Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
965/2020 KI-generiert

Supreme Court dismisses appeal on labor dispute where wage calculation was deemed a factual assessment not subject to review.

Geschäftsnummer 965/2020
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Abgewiesen (Dismissed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court dismissed two appeals filed by an employer and an employee regarding a final labor judgment. The core dispute involved the calculation of unpaid wages, where the lower court accepted the employer's admission of receiving specific sums. The Court ruled that since the employer did not specifically contest the existence of this admission, the appellate court's evaluation of the wage figures constituted a factual assessment immune from retrial.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 559: Η ύπαρξη ομολογίας ως προς το ύψος του ημερομισθίου, όταν δεν αμφισβητείται ειδικά, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο διότι αποτελεί εκτίμηση πραγμάτων.

Schlagwörter

KI-generiert
labor dispute wage calculation admission of debt factual assessment appeal admissibility labor law Supreme Court Eingliederung in der Arbeitslosenversicherung

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ) 552
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ) 553
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ) 556
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ) 558
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ) 564
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ) 577
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ) 246
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ) 573
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ) 176
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ) 183
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ) 191
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ) 559
KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 965 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 965/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 17η Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Α)Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΟΕ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Αμφιτρίτης Καραβίδα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: V. (Β.) L. (Λ.) του T. (Τ.), κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Άγι Παπαστεργίου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Β)Του αναιρεσείοντος: V. (Β.) L. (Λ.) του T. (Τ.), κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Άγι Παπαστεργίου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΟΕ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξούσιας δικηγόρου Αμφιτρίτης Καραβίδα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-10-2012 αγωγή του ήδη Β' αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου.

Εκδόθηκαν η 41/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που διορθώθηκε με την 74/2014 οριστική απόφαση του ιδίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεων, αφού συνεκδικάσθηκαν, η 274/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.

Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η Α) αναιρεσείουσα με την από 15-09-2018 αίτησή της και ο Β) αναιρεσείων με την από 15-12-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο αρεοπαγίτης Γεώργιος Δημάκης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Οι κρινόμενες από 15-12-2017 (αριθμ. καταθ. 66/2017) και 15-9-2018 (αριθμ. καταθ. 58/2018) αντίθετες αιτήσεις αναίρεσης κατά της 274/2016 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί των ασκηθεισών από τους διαδίκους εφέσεων κατά της 41/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, όπως αυτή διορθώθηκε με την 74/2014 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 18-10-2012 (με αριθμό κατάθεσης 97/2012) αγωγής, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 και 144).

Συνεπώς, είναι παραδεκτές (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (ΚΠολΔ 577 παρ.3). Ακολούθως θα πρέπει να συνεκδικαστούν λόγω της μεταξύ τους συνάφειας, αλλά και διότι έτσι διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (άρθρα 246 και 573 ΚΠολΔ).

2. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 223 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, πριν την τροποποίησή της με την παρ. 2 του άρθρου δεύτερου του ν. 4335/2015, όταν επέλθει η εκκρεμοδικία είναι απαράδεκτη η μεταβολή του αιτήματος της αγωγής. Κατ' εξαίρεση μπορεί ο ενάγων με τις προτάσεις εωσότου περατωθεί η δίκη στον πρώτο βαθμό να περιορίσει το αίτημα της αγωγής ...Με τη διάταξη αυτή επιτρέπεται, μεταξύ των άλλων, η ολική ή μερική παραίτηση του ενάγοντος από το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής και, έτσι, περιορίζεται η αγωγή στο αναγνωριστικό του δικαιώματος αίτημα, το οποίο υποκρύπτεται στο καταψηφιστικό.

Στην περίπτωση αυτή, ο περιορισμός του αιτήματος, αν και θεωρείται, κατά τη διάταξη του άρθρου 295 παρ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ, μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής (Ολ. Α.Π. 6/1997 και 5/1997), δεν κρίνεται κατά τις διατάξεις που αφορούν την παραίτηση από το δικόγραφο (άρθρο 297 ΚΠολΔ), αλλά θα εφαρμοστούν οι διατάξεις, που προβλέπουν ειδικά τη θεμιτή μεταβολή του αιτήματος της αγωγής, με συνέπεια να μην υπόκειται στο διαγραφόμενο, από το άρθρο 297 ΚΠολΔ, τύπο.

Κατά συνέπεια, ο περιορισμός του αιτήματος γίνεται με βάση τη διάταξη του άρθρου 223 του ΚΠολΔ, η οποία είναι ειδική σε σχέση με εκείνη του άρθρου 297 του ιδίου κώδικα, δηλαδή γίνεται με τις προτάσεις ή όπου δεν είναι υποχρεωτική η υποβολή αυτών, με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, άλλως θεωρείται ανίσχυρος και δεν λαμβάνεται υπόψη.

Με την παραίτηση, βέβαια, δεν πρέπει να προκαλείται αοριστία ως προς το υπόλοιπο τμήμα της αγωγής, η οποία εμποδίζει την συγκεκριμενοποίηση της διαφοράς, η οποία έχει αχθεί σε δικαστική κρίση. Όταν το αγωγικό αίτημα συντίθεται από περισσότερα κονδύλια, ο περιορισμός του επιχειρείται παραδεκτώς μόνον εφόσον διευκρινίζεται σε ποια κονδύλια αφορά ή όταν περιορίζεται κατά σαφή δήλωση του ενάγοντος αναλόγως κατά ποσοστό του όλου αιτήματος και επέρχεται έτσι αντίστοιχη μείωση όλων των κονδυλίων. (Α.Π.291/2015, 315/2010,1314/2009).

3. Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της παρούσας υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Στην ως άνω αγωγή του, ο ενάγων εξέθεσε ότι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προσελήφθη από την εναγόμενη επιχείρηση συντήρησης-καθαρισμού σκαφών θαλάσσης και ναυπηγήσεως πλοίων, τον Ιανουάριο του 2002, ως βοηθός ηλεκτροσυγκολλητή, για πενθήμερη εργασία επί οκτάωρο ημερησίως και εργάστηκε έως τις 24.4.2012, που η εναγόμενη κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας του, καταβάλλοντάς του ως αποζημίωση το ποσό των 921,55 €, την οποία υπολόγισε με ημερομίσθιο 52,66 €.

Ότι κατά τη διάρκεια της συμβάσεως προσέφερε την εργασία του όχι ως βοηθός ηλεκτροσυγκολλητή, αλλά ως ηλεκτροσυγκολλητής, παρότι δεν κατέχει τη σχετική άδεια, με ημερομίσθιο 120 €, κατά τις αναφερόμενες ημέρες (από Δευτέρα έως και Σάββατο) και για 12 ώρες ημερησίως, όλες τις ημέρες, καθ' υπέρβαση του νομίμου ωραρίου (8 ώρες Χ 5 ημέρες).

Ότι εργαζόταν και τις Κυριακές με αμοιβή 80 ευρώ, χωρίς να του καταβληθούν οι προβλεπόμενες από το νόμο προσαυξήσεις για υπερεργασία και παράνομες υπερωρίες καθώς και η ττροσαύξηση 75% για την εργασία του την Κυριακή. Ότι επίσης υποχρεώθηκε στην παροχή εργασίας τα αναφερόμενα Σάββατα και Κυριακές, χωρίς να λάβει αναπληρωματικές ημέρες αναπαύσεως (ρεπό).

Ότι επιπλέον η εναγομένη δεν του κατέβαλε τις αποδοχές αδείας, τα επιδόματα αδείας και εορτών, καθότι παρέλειψε να του χορηγήσει άδεια αναψυχής καίτοι το ζήτησε, κατά τα έτη που αναφέρει. Με βάση το ιστορικό αυτό ο ενάγων ζήτησε, μετά από περιορισμό του αγωγικού αιτήματος από καταψηφιστικό, σε εν μέρει αναγνωριστικό, με δήλωση που έγινε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και καταχωρήθηκε στο πρακτικά (βλ αναλυτικά κατωτέρω) να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει με βάση το νόμο και τη σύμβαση εργασίας και επικουρικά κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού α) το ποσό των 13.638 ευρώ για υπόλοιπο αποζημίωσης απόλυσης και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να του καταβάλει για το χρονικό διάστημα από 1.1.2007 έως 24.4.2012 τα ακόλουθα ποσά :

β) 51.961,50 ευρώ για τις προβλεπόμενες από το νόμο προσαυξήσεις για υπερεργασία και παράνομες υπερωρίες, β) 43.520 ευρώ αποζημίωση για μη χορήγηση 2 ημερών ανάπαυσης (ρεπό) λόγω της επταήμερης εργασίας του, γ) 29.120 ευρώ και 18.640 ευρώ για επιδόματα εορτών και άδειας, αποδοχές άδειας, αποζημίωση λόγω μη χορήγησης άδειας και δ) 16.320 ευρώ για προσαύξηση 75% για την εργασία του την Κυριακή, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε αξίωση έγινε απαιτητή, άλλως από την επίδοση της αγωγής.

4. Από την επισκόπηση των ταυτάριθμων με την πρωτοβάθμια απόφαση πρακτικών, υπ' αριθμ. 41/2013, προκύπτει ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος του ενάγοντος δήλωσε κατά λέξη στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ότι "τρέπει εν μέρει σε αναγνωριστικό το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής του όπως ειδικότερα εκτίθεται στις κατατεθειμένες επί της έδρας προτάσεις του" Με τις προτάσεις δε που κατέθεσε κατά τη συζήτηση της αγωγής ο ενάγων ανέφερε επί λέξει "Τρέπω εν μέρει σε αναγνωριστικό το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής μου ως εξής: Παραμένει καταψηφιστικό το αίτημά μου περί καταβολής της αποζημίωσης λόγω απόλυσης ποσού 13.638 ευρώ και τρέπω σε αναγνωριστικό το υπόλοιπο ποσό του αιτήματος 157.561,50 ευρώ (171.1909,50 - 13.638)". Με τον πρώτο λόγο, κατά το πρώτο σκέλος, με το δεύτερο λόγο, κατά το δεύτερο σκέλος και με τον τρίτο λόγο, κατά το τρίτο σκέλος, της από 15-9-2018 αίτησης αναίρεσης της εναγομένης εταιρείας, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ. και ειδικότερα ότι εσφαλμένα κρίθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση παραδεκτός ο περιορισμός της αγωγής, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, πλην όμως δεν έγινε με ορισμένο τρόπο, αλλά με παραπομπή στις προτάσεις, γιατί με τον τρόπο αυτό κατέστησε αόριστη την αγωγή, η οποία αποτελείται από περισσότερα του ενός κονδύλια.

Συνεπώς έπρεπε να κηρύξει απαράδεκτο τον περιορισμό της αγωγής. Σχετικά με τον λόγο αυτό το Εφετείο, αφού αναφέρει τον τρόπο με τον οποίο έγινε ο περιορισμός της αγωγής, που είναι ο προαναφερθείς, καταλήγει στην εξής παραδοχή: Ο περιορισμός αυτός του αιτήματος της αγωγής επιτρεπτά έγινε, κατ' άρθρο 223 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις που κατατέθηκαν κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, ανεξάρτητα από το ορισμένο ή μη της δήλωσης που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, όπως ορθώς έκρινε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Ο προαναφερθείς περιορισμός του αιτήματος της αγωγής, μετά τον οποίο παρέμεινε ως καταψηφιστικό μόνο ένα κονδύλιο και συγκεκριμένα αυτό της αποζημίωσης λόγω απόλυσης ύψους 13.638 ευρώ, είναι παραδεκτός και νόμιμος. Επομένως ορθώς δεν κηρύχτηκε ως απαράδεκτος ο ως άνω περιορισμός της αγωγής και η ίδια η αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας και συνεπώς ο πρώτος λόγος, κατά το πρώτο σκέλος του, ο δεύτερος λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος, και ο τρίτος λόγος, κατά το τρίτο σκέλος, της ως άνω αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμοι.

5. Κατά τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της άνω διάταξης, είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Πράγμα επομένως είναι, υπό την έννοια αυτή, και ο λόγος εφέσεως που περιέχει παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (Ολ.Α.Π. 25/2003, 11/1996). Ο εκ του άνω άρθρου λόγος αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθόσον δεν αποτελεί πράγμα η επίκληση αποδεικτικού μέσου ή του περιεχομένου του, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ' ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (Α.Π. 71/2019, 2221/2014).

Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο, κατά το δεύτερο σκέλος, με το δεύτερο λόγο, κατά το πρώτο σκέλος, και τον τρίτο λόγο, κατά το δεύτερο σκέλος, της από 15-9-2018 αίτησης αναίρεσης της εναγομένης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ. Συγκεκριμένα η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τους λόγους της έφεσής της, που αποτελούν πράγματα, περί απαραδέκτου του ως άνω περιορισμού της αγωγής, που έγινε με την εντελώς αόριστη δήλωση, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά. Όμως, οι λόγοι αυτοί, κατά τα ανωτέρω σκέλη τους, είναι απαράδεκτοι, διότι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ στην προκείμενη περίπτωση, που η αναιρεσείουσα με τα σκέλη αυτά των αναιρετικών λόγων επιχειρηματολογεί για την εσφαλμένη, κατ'αυτή, εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 256 παρ. 1 εδ. δ ΚΠολΔ, έστω και αν αυτή η επιχειρηματολογία αποτελούσε και λόγο έφεσης της εναγομένης.

6. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθμ. 4 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αναιρέσεως πρέπει να περιέχει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο το λόγο αναιρέσεως, ώστε όχι μόνο να εξάγεται από αυτόν σε ποιον από τους περιοριστικά στο άρθρο 559 ίδιου Κώδικα αναφερόμενους αναιρετικούς λόγους υπάγεται, αλλά και να καθορίζονται σ'αυτόν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, στοιχειοθετούν την πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση με βάση, όπου χρειάζεται, τις παραδοχές της, οι οποίες πρέπει επίσης να καθορίζονται στο αναιρετήριο.

Ειδικότερα, όταν πλήττεται η απόφαση με την αιτίαση της αφέσεως αιτήσεως αδίκαστης (άρθρο 559 αριθ. 9 περ. γ' ΚΠολΔ), πρέπει, για την πληρότητα του δικογράφου της αναιρέσεως, να αναφέρεται αφενός ότι τόσο στο αιτιολογικό όσο και στο διατακτικό της αποφάσεως δεν γίνεται οποιαδήποτε μνεία, δηλαδή υπάρχει σιωπή του δικαστηρίου αναφορικά με την αίτηση που φέρεται ότι αφέθηκε αδίκαστη και αφετέρου το περιεχόμενο της αιτήσεως (κεφαλαίου) που υποβλήθηκε στο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν η αίτηση αυτή ήταν, ως ορισμένη και νόμιμη, ουσιώδης (ΑΠ 402/2019, 1554/2017, 651/2009).

Με τον πρώτο λόγο, κατά το 3° σκέλος του, και με τον τρίτο λόγο, κατά το τρίτο σκέλος, της από 15-9-2018 αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 9 ΚΠολΔ. Συγκεκριμένα η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστα αιτήματά της. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος ως αόριστος, γιατί δεν αναφέρονται τα αιτήματα που αφέθηκαν αδίκαστα, αλλά και το περιεχόμενο των αιτημάτων αυτών, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν τα αιτήματα αυτά ήταν ορισμένα, νόμιμα και ουσιώδη.

7. Το άρθρο 315 ΚΠολΔ ορίζει ότι, αν από παραδρομή, κατά τη σύνταξη της απόφασης περιέχονται λάθη γραφικά ή λογιστικά ή το διατακτικό της διατυπώθηκε κατά τρόπο ελλιπή ή ανακριβώς, το δικαστήριο, που την έχει εκδώσει, μπορεί, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος ή και αυτεπαγγέλτως να τη διορθώσει με νέα απόφασή του.

Από τη διάταξη αυτή, η οποία, ως εξαιρετική, υπηρετεί, στα πλαίσια της επιταγής για ασφάλεια δικαίου, τον κύριο σκοπό της δίκης, ο οποίος είναι η δικαιοσύνη, συνάγεται ότι είναι δυνατόν να γίνει διόρθωση των σφαλμάτων της απόφασης, που οφείλονται σε ασυμφωνία αυτών που ήθελε το δικαστήριο, και εκείνων που έχουν διατυπωθεί στην απόφαση, έστω και αν, από τη διόρθωση της ανακρίβειας της διατύπωσης, επέρχεται μεταβολή στο διατακτικό, αφού η μεταβολή αυτή, η οποία, επιτρεπόμενη από το νόμο, δεν ανατρέπει, αλλά ορθώς διατυπώνει την αληθινή δικαιοδοτική βούληση, δεν αποτελεί παραβίαση του δεδικασμένου (Ολ.ΑΠ 29 και 30/2004, ΑΠ 266/2019, 1479/2019).

Η ανακριβής ή ελλιπής, εξάλλου, διατύπωση, η οφειλόμενη σε παραδρομή και ευρισκόμενη σε αναντιστοιχία προς εκείνα που θέλησε το δικαστήριο, πρέπει να προκύπτει, είτε από την ίδια την απόφαση, είτε από το συνδυασμό αυτής προς τα πρακτικά του δικαστηρίου και τα διαδικαστικά έγγραφα και, ιδίως, προς εκείνα, με τα οποία ζητήθηκε η συγκεκριμένη έννομη προστασία (ΑΠ 1305/2007, ΑΠ 1703/2006).

Αντικείμενο της διαδικασίας διόρθωσης μπορεί να αποτελέσουν μόνο ακούσιες πλημμέλειες που παρεισέφρησαν κατά τη σύνταξη ή καθαρογραφή της απόφασης και όχι διαγνωστικά σφάλματα του δικαστηρίου, ως προς την ερμηνεία και την εφαρμογή ουσιαστικής διάταξης και την εκτίμηση των αποδείξεων, τα οποία, εφόσον αποδειχθούν, διορθώνονται μόνο με προσβολή της απόφασης με ένδικα μέσα (ΑΠ 701/2018, ΑΠ 1765/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της από 15-9-2018 αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για τις αναιρετικές πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ 14,8 και 9 ΚΠολΔ. Συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα απορρίφθηκε ο λόγος της έφεσής της ότι η αίτηση για τη διόρθωση της πρωτόδικης απόφασης, που με την 74/2014 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου διόρθωσε το διατακτικό της, από το " Υποχρεώνει την εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα" στο ορθό "Αναγνωρίζει ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα" και απάλειψε τη διάταξη περί κηρύξεως της αποφάσεως προσωρινά εκτελεστής για το ποσό των 8.000 ευρώ, ενώ έπρεπε να απορριφθεί ως μη νόμιμη, διότι δεν μπορούσε να γίνει η ως άνω διόρθωση.

Σύμφωνα με την προπαρατεθείσα μείζονα σκέψη, σε συνδυασμό με τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το Εφετείο, ορθά αυτό ερμήνευσε και συνακόλουθα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 315 ΚΠολΔ, κρίνοντας ότι επιτρέπεται στην προκείμενη περίπτωση η διόρθωση από το άρθρ. 315 ΚΠολΔ, ως αφορώσα διόρθωση σφαλμάτων της απόφασης, η οποία άλλο θέλησε και διαφορετικό εξέφρασε στο διατακτικό της και καλώς δεν κήρυξε απαράδεκτη την διόρθωση αυτή και ο λόγος αυτός αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Περαιτέρω, απορριπτέο ως απαράδεκτο είναι και το δεύτερο σκέλος του τέταρτου λόγου, από τον αριθ 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί οι ισχυρισμοί αυτοί, που ανάγονται στην κατ' ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, δεν ιδρύουν τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης, καθόσον δεν αποτελεί πράγμα η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου, έστω και αν προτείνεται ως λόγος έφεσης.

Ανεξάρτητα από το απαράδεκτο αυτό, το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον υπό στοιχ. 3 λόγο της έφεσης της εναγομένης και τον απέρριψε με τις εξής παραδοχές: Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις και προέβη στη εν λόγω διόρθωση αποκαθιστώντας το ακριβές νόημα του Δικαστηρίου με την κρίση ότι οι ορισμένες διατάξεις του διατακτικού έρχονταν σε αντίφαση με το σκεπτικό της απόφασης.

Ειδικότερα μετά τον εν μέρει περιορισμό της αγωγής σε αναγνωριστική, κρίθηκε αυτή νόμιμη, κατά τα παραπάνω, πλην- μεταξύ άλλων- του αιτήματος περί προσωρινής εκτελεστότητας αυτής ως προς το αναγνωριστικό αίτημα. Στη συνέχεια απορρίφθηκε η αγωγή ως προς το καταψηφιστικό της αίτημα και έγινε εν μέρει δεκτή ως προς το αναγνωριστικό.

Εντούτοις -προφανώς από παραδρομή- στο διατακτικό το Δικαστήριο υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει τα εκεί αναφερόμενα ποσά και κήρυξε εν μέρει προσωρινά εκτελεστή την άνω διάταξη, η οποία ως αναγνωριστική δεν υπόκειται σε εκτέλεση, αφού εκτελεστό τίτλο αποτελούν μόνο οι καταψηφιστικές αποφάσεις κατ' άρθρο 904 ΚΠολΔ και όχι οι αναγνωριστικές, όπως ρητώς αναφέρεται.

Επομένως και ο λόγος αυτός της εφέσεως της εναγομένης (στοιχ. 3) πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Τέλος, ο ίδιος λόγος, κατά το τρίτο σκέλος, από τον αριθμό 9γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι δηλαδή το Εφετείο άφησε αδίκαστα αιτήματα, είναι απαράδεκτος ως αόριστος, γιατί δεν αναφέρονται τα αιτήματα που αφέθηκαν αδίκαστα ,αλλά και το περιεχόμενο των αιτημάτων αυτών ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν τα αιτήματα αυτά ήταν, ορισμένα, νόμιμα και ουσιώδη.

8. Από τις διατάξεις των άρθρων 450 παρ.2 και 451 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο πλαίσιο εκκρεμούς δίκης κάθε διάδικος υποχρεούται να επιδείξει τα έγγραφα, τα οποία κατέχει και μπορούν να χρησιμεύσουν για απόδειξη, ο δε αντίδικος του κατέχοντος το έγγραφο δύναται να ζητήσει την επίδειξη, εφόσον δικαιολογεί έννομο συμφέρον. Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβιάσει ευθέως κανόνες ουσιαστικού δικαίου.

Συνεπώς δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός, όταν προβάλλεται ευθεία παραβίαση κανόνων δικονομικού δικαίου, όπως είναι και οι ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 450 και 451 του ΚΠολΔ, οι σχετικές με την επίδειξη εγγράφων στο πλαίσιο εκκρεμούς δίκης (ΑΠ 768/2019, 1372/2018, 771/2017).

9. Με τον πέμπτο λόγο της από 15-9-2018 αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για τις αναιρετικές πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ 1, 8 και 11 γ ΚΠολΔ . Συγκεκριμένα ισχυρίζεται, με το πρώτο σκέλος του λόγου αυτού, ότι εσφαλμένα απορρίφτηκε ως μη νόμιμο το αίτημά της περί επίδειξης των φορολογικών δηλώσεων του ενάγοντος για το επίδικο χρονικό διάστημα. Όμως, ο από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. λόγος της αναίρεσης δεν ιδρύεται στην προκείμενη περίπτωση, εφόσον παραβιάστηκαν μόνο κανόνες του δικονομικού δικαίου, όπως είναι οι σχετικές διατάξεις των άρθρων 450 παρ 2 και 451 του ΚΠολΔ, κατά τα προαναφερθέντα.

Συνεπώς, ο ανωτέρω λόγος της αναίρεσης, από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η παραβίαση των δικονομικού δικαίου διατάξεων των ως άνω άρθρων του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος. Όσον αφορά τον ίδιο λόγο, κατά το δεύτερο σκέλος, από τον αριθμ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον υπό στοιχ. 8ο λόγο της έφεσης της εναγομένης, με τον οποίο έπληττε την εκκαλούμενη απόφαση για την απόρριψη ως μη νομίμου του αιτήματος επίδειξης των φορολογικών δηλώσεων του ενάγοντος, είναι αβάσιμος, γιατί το Εφετείο τον έλαβε υπόψη και τον απέρριψε με τις εξής παραδοχές:

Εν προκειμένω, η εκκαλούσα εργοδότρια με τον σχετικό λόγο της εφέσεώς της παραπονείται για την απόρριψη ως μη νομίμου του αιτήματος της να της επιδείξει ο ενάγων τις φορολογικές δηλώσεις των επιδίκων ετών τις οποίες κατέχει, γιατί θα χρησιμεύσουν στην απόδειξη των ισχυρισμών της για το ύψος της αμοιβής του.

Το αίτημά της αυτό, που δεν έγινε δεκτό στον πρώτο βαθμό, παραδεκτώς υποβάλλει με το εφετήριο (στοιχ. 8) σύμφωνα με τα προαναφερόμενα. Ωστόσο, δεν είναι νόμιμο και πρέπει να απορριφθεί, διότι το απόρρητο των φορολογικών δηλώσεων, που καθιερώνεται με το άρθρο 85 παρ. 1, 2, 4. 5 του ν. 2238/1994 (Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος), συνιστά νόμιμο λόγο άρνησης επιδείξεως των φορολογικών δηλώσεων, με οποιοδήποτε τρόπο και αν υποβάλλεται το σχετικό το αίτημα, ο οποίος κάμπτει το έννομο συμφέρον της εκκαλούσας για την επίδειξή τους.

Τέλος, το τρίτο σκέλος του ίδιου λόγου, από τον αριθμό 11 γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι δηλαδή το Εφετείο δε έλαβε υπόψη του αποδεικτικό μέσο, ήτοι ομολογία του ενάγοντος, είναι απορριπτέο ως αόριστο, γιατί δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο που περιέχεται η ομολογία αυτή , για να κριθεί αν είναι δικαστική ή εξώδικη, αν την ομολογία την επικαλέσθηκε η αναιρεσείουσα στα δικαστήρια της ουσίας και ποιος ήταν ο ισχυρισμός, το βάσιμο του οποίου θα αποδεικνύονταν με την εν λόγω ομολογία (ΑΠ 545/2013, 881/2011).

10. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει, επίσης, να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).

Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με τη προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε, εξ άλλου, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 119/2014, ΑΠ1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1184/2015).

11. Με τους έκτο, έβδομο και όγδοο (κατά το 1° σκέλος) και 9ο (κατά το Γ σκέλος) λόγους της από 15-9-2018 αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για τις αναιρετικές πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ 1 και 19 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι κατ'εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 904 ΑΚ, 416 ΑΚ, 2 παρ 1 Ν. 539/1945, 2 παρ 1 Ν 1346/1983, 13 Ν 3227/2004, 1 Ν. 3302/2004, αλλά και με ανεπαρκή, ασαφή και αντιφατική αιτιολογία επιδικάστηκαν στον ενάγοντα τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση ποσά, που αφορούν τα επιδόματα τριετιών, τα οικογενειακά επιδόματα, το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας, οι αποδοχές και το επίδομα αδείας και τα δώρα εορτών.

12. Με το περιεχόμενο αυτό οι ανωτέρω λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αόριστοι, διότι σε αυτούς δεν διαλαμβάνονται οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την κατ' ουσία αποδοχή των προαναφερθέντων αγωγικών κονδυλίων, υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παραβίαση των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ούτε εκθέτει σε τι συνίσταται η παραβίαση αυτή, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, ούτε επισημαίνονται στο αναιρετήριο με βάση τις σχετικές κρίσιμες παραδοχές (μη κατά τα προεκτεθέντα διαλαμβανόμενες) οι κατά την αναιρεσείουσα υπάρχουσες ανεπάρκειες ή αντιφάσεις των αιτιολογιών της προσβαλλομένης απόφασης, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του άρθρου 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης.

Εξάλλου, όσον αφορά τους όγδοο και ένατο λόγους της ίδιας αναίρεσης, κατά το 2° σκέλος τους, από το άρθρο 559 αριθ 8 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν από αυτή και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, είναι απορριπτέοι ως αόριστοι, γιατί στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται ποιά ήταν τα πράγματα, που το Δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη, μολονότι προτάθηκαν παραδεκτά και ποιά επίδραση θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης.

13. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αρ. 20 και 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι ο θεσπιζόμενος με την πρώτη των διατάξεων αυτών λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα (λάθος στην ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου), όταν δηλαδή αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432-465 Κ.Πολ.Δ., έγγραφο, περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από εκείνο που πράγματι έχει, ακολούθως δε καταλήγει, στηριζόμενο σε τούτο μόνο ή κυρίως σε αυτό, σε περίπτωση συνεκτιμήσεώς του με άλλα αποδεικτικά μέσα, σε επιζήμιο για το διάδικο - αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση η οποία είναι σχετική με την εκτίμηση των πραγμάτων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΟλΑΠ 2/2008, 1/1999).

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως θα πρέπει να προσδιορίζονται στην αίτηση αναιρέσεως το έγγραφο που παραμορφώθηκε, το περιεχόμενο του και το παραμορφωμένο περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό το δικαστήριο και μάλιστα αυτολεξεί, ώστε από τη σχετική σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου, καθώς και ο ουσιώδης ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποτέλεσμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 568/2019, 1145/2015, ΑΠ 9/2014, 374/2013, ΑΠ 355/2012).

14. Με τους όγδοο (κατά το 3° σκέλος) και ένατο (κατά το 3° σκέλος) από τους λόγους της από 15-9-2018 αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για την αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ 20 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι παραμορφώθηκαν από το Εφετείο τα εκκαθαριστικά σημειώματα των αποδοχών του ενάγοντος και ο ατομικός του λογαριασμός ασφάλισης στο ΙΚΑ. Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αόριστοι, διότι η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο των ανωτέρω εγγράφων, που φέρονται ότι παραμορφώθηκαν, το περιεχόμενο που δέχτηκε το Εφετείο ότι έχουν τα έγγραφα αυτά, τον ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό, για την απόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκαν και το επιζήμιο για την αναιρεσείουσα αποτέλεσμα, ενώ παράλληλα δεν αναφέρεται ότι το Εφετείο στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κυρίως στα έγγραφα αυτά.

15. Η διάταξη του άρθρου 176 Κ.Πολ.Δ, η οποία αναφέρεται στη δικαστική δαπάνη, είναι διάταξη ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 218/2003) και ελέγχεται από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. Η καταψήφιση στη δικαστική δαπάνη του διαδίκου που νικήθηκε, δεν έχει ανάγκη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αφού είναι απόρροια της αρχής της ήττας της πιο πάνω διάταξης (ΑΠ 685/2005, ΑΠ 859/2002). Δεν ιδρύεται, όμως, ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος εκ του ότι στην επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη η δικηγορική αμοιβή υπολογίστηκε σε ύψος μεγαλύτερο του κατωτέρω ορίου του Κώδικα Δικηγόρων. Ούτε έχει ανάγκη αιτιολόγησης η σχετική δικανική κρίση (ΑΠ 1195/2018, 77/2014, 613/2010).

16. Με το δέκατο λόγο της από 15-9-2018 αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για τις αναιρετικές πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ 1 και 9γ ΚΠολΔ. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το Εφετείο τη διάταξη των άρθρων 63 επ. του ν. 4194/2013(Κώδικας Δικηγόρων) με το να επιδικάσει δικαστική δαπάνη στον αντίδικο της ενάγοντα, ύψους 1100 ευρώ, η οποία είναι μεγαλύτερη της νόμιμης, που ανέρχεται, κατ' αυτή, στο ποσό των 260 ευρώ. Όμως, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, η επιδίκαση δικηγορικής αμοιβής πάνω από τα καθοριζόμενα από τον Κώδικα περί Δικηγόρων κατώτατα όρια, μη έχουσα ανάγκη ειδικής αιτιολογήσεως και αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο μέσω του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ.

Συνεπώς ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Τέλος, το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου, από τον αριθμό 9γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι δηλαδή το Εφετείο άφησε αδίκαστα αιτήματα, είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, γιατί δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο τα αιτήματα που αφέθηκαν αδίκαστα, αλλά και το περιεχόμενο των αιτημάτων αυτών, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν τα αιτήματα αυτά ήταν ορισμένα, νόμιμα και ουσιώδη.

17. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η από 15-9-2018 αίτηση αναίρεσης. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

18. Με τους πρώτο και δεύτερο από τους λόγους αναίρεσης της από 15-12- 2017 αίτησης του ενάγοντος προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, δηλαδή ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα του ύψους του ημερομισθίου του αναιρεσείοντος.

Ειδικότερα, κατά τον αναιρεσείοντα, το Δικαστήριο δέχτηκε ότι αυτός ελάμβανε τρία διαφορετικά ημερομίσθια, δηλαδή 1) το συμβατικό, ήτοι αυτό που καθορίστηκε από τους ίδιους τους διαδίκους, 2) το καταβαλλόμενο, ύψους 51,84 ευρώ, βάσει του οποίου υπολογίστηκαν οι οφειλόμενες στον ενάγοντα αποδοχές και 3) το ομολογούμενο από τον ενάγοντα ύψους 80 ευρώ.

Το εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε τα ακόλουθα ουσιώδη, όσον αφορά τους ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους: Ότι η εναγομένη διατηρεί στη βιομηχανική περιοχή ... επιχείρηση συντήρησης και καθαρισμού σκαφών θαλάσσης και για τις ανάγκες της επιχειρήσεώς της προσέλαβε, το έτος 2002, τον ενάγοντα, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, για να προσφέρει τις υπηρεσίες όχι υπαλλήλου, αλλά εργατοτεχνίτη και συγκεκριμένα, βοηθού ελασματουργού, αρχικά, και στη συνέχεια, από 20.5.2009, βοηθού ηλεκτροσυγκολλητή, αντί της αμοιβής που καθόριζαν οι ίδιοι συμβατικά.

Ότι στις 13.4.2009 ο ενάγων προσέφυγε στην Επιθεώρηση εργασίας Μαγνησίας διαμαρτυρόμενος για τη μη καταβολή προσαυξήσεων υπερωριακής και νυκτερινής εργασίας, αποδοχών αδείας, επιδομάτων αδείας και εορτών και μετά από διαβουλεύσεις οι διάδικοι ήρθαν στις 20.5.2009 σε συμφωνία, με την οποία ορίστηκε ο μεν ενάγων να παραιτηθεί των αξιώσεών του σε βάρος της εναγομένης, η δε τελευταία να συνεχίσει να τον απασχολεί βάσει συμβάσεως αορίστου χρόνου ως συμπληρωματική της προηγούμενης, με όρους και αμοιβή την προβλεπόμενη από την ΣΣΕ του κλάδου του μετάλλου.

Ότι σε αντίθετη περίπτωση, όπως συμφωνήθηκε, ο ενάγων θα επιδίωκε δικαστικώς την ικανοποίηση των αξιώσεών του. Ότι σε εκτέλεση των συμφωνηθέντων η εναγομένη προσέλαβε τον ενάγοντα στις 20.5.2009, για να εργαστεί με τους ως άνω συμφωνηθέντες όρους, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, βάσει της οποίας εργάστηκε έκτοτε και έως την καταγγελία της συμβάσεως ως βοηθός ηλεκτροσυγκολλητή.

Ότι ο συμβιβασμός αυτός είναι έγκυρος, όπως έγκυρη είναι και η δήλωση του ενάγοντος περί ρητής και ανεπιφύλακτης παραιτήσεώς του από κάθε σχετικό δικαίωμά του, διότι όσον αφορά τις απαιτήσεις του που στηρίζονται στον αδικαιολόγητο πλουτισμό, γι' αυτές δεν αξιώνεται από το νόμο καμία προϋπόθεση για το κύρος μίας τέτοιας παραιτήσεως, όσον δε αφορά τις απαιτήσεις για αποδοχές και επίδομα αδείας καθώς και για επιδόματα (δώρα) εορτών και για τις προσαυξήσεις που στηρίζονται ευθέως στο νόμο, γΓ αυτές υπήρχε στα μέρη σοβαρή αμφιβολία ως προς τις πραγματικές και τις νομικές προϋποθέσεις τους, την οποία έλυσαν με αμοιβαίες υποχωρήσεις με το συμβιβασμό.

Ότι η αμφιβολία αυτή υπήρξε απόρροια και του γεγονότος ότι οι έγγραφες συμβάσεις βάσει των οποίων απασχολούνταν ο ενάγων στην εναγομένη αναφέρονται ως συμβάσεις έργου συγκεκριμένης βραχυχρόνιας διάρκειας, μετά το πέρας των οποίων υπέγραφε ο εργαζόμενος οικειοθελείς αποχωρήσεις και συνεπώς τα μέρη με το συμβιβασμό τους, έλυσαν την έριδα σχετικά με την μορφή της παρεχόμενης εργασίας και αν και σε ποιο μέτρο δικαιούνταν βάσει αυτής τις ανωτέρω παροχές και αν έπρεπε να αφαιρεθούν από το σύνολο των καταβληθεισών αποδοχών του ενάγοντος, όπως ισχυριζόταν η εναγομένη.

Ότι έτσι ο ενάγων απέφυγε δικαστικό αγώνα αβέβαιης διάρκειας και έκτασης, του οποίου το αποτέλεσμα θα μπορούσε να αποβεί σε βάρος του, λόγω της ύπαρξης σοβαρής αμφισβήτησης και αβεβαιότητας γύρω από τις νομικές και τις πραγματικές προϋποθέσεις των αξιώσεών του. Ότι, επομένως, η (επανα)πρόσληψη του ενάγοντος από την εναγόμενη με τους όρους που συμφωνήθηκαν και η μη διεκδίκηση των αξιώσεων του ενάγοντος, ο οποίος εξακολούθησε να απασχολείται έως την καταγγελία της εργασιακής συμβάσεως, αποτελούν ρητή αποδοχή εκ μέρους του του επίδικου εξώδικου συμβιβασμού, με συνέπεια να μην δικαιούται πλέον αυτός να προβάλλει τις επίδικες αξιώσεις του, κατά της εναγομένης, ήδη εργοδότριάς του, για το πριν τις 20.5.2009 χρονικό διάστημα.

Άρα ως προς το χρονικό αυτό διάστημα για τα αιτούμενα κεφάλαια η αγωγή είναι αβάσιμη και απορριπτέα. Δέχεται περαιτέρω η προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο ενάγων από τις 20.5.2009 συνέχιζε να εργάζεται στην εναγομένη ως βοηθός ηλεκτροσυγκολλητή έως τις 15.3.2012, που η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας. Ότι έως την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας ο ενάγων εργαζόταν, κατ' απαίτηση της εναγομένης, πέρα από το νόμιμο ωράριο του, που ήταν οκτάωρο, από 07.00 έως 15.00, για πενθήμερη εργασία, ως εξής:

Από τη Δευτέρα έως την Παρασκευή από τις 07.00 έως τις 19.00. Επίσης εργαζόταν δύο Σάββατα, από 07.00 μέχρι 19.00 και δύο Κυριακές από 07.00 έως 15.00 το μήνα κατά μέσο όρο, ήτοι ο ενάγων πρόσφερε εργασία 60 ωρών την εβδομάδα. Ότι οι 5 πρώτες συνιστούν κατά το νόμο υπερεργασία και δικαιούται το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο (άρθ. 4 ν 2874/2000, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του από το άρθρο 1 του ν. 3385/2005), που ήταν και το προβλεπόμενο από την οικεία ΣΣΕ και ανέρχονταν, μετά των αναλογούντων επιδομάτων (γάμου, τριετιών και ανθυγιεινής), το ύψος των οποίων δεν αμφισβητείται, σε 51,84 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 20.5.2009 έως 31.12.2009, σε 51,59 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1.1. 2010 έως 30.8.2011 και σε 52,66 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1.9.2011 έως της καταγγελίας της εργασιακής συμβάσεως στις 15.3.2012, προσαυξημένο κατά 25% για το χρονικό διάστημα από 20.5.2009 μέχρι 14.7.2010 και από 15.7. 2010 έως τη λήξη της σύμβασης (15.3.2012) προσαυξημένο κατά 20% επί του καταβαλλόμενου ωρομισθίου (άρθρο 74 παρ. 10 του Ν. 3863/2010 - ΦΕΚ Α 115/15-7-2010), δεδομένου ότι το νόμιμο ωράριο του ενάγοντος ήταν ημερησίως 8 ώρες και εβδομαδιαίως 40 ώρες, ήτοι ίσχυε η πενθήμερη εβδομαδιαία απασχόληση.

Ότι οι λοιπές 15 ώρες εβδομαδιαίως (τρεις ώρες καθ' εκάστη καθημερινή) αποτελούν (παράνομη) κατ' εξαίρεση υπερωρία και αμείβονται, για το επίδικο χρονικό διάστημα από 20.5.2009 έως 15.7.2010, με προσαύξηση 100% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου και για το χρονικό διάστημα από 16.7.2010 μέχρι τη λήξη της επίδικης σύμβασης εργασίας, με προσαύξηση 80% επί του καταβαλλόμενου ωρομισθίου (άρθρο 74 παρ. 10 του Ν. 3863/2010).

Ειδικότερα, για το χρονικό διάστημα από 20.5.2009 έως 31.12.2009: Ωρομίσθιο 7,77 ευρώ (51,84X6/40) προσαυξημένο κατά 25%, ήτοι (1,94 ευρώ + 7,77 = 9,71 Χ 8 ώρες = 77,68 ευρώ για το μήνα Μάιο 2009 + 971 (9,71X20 ώρες το μήνα Χ 6 μήνες) = 1.048,68 ευρώ. Για το χρονικό διάστημα από 1.1.2010 έως 14.7.2010 ωρομίσθιο 7,73 ευρώ (51,59X6/40) προσαυξημένο κατά 25% (1,93 + 7,.73 = 9,66 Χ 20ώρες Χ 6μηνες=) 1.159,2 ευρώ και 9 ημέρες=260,82)=1.420 ευρώ.

Για το χρονικό διάστημα από 15.7.2010 έως 30.8.2011 με ωρομίσθιο 7,73 ευρώ (51,59 X 6/40) και με προσαύξηση 20% (1,54€ = 9,27 το προσαυξημένο ημερομίσθιο Χ20 ώρες = 185,4 Χ 12 μήνες = 2.224,8 + 12 ημέρες = 111,14) = 2.336 ευρώ. Για το χρονικό διάστημα 1.9.2011 έως 15.3.2012 με ωρομίσθιο 7,89 ευρώ (52,66 Χ6/40) η προσαύξηση 20% του οποίου ανέρχεται σε 1,57=9,46 Χ 20 ώρες = 189,2 Χ 6 μήνες = 1.135, 2 και 2 εβδομάδες = 94,6 ευρώ σύνολο 1.229, 6 ευρώ.

Συνολικά για αμοιβή υπερεργασίας ο ενάγων δικαιούνταν 7.005,8 ευρώ. Ότι επίσης ο ενάγων προσέφερε παράνομη υπερωριακή εργασία 15 ώρες την εβδομάδα. Ότι η εργασία του μισθωτού κατά το Σάββατο, ως έκτη ημέρα υπό το σύστημα της πενθήμερης εργασίας, δεν αποτελεί υπερωριακή εργασία, εκτός του πέραν του οκταώρου και έως τη συμπλήρωση του 12ώρου κατά την οποία υπερβαίνει το ανώτατο όριο ημερήσιας απασχολήσεως, το οποίο καθορίσθηκε σε οκτώ (8) ώρες.

Ειδικότερα: Από 20.5.2009 έως 31.12.2009 με ωρομίσθιο 7,77 ευρώ και προσαύξηση 100% ανέρχεται σε 5.895,6 ευρώ (15,4 Χ 15 ώρες την εβδομάδα = 231 Χ 4 εβδομάδες = 924 το μήνα Χ 6 μήνες = 5.526 € και 24 ώρες για τις ημέρες κατά το μήνα Μάιο 2009=369,6 ευρώ). Για το χρονικό διάστημα από 1.1.2010 έως 14.7.2010 ωρομίσθιο 7,73 (51,59X6/40) προσαυξημένο κατά 100% 'σε 5.565,6 ευρώ (15,46 € Χ 15ώρες Χ 4εβδομάδες Χ 6 μήνες=5.565,6 ).

Από 15.7.2010 έως 30.8.2011 (ωρομίσθιο 7,73 (51,59 X 6/40) με προσαύξηση 80% υπολογίζεται σε 10.015,2 ευρώ (6,18 € = 13,91 X 15ώρες την εβδομάδα = 208, 65 Χ 4=834,6 Χ 12 μήνες). Από 1.9. 2011 έως 15.3.2012 (ωρομίσθιο 7,89 € (52,66 Χ6/40) με προσαύξηση 80 % ,που ανέρχεται σε 6,31 = 14,2 Χ 15 Χ 4 Χ 6μηνες και 2 εβδομάδες= 5.325 ευρώ. Ότι, επομένως η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα για κατ' εξαίρεση υπερωρίες το επίδικο χρονικό διάστημα το συνολικό το ποσό των 26. 801,4 ευρώ.

Ότι τα ποσά αυτά δικαιούται ο ενάγων κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, διότι από την παράνομη αυτή υπερωρία η εναγόμενη αποκόμισε ωφέλεια, ίση με τα ποσά που θα κατέβαλε σε τρίτο με τα ίδια προσόντα του ενάγοντος και κάτω από τις ίδιες συνθήκες, αν κατάρτιζε μαζί του έγκυρη σύμβαση εργασίας για παροχή νόμιμης υπερωριακής εργασίας.

Η προσαύξηση δε αυτής προβλέπεται από το νόμο. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο το σχετικό αγωγικό κονδύλια για τις ως άνω αιτίες (προσαύξηση σε αμοιβή υπερεργασίας και παράνομη υπερωρία), έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, γενομένου δεκτού, εν μέρει, ως ουσιαστικά βάσιμου, του σχετικού τρίτου (υπό στοιχείο Γ α σκέλος) λόγου της έφεσης του ενάγοντος.

Ότι το κονδύλιο της αγωγής, που αναφέρεται στην αποζημίωση του ενάγοντος λόγω μη χορήγησης από την εναγομένη αναπληρωματικής εργασίας, συνεπεία της εργασίας του κατά τα Σάββατα, στην ως άνω επιχείρηση της εναγομένης, όπου ίσχυε το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, δεν είναι νόμιμη, καθόσον δεν δικαιούται αναπληρωματικής πρόσθετης εβδομαδιαίας αναπαύσεως για το Σάββατο, αφού δεν ορίζεται το αντίθετο στην επίδικη σύμβαση εργασίας.

Ότι αντίθετα είναι νόμιμη η αγωγή για το κονδύλιο που αναφέρεται σε αποζημίωση για τις Κυριακές, κατά τις οποίες εργάστηκε χωρίς να έχει λάβει αναπληρωματική ημέρα αναπαύσεως σε άλλη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας, την οποία (αποζημίωση) δικαιούται κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθόσον η εναγομένη εργοδότρια κατέστη, χωρίς νόμιμη αιτία, πλουσιότερη από την εργασία του κατά την ημέρα της αναπληρωματικής εβδομαδιαίας αναπαύσεως του, εξοικονομώντας την δαπάνη, στην οποία θα υποβαλλόταν αυτή, για την καταβολή ισόποσης αμοιβής σε άλλον εργατοτεχνίτη, τον οποίο θα προσλάμβανε, για να εργασθεί κατά την ημέρα της εβδομαδιαίας αναπαύσεως αυτού (ενάγοντος).

Ότι το εν λόγω αγωγικό κονδύλιο, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμο, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω από ουσιαστικής απόψεως. Ότι για την επί οκταώρου εργασία του το Σάββατο ο ενάγων δικαιούται το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο προσαυξημένο κατά 30% και για τις επόμενες τέσσερες ώρες, που αποτελούν κατ' εξαίρεση υπερωρία, ο ενάγων δικαιούται προσαύξηση 100%-80% η οποία υπολογίζεται στο προσαυξημένο ημερομίσθιο.

Ειδικότερα, από 20.5.2009 έως 31.12.2009, ποσό 2.061,08 ευρώ (ημερομίσθιο € 51,84 ευρώ + 30% = 67,32 X 2 X 7 + 1 =1009,8 ευρώ + 4ώρες παράνομη υπερωρία ήτοι 10,10 ευρώ ωρομίσθιο (67,32 X 6/40) προσαυξημένο 100% δηλ. 20,21 Χ 4ώρες Χ 2Σάββατα = 161,74 X 6 = 970,44 € + 80,84 = 1051,28 ευρώ). Για το χρονικό διάστημα από 1.1.2010 έως 14.7.2010 ποσό 932,4 ευρώ (51,59 ευρώ ημερομίσθιο+30%= 15,47 ευρώ =67,0.6X2X6=804,72 ευρώ για το οκτάωρο +8 ώρες το μήνα για παράνομες υπερωρίες (10,05 X 100% = 20,11 X 8 =) 160,94 ευρώ.

Από 15 7.2010 έως 30.8.2011 ποσό 3.346,77 ευρώ (51,59 ευρώ ημερομίσθιο + 30% = 15,47 ευρώ = 67,06 X 2 X 12 = 1.609,44 + 10,05 Χ 80% = 18,09 X 8 = 144,77 X 12). Από 1.9.2011 15.3.2012 ποσό 1.782,1€ ευρώ (52,66 Χ 30% = 68,45 X 2 = 136,91€ Χ 6 μήνες = 821,49 + 1 + 10,26 Χ 80% = 18,47 X 4 X 13 = 960,64 ευρώ). Συνολικά για την κατά τα Σάββατα (2 το μήνα) εργασία του δικαιούται για το επίδικο χρονικό διάστημα το συνολικό ποσό των 8.122,35 ευρώ.

Ότι ακόμα ο ενάγων δικαιούται για την κατά την Κυριακή επί οκταώρου εργασία του, παρόλο που στον κλάδο του είχε καθιερωθεί η πενθήμερη εβδομαδιαία εργασία, χωρίς η εναγομένη να του χορηγεί αναπληρωματική εβδομαδιαία ανάπαυση, διάρκειας 24 συνεχών ωρών, σε άλλη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας (ρεπό) και χωρίς να του καταβάλει την προβλεπόμενη αποζημίωση για την στέρηση της εβδομαδιαίας αναπαύσεώς του αυτής, το νόμιμο ημερομίσθιο του προσαυξημένο κατά 75%.

Ήτοι για το χρονικό διάστημα από 20.5. 2009 έως 31.12.2009 ποσό 635, 04 ευρώ (51,84 ευρώ Χ 75% ευρώ = 90, 72 ευρώ Χ 7 Κυριακές), για το χρονικό διάστημα από 1.1. 2010 έως 30.8.2011 ποσό 1.625 ευρώ (51,59 + 75% = 90,28 Χ 18) και για το χρονικό διάστημα από 1.9.2011 έως 15.3.2012 ποσό 645, 08 ευρώ (52,66 + 75% = 92,15 Χ 7). Ότι επιπλέον δικαιούται αποζημίωση για την εργασία του και κατά την ημέρα της αναπληρωματικής εβδομαδιαίας αναπαύσεώς του, ίση με το καταβαλλόμενο ημερομίσθιό του, όπως αυτό προσδιορίζεται, την οποία (αποζημίωση) δικαιούται κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθόσον η εναγομένη εργοδότρια κατέστη, χωρίς νόμιμη αιτία, πλουσιότερη από την εργασία του κατά την ημέρα της αναπληρωματικής εβδομαδιαίας αναπαύσεώς του, εξοικονομώντας την δαπάνη, στην οποία θα υποβαλλόταν αυτή, για την καταβολή ισόποσης αμοιβής σε άλλον εργατοτεχνίτη, τον οποίο θα προσλάμβανε για να εργασθεί κατά την ημέρα της εβδομαδιαίας αναπαύσεως αυτού (ενάγοντος), η οποία ανέρχεται σε 1.660, 12 ευρώ (51,84 ευρώ Χ 7 = 362,88, 51,59 Χ 18 = 928,62 και 52,66 X 7 = 368,62).

Συνολικά δε για την αιτία αυτή (Κυριακές και αποζημίωση για την εργασία του κατά την ημέρα της αναπληρωματικής άδειας), δικαιούται 9.130, 48 ευρώ (4. 565, 24 Χ2 Κυριακές και 2 ημέρες αναπληρωματική άδεια/μήνα) . Ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθά μεν εφάρμοσε το νόμο κατά το μέρος που απέρριψε ως μη νόμιμο το αγωγικό κονδύλιο για αποζημίωση λόγω μη χορήγησης αναπληρωματικής ημέρας για την εργασία το Σάββατο, έσφαλε όμως στην εκτίμηση των αποδείξεων κρίνοντας ότι ο ενάγων δεν παρείχε εργασία Σάββατα και τις Κυριακές, γι' αυτό και ο σχετικός λόγος της έφεσης του ενάγοντος (στοιχ Γβ της εφέσεως) , κατά το μέρος που κρίθηκε ορισμένος και νόμιμος πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτός και από ουσιαστική άποψη.

Ότι αναφορικά με τις ετήσιες άδειες δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων δεν ελάμβανε την ετήσια άδεια in natura, αποδείχθηκε όμως ότι δεν λάμβανε τις ανάλογες αποδοχές της άδειας και το επίδομά της. Ότι δεν δικαιούται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 3 ν.δ. 3755/1957, ν' αξιώσει την πληρωμή αποζημίωσης (αστικής ποινής) ίσης προς το διπλάσιο των αποδοχών της αδείας και το σχετικό κονδύλιο πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο.

Ο ενάγων όμως έπρεπε να λάβει τα ακόλουθα ποσά για επίδομα και αποδοχές άδειας, ήτοι για αποδοχές αδείας 773,85 ευρώ για το έτος 2009 (15 ημερομίσθια Χ 51,59 ευρώ), 1.347,84 ευρώ για το έτος 2010 και 1.474, 48 ευρώ για το έτος 2011 (26 ημερομίσθια επί του καταβαλλόμενου ημερομισθίου των 51,84 ευρώ και 52, 66 ευρώ για τα αντίστοιχα χρονικά διαστήματα) και 263,3 ευρώ (5X52,66 ευρώ) για το έτος 2012 και συνολικά 3.859,47 ευρώ.

Για επιδόματα αδείας 670,67 ευρώ (13 ημερομίσθια Χ51.59) για το έτος 2009, 673, 92 (13X51,84) ευρώ για το έτος 2010, 684, 58 ευρώ για το έτος 2011 και 263,3 ευρώ για το έτος 2012. Ότι έλαβε για επίδομα αδείας ποσό 247, 64 ευρώ το έτος 2009 και 517 ευρώ το έτος 2011, τα οποία και πρέπει να αφαιρεθούν από τα αντίστοιχα έτη. Ήτοι, για τη αιτία αυτή ο ενάγων δικαιούται τη διαφορά που υπολογίζεται στο συνολικό ποσό των 3.077,83 ευρώ.

Ότι για Δώρα εορτών δικαιούται τα ακόλουθα ποσά: για δώρο Χριστουγέννων 2010 το ποσό των 1.289,75 ευρώ (25 ημερομίσθια Χ 51,59 ευρώ), για δώρο Πάσχα 2010 το ποσό των 773,85 (15 Χ51.59) ευρώ, για δώρο Χριστουγέννων 2011 το ποσό των 1.316, 5 ευρώ (25X52,66), για δώρο Πάσχα 2011 το ποσό των 789, 9 ευρώ (15X52,66) και για αναλογία δώρου Πάσχα 2012 το ποσό των 487, 10 ευρώ (για 74 ήμερες διάρκειας της εργασιακής σχέσης στις οποίες αναλογεί 9,250 ημερομίσθια δώρου Χ 52,66).

Ότι έλαβε για δώρο Χριστουγέννων 2010 ποσό 1000, 78 ευρώ ( ήτοι μειωμένα κατά το ποσό των 288,97 ευρώ), για δώρο Χριστουγέννων 2011 ποσό 1000, 25 ευρώ (ήτοι μειωμένα κατά 316,25 ευρώ), για δώρο Πάσχα 2011 ποσό 590, 04 ευρώ ( ήτοι μειωμένα κατά 196,86 ευρώ) και για δώρο Πάσχα 2012 ποσό 392, 56 ευρώ ( ήτοι μειωμένα κατά 94,54 ευρώ). Ότι η εναγομένη του οφείλει τη διαφορά συνολικού ποσού 1.674,27 (4.657,9- 2983,63) ευρώ.

19. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο διέλαβε πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες ως προς το ύψος του νόμιμου και του καταβαλλόμενου ημερομισθίου, καθώς και αυτού που ομολογεί ο ενάγων ότι ελάμβανε, ούτε έχει αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ζήτημα του ημερομισθίου, οι αιτιολογίες δε αυτές καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη ερμηνείας των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων που εφαρμόσθηκαν. Επομένως, οι δύο πρώτοι λόγοι της αναίρεσης του ενάγοντος, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι, γιατί σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο υπολόγισε τις οφειλόμενες στον ενάγοντα αποδοχές με βάση το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο, που ήταν και το προβλεπόμενο από την οικεία ΣΣΕ, και ανέρχονταν μετά των αναλογούντων επιδομάτων (γάμου, τριετιών και ανθυγιεινής), το ύψος των οποίων δεν αμφισβητείται, σε 51,84 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 20.5.2009 έως 31.12.2009, σε 51,59 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1.1. 2010 έως 30.8.2011 και σε 52,66 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1.9.2011 έως της καταγγελίας της εργασιακής συμβάσεως στις 15.3.2012 .

20. Με τον τρίτο από τους λόγους της από 15-12-2017 αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για τις αναιρετικές πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθμοί 1, 8 ,11γ και 20 ΚΠολΔ. Ειδικότερα ισχυρίζεται, κατά το πρώτο σκέλος του λόγου αυτού, ότι το Εφετείο έσφαλε με το να δεχτεί την ουσιαστική βασιμότητα του ισχυρισμού της εναγομένης περί υπάρξεως ομολογίας του ενάγοντος για την ανυπαρξία της ένδικης οφειλής, καθώς και το γεγονός ότι ο ενάγων δεν είχε άδεια ηλεκτροσυγκολλητή και με βάση την παραδοχή αυτή επιδίκασε στον ενάγοντα λιγότερα των δικαιουμένων ποσά, εκτιμώντας εσφαλμένα τις αποδείξεις.

Ο λόγος αυτός όμως κατά το ως άνω σκέλος του, από το άρθρο 559 αριθ 1 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, γιατί αφορά την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 ΚΠολΔ). Ακολούθως, με το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο αποφάνθηκε επί ισχυρισμού μη προταθέντος με λόγο έφεσης από την εκκαλούσα και ειδικά για τον ισχυρισμό της εναγόμενης περί ομολογίας του ενάγοντος για μη ύπαρξη οφειλής της για τα ποσά που εισέπραξε πέραν των νομίμων.

Οι ισχυρισμός αυτός όμως αποτελεί άρνηση της αγωγής και όχι "πράγμα", του οποίου η λήψη υπόψη έπρεπε να προταθεί με λόγο έφεσης, και συνεπώς δεν ιδρύει τον προβλεπόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο, γιατί αποτελεί επιχείρημα της εναγομένης υπέρ των απόψεών της περί ανυπαρξίας της ένδικης οφειλής και ως εκ τούτου ο τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το 2° σκέλος του, είναι απαράδεκτος.

21. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 γ του άρθρ.559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης.

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, θα πρέπει στην αίτηση αναίρεσης να αναφέρεται: α) ποιες είναι οι αποδείξεις που με επίκληση προσκομίστηκαν και τις οποίες δεν έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κρίσιμος ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και γ) η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς σχετική παράλειψη (Ολ ΑΠ 8/2016, ΑΠ 92/2020, ΑΠ 467/2018, ΑΠ 204/2017, ΑΠ 688/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση, με το 3° σκέλος του τρίτου λόγου, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα αναγραφόμενα αποδεικτικά μέσα, ήτοι κατά λέξη "το έγγραφο της καταγγελίας της ένδικης σύμβασης , τα εκκαθαριστικά σημειώματα (Ε1), τους πίνακες των ωρών απασχόλησης κλπ", τα οποία επικαλέσθηκε και προσκόμισε, από τα οποία προκύπτει ότι το συμφωνημένο και νόμιμο ημερομίσθιο του ενάγοντος ανερχόταν σε 52,46 ευρώ.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, καθόσον κατ' αρχήν δεν αναφέρεται στην αίτηση αναίρεσης τι δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και περαιτέρω δεν αναφέρεται το ειδικότερο περιεχόμενο των εγγράφων αυτών, ο κρίσιμος ισχυρισμός για τον οποίο δεν ελήφθησαν υπόψη ο σχετικές αποδείξεις και ποιά η επίδραση που είχαν στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη.

Πέραν της αοριστίας όμως του λόγου αυτού, ο λόγος αυτός είναι και αβάσιμος, γιατί γίνεται αδιαστίκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της απόφασης και ιδίως από τη σκέψη αυτής υπ' αριθμ. 8, στην οποία αναφέρει αναλυτικά τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνονται και όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι, συνεπώς και τα προαναφερθέντα.

Ακολούθως, με τον ίδιο λόγο αναίρεσης (τρίτο), κατά το 4° σκέλος του, ο αναιρεσείων επικαλείται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ.20 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, γιατί παραμόρφωσε το περιεχόμενο των προαναφερθέντων εγγράφων, ήτοι του εγγράφου της καταγγελίας της ένδικης σύμβασης, των εκκαθαριστικών σημειωμάτων (Ε1), των πινάκων των ωρών απασχόλησης κλπ, χωρίς όμως να αναφέρει για ποιον ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ισχυρισμό αξιοποιήθηκαν τα έγγραφα αυτά, ποιό το αληθινό περιεχόμενο τους και ποιο περιεχόμενο προσέδωσε σ' αυτά το Εφετείο, καθώς και αν το Εφετείο στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα κυρίως ή αποκλειστικά στα εν λόγω έγγραφα.

Επομένως, ο λόγος αυτός, σύμφωνα και με όσα προαναφέρθηκαν στη σχετική μείζονα σκέψη, ως προς τις άνω αιτιάσεις, είναι απορριπτέος ως αόριστος.

22. Κατά το άρθρο 261 εδ. β' ΚΠολΔ, εφόσον δεν αμφισβητήθηκε η αλήθεια κάποιου πραγματικού ισχυρισμού, απόκειται στο δικαστή να κρίνει σε συνδυασμό με την τυχόν γενική άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων, αν συνάγεται ομολογία ή άρνηση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι προϋπόθεση για να συναγάγει το δικαστήριο για κάποιο πραγματικό ισχυρισμό, που αποτελεί στοιχείο της αγωγής ή της ένστασης, είναι η μη αμφισβήτηση του πραγματικού αυτού ισχυρισμού. Επομένως, αν δεν υπάρχει η ειδική αυτή αμφισβήτηση, η ύπαρξη της οποίας και μόνο ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, ο τρόπος άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, δηλαδή η ευχέρεια να συναγάγει ομολογία ή άρνηση του συγκεκριμένου ισχυρισμού, δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο, διότι αποτελεί εκτίμηση πραγμάτων. Μόνο αν υπάρχει ειδική αμφισβήτηση του κρίσιμου ισχυρισμού, η ύπαρξη της οποίας επίσης ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, και παρά ταύτα το δικαστήριο της ουσίας συνήγαγε ομολογία αυτού, υποπίπτει στην πλημμέλεια που προβλέπεται από το άρθρο 559 αρ. 11 β ΚΠολΔ, δηλαδή εκείνη της παρά το νόμο λήψης απόδειξης που δεν προσκομίσθηκε (ΑΠ 3/2020, 498/2019, 93/2016, 530/2015).

23. Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων της από 15-12-2017 αίτησης αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 εδ α' και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Συγκεκριμένα ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο εσφαλμένα δεν απέρριψε τον τέταρτο λόγο έφεσης της εναγομένης ως αόριστο στο σύνολο του, καθόσον απέρριψε τους ισχυρισμούς περί εξόφλησης και άφεσης χρέους, ως αόριστους, αλλά δέχτηκε τον ισχυρισμό που περιλαμβάνεται στο λόγο αυτό, που είχε προβάλλει και πρωτοδίκως, περί ομολογίας του ενάγοντος περί ανυπαρξίας οφειλής της εναγομένης εργοδότριας. Έτσι, με την παραδοχή ότι συνάγεται εξώδικη και δικαστική ομολογία του ενάγοντος από τα αναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 361 ΑΚ. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος κατά το μέρος που προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι κακώς έκρινε ως ορισμένο τον ανωτέρω λόγο έφεσης της εναγομένης, διότι δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο ότι ο ήδη αναιρεσείων πρόβαλε στο Εφετείο τον ισχυρισμό περί αοριστίας του λόγου έφεσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.

24. Σχετικά με τον ισχυρισμό της εναγομένης περί δικαστικής και εξώδικης ομολογίας του ενάγοντος περί ανυπαρξίας οφειλής της, το Εφετείο δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, τα ακόλουθα: Ότι η εναγομένη προέβαλε πρωτοδίκως και επαναφέρει με σχετικό (στοιχ. 4) λόγο της εφέσεώς της, την ένσταση εξοφλήσεως (δια καταβολής) της οφειλής της (άρθ. 416 ΑΚ), άλλως αφέσεως χρέους αυτής, άλλως ομολογίας περί ανυπαρξίας οφειλής διότι, όπως αναφέρει, αφενός ο ενάγων υπέγραψε τις αναφερόμενες υπεύθυνες δηλώσεις και τις αποδείξεις πληρωμής, με τις οποίες δήλωνε ότι ουδεμία απαίτηση έχει έναντι αυτής και ότι έχει λάβει τις νόμιμες αποδοχές, δηλώσεις οι οποίες ενέχουν παραίτηση των σχετικών δικαιωμάτων του.

Ότι σε κάθε περίπτωση συνομολογεί με την αγωγή του την ανυπαρξία της οφειλής δεχόμενος την εκ μέρους του λήψη επί σειρά ετών καθημερινά, συμπεριλαμβανομένου του Σαββάτου, ημερομισθίου 120 € και 80 € κατά τις Κυριακές. Ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί της εναγομένης ως ένσταση καταβολής και ως τοιαύτη της άφεσης χρέους είναι αόριστοι, καθόσον δεν μνημονεύονται τα ποσά που καταβλήθηκαν κατά περίπτωση και για κάθε αιτία και για το λόγο αυτό απορριπτέες.

Όμως, ορισμένος και νόμιμος, κατ' άρθρο 361 ΑΚ, είναι ο επικουρικός ισχυρισμός περί ομολογίας ανυπαρξίας εργοδοτικής της οφειλής έναντι του ενάγοντος, ο οποίος και πρέπει να ερευνηθεί κατ' ουσίαν. Ότι ο ενάγων, με τις από 31.12.2008, 31.12.2009, 31.12.2010, 31.12.2011 υπεύθυνες δηλώσεις του άρθρου 8 του ν. 1599/1986 δήλωσε ότι ουδέποτε εργάστηκε στην εναγομένη εταιρία πέραν του νομίμου ωραρίου και ότι η εναγομένη του έχει καταβάλλει όλες τις νόμιμες αποδοχές (άδεια - επίδομα αδείας - δώρα εορτών), σύμφωνα με τις ώρες εργασίας του κατά τα αντίστοιχα έτη, κατά τα οποία προσέφερε την εργασία του.

Ότι επιπρόσθετα κάτωθι των μηνιαίων αποδείξεων πληρωμής, που φέρουν την υπογραφή του ενάγοντος, η γνησιότητα της οποίας δεν αμφισβητείται, δήλωνε (ο ενάγων) ότι αυτή (απόδειξη) αποτελεί πλήρη εξόφληση των αποδοχών του για την αναφερόμενη περίοδο και ουδεμία άλλη απαίτηση έχει. Ότι με το δικόγραφο της αγωγής ο ενάγων ομολογεί ότι ελάμβανε για κάθε ημέρα της πενθημέρου εργασίας του επί 12ωρο στην εναγομένη ποσό 120 € και το ίδιο ποσό ελάμβανε και για την επί 12ωρο εργασία του τα Σάββατα, καθώς και 80 € για την επί οχτάωρο εργασία του την Κυριακή.

Ότι υπό τα δεδομένα αυτά, η τυχόν περιεχόμενη στις ως άνω δηλώσεις παραίτηση του ενάγοντος από τα δικαιώματά του προς λήψη των τυχόν οφειλομένων κατά νόμο ελάχιστων ορίων των αποδοχών του, καθώς και η παραίτησή του από άλλα δικαιώματά του, που απορρέουν από τη σχέση εργασίας και αναγνωρίζονται από κανόνες δημόσιας τάξης, είναι άκυρη και δεν επάγεται έννομα αποτελέσματα, ενώ και αν ήθελε εκτιμηθεί το περιεχόμενο της εν λόγω επίμαχης δήλωσης ότι περιέχει παραίτηση του ενάγοντος από το δικαίωμα λήψης των νομίμων αποδοχών του ή άλλων παροχών, έστω και υπό τη μορφή άφεσης χρέους (άρθρ. 454 ΑΚ), είναι και πάλι άκυρη και θεωρείται ως μη γενόμενη.

Ότι, κατά την κρίση όμως του Δικαστηρίου τούτου, οι άνω δηλώσεις του ενάγοντος εκτιμώμενες ελευθέρως σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία και κυρίως τα όσα συνομολογεί ο ίδιος ο ενάγων στην αγωγή, σχετικά με το ύψος του ημερομισθίου που λάμβανε για την δωδεκάωρη εργασία του καθημερινά, ανερχόμενο στο ποσό των 120 €, καθώς και για την αμοιβή του για την οχτάωρη εργασία του την Κυριακή, ανερχόμενη στο ποσό των 80Ε, αποτελεί ομολογία περί ανυπαρξίας οφειλής ως προς τα ποσά αυτά η οποία είναι βάσιμη και κατ' ουσίαν.

Ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθά έκρινε μεν ότι οι ισχυρισμοί περί καταβολής άλλως αφέσεως χρέους είναι απορριπτέοι ως αόριστοι, έσφαλε όμως ως προς την εκτίμηση του νομίμου και των προσκομισθεισών ενώπιον του αποδείξεων, σχετικά με τον ισχυρισμό της εναγόμενης περί ομολογίας του ενάγοντος για μη ύπαρξη οφειλής της για τα ποσά που εισέπραξε πέραν των νομίμων.

Ότι γι' αυτό, οι αντίστοιχοι λόγοι (στοιχ. 5, 6, 7) της έφεσης της εναγομένης πρέπει να γίνουν εν μέρει δεκτοί, ως κατ' ουσίαν βάσιμοι. Ότι έτσι αποδείχθηκε ότι ο ενάγων έλαβε από την εναγομένη το ποσό των 92.633 ευρώ (600 X 4 = 2400 + 240 για 2 Σάββατα/μήνα + 160 για 2 Κυριακές/μήνα ευρώ 120 Χ 6 + 80) 2.800 ευρώ το μήνα Χ 33 μήνες= 92.400 και 3 εβδομάδες και 3 ημέρες), όπως ο ίδιος συνομολογεί με την αγωγή του και συνεπώς η εναγομένη οφείλει στον ενάγοντα για το επίδικο χρονικό διάστημα, για νόμιμες και συμφωνημένες αποδοχές (51,84 X 25 X 7 εβδομάδες + 9 ημέρες, 51,59 Χ 25 Χ 20 = 25.795, 52,66 Χ 25 = 1316,5 X 6,5 = 8.557,25) 45.444 ευρώ και επιπλέον για τις ως άνω αιτίες (υπερεργασίες, υπερωρίες, εργασίες Σάββατα και Κυριακές μετά των προσαυξήσεων διαφορές επιδομάτων και αποδοχών αδείας και διαφορές δώρων εορτών)55.812,3 ευρώ και συνολικά το ποσό των 101.256, 13 ευρώ.

Συνεπώς η εναγομένη οφείλει στον ενάγοντα ως διαφορά το ποσό των 8.623, 13 ευρώ. Ακολούθως το Εφετείο δέχτηκε τις αντίθετες εφέσεις και από ουσιαστική άποψη, εξαφάνισε την εκκαλούμενη στο σύνολο της και εν συνεχεία δέχτηκε εν μέρει την αγωγή και αναγνώρισε ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα συνολικά για όλες τις προαναφερόμενες αιτίες 8.623,13 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

25. Από τις έγγραφες προτάσεις του ενάγοντος ενώπιον του Εφετείου, αλλά και από την προσβαλλόμενη απόφαση, ουδόλως προκύπτει η από μέρους του ενάγοντος ειδική αμφισβήτηση της ύπαρξης ομολογίας αυτού ως προς το κρίσιμο ζήτημα του ύψους του ημερομισθίου του. Επομένως, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη σκέψη υπ' αριθμ.22, εφόσον δεν υπάρχει στην προκείμενη περίπτωση η ως άνω ειδική αμφισβήτηση, η ύπαρξη της οποίας και μόνο ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, ο τρόπος άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Εφετείου να συναγάγει ομολογία για τον συγκεκριμένο ισχυρισμό δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο, διότι αποτελεί εκτίμηση πραγμάτων.

Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης του ενάγοντος, με τον οποίο μέμφεται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος.

26. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η από 15-12-2017 αίτηση αναίρεσης. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει τις από 15-9-2018 και με αριθ. κατ. 58/2018 και από 15-12-2017 και με αριθ. κατ. 66/2017 αντίθετες αιτήσεις αναίρεσης.

Απορρίπτει την από 15-9-2018 αίτηση αναίρεσης.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων οχτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου.

Απορρίπτει την από 15-12-2017 αίτηση αναίρεσης.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή χιλίων οχτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Ιουνίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Σεπτεμβρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ