Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
966/2007 KI-generiert

Supreme Court dismisses appeal on property ownership, ruling administrative acts do not constitute possession.

Geschäftsnummer 966/2007
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Abgewiesen (Dismissed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court dismissed the appeal against the Court of Appeal's decision regarding property ownership. The appellants argued the lower court erred by failing to consider specific claims and by incorrectly evaluating evidence, while the respondent contended the administrative acts were insufficient to prove possession. The court ruled that submitting plans to authorities does not constitute the physical acts of possession required for acquisitive prescription, thereby upholding the original judgment.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 974, 980, 984, 988 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: Administrative acts such as submitting plans to authorities do not constitute the physical acts of possession necessary to establish ownership through acquisitive prescription.

Schlagwörter

KI-generiert
acquisitive prescription possession of immovable property administrative acts appeal admissibility evidence evaluation civil code provisions property ownership Agrargebiet

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Articles 974, 984, 988 of the Civil Code
Article 559, paragraph 1, number 1 of the Code of Civil Procedure
KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 966 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 966/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη, Μίμη Γραμματικούδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. ...... και 2. ..... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους: 1. ......, 2. ...... οι οποίοι ανακάλεσαν τις από 6-3-2007 δηλώσεις τους εκ του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ και παραστάθηκαν αυτοπροσώπως και 3. ......

Της αναιρεσίβλητης: ....... και της ......, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κεφαλιάκο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-7-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 40/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 602/2004 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23-2-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 3-1-2006 έκθεσή του κωλυομένου να μετάσχει στην σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη Αλέξανδρου Κασιώλα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και τείνουν στη θεμελίωση, ή στην κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που έχει ασκηθεί με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής.

Επίσης ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο. Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τους πρώτο και τρίτο λόγους αναιρέσεως προβάλλουν, αντίστοιχα, ότι το Εφετείο υπέπεσε στις πλημμέλειες από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., διότι α) δέχθηκε ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη προέβαλε σαφή και ορισμένο ισχυρισμό αμφισβητήσεως ειδικώς της κυριότητας των δικαιοπαρόχων τους επί του επιδίκου, χωρίς να προταθεί από την εναγομένη τέτοιος ισχυρισμός και β) δεν έλαβε υπόψη και δεν ερεύνησε τους πέντε λόγους της εφέσεώς τους με τους οποίους παραπονέθηκαν για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το ζήτημα αν τα επίδικα εδαφικά τμήματα περιλαμβάνονται στους τίτλους που αυτοί επικαλέστηκαν, καθώς και για την απαράδεκτη παραδοχή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο της μη προταθείσας από την εναγομένη ένστασης ιδίας κυριότητας.

Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ο μεν πρώτος ως απαράδεκτος, διότι ο ισχυρισμός που φέρεται ότι λήφθηκε υπόψη, παρόλο που δεν προτάθηκε, δεν αποτελεί πράγμα κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, ο δε δεύτερος ως αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο έλαβε υπόψη όλους τους λόγους εφέσεως και τους απέρριψε ως αβάσιμους.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 του ΚΠολΔ., επιτρέπεται αναίρεση και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση κατά την έννοια της διατάξεως αυτής θεωρείται η αίτηση που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία. Τέτοια αίτηση είναι προεχόντως η αγωγή, κύρια ή επικουρική, καθώς και κάθε βάση αγωγής. Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην παραπάνω πλημμέλεια διότι, ενώ οι αναιρεσείοντες με την ένδικη αγωγή τους επικαλέστηκαν ότι απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου με παράγωγο τρόπο, άλλως με χρησικτησία (τακτική και έκτακτη), το Εφετείο έκρινε μόνο επί της επικουρικής βάσεως της αγωγής, και άφησε αδίκαστη την κύρια βάση αυτής. Όμως, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έκρινε και τις δύο βάσεις της αγωγής και τις απέρριψε. Επομένως ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Επειδή, ο από τη διάταξη του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Τέτοιος όμως λόγος δεν ιδρύεται για ελλείψεις, αντιφάσεις ή ανεπάρκεια αιτιολογιών αναγομένων στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου απ' αυτές πορίσματος, εκτός αν αυτό δεν είναι σαφές και για το λόγο αυτό καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε τα εξής: Ότι ο πρώτος των εναγόντων με τα υπ' αριθμ. 8104/1966 και 8589/1966 συμβόλαια του συμβολαιογράφου Βιάννου Εμμανουήλ Τσαγκαράκη, που μεταγράφηκαν νόμιμα, αγόρασε ένα αγρό, εκτάσεως 10.000 τ.μ. στη θέση ...... της κτηματικής περιφέρειας ......

Ηρακλείου Κρήτης, ενώ με το υπ' αριθμ. 8580/1966 συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου, που επίσης μεταγράφηκε νόμιμα, αγόρασε άλλο αγρό εκτάσεως 1000 τ.μ., που βρίσκεται δυτικά του πρώτου και συνορεύει μ' αυτό. Ότι στη συνέχεια ο πρώτος ενάγων με το υπ' αριθμ. 8246/1985 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ηρακλείου Γρηγορίου Λιοντάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε στην δεύτερη ενάγουσα-θυγατέρα του το μεσαίο τμήμα του όλου ακινήτου, εκτάσεως 9.600 τ.μ., ενώ με το υπ' αριθμ. 14.135/1993 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πύργου Εμμ.

Ελιώτη, που μεταγράφηκε νόμιμα, οι ενάγοντες προέβησαν στην ανταλλαγή άνισων μερών των ιδιοκτησιών τους, με αποτέλεσμα να περιέλθουν στον μεν πρώτο ενάγοντα ακίνητο εκτάσεως 4, 325 τ.μ., στη δε δεύτερη ενάγουσα ακίνητο εκτάσεως 9.703 τ.μ., ανατολικά του πρώτου, με νότιο όριο αμφότερα τον αιγιαλό. Επίσης δέχθηκε ότι μέρος του ανωτέρω ακινήτου, το οποίο με βάση την ανταλλαγή περιήλθε στον πρώτο ενάγοντα, εκτάσεως 2.175 τ.μ., και μέρος του ακινήτου που περιήλθε στη δεύτερη ενάγουσα, εκτάσεως 623 τ.μ., αποτελούν τα επίδικα ακίνητα, όπως αυτά απεικονίζονται στο από 3/2001 τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού .....

Τέλος, δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες και οι δικαιοπάροχοί τους άσκησαν πράξεις νομής επί του επιδίκου. Με βάση τα περιστατικά αυτά το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε η κυριότητα των εναγόντων επί του επιδίκου, την οποία αμφισβήτησε η εναγομένη, και έτσι απέρριψε την έφεση αυτών κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κρίνει ομοίως.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ' αυτή επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των περί κτήσεως της κυριότητας επί ακινήτου διατάξεων του ΑΚ, οι δε επικαλούμενες αντιφάσεις ανάγονται στην ανάλυση του πορίσματος που εξάγεται από τις αποδείξεις. Επομένως ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Επειδή, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 11 εδ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ. απορρίπτεται ως ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλομένη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι για την απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογή-σεως του καθενός απ' αυτά και χωρίς διάκριση από ποιά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη, από δε τη μη μνεία στην απόφαση κάποιου εγγράφου δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι το έγγραφο αυτό δεν λήφθηκε υπόψη. Στην προκείμενη περίπτωση από την υπάρχουσα στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το Εφετείο ως αποδεικνυόμενα, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχτηκαν, εκτός των άλλων και από όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, έλαβε υπόψη και εκτίμησε και τις αναφερόμενες στον πέμπτο λόγο αναιρέσεως τέσσερις αεροφωτογραφίες της Γεωγραφικής υπηρεσίας Στρατού. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 984 και 988 Α.Κ. προκύπτει ότι νομή είναι η φυσική εξουσία επί του πράγματος που ασκείται με διάνοια κυρίου, άσκηση δε νομής επί τους πράγματος, που μπορεί να οδηγήσει στην απόκτηση κυριότητας επ' αυτού με χρησικτησία, συνιστούν οι επί του πράγματος εμφανείς υλικές πράξεις με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση εξουσιάσεως αυτού.

Συνεπώς, μόνες οι πράξεις σύνταξης σχεδιαγραμμάτων για κάποιο ακίνητο και υποβολής αυτών (σχεδιαγραμμάτων) σε διάφορες αρχές, όπως την δασική υπηρεσία, την αρχαιολογική υπηρεσία και την υπηρεσία καθορισμού του αιγιαλού, δεν αποτελούν εμφανείς υλικές πράξεις, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση εξουσιάσεως του ακινήτου. Επομένως, με το να δεχθεί το Εφετείο ότι οι παραπάνω πράξεις που άσκησαν οι ενάγοντες επί του επιδίκου δεν αποτελούν εμφανείς διακατοχικές πράξεις που δείχνουν φυσική εξουσία επάνω σ' αυτά, ώστε να οδηγήσουν στην απόκτηση κυριότητας επ' αυτών (επιδίκων) με χρησικτησία δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974, 980 και 1045 Α.Κ., και ο έκτος από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-2-2005 αίτηση αναίρεσης των .... , κλπ, κατά της 602/2004 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Απριλίου 2007.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 3 Μαΐου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ