Supreme Court remands labor dispute case for retrial due to appellate court's failure to provide sufficient reasoning on overtime claims.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court of Greece remanded a labor dispute to the Athens Court of Appeal for a new trial. The appellant argued the lower court violated substantive law by rejecting overtime claims without specifying the exact duration of illegal work, the applicable wage rates, or the amounts paid versus owed. The Court found the appellate judgment's reasoning insufficient and contradictory regarding these specific factual and legal elements, necessitating a retrial.
Legislator-Regeste
KI-generiertArt. 559(19) C.Pol.D.; Art. 580(3) C.Pol.D.; Art. 416, 422, 424, 200 Civil Code: An appeal based on violation of substantive law is admissible if the appellate court fails to provide sufficient, consistent, and clear reasoning regarding the calculation of overtime wages and the specific periods of alleged illegal work.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertVerwandte Entscheide
KI-generiertVolltext
Απόφαση 965 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 965/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ... κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Αναγνωστόπουλο.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανωνύμου Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΚΤΩΡ ΑΤΕ", που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής, νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Αντωνίου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-10-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 684/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 1153/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-10-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γρηγόριος Κουτσόπουλος ανέγνωσε την από 10-2-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου, δευτέρου και τρίτου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, έλλειψη νόμιμης βάσης, που ιδρύει το λόγο αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., υπάρχει όταν στην ελάσσονα πρόταση, του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου, για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας, ή την άρνησή της ή αντιφάσκουν μεταξύ τους.
Στην προκείμενη περίπτωση το δικαστήριο της ουσίας, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχεται, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του τα εξής: Ο αναιρεσείων προσελήφθη, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στις 1-3-1962 από την εταιρεία "Ελληνική Τεχνοδομική ΑΕ", διάδοχο της οποίας αποτελεί η αναιρεσίβλητη εταιρεία, στην οποία συνέχισε να εργάζεται αυτός (ενάγων) με την ίδια ιδιότητα ήτοι ως οδηγός φορτηγών αυτοκινήτων.
Η εργασία του αναιρεσείοντος ως οδηγού συνίστατο στην μεταφορά υλικών στα εργοτάξια που διατηρούσαν η αρχική εταιρεία και η αναιρεσίβλητη, η οποία υπεισήλθε ως εργοδότης στην σύμβαση εργασίας με τον αναιρεσείοντα. Ο αναιρεσείων κατά το διάστημα 1999 έως το 20Ο4 οδήγησε δύο (2) φορτηγά της αναιρεσίβλητης, τα οποία όμως δεν έφεραν ταχογράφο για να διαπιστωθεί η ώρα των κινήσεων αυτών και πιθανώς και η ώρα εργασίας του αναιρεσείοντος, καίτοι αυτό δεν αποτελεί απόδειξη γιατί μπορεί τα ίδια φορτηγά σε διαφορετικό ημερήσιο χρόνο μπορούσε να τα οδηγεί και άλλος οδηγός συμπληρωματικά.
Ο αναιρεσείων κατά κύριο λόγο εργαζόταν κατά κανόνα πέντε (5) ημέρες την εβδομάδα δηλαδή από Δευτέρα έως και Παρασκευή και όταν υπήρχαν αυξημένες ανάγκες εργαζόταν μερικές φορές και τα Σάββατα. Όμως ελάμβανε τις νόμιμες αμοιβές για την προσθετή του αυτή εργασία. Ειδικότερα από τις μισθολογικές καταστάσεις που προσάγονται από την αναιρεσίβλητη εταιρεία, οι οποίες βέβαια δεν φέρουν την υπογραφή του αναιρεσείοντα, αλλά σε συνδυασμό με τις καταθέσεις των μαρτύρων που καταθέτουν ότι ο ενάγων αμειβόταν και για την υπερωρία του προκύπτει με σαφήνεια ότι ο αναιρεσείων αμειβόταν για την πρόσθετη αυτού εργασία.
Θα πρέπει να αναφερθεί ότι ο αναιρεσείων εργαζόταν στην αναιρεσίβλητη, αλλά και στην διαδεχθείσα εταιρεία επί τριάντα δύο (32) έτη, χωρίς να διαμαρτυρηθεί για την μη καταβολή των νομίμων αποδοχών για την πρόσθετη εργασία και έκανε αυτό μόλις απολύθηκε. Οι ώρες που αναφέρει ο αναιρεσείων ότι εργαζόταν υπερεργασιακά ή με ιδιόρρυθμη ή με παράνομη υπερωρία δεν είναι αυτές που αναφέρονται στην αγωγή αλλά πολύ λιγότερες.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ότι οι αγωγικές αξιώσεις του αναιρεσείοντος δεν είναι βάσιμες και στη συνέχεια απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεσή του κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε και αυτή απορρίψει την αγωγή του αναιρεσείοντος ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικές δικαίου διατάξεις των άρθρων 416, 422, 424 και 200 ΑΚ με ανεπαρκείς, αντιφατικές και ασαφείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής των παραπάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου.
Και τούτο, διότι το Εφετείο δεν προσδιορίζει στην προσβαλλόμενη απόφασή του : 1) το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο παρασχέθηκε από τον αναιρεσείοντα οδηγό η παράνομη υπερωριακή εργασία, η ιδιόρρυθμη υπερωριακή εργασία, η υπερεργασία, καθώς και η κατά Σάββατα απασχόλησή του. 2) το νόμιμο μισθό και το ωρομίσθιο αυτού κατά το ίδιο διάστημα, 3) τα δικαιούμενα από τον αναιρεσείοντα χρηματικά ποσά και 4) τα ποσά που πληρώθηκαν σ' αυτόν, τόσο συνολικά όσο και για κάθε μία από τις προαναφερόμενες αιτίες.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19, του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Κατόπιν αυτών παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της αναιρέσεως και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο με άλλη σύνθεση (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1153/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και,
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαρτίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ