Supreme Court dismisses appeal because supplementary suit changed the original claim's historical basis regarding employment contract type.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of Appeal's decision to reject a supplementary lawsuit. The appellant argued for a change in the employment contract's duration from indefinite to fixed-term, which fundamentally altered the legal grounds of the original suit. The court held that such a change violates the prohibition on modifying the basis of the claim, rendering the supplementary suit inadmissible.
Legislator-Regeste
KI-generiertArt. 5(3) Law 3198/1955; Art. 6(2) Decree-Law 16/18 July 1920; Art. 224(2) Code of Civil Procedure: A supplementary suit that alters the historical basis of the original claim is inadmissible as it violates the principle of non-modification of the claim's foundation.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertVolltext
Απόφαση 965 / 2013 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 965/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Μ. Χ. του Ι., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Στρίμπερη και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Σαραντόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/8/1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 134/2001 μη οριστική και κατόπιν συνεκδίκασης της ως άνω αγωγής με την από 6/2/2006 συμπληρωματική αγωγή του αναιρεσείοντος και την πρόσθετη παρέμβαση νομικού προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, η 292/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και κατόπιν εφέσεως οι 93/2010 μη οριστική και 613/2011 οριστική του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25/11/2011 αίτησή του κοινοποιούμενη και στον Σύλλογο Υπαλλήλων της Γενικής Τράπεζας της Ελλάδος (Σ.Υ.Γ.Τ.Ε.) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 1/11/2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 25/11/2011 αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, Κατά το άρθρο 5 παρ. 3 του ν. 3198/1955 η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου θεωρείται έγκυρη εφόσον γίνει εγγράφως και καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι δεν είναι έγκυρη η καταγγελία αν δεν καταβληθεί ολόκληρη η οφειλόμενη αποζημίωση στον απολυόμενο μισθωτό.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 6 παρ. 2 του β.δ. της 16/18 Ιουλίου 1920 και 5 παρ. 1 του ν.2112/1920, μπορεί ο εργοδότης να καταγγείλει χωρίς προμήνυση τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, αν κατά του μισθωτού υποβλήθηκε μήνυση για αξιόποινη πράξη η οποία διαπράχθηκε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του ή απαγγέλθηκε κατ' αυτού κατηγορία για αδίκημα που Φέρει χαρακτήρα τουλάχιστον πλημμελήματος.
Η καταγγελία της αορίστου χρόνου εργασιακής συμβάσεως για τον πιο πάνω λόγο της αξιόποινης συμπεριφοράς του μισθωτού δεν υπόκειται στις διατυπώσεις του ν.3198/-1955, ούτε προσκρούει στις διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ εκτός αν στην πραγματικότητα η καταγγελία της παραπάνω εργασιακής συμβάσεως έγινε για λόγους που εμπίπτουν στις διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ, οπότε η απόλυση είναι άκυρη από τον ανεξάρτητο αυτό λόγο.
Περαιτέρω, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 6 του ν.3198/1955, κάθε αξίωση μισθωτού λόγω άκυρης καταγγελίας της εργασιακής σχέσεως είναι απαράδεκτη‚ εφόσον η σχετική αγωγή δεν κοινοποιήθηκε μέσα σε τρίμηνη ανατρεπτική προθεσμία από της λύσεως της εργασιακής σχέσεως, κατά δε το άρθρο 7 του αυτού ν.3198/1955 οι διατάξεις αυτές δεν εφαρμόζονται επί μισθωτών απολυομένων συνεπεία υποβολής κατ' αυτών μηνύσεως σύμφωνα προς τα οριζόμενα από την παρ. 1 του άρθρου 5 του ν.2112/-1920 ή της παρ. 1 του άρθρου 6 του β.δ.
της 16/18 Ιουλίου 1920. Αν όμως επακολουθήσει απαλλαγή του μισθωτού με βούλευμα ή δικαστική απόφαση οι διατάξεις του νόμου αυτού έχουν εφαρμογή και επ' αυτού από της κοινοποιήσεως στον εργοδότη από τον ενδιαφερόμενο του απαλλακτικού βουλεύματος ή της αποφάσεως. Από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων προκύπτει ότι η γενόμενη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου από τον εργοδότη γιατί διαπράχθηκε από το μισθωτό αξιόποινη πράξη κατά την εκτέλεση της εργασίας του και ασκήθηκε κατ' αυτού ποινική δίωξη κατόπιν υποβληθείσας κατ' αυτού μηνύσεως πριν από την καταγγελία επιφέρει τη λύση της συμβάσεως.
Αν όμως επακολουθήσει απαλλαγή του μισθωτού με βούλευμα ή δικαστική απόφαση επαναφέρεται, από τότε που κοινοποιείται το βούλευμα ή η απόφαση το δικαίωμα του μισθωτού για απόληψη της αποζημιώσεως του ν.2112/1920 και η αντίστοιχη υποχρέωση του εργοδότη. Το απαλλακτικό βούλευμα ή η αθωωτική απόφαση δεν επιφέρουν από τότε που κοινοποιούνται την ακυρότητα της παραπάνω καταγγελίας, αλλά η καταγγελία θεωρείται άκυρη αν ο εργοδότης αρνηθεί μέσα σε εύλογο χρόνο από την ημερομηνία της κοινοποιήσεως να καταβάλει την προβλεπόμενη από το ν.2112/1920 αποζημίωση και περιέρχεται στη συνέχεια σε κατάσταση υπερημερίας ως προς την αποδοχή της εργασίας του μισθωτού αν αρνηθεί να την αποδεχθεί μετά από προσφορά πραγματική και προσήκουσα.
Ο εργοδότης θα ενέχεται τότε στην πληρωμή των μισθών υπερημερίας σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 349 350 και 656 ΑΚ, αλλά μόνο για το μετά την πιο πάνω κοινοποίηση χρόνο, γιατί από τότε αναβιώνει η εργασιακή σχέση, όχι δε και για τον προγενέστερο χρόνο. Έτσι, η υπό της παραγράφου 1 του άρθρου 6 του ν.3198/1955 τρίμηνη αποκλειστική προθεσμία προς έγερση της αγωγής ακυρότητας της καταγγελίας και απόληψη αποδοχών υπερημερίας λόγω μη καταβολής της οφειλόμενης αποζημιώσεως αρχίζει από του χρονικού σημείου από του οποίου ο μισθωτός έλαβε γνώση του απαλλακτικού βουλεύματος ή της αθωωτικής αποφάσεως και όχι από της καταγγελίας.
Αν όμως η καταγγελία προσβάλλεται και ως καταχρηστική όπως όταν η μήνυση υποβλήθηκε επίτηδες παρά το αβάσιμο της κατηγορίας και έτσι ήταν αυτή ψεύτικη και προσχηματική και έγινε από εκδίκηση ή εχθρότητα προς το μισθωτό ή για καταστρατήγηση των νομίμων δικαιωμάτων του, η τρίμηνη αυτή προθεσμία προς έγερση της πιο πάνω αγωγής αρχίζει από της καταγγελίας, γιατί από τότε ο μισθωτός ήταν γνώστης των συνθηκών της ακυρότητας της απολύσεώς του και η αξίωσή του για μισθούς αρχίζει από της άκυρης καταγγελίας και όχι από την παρέλευση εύλογου χρόνου από την κοινοποίηση του απαλλακτικού βουλεύματος ή της αθωωτικής αποφάσεως.
Εξάλλου η νομική αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου ελέγχεται αναιρετικά από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ενώ η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως και ελέγχονται αμφότερες από τους αναιρετικούς λόγους του άρθρου 559 αρ. 8 και 14 Κ.Πολ.Δ.
Στην προκείμενη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα ακόλουθα : Ο αναιρεσείων με την από 5/8/1999 ένδικη αγωγή του, ισχυρίσθηκε ότι από το έτος 1981 προσλήφθηκε στην εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη Τράπεζα ως προϊστάμενος Χορηγήσεων με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και από το έτος 1994 τοποθετήθηκε ως Διευθυντής στο κατάστημα Χανίων, ότι την 10/5/1999 καταγγέλθηκε από την εναγομένη η ως άνω σύμβαση εργασίας του, λόγω υποβολής κατ' αυτού μηνύσεως από εκείνη, χωρίς να του καταβληθεί αποζημίωση και ότι η καταγγελία είναι άκυρη και έγινε κατά παράβαση των αρχών της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος ζητούσε δε μ' αυτή να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει μισθούς υπερημερίας από 11/5/1999 μέχρι 10/5/2000.
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την ως άνω αγωγή δεχόμενο ότι, "....μη νόμιμα (ο ενάγων) ζητά μισθούς υπερημερίας, χωρίς να επικαλείται τέτοια περιστατικά που, αληθή υποτιθέμενα θα καθιστούσαν άκυρη την καταγγελία από την ώρα της άσκησής της ήτοι δεν επικαλείται ότι η εναγομένη προέβη στην απόλυσή του γνωρίζοντας ότι είναι ψευδείς οι καταγγελίες εις βάρος του, ή ότι η καταγγελία έγινε από λόγους εκδίκησης ή προς καταστρατήγηση νομίμων δικαιωμάτων του κ.λ.π.
ώστε να είναι άκυρη ως καταχρηστική για τους ως άνω λόγους... ".Κρίνοντας έτσι το Εφετείο ,ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε καθόσον με την επίκληση μόνο της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ. από τον αναιρεσείοντα, χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης προς καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του για το λόγο αυτό‚ η αγωγή είναι αόριστη οι δε αντίθετες αιτιάσεις που προβάλλονται με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως‚ από το άρθρο 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δ λόγος (όχι και από το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ) είναι αβάσιμες.
Επειδή, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 669 παρ. 1 του ΑΚ, σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου υπάρχει όταν η διάρκειά της είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά 1 είτε γιατί συνάγεται από το σκοπό και το είδος της συμβάσεως, καταγγελία δε της συμβάσεως ορισμένου χρόνου προ της λήξεώς της γίνεται‚ κατά το άρθρο 672 ΑΚ μόνο για σπουδαίο λόγο, ενώ η προβλεπόμενη από το άρθρο 669 παρ. 2 ΑΚ καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία και αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του μισθωτού.
Εξάλλου κατά το άρθρο 224 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτο να μεταβληθεί η βάση της αγωγής. Με τις προτάσεις που κατατίθενται κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 237 ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου‚ μπορεί ο ενάγων να συμπληρώσει να διευκρινίσει ή να διορθώσει τους ισχυρισμούς του, αρκεί να μη μεταβάλλεται η βάση της αγωγής.
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της αγωγής επέρχεται όταν στις προτάσεις που κατατίθενται ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου γίνεται προσθήκη νέων περιστατικών παλαιότερων ή οψιγενών, με τα οποία τροποποιείται ή αντικαθίσταται η ιστορική βάση της αγωγής με άλλη ή προστίθενται στην αγωγή και νέα ιστορική βάση.
Σύμφωνα δε με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου (224) του Κ.Πολ.Δ επιτρέπεται στον ενάγοντα να συμπληρώσει, να διορθώσει ή να διευκρινίσει με τις προτάσεις του της πρώτης πρωτοβάθμιας συζήτησης όσα ουσιώδη γεγονότα αποτυπώθηκαν ανεπαρκώς ή ασαφώς στην αγωγή του, αρκεί να μη μεταβάλλεται η βάση της αγωγής.
Από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό και με τη διάταξη του άρθρου 111 Κ.Πολ.Δ, που ορίζει ότι η αίτηση που εισάγεται χωρίς προδικασία απορρίπτεται ως απαράδεκτη και αυτεπαγέλτως προκύπτει ότι η συμπλήρωση‚ διευκρίνιση ή διόρθωση της αγωγής μπορεί να γίνει και με νέα συμπληρωματική , αγωγή με την τήρηση της αναγκαίας προδικασίας, η οποία, συνεκδικαζόμενη με την πρώτη θα αποτελέσει μία ενιαίως κρινόμενη αγωγή και για την οποία ισχύει η απαγόρευση μεταβολής της βάσης της αγωγής.
Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από την ειτισκόπηση των διαδικαστικών εγγράγων, ο αναιρεσείων άσκηση την από 6/2/2006 συμπληρωματική αγωγή του στην οποία, εκθέτει ότι συνεχίζεται η υπερημερία της εναγομένης περί των αποδοχή των υπηρεσιών του, ότι η συζήτηση της πρώτης αγωγής του αναβλήθηκε μέχρις ότου εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου επί της κατ' αυτού μηνύσεως της εναγομένης‚ ότι έχει εκδοθεί το 146/2003 αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης‚ ότι εκ παραδρομής αναγράφηκε στο δικόγραφο της προηγούμενης αγωγής του ότι η συνδέουσα αυτόν με την εναγομένη εργασιακή σύμβαση είναι αορίστου χρόνου και όχι ορισμένου χρόνου, όπως πράγματι είναι‚ για την οποία καταγγελία επιτρέπεται μόνο για σπουδαίο λόγο και ότι "...
εφόσον δεν αποδειχθεί ... η ύπαρξη του ως άνω λόγου καταγγελίας και η εναγομένη εργοδότις δεν άρει την υπερημερία της, η τελευταία υποχρεούται όχι σε καταβολή αποζημιώσεως επί απολύσει .. αλλά σε καταβολή αποδοχών υπερημερίας, κατά τα εκτιθέμενα στην ως άνω προηγούμενη αγωγή αλλά και στην παρούσα συμπληρωματική της... " και με την οποία ζητεί την επιδίκαση μισθών υπερημερίας για το από 10/5/2000 μέχρι 31/12/2005 χρονικό διάστημα.
Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η συμπληρωματική της πρώτης ως άνω αγωγή είναι απαράδεκτη, καθόσον με αυτή μεταβάλλεται η ιστορική βάση της πρώτης αγωγής, η οποία στηριζόταν στην αορίστου χρόνου σύμβαση εργασίας, η καταγγελία της οποίας μπορεί να γίνει οποτεδήποτε, χωρίς την επίκληση κάποιου λόγου ενώ η συμπληρωματική αγωγή στηρίζεται στη σύμβαση ορισμένου χρόνου της ίδιας εργασιακής συμβάσεως, η καταγγελία της οποίας επιτρέπεται μόνο για ύπαρξη σπουδαίου λόγου.
Επομένως το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι η συμπληρωματική αγωγή είναι απαράδεκτη, γιατί μ' αυτή μεταβάλλεται η ιστορική βάση της πρώτης αγωγής και στη συνέχεια την απέρριψε, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο και ο από το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25 / 11 / 2011 αίτηση για αναίρεση της 613/2011 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800 ) ευρώ
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Μαΐου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ