Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
965/2021 KI-generiert

Supreme Court allows appeal against land expropriation valuation date error, remanding case for retrial.

Geschäftsnummer 965/2021
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Teilweise gutgeheissen (Partially Allowed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court accepted the appeal regarding the valuation date for expropriated properties, ruling that the second hearing date was critical rather than the first. The court found the lower court erred in applying substantive law by incorrectly identifying the timing for value calculation. Consequently, the contested decision was annulled and the case remanded for retrial before a new panel of judges.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 559(1) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The critical time for determining the value of expropriated properties is the date of the second hearing when the case is concluded and judgment is pronounced, not the initial hearing date.

Schlagwörter

KI-generiert
land expropriation property valuation critical time annulment of judgment remand for retrial substantive law hearing date

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(1) of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 22(1) of Law 3693/1957

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 965 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 965/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εν προκειμένω από τον Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Παναγιώτα Παρασκευοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 4-1-2021 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται, διορθώνει δε το αναιρετήριο ως προς το σύνολο των αναιρεσιβλήτων και την αρίθμησή τους, που εκ παραδρομής αναγράφηκε εσφαλμένα (στη σελ. 4 αυτού η αρίθμηση τελειώνει στον αριθμό 34 παραλειπομένου του 33, δηλ. το σύνολο των αναιρεσιβλήτων είναι 90 και όχι 91).

Των αναιρεσιβλήτων:

Α. (Των καθ' ων η από 28.12.2000 αίτηση - ανταιτούντων).

I. Για την κάθετη οδό No 10:

1. Α. Σ. του Γ., κατοίκου ... (ΚΠ … και …), 2. Φ. Π. του Ε. (ΚΠ … και …), 3. Α. Δ. του Γ., κατοίκου … (ΚΠ …), 4. Δ. Π., κατοίκου ... (ΚΠ …), 5. Χ. Δ., κατοίκου ... (ΚΠ …), 6. Δ. Β. του Κ., κατοίκου ... (ΚΠ …), 7. Γ. Κ. του Ε. (ΚΠ … και …), 8. Ε. Ν. του Γ. (ΚΠ …), 9. Δ. Κ. του Ν. (ΚΠ …), κατοίκων …., 10. Π., κατοίκου … (ΚΠ …), 11. Κ. Π. του Γ., κατοίκου … (ΚΠ …., … και …), 12. Δημόσιας Επιχείρησης με την επωνυμία "Οργανισμός Σιδηροδρόμων Ελλάδος Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νομίμως (ΚΠ …), 13. Γ. Π. του Κ., κατοίκου ... (ΚΠ …), 14. Ι. Χ. του Ν. (ΚΠ …), 15. Σ. Χ. του Ν. (ΚΠ …), κατοίκων …..

II. Για την κάθετη οδό No 13:

1. Χ. Α. του Θ., κατοίκου … (ΚΠ …), 2. Χ. Α. του Θ., κατοίκου … (ΚΠ …), 3. Ι. Κ. (ΚΠ …), 4. Ε. Κ. (ΚΠ …), 5. Δ. Κ. (ΚΠ …), 6. Β. Τ. (ΚΠ ….), 7. Γ. Τ. (ΚΠ …), 8. Σ. Α. (ΚΠ …), 9. κληρονόμων Π. (ΚΠ …), 10. Δ. Σ. του Α. (ΚΠ …), 11. Μ. Σ. του Β., κατοίκου … (ΚΠ …), 12. Μ. (ΚΠ …), 13. Δημόσιας Επιχείρησης με την επωνυμία "Οργανισμός Σιδηροδρόμων Ελλάδος ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα (τεμάχιο ΚΠ …), 14. Κω Λ. του Α. (ΚΠ …. και …), 15. Ν. Λ. του Α. (ΚΠ …), 16. Γ. Λ. του Α. (ΚΠ …, …, …, … και …), 17. Β. Λ. (ΚΠ …), 18. Ά. Κ. (ΚΠ …), 19. Α. Γ. (ΚΠ … και …), 20. Χ. Χ. (ΚΠ … και …), 21. Μ. Κ. (ΚΠ …), 22. Ά. Δ. (ΚΠ …), κατοίκων ….

Β. (Των κυρίως παρεμβάντων).

Ι. Για την κάθετη οδό No 10:

1. Δ. Δ. του Γ. (ΚΠ …), 2. Κ. Δ. του Γ. (ΚΠ … και …), 3. Μ. Δ. του Γ. (ΚΠ …), 4. Β. Β. του Γ. (ΚΠ ...), 5. Ν. Β. του Γ. (ΚΠ …), 6. Α. Β. του Γ. (ΚΠ ….), 7. Σ. Π. του Θ. (ΚΠ …), 8. Δ. Ν. του Ο. (ΚΠ …), κατοίκων …, 9. Ι. Σ. του Ε., κατοίκου … (ΚΠ …), 10. Α. Ν. του Α., κατοίκου … (ΚΠ …), 11. Μ. χας Ι. Κ., κατοίκου … (ΚΠ ….), 12. Τ. χας Δ. Κ. (ΚΠ …), 13. Ν. Κ. του Δ. (ΚΠ …), 14. Ε. Κ. του Δ. (ΚΠ …), 15. Δ. Μ. του Χ. (ΚΠ …), 16. Ε. χας Χ. Μ. (ΚΠ …), 17. Ε. θυγ. Χ. Μ., συζ. Ν. Π. (ΚΠ 13), 18. Π. χας Σ. Χ., το γένος Σ. Χ. (ΚΠ …), κατοίκων …, 19. Ε. Χ. του Σ., κατοίκου … (ΚΠ …), 20. Ν. Χ. του Σ., κατοίκου …. (ΚΠ …).

II. Για την κάθετη οδό No 13:

1. Λ. Τ. του Β. (ΚΠ …), 2. Κ. Τ. του Β. (ΚΠ …), 3. Σ. Τ. του Γ. (ΚΠ …), 4. Λ. Τ. Γ. (ΚΠ …), 5. Ε. χας Γ. Τ. (ΚΠ ...), κατοίκων …, 6. ανώνυμης τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "Τράπεζα EFG EUROBANK Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα (ΚΠ …), 7. Μ. Ε. Π. του Α. (ΚΠ …), 8. Α. Π. του Ι. (ΚΠ …), 9. Γ. Π. του Ι. (ΚΠ ….), 10. Α. Μ. του Κ. (ΚΠ …), 11. Ι. Μ. του Κ. (ΚΠ …), 12. Ά. Μ. του Κ. (ΚΠ …), 13. Σ. Τ. του Α. (ΚΠ …), 14. Ν. Τ. του Α. (ΚΠ …), 15. Φ. Π. του Ε. (ΚΠ …), 16. Χ. Λ. του Α. (ΚΠ …), κατοίκων …, 17. Κ. Λ. του Θ. (ΚΠ …), 18. Α. Λ. του Θ. (ΚΠ …), 19. Γ. Λ. του Θ. (ΚΠ …), 20. Σ. Λ. του Θ. (ΚΠ …), 21. Α. Λ. του Θ. (ΚΠ …), κατοίκων Θεσσαλονίκης, 22. Δ. Σ. του Α. (ΚΠ …), 23. Α. Κ. συζ. Ν. Π. (ΚΠ …), 24. Αθ Κ. του Σ. (ΚΠ …), 25. Μ. συζ. Χ. Γ. (ΚΠ …), 26. Κ. Φ. του Α., το γένος Γ. (ΚΠ …), 27. Π. Γ. του Χ. (ΚΠ …), 28. Γ. Γ. (ΚΠ …), 29. Α. Γ. του Χ. (ΚΠ …), 30. Δ. Γ. του Χ. (ΚΠ …), 31. Θ. Χ. του Δ. (ΚΠ …), 32. Γ. Χ. του Δ. (ΚΠ …) και 33. Ά. Δ. του Γ. (ΚΠ …), κατοίκων …, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-2000 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσείοντος (μετά την έκδοση της 219/2000 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκε με τις ανταιτήσεις και την παρέμβαση των ήδη αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2512/2002 μη οριστική και 2924/2003 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 7-4-2004 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου διάβασε την από 2-5-2019 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Παναρίτη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου, τρίτου και τετάρτου λόγων της από 7-4-2004 αίτησης αναίρεσης, την απόρριψη των λοιπών και την αναίρεση της 2924/2003 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το άρθρο 576 παρ. 1-2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδάφ. γ` και δ` του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ` άρθρο 575 εδάφ.

β` του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης, να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Κατά την έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του απολειπόμενου κατ' αυτή διαδίκου, εφόσον αυτός είτε είχε επισπεύσει ο ίδιος τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την αρχική δικάσιμο, είτε είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο, είτε είχε σε κάθε περίπτωση νόμιμα παραστεί κατ' αυτή, οπότε με τη νόμιμη παράστασή του χωρίς εναντίωσή του καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο.

Επομένως, σύμφωνα με τα παραπάνω και από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 575, 226 παρ.4 εδάφ. α' και γ', 568 παρ.4 και 576 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναβλήθηκε με επισημείωση στο πινάκιο, είναι δε απών, κατά τη νέα μετά την αναβολή δικάσιμο, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απών διάδικος είχε επισπεύσει την αρχική δικάσιμο ή είχε κλητευθεί σ' αυτή νόμιμα και εμπρόθεσμα ή είχε παραστεί κατ' αυτή νόμιμα, αν δε συντρέχει μία από τις προϋποθέσεις αυτές, είναι περιττή νέα κλήτευση του απόντος, κατά τη νέα μετ' αναβολή, διαδίκου.

Α.Π. 659/2006 Α.Π. 485/2013, Α.Π. 2157/2007. Αντιθέτως, αν κατά την αρχική δικάσιμο ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή συζήτηση διάδικος δεν επέσπευσε τη συζήτηση ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως να παραστεί και δεν παραστάθηκε, ή δεν παραστάθηκε νομίμως, η από το πινάκιο αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής για τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευσή του για τη νέα δικάσιμο και απαιτείται νόμιμη κλήτευσή του (ΑΠ 12/2011, A.Π 109/2013) Σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.4 του ν.2882/2001,όπως η παράγραφος 4 προστέθηκε με το άρθρο 131 παρ.2 του ν.4070/2012 και εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του παραπάνω νόμου αιτήσεις αναιρέσεως σύμφωνα με το άρθρο 146 παρ.10 ίδιου νόμου. "Σε περίπτωση που ο αριθμός των αναιρεσιβλήτων υπερβαίνει τους είκοσι (20), η κλήτευση τους στη δίκη μπορεί διενεργηθεί κατά τις διατάξεις του δεύτερου, τρίτου και τέταρτου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 19.

Για την προθεσμία κλήτευσης ισχύουν οι διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 568 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Η αίτηση μπορεί να κοινοποιηθεί επίσης, είτε στο δικηγόρο που εκπροσώπησε τον αναιρεσίβλητο κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης στα δικαστήρια της ουσίας, είτε στον πληρεξούσιο δικηγόρο που υπέγραψε το τελευταίο δικόγραφο, είτε στον αναιρεσίβλητο στη διεύθυνση που δήλωσε στα δικαστήρια της ουσίας.

Ο δικηγόρος οφείλει να παραδώσει αμελλητί τα έγγραφα στον αναιρεσίβλητο. Σε κάθε περίπτωση, επί των υποθέσεων αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ακινήτων, δεν εφαρμόζεται η παράγραφος 3 του άρθρου 576 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους έχουν κλητευθεί.

Κατά την παρ.4 του άρθρου 19 ν.2882/2001 όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 171 Ν.4512/2018, και στην συνέχεια αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 88 παρ.1 Ν.4714/2020 Όταν εκείνοι που φέρονται ως ιδιοκτήτες στον κτηματολογικό πίνακα υπερβαίνουν τους πενήντα (50), η κλήτευσή τους γίνεται σύμφωνα με την παρούσα. Η αίτηση, μαζί με την πράξη προσδιορισμού της δικασίμου, τοιχοκολλάται δεκαπέντε (15) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο στο κατάστημα του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται, στα καταστήματα των δικηγορικών συλλόγων της περιφερειακής ενότητας ή των περιφερειακών ενοτήτων και στα καταστήματα των δήμων ή των κοινοτήτων στην περιφέρεια των οποίων βρίσκονται τα απαλλοτριούμενα.

Η τοιχοκόλληση πιστοποιείται με έκθεση που συντάσσεται από τον γραμματέα του δικαστηρίου, τον γραμματέα του οικείου δικηγορικού συλλόγου και τον γραμματέα του οικείου δήμου ή της κοινότητας, αντίστοιχα. Η ειδοποίηση, στην οποία μνημονεύονται το δικαστήριο στο οποίο απευθύνεται η αίτηση, η τοιχοκόλληση αυτής, η δικάσιμος, περίληψη του αιτήματος και περίληψη της απαλλοτριωτικής πράξης, αναρτώνται στις επίσημες ιστοσελίδες του Υπουργείου Οικονομικών (Διεύθυνση Απαλλοτριώσεων) και του αρμόδιου για την απαλλοτρίωση φορέα.

Η ανάρτηση πιστοποιείται με έκθεση που συντάσσεται από τον προϊστάμενο της αρμόδιας γι` αυτήν υπηρεσίας. Εάν η συζήτηση αναβληθεί για σοβαρό λόγο, σύμφωνα με την παρ. 6, δεν απαιτείται η επανάληψη της διαδικασίας, εκτός αν ο λόγος της αναβολής οφείλεται στην πλημμελή, ατελή ή εκπρόθεσμη πραγματοποίηση των παραπάνω δημοσιεύσεων." Περαιτέρω κατά την παρ.4 του άρθρου 568 Κ.Πολ.Δ.

Αν ο αναιρεσείων επισπεύδει τη Συζήτηση, η κλήση συντάσσεται κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου που έχει κατατεθεί και επιδίδεται με επιμέλειά του στους αντιδίκους, τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα και τουλάχιστον ενενήντα ημέρες, αν κάποιος από τους διαδίκους διαμένει στο εξωτερικό ή η διαμονή του είναι άγνωστη.

Αν ο αναιρεσίβλητος επισπεύδει τη συζήτηση ή την επισπεύδει άλλος διάδικος εκτός από τον αναιρεσείοντα, η κλήση επιδίδεται μέσα στην ίδια προθεσμία με επιμέλεια εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση, στον αναιρεσείοντα και τους άλλους διαδίκους

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα που προσκομίζει κι επικαλείται το αναιρεσείον, το οποίο επισπεύδει την συζήτηση, και συγκεκριμένα από τις από 9-12-2020,14-12-2020 και 16-12-2020 εκθέσεις τοιχοκόλλησης του γραμματέα του Αρείου Πάγου, του γραμματέα του Δικηγορικού Συλλόγου Κατερίνης και του γραμματέα του Δήμου Δίου Ολύμπου αντίστοιχα, επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης από 7-4-2004 με αρ.

κατάθεσης 117/2004 αίτησης αναίρεσης καθώς και επισυναπτόμενη από 25-6-2019 βεβαίωση αναβολής του γραμματέα του Αρείου Πάγου από την οποία προκύπτει ότι η υπόθεση, που είχε προσδιοριστεί αρχικά προς συζήτηση για την δικάσιμο της 10-5-2019, αναβλήθηκε για την δικάσιμο της 8-5-2020 και με σχετική σημείωση στην έκθεση τοιχοκόλλησης ότι η συζήτηση της ως άνω αναίρεσης προσδιορίστηκε ενώπιον του Δ τμήματος του Αρείου Πάγου αρχικά για την δικάσιμο της 10-5-2019 και μετ' αναβολή για την δικάσιμο της 8-5-2020 και στην συνέχεια για την δικάσιμο της 8-1-2021 με αριθμό πινακίου …, τοιχοκολλήθηκε την 9-12-2020 στην πινακίδα δημοσιεύσεων του Αρείου Πάγου, την 14-12-2020 στην πινακίδα δημοσιεύσεων του Δικηγορικού Συλλόγου Κατερίνης και την 16-12-2020 στην πινακίδα δημοσιεύσεων του Δήμου Δίου Ολύμπου.(δηλαδή στο κατάστημα του δικηγορικού συλλόγου της περιφερειακής ενότητας και στο κατάστημα του δήμου στην περιφέρεια των οποίων βρίσκονται τα απαλλοτριούμενα.) Eιδοποίηση - κλήση στην οποία μνημονεύονται το δικαστήριο στο οποίο απευθύνεται η αίτηση, η τοιχοκόλληση αυτής, η δικάσιμος, περίληψη του αιτήματος και περίληψη της απαλλοτριωτικής πράξης, και κλήση των αναιρεσιβλήτων για την δικάσιμο της 8-1-2021 αναρτήθηκε στον ιστότοπο του Υπουργείου Οικονομικών και στον ιστότοπο Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών την 18-12-2020 και την 21-12-2020 αντίστοιχα (βλ τις από 18-12-2020 και 23-12-2010 βεβαιώσεις γενικής γραμματείας Υπουργείου Οικονομικών και προισταμένου της υπηρεσίας υποστήριξης πληροφορικής και ηλεκτρονικών συστημάτων Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών).

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι κατά την προαναφερθείσα διαδικασία κλήτευσης των αναιρεσιβλήτων δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη από την παρ.4 του άρθρου 568 Κ.Πολ.Δ. προθεσμία των εξήντα ημερών στην οποία παραπέμπει η παρ.4 του άρθρου 22 του ν.2882/2001 και συνεπώς αυτοί δεν έχουν κληθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, ούτε προκύπτει άλλη τυχόν προηγούμενη κλήτευση αυτών για την αρχική δικάσιμο.

Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από την σειρά του οικείου πινακίου κατά την παραπάνω δικάσιμο οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ..

Συνεπώς η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη ως προς όλους τους αναιρεσίβλητους, οι οποίοι, δεν κλήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα και δεν εμφανίστηκαν ούτε κατά τις προηγούμενες (αρχική και μετ' αναβολή δικασίμους) πλην της εκ των αναιρεσιβλήτων με αρ.12 όσον αφορά την κάθετη οδό Νο 10 και με αρ. 13 όσον αφορά την κάθετη οδό Νο 13, δηλαδή της δημόσιας επιχείρησης με την επωνυμία Οργανισμός Σιδηροδρόμων Ελλάδος Α.Ε.

Όσον αφορά την πιο πάνω εκ των αναιρεσιβλήτων δημόσια επιχείρηση με την επωνυμία Οργανισμός Σιδηροδρόμων Ελλάδος αυτή εμφανίστηκε κατά την αρχική δικάσιμο της 10-5-2019 κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από την σειρά του οικείου πινακίου, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση για την δικάσιμο της 8-5-2020, κατά την οποία η συζήτησή της ματαιώθηκε λόγω προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων κατά την περίοδο από 16-3-2020 έως 31-5-2020 εξ αιτίας της πανδημίας του κορωνοϊού covid-19 προσδιορίστηκε δε εκ νέου για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας κατ' αρθρ. 74 παρ.2 ν.4690/2020 και γράφτηκε στο οικείο πινάκιο, της εγγραφής αυτής ισχύουσας ως κλήτευσης προς όλους τους διαδίκους και στην προκειμένη περίπτωση προς την παραπάνω αναιρεσίβλητη και εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ουρανία Πελεκούδα δυνάμει του με αρ…./…-5-2019 ειδικού πληρεξουσίου, που συντάχτηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Γιάννη Σπυρίδωνα Γιουβέλη και κατέθεσε τα σχετικό γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών του δικηγορικού συλλόγου Αθηνών.

Επομένως ως προς αυτή, η οποία παρέστη νομίμως κατά την προηγούμενη δικάσιμο και χωρίς εναντίωσή της, καλύφθηκε τυχόν μη νόμιμη κλήτευσή της κατά την αρχική δικάσιμο και πρέπει να χωριστεί η υπόθεση κατ' άρθρο 576 παρ.3 Κ.Πολ.Δ και να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν παρούσα.

Η κρινόμενη από 7-4-2004 (αρ. κατ.117/2004) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αρ. 2924/2003 οριστικής απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των αρθρ. 18,19 και 20 ν.2882/2001 έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ) πλην του δεύτερου λόγου για τον οποίο δεν υφίσταται θετική γνωμοδότηση του αρμοδίου τμήματος του Ν.Σ.Κ., αφού αυτό με την από 22-12-2003 γνωμοδότηση του γνωμοδότησε υπέρ του παραδεκτού αλλά αβάσιμου του δεύτερου λόγου.

Ειδικότερα η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, κατατεθείσα στις 8.4.2004, συνοδεύεται από την εμπροθέσμως κατατεθείσα με αριθμό 956/15-9-2004 γνωμοδότηση του Ν.Σ.Κ., η οποία είναι απαραίτητη για το παραδεκτό της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, δεδομένου ότι έχει ασκηθεί υπό την ισχύ του κανόνα που είχε τεθεί με το άρθρο 12 του ν. 2298/1995, όπως αντικαταστάθηκε με τα άρθρα 28 παρ. 3 του ν. 2579/1998 και 42 του ν. 2721/1999 και ο οποίος όριζε ότι η αίτηση αναιρέσεως η οποία ασκείται από το Ελληνικό Δημόσιο, πρέπει να συνοδεύεται από εμπρόθεσμη γνωμοδότηση του Ν.Σ.Κ., η οποία να είναι θετική ως προς τουλάχιστον ένα λόγο αναιρέσεως (ΣτΕ 4919/2012, 1549/ 2013, 1481/2014).και η οποία είναι θετική ως προς τους προβαλλόμενους με αυτήν λόγους αναιρέσεως πλην του δεύτερου λόγου ,ως προς τον οποίο επομένως δεν εισάγεται προς συζήτηση.

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα. Με την με αρ.219/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, η οποία εκδόθηκε επί της από 23-12-1999 αίτησης του Ελληνικού Δημοσίου και ασκηθεισών από τους καθ ων ανταιτήσεων ως και παρεμβάσεων, που συζητήθηκαν την 1-6-2000, καθορίστηκε προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης για τα απαλλοτριωθέντα αναγκαστικά και για λόγους δημόσιας ωφέλειας ακίνητα δυνάμει της με αρ.1136718/10702/0010/7-2-1998 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ που δημοσιεύτηκε νόμιμα, καθώς και η ιδιαίτερη αποζημίωση για ορισμένα από τα τμήματα των ακινήτων που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση.

Στην συνέχεια το αναιρεσείον άσκησε ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης την από 28-12-2000 (αρ. κατάθεσης (10/2001) αίτηση του, επί της οποίας ως και επί των ανταιτήσεων που άσκησαν με τις προτάσεις τους οι καθών η αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου και οι κυρίως παρεμβαίνοντες και οι οποίες συζητήθηκαν την 15-4-2002, εκδόθηκε η με αρ. 2512/2002 μη οριστική απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου με την οποία διατάχθηκε η διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης .

Ακολούθως και μετά την διενέργεια της διαταχθείσης πραγματογνωμοσύνης, η υπόθεση επανήλθε προς περαιτέρω συζήτηση την 29-9-2003, οπότε εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση με την οποία καθορίστηκε οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης των επιδίκων ακινήτων και των επικειμένων τους και προσδιορίστηκε ιδιαίτερη αποζημίωση για εναπομείναντα τμήματα των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, όπως αναφέρεται στην απόφαση.

Κατά το άρθρο 17 παρ. 2 του Συντάγματος, όπως ισχύει μετά την αναθεώρησή του, "κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης.

Αν ζητηθεί απευθείας ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης, λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο. Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό".

Κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου "η ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας του απαλλοτριουμένου μετά τη δημοσίευση της πράξης απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας της, δεν λαμβάνεται υπόψη". Οι διατάξεις αυτές του Συντάγματος ουσιαστικά επαναλαμβάνονται και στο άρθρο 13 παρ. 1 και 2 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), όπως ισχύει μετά το ν. 2985/2002, που εφαρμόζεται από 1-1-2002, όπου επιπλέον, χωρίς αντίθεση με τις προηγούμενες διατάξεις, ορίζεται και ότι "ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνεται υπόψη και η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου" (παρ.1 εδάφιο τελευταίο) και "ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας του απαλλοτριωμένου μετά τη δημοσίευση της πράξης απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας της δεν λαμβάνεται υπόψη.

Επίσης δεν υπολογίζεται ανατίμηση προερχόμενη από ενέργειες του ιδιοκτήτη στο απαλλοτριούμενο, που έγιναν μετά την οριζόμενη από το άρθρο 3 ανακοίνωση της απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας αυτής". Περαιτέρω, με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το ν.δ. 57/1974 και έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος), ορίζεται ότι "κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.

Κανένας δεν μπορεί να στερηθεί της περιουσίας του, ειμή δια λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου όρους. Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε κράτους να θέσει σε ισχύ νόμους τους οποίους ήθελε κρίνει αναγκαίους για ρύθμιση της χρήσεως αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή για εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων διαφορών ή προστίμων".

Με βάση τις ρυθμίσεις αυτές, συνδυαζόμενες με τις διατάξεις των άρθρων 111, 223, 224 και 281 ΚΠολΔ, γίνεται δεκτό ότι, σε περίπτωση παρέλευσης έτους από τη συζήτηση της αίτησης περί προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης ή επί ασκήσεως απευθείας ενώπιον του εφετείου αίτησης για τον οριστικό προσδιορισμό, ως κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της αξίας του απαλλοτριούμενου ακινήτου νοείται ο χρόνος της συζήτησης κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση και άρχισε η εκδίκασή της, ανεξάρτητα αν το εφετείο άρχισε ή όχι να εξετάζει την ουσία της.

Και τούτο, διότι κατά τη συζήτηση αυτή παγιοποιείται το αντικείμενο της αποδεικτικής διαδικασίας και της δικαστικής έρευνας. Έτσι, αν κατά την πρώτη συζήτηση διατάχθηκε πραγματογνωμοσύνη, η αξία του απαλλοτριούμενου ακινήτου θα υπολογισθεί με βάση το χρόνο αυτής της συζήτησης και όχι εκείνης που γίνεται μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης.(Α.Π.14/2011)

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 εδάφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς".

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου και, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή, τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ Ολομ., 20/2005, 28/1998, 32/1996, καθώς και ΑΠ Ολομ.

Διοικ. 14/2010, όπου και παραπομπές στις αποφάσεις του ΕΔΔΑ). Δεν αρκεί, για το ορισμένο του λόγου αυτού, η ανάλυση της έννοιας που ο αναιρεσείων αποδίδει στη διάταξη που φέρεται ότι παραβιάστηκε, ούτε η παράθεση του συμπεράσματος του δικαστηρίου, διότι μόνο με βάση τις κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές μπορεί να ελεγχθεί αν η αποδιδόμενη νομική πλημμέλεια οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ.

Τέλος με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 209/2019, ΑΠ 472/2017). Συγκεκριμένα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις πιο πάνω εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον προσάπτει στην πληττόμενη απόφαση αιτιάσεις, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίστανται στο ότι το Εφετείο κατά παράβαση του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος και 13 παρ. 1 και 2 του ν.2882/2001 δέχτηκε ως κρίσιμο χρόνο εκτίμησης της αξίας των επιδίκων ακινήτων την 29-9-2003, ημεροχρονολογία κατά την οποία έλαβε χώρα ενώπιον του η μετ' απόδειξη συζήτηση της υπόθεσης μετά την έκδοση της με αρ.2512/2002 απόφασης του, με την οποία είχε διατάξει την διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, και όχι την 15-4-2002 ημεροχρονολογία κατά την οποία έλαβε χώρα ενώπιον του η πρώτη συζήτηση της υπόθεσης μετά την πάροδο ενός έτους από την συζήτηση της σχετικής αίτησης για τον καθορισμό της προσωρινής τιμής μονάδος αποζημίωσης η οποία είχε λάβει χώρα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης την 1-6-2000.

Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη παραπάνω 2924/2003 απόφασή του ,αφού μεταξύ άλλων εκθέτει 1)τις αξίες των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, όπως αυτές προσδιορίζονται στην από 1999 έκθεση προεκτίμησης της Β' ΔΟΥ Κατερίνης, 2)τις αξίες των ακινήτων και των επικειμένων τους όπως αυτές προσδιορίζονται στην με αρ. 136/2003 έκθεση πραγματογνωμοσύνης των πραγματογνωμόνων Ευσ Μ.

και Π. Κ. που είχαν διοριστεί με την με αρ. 2512/2002 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου 3)τα ποσοστά μείωσης της αξίας των τμημάτων που απομένουν μετά την απαλλοτρίωση, όπως αναφέρονται στην ίδια παραπάνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης και στην από Μαΐου 2000 έκθεση του τεχνικού συμβούλου Ν. Κ. και 4) την προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης των απαλλοτριωθέντων ακινήτων και την μείωση της αξίας των εναπομεινάντων τμημάτων που καθορίστηκαν με την με αρ. 219/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, στην συνέχεια δέχθηκε τα ακόλουθα. "Υπό τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά το Δικαστήριο χωρίς να λαμβάνει υπόψη του την τυχόν αυξομείωση που μπορεί να επέλθει από την κήρυξη της απαλλοτρίωσης ή του έργου για την εκτέλεση του οποίου έγινε, κρίνει ότι η κατά την 29-9-2003 πράγματι πλήρης αποζημίωση των απαλλοτριωθέντων ανέρχεται ως ακολούθως".

Στην συνέχεια δε καθόρισε την οριστική τιμή μονάδας των απολλοτριωθεισών εκτάσεων και των επικειμένων τους ως και την μείωση αξίας των απομεινόντων τμημάτων όπως στην απόφαση, η αναφέρεται.

Με την κρίση του αυτή δηλαδή με το να δεχθεί ότι κρίσιμος χρόνος για τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας είναι ο χρόνος της δεύτερης ενώπιον το συζήτησης της υπόθεσης (29-9-2003) και όχι ο χρόνος της πρώτης συζήτησης (15-4-2002) το Εφετείο, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκαν, αφού κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της αξίας των απαλλοτριούμενων ακινήτων και των επικείμενων τους νοείται ο χρόνος της συζήτησης κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση και άρχισε η εκδίκασή της, ανεξάρτητα αν το εφετείο άρχισε ή όχι να εξετάζει την ουσία της, δηλαδή η 15-4-2002 και όχι η μετ' απόδειξη (μετά την διενέργεια της διαταχθείσης πραγματογνωμοσύνης) συζήτηση (29-9-2003) όπως εσφαλμένα δέχτηκε το δικαστήριο.

Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδονται στην πληττόμενη απόφαση οι αιτιάσεις αυτές, είναι βάσιμος, ενώ παρέλκει πλέον η έρευνα των λοιπών εισαγομένων προς συζήτηση λόγων (τρίτου και τέταρτου), αφού καθίσταται αλυσιτελής η εξέτασή τους, εξαιτίας της αναιρετικής εμβέλειας του πιο πάνω λόγου της αναίρεσης (που έγινε δεκτός) στο σύνολο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.

Μετά από αυτά, αφού η ένδικη αίτηση αναίρεσης γίνει δεκτή, κατά παραδοχή, ως βάσιμου, του πρώτου λόγου της, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολο της κατά το μέρος που αναφέρεται στους διαδίκους της παρούσας αναιρετικής δίκης και, ακολούθως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Τέλος, η αναιρεσίβλητη που νικήθηκε στη δίκη πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό, μειωμένη όμως κατ' άρθρο 22 παρ,.1 του ν.3693/1957.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση ως προς όλους τους αναιρεσίβλητους πλην της εκ των αναιρεσιβλήτων Δημόσιας Επιχείρησης με την επωνυμία "Οργανισμός Σιδηροδρόμων Ελλάδος Α.Ε." ως προς την οποία διατάσσει τον χωρισμό της υπόθεσης.

Δέχεται την από 7-4-2004, αίτηση αναίρεσης κατά της με αρ.2924/2003 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης ως προς το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο και την εκ των αναιρεσιβλήτων Δημόσια Επιχείρηση με την επωνυμία "Οργανισμός Σιδηροδρόμων Ελλάδος Α.Ε.".

Αναιρεί τη με αρ.2924/2003 οριστική απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης μεταξύ των παραπάνω διαδίκων.

Παραπέμπει την υπόθεση ως προς τους παραπάνω διαδίκους για περαιτέρω εκδίκαση, στο Εφετείο Θεσσαλονίκης, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την παραπάνω απόφαση.

Καταδικάζει την ως άνω αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Απριλίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος ΑΠ Κωστούλα Φλουρή-Χαλεβίδου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 21 Ιουλίου 2021.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ήδη Αντιπρόεδρος ΑΠ Κωστούλα Φλουρή-Χαλεβίδου