Supreme Court allows appeal against insurance company for failure to consider statute of limitations defense.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision to admit a counterclaim by the insured. The insurance company had validly raised a statute of limitations defense regarding the insured's claim against the policyholder, but the lower court ignored this argument entirely. The court ruled that the failure to consider a submitted fact with significant impact on the case outcome constituted a procedural error under Article 559 of the Code of Civil Procedure.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 559 no. 8 and 559 no. 14 of the Code of Civil Procedure; The court must consider all submitted facts with significant impact on the case outcome, and failure to do so constitutes a ground for appeal.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertVolltext
Απόφαση 965 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 965/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημητρούλα Υφαντή, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Βασιλικής Θάνου - Χριστοφίλου), Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Χαράλαμπο Καλαματιανό και Δημήτριο Τζιούβα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Δεκεμβρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ Η ΕΘΝΙΚΗ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αρνέλλο.
Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Σ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ιωάννα Σακελλαρίου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-2-2004 ευθεία - πλαγιαστική αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 25-9-2004 προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή άλλων προσώπων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4934/2005 μη οριστική και 2048/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1417/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-6-2014 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τζιούβας διάβασε την από 27-11-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου και την απόρριψη του δεύτερου λόγου της από 20-6-2014 και με αριθμό κατάθεσης 473/2014 αιτήσεως αναιρέσεως κατά της υπ’ αριθμ. 1417/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά το μέρος που αφορά την πλαγιαστική αγωγή κατά της αναιρεσείουσας. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και τη διατήρηση αναστολής της απόφασης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο υπ’ αριθ. 1417/2014 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που δέχθηκε την πλαγιαστική αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατά της αναιρεσείουσας και επικύρωσε ως προς την πλαγιαστική αγωγή την υπ’ αριθμ. 2048/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Kατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του N. 2496/1997 με την ασφαλιστική σύμβαση η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει, έναντι ασφαλίστρου, στο αντισυμβαλλόμενό της (λήπτη της ασφάλισης) ή σε τρίτον, παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα ή εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό, από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή της (ασφαλιστική περίπτωση).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 25 του ιδίου πιο πάνω νόμου, η ασφάλιση αστικής ευθύνης περιλαμβάνει τις δαπάνες που προέρχονται άμεσα από την απόκρουση και ικανοποίηση αξιώσεων τρίτων κατά του λήπτη της ασφάλισης, που γεννήθηκαν από πράξεις ή παραλείψεις του για τις οποίες είχε συμφωνηθεί ασφαλιστική κάλυψη.
Δεν παρέχεται κάλυψη, αν οι πράξεις ή οι παραλείψεις προκλήθηκαν από δόλο του λήπτη της ασφάλισης ή του ασφαλισμένου. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 489/1976, η ασφάλιση πρέπει να καλύπτει την αστική ευθύνη του κυρίου, του κατόχου και κάθε οδηγού ή προστηθέντος για την οδήγηση ή υπευθύνου του ασφαλισμένου αυτοκινήτου.
Εξαιρείται η αστική ευθύνη των προσώπων που επελήφθησαν του αυτοκινήτου με κλοπή ή βία και αυτών που προκάλεσαν το ατύχημα εκ προθέσεως, κατά τη ρητή δε διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 του ιδίου αυτού νόμου, το πρόσωπο που ζημιώθηκε έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό αυτής, ιδία αξίωση κατά του ασφαλιστή.
Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 201 του Α.Κ., προκύπτει ότι η αξίωση του ασφαλισμένου ή λήπτη της ασφαλίσεως κατά του ασφαλιστή, από τη μεταξύ τους σύμβαση ασφαλίσεως, έχει ως αντικείμενο την καταβολή στον ασφαλισμένο κάθε ποσού που υποχρεούται ή θα υποχρεωθεί να καταβάλει στον ζημιωθέντα τρίτο, με τους τόκους και τα δικαστικά έξοδα, μέσα στα όρια του ασφαλιστικού ποσού.
Η αξίωση αυτή γεννιέται από την επέλευση της ασφαλιστικής περιπτώσεως, που συμπίπτει με την επίδοση στον ασφαλισμένο από τον ζημιωθέντα τρίτο της περί αποζημιώσεως αγωγής, αφότου τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της τελεσίδικης επιδικάσεως και για το ποσόν που θα επιδικασθεί με την επί της αγωγής αυτής απόφαση, πλέον τόκων από της επιδόσεώς της και δικαστικών εξόδων.
Περαιτέρω, και για τη βελτίωση της θέσεως του παθόντος τρίτου από την καθιέρωση της διετούς κατά του ασφαλιστή παραγραφής (άρθρ. 10 παρ. 2 Ν. 489/1976) παρέχεται σ’ αυτόν η πλαγιαστική αγωγή από το άρθρο 72 του Κ.Πολ.Δ., με την οποία ο παθών ως δανειστής του υπόχρεου σε αποζημίωση και ασφαλισμένου ή αντισυμβαλλομένου ασκεί τα δικαιώματα που ο τελευταίος αντλεί κατά του ασφαλιστή του από τη σύμβαση ασφαλίσεως σε περίπτωση επελεύσεως της ασφαλιστικής περιπτώσεως, όταν αυτός αδρανεί στην άσκησή τους.
Στοιχεία της πλαγιαστικώς ασκούμενης αγωγής είναι αφενός η επίκληση της ιδιότητας του ενάγοντος ως δανειστή του δανειστή του πλαγιαστικώς εναγομένου οφειλέτη και αφετέρου των δικαιωμάτων που έχει πράγματι κατά του τελευταίου, δηλαδή του πλαγιαστικώς εναγομένου οφειλέτη, ο αδρανών να ενασκήσει αυτά δανειστής του.
Συνεπώς, ο πλαγιαστικώς εναγόμενος οφειλέτης μπορεί, αμυνόμενος κατά των αξιώσεων του πλαγιαστικώς ενάγοντος, να αμφισβητήσει τόσο την ιδιότητα του τελευταίου ως δανειστή έναντι του αδρανούντος να ασκήσει τα δικαιώματα του δανειστή του, όσο και την ιδιότητα του τελευταίου, δηλαδή του αδρανούντος δανειστή, ως δανειστή έναντι αυτού, δηλαδή ως δανειστή έναντι του πλαγιαστικώς εναγομένου οφειλέτη.
Έτσι, ο ζημιωθείς τρίτος από τροχαίο αυτοκινητικό ατύχημα, σε περίπτωση κατά την οποία ισχυρίζεται ότι ο ζημιώσας αυτόν και ασφαλισμένος με ασφάλιση αστικής ευθύνης αδρανεί να ασκήσει τα από την οικεία ασφαλιστική σύμβαση δικαιώματά του έναντι της ασφαλιστικής εταιρείας, οφειλέτριάς του από την ασφαλιστική σύμβαση, μπορεί να στραφεί ο ίδιος πλαγιαστικώς κατ’ αυτής και να ζητήσει να υποχρεωθεί η τελευταία να καταβάλει στον ασφαλισμένο της μέρος ή το σύνολο του ασφαλίσματος προκειμένου αυτός (ζημιωθείς πλαγιαστικώς ενάγων) να ικανοποιηθεί απ’ αυτό.
Στην περίπτωση αυτή η πλαγιαστικώς εναγόμενη από τον παθόντα και ζημιωθέντα τρίτο ασφαλιστική εταιρεία μπορεί να αμφισβητήσει τόσο την ιδιότητα αυτού ως δανειστή του ανωτέρω ασφαλισμένου σ’ αυτήν, όσο και την έναντι του τελευταίου αυτού υποχρέωσή της προς καταβολή του ασφαλίσματος. Δηλαδή, η πλαγιαστικώς εναγόμενη οφειλέτρια ασφαλιστική εταιρεία μπορεί να αμφισβητήσει προς απόκρουση της πλαγιαστικής αγωγής, τόσο την ιδιότητα του ζημιωθέντος και πλαγιαστικώς ενάγοντος ως δανειστή του φερομένου ως αδρανούντος οφειλέτη, όσο και την ιδιότητα του αδρανούντος οφειλέτη ως δανειστή της ίδιας.
Έτσι, ενόψει του ότι η τυχόν τελεσίδικη απόφαση μεταξύ του παθόντος και ζημιωθέντος τρίτου και του ζημιώσαντος ασφαλισμένου δεν αποτελεί δεδικασμένο για την πλαγιαστική αγωγή του παθόντος και ζημιωθέντος τρίτου κατά της ασφαλιστικής εταιρείας του ζημιώσαντος ασφαλισμένου, αφού δεν υπάρχει ταυτότητα προσώπων (άρθρ. 324 Κ.Πολ.Δ.), η πλαγιαστικώς εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία μπορεί να προτείνει παραδεκτώς κατά του πλαγιαστικώς ενάγοντος ενστάσεις που καταλύουν την ιδιότητά του ως δανειστή του αδρανούντος οφειλέτη και δανειστή της (ΑΠ 1322/2013, 1880/2011, 235/2010, 1124/2009, 598/2009, 531/2009, 134/2009, 1742/2007 και 146/2007), μεταξύ δε αυτών και την ένσταση της πενταετούς παραγραφής της από αδικοπραξία αξιώσεώς του έναντι του ασφαλισμένου της, αφού με αυτή καταλύεται και αμφισβητείται η ιδιότητα του ζημιωθέντος πλαγιαστικώς ενάγοντος ως δανειστή του ζημιώσαντος ασφαλισμένου της και δανειστή της από την ασφαλιστική σύμβαση και έχει έννομο συμφέρον να την προτείνει (ΑΠ 625/1969 ΝοΒ 16, 235).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της ως άνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, αίτησης, ανταγωγής, ανταίτησης, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολομ.ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολομ.ΑΠ 469/1984).
Ο λόγος δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη ισχυρισμό (πράγμα) που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (Ολ.ΑΠ 12/1991). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και κυρίως της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως και της εφέσεως της αναιρεσείουσας επί της οποίας εκδόθηκε αυτή, το Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Συγκεκριμένα, ενώ όπως προκύπτει από το δικόγραφο της εφέσεως της αναιρεσείουσας επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η αναιρεσείουσα είχε προτείνει παραδεκτώς και νομίμως την ένσταση της πενταετούς παραγραφής της από αδικοπραξία αξιώσεως του ζημιωθέντος πλαγιαστικώς ενάγοντος έναντι του ζημιώσαντος ασφαλισμένου της, δηλαδή αυτοτελή ισχυρισμό με τον οποίο αμφισβητούσε την ιδιότητα του πλαγιαστικώς ενάγοντος ως δανειστή του ζημιώσαντος ασφαλισμένου της και δανειστή της λόγω παραγραφής της αξιώσεώς του έναντι του τελευταίου, εντούτοις το Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, δεν έλαβε καθόλου υπόψη του αυτόν τον νομίμως προβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό της αναιρεσείουσας πλαγιαστικώς εναγόμενης και δεν απάντησε καθόλου σ’ αυτόν, παρόλο που αυτός ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αναιρέσεως ότι το Εφετείο Αθηνών παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ο οποίος στηρίζεται στο άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ., είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Επομένως, αφού η αναιρετική εμβέλεια του ως άνω πρώτου λόγου της κρινόμενης αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ., που αναφέρεται σε πλημμέλεια της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως προς την παραδοχή της πλαγιαστικής αγωγής, καλύπτει και τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δ. που και αυτός αναφέρεται σε πλημμέλεια της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως προς την παραδοχή της πλαγιαστικής αγωγής, παρέλκει η εξέταση του δεύτερου αυτού λόγου της αναιρέσεως και πρέπει, κατά παραδοχή του ως άνω πρώτου λόγου της κρινόμενης αναιρέσεως, να γίνει δεκτή η αναίρεση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που δέχθηκε την πλαγιαστική αγωγή, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος που αφορά την πλαγιαστική αγωγή προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.), να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος για την άσκηση της αναιρέσεως παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, κατά το νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 1417/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που δέχθηκε την πλαγιαστική αγωγή κατά της αναιρεσείουσας.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το μέρος που αναιρέθηκε και που αφορά την πλαγιαστική αγωγή, στο ίδιο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Διατάσσει να επιστραφεί στην αναιρεσείουσα το παράβολο που κατέθεσε για την άσκηση της αναιρέσεως. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2015.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ