουσίας, που αναφέρονται στην αίτηση αναιρέσεως, ούτε των διατάξεων νόμων, της επικαλούμενης νομολογίας και νομικών σκέψεων του αναιρεσείοντος μαζί με επιχειρήματα υπέρ των απόψεών του για την υπόθεση.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-6-2011 αίτηση του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. (Ν.Π.Δ.Δ.), στη δικονομική θέση του οποίου υπεισήλθε, ως καθολικός διάδοχος αυτού, ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ., για αναίρεση της 4215/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Μαΐου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ