Supreme Court dismisses appeal on fictitious contract and evidence consideration grounds.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the lower court's decision regarding the validity of property transfer contracts. The appellant argued that the contracts were fictitious and that the appellate court failed to consider specific evidence proving ownership. The court rejected these claims, ruling that the lower court's reasoning was sufficient and that all submitted evidence had been duly evaluated.
Legislator-Regeste
KI-generiertArt. 138, 369, 513, 1033 of the Civil Code; Art. 559, 176, 183 of the Code of Civil Procedure: A declaration of will made only apparently and not seriously is void, but a transaction covered by a fictitious one is valid if the parties intended it and required conditions are met; an appeal based on failure to consider evidence is unfounded if the lower court explicitly states it examined all documents.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertZitierte Rechtsprechung
KI-generiertVerwandte Entscheide
KI-generiertVolltext
Απόφαση 964 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 964/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Αθανασόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Χ1 χας Ζ, το γένος ..., 2. Χ2 του Ζ και 3. Χ3του Ζ, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παύλο Καραγκούνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-8-1989 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηλείας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2/1991 μη οριστική, 46/1998 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 585/2002 μη οριστική, 819/2006 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11-10-2006 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 19-1-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 138 του ΑΚ, που ορίζουν ότι δήλωση βουλήσεως που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη, αλλά δικαιοπραξία που καλύπτεται κάτω από την εικονική είναι έγκυρη αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύστασή της, σε συνδυασμό και προς τις διατάξεις των άρθρων 369, 513 και 1033 του ίδιου Κώδικα, που καθορίζουν τις προϋποθέσεις εγκυρότητας των συμβάσεων πωλήσεως και μεταβιβάσεως, κατά κυριότητα, ακινήτου, προκύπτει ότι σε περίπτωση εικονικότητας της συμβάσεως πωλήσεως ακινήτου και της τυχόν ενωμένης με εκείνη συμβάσεως μεταβιβάσεως, κατά κυριότητα, του πωλούμενου ακινήτου από τον πωλητή στον αγοραστή, η οποία εικονικότητα αφορά το πρόσωπο του αγοραστή, για να ισχύουν οι συμβάσεις αυτές όχι για τον εμφανιζόμενο ως αγοραστή αλλά για το καλυπτόμενο από εκείνον πρόσωπο, ουσιώδες στοιχείο είναι η συμφωνία ανάμεσα σε όλους τους εμπλεκομένους, εικονικό και πραγματικούς, ήτοι ανάμεσα στον πωλητή, στον εμφανιζόμενο ως αγοραστή και στο πρόσωπο που καλύπτεται από εκείνον, ότι οι πιο πάνω συμβάσεις καταρτίζονται, όχι με τον εμφανιζόμενο ως αγοραστή, αλλά με το καλυπτόμενο από εκείνον πρόσωπο, που είναι και ο αληθινός αγοραστής. (ΑΠ 1659/2006).
Εξάλλου, η έννοια της εικονικότητας είναι ορισμένη αφεαυτής και δεν απαιτείται, για την πληρότητα του ισχυρισμού περί εικονικότητας ορισμένης δικαιοπραξίας, αντιστοίχως δε και για την πληρότητα της αιτιολογίας της δικαστικής απόφασης που καταφάσκει την εικονικότητα, να περιέχεται και το στοιχείο ότι όλοι οι συμβαλλόμενοι ήσαν εν γνώσει της εικονικότητας κατά το χρόνο της κατάρτισης της δικαιοπραξίας, αφού αυτό, ως σύμφυτο με την έννοια της εικονικότητας, θεωρείται αυτονόητο ως συντρέχον (ΑΠ 1659/2006, ΑΠ 1169/2003).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (Ολ.
ΑΠ 4/2005). Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006). Τέλος, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη αναδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τον χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο, αναφορικά με την διεκδικητική αγωγή του ενάγοντος-αναιρεσείοντος και τον ουσιώδη ισχυρισμό των εναγομένων-αναιρεσιβλήτων περί εικονικότητας των επικαλούμενων από τον ενάγοντα συμβάσεων ως προς το πρόσωπο του αγοραστή, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Με το ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πύργου Ελένης Αντωνακοπούλου-Ψυχογιού, που έχει μεταγραφεί νόμιμα, οι ... φέρονται ότι μεταβιβάζουν αιτία πωλήσεως στον ενάγοντα Χ δύο ακίνητα - ελαιοστάσια που ευρίσκονται στη θέση ... της κτηματικής περιφερείας της Κοινότητας ... του τέως ..., το ένα εμβαδού 17.079 τ.μ.
με 135 ελαιόδενδρα περίπου και το άλλο εμβαδού 6.435 τ.μ. με 80 ελαιόδενδρα περίπου, αντί συνολικού τιμήματος 900.000 δρχ. Η ταυτότητα των ακινήτων που μεταβιβάσθηκαν με το παραπάνω συμβόλαιο δεν αμφισβητείται. Αμέσως μετά τη μεταβίβασή τους τα ακίνητα περιήλθαν στην κυριότητα, νομή και κατοχή του δικαιοπαρόχου των εναγομένων, Ζ (συζύγου της πρώτης και πατέρα των λοιπών), ο οποίος ήταν και ο πραγματικός αγοραστής.
Ειδικότερα, ο τελευταίος, που είχε γεννηθεί το έτος 1927, ασχολείτο με το εμπόριο ξυλείας στον ... με σημαντική εμπορική δραστηριότητα και οικονομική επιφάνεια. Με το ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πύργου Διονυσίου Δασιού είχε αγοράσει από τον ... ένα αγρό ποτιστικό εμβαδού 2020 τ.μ. και ένα αγρό ξηρικό εμβαδού 7896 τ.μ.
στη θέση ... της κτηματικής περιφερείας ... αντί αναγραφόμενου συνολικού τιμήματος 275.000 δρχ. (εκτίμηση της εφορίας 430.000 δρχ.). Προκειμένου όμως να αγοράσει και τα ήδη επίδικα ακίνητα και να είναι σύμφωνος με τις διατάξεις του νεοπαγούς τότε νόμου 820/1978 (ΦΕΚ Α' 174/17-10-1978) "περί λήψεως μέτρων δια την περιστολήν της φοροδιαφυγής και άλλων τινών συναφών διατάξεων", με τον οποίο εισήχθη ουσιαστικά το "πόθεν έσχες" κατά την κτήση διαφόρων περιουσιακών στοιχείων και λόγω υποβολής φορολογικής δηλώσεως με εισοδήματα που δεν δικαιολογούσαν τέτοια αγορά, συμφώνησε με τους πωλητές και τον ενάγοντα, κάτοικο ..., που έχει γεννηθεί το έτος 1934 και με τον οποίο συνδεόταν με στενή φιλική σχέση και κουμπαριά, να εμφανισθεί φαινομενικά αυτός (ενάγων) ως αγοραστής, αφού ως αγρότης δεν αντιμετώπιζε πρόβλημα υποβολής φορολογικής δήλωσης αλλά ούτε και φόρου μεταβίβασης (βλ.
πωλητήριο συμβόλαιο, τελευταία σελίδα), αλλά η σύμβαση πωλήσεως καταρτιζόταν πράγματι με τον αληθινό, υποκρυπτόμενο, αγοραστή Ζ, στο πρόσωπο του οποίου επιθυμούσαν οι συμβαλλόμενοι να επέλθουν τα αποτελέσματα της πωλήσεως. Τα παραπάνω περιστατικά προκύπτουν με βεβαιότητα από τις μετά λόγου γνώσεως και αξιοπιστίας καταθέσεις των μαρτύρων Ξ και ....
Ο πρώτος από αυτούς, που είναι ο εκ των πωλητών των επίδικων ακινήτων, κατέθεσε ότι όλες οι διαπραγματεύσεις για τη μεταβίβασή τους έγιναν με τον Ζ, ότι αυτός κατέβαλε το σύνολο του τμήματος και συγκεκριμένα ποσό 300.000 δρχ. κατά την υπογραφή του προσυμφώνου τις έλαβαν από την σύζυγο τού Ζ Χ1 (πρώτη εναγομένη), που παρευρισκόταν κατά τη σύνταξη του προσυμφώνου στο συμβολαιογραφείο, την 19-1-1979 και το υπόλοιπο ποσό των 600.000 δρχ.
λίγο πριν την κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου. Τα επίδικα ακίνητα κατά μεγάλο μέρος ήταν λογγώδη και το έδαφος τους ανώμαλο και ακαλλιέργητο. Αμέσως μετά τη μεταβίβασή τους ο Ζ προέβη σε σειρά εργασιών για να τα καταστήσει ομαλά και αποδοτικά. Συγκεκριμένα, καθάρισε τα ελαιόδενδρα από ξένα στοιχεία και ισοπέδωσε με μηχάνημα (μπουλντόζα), μεταφέροντας μεγάλες ποσότητες χώματος ("40-50 αυτοκίνητα"), το μεγαλύτερο από τα δύο ακίνητα που είχε πολλά υψώματα και λακούβες.
Το έτος 1981 περιέφραξε επιμελώς τα επίδικα με περίφραξη μήκους 700 μ. περίπου από τσιμεντένιο σινάζι και σιδηροδοκούς. Επίσης, συνέλεγε ανελλιπώς τους καρπούς των ελαιοδένδρων, τους οποίους πωλούσε στον εκ των πωλητών των ακινήτων Ξ, φύτευσε διάφορα οπωροφόρα δένδρα, εγκατέστησε μερικά κατοικίδια ζώα και περισσότερα πουλερικά και ανήγειρε μικρό οικίσκο για τη φύλαξη εργαλείων και στέγαση των κατοικίδιων ζώων.
Επίσης, παραχώρησε μέρος του ακινήτου εκτάσεως δύο στρεμμάτων περίπου στον προαναφερθέντα μάρτυρα ..., που το περιέφραξε με σύρμα για να το προστατεύει από τα ζώα και το καλλιεργούσε με οπωροκηπευτικά. Ο Ζ απεβίωσε την 22-2-1989 και μέχρι τότε αλλά και στη συνέχεια μέχρι που ασκήθηκε η ένδικη αγωγή, ο ενάγων ουδέποτε εμφανίσθηκε στα επίδικα ακίνητα.
Η μοναδική σχέση του με αυτά καθόλο το παραπάνω χρονικό διάστημα είναι η επ' ονόματι του αναγραφή καταβολής εισφορών στον ΤΟΕΒ ..., η οποία όμως αποτελεί απλώς τυπική διαδικασία, διότι αναγράφεται ο εμφανιζόμενος στο οικείο συμβόλαιο ως ιδιοκτήτης του ακινήτου, ασχέτως του ποιος είναι ο πραγματικός ιδιοκτήτης και ποιος πράγματι καταβάλλει τις εισφορές, πράγμα που θα ήταν άλλωστε και παράλογο, να νέμεται δηλαδή και να καρπώνεται τα ακίνητα ο Ζ και να καταβάλλει τις εισφορές στον ΤΟΕΒ ο ενάγων.
Οι ισχυρισμοί του τελευταίου ότι το έτος 1980 συμφώνησε με τον Ζ να του παραχωρήσει τη χρήση και εκμετάλλευση των επίδικων ακινήτων, διότι ήταν πλησιέστερα στον ... και τον εξυπηρετούσαν και ο δεύτερος να παραχωρήσει στον ενάγοντα τη χρήση και εκμετάλλευση άλλων αγρών αντίστοιχης έκτασης που ευρίσκονταν πλησιέστερα στην κατοικία του στο ...
και με την απώτερη σκέψη να προβούν μελλοντικό, εάν το αποφάσιζαν, στην ανταλλαγή και της κυριότητας των ακινήτων τους, δεν είναι βάσιμοι. Όπως ελέχθη, ο δικαιοπάροχος των εναγομένων παρέλαβε στη νομή και κατοχή του τα ακίνητα ευθύς αμέσως μετά την κατάρτιση του πωλητηρίου και ακριβέστερα μετά την κατάρτιση του προσυμφώνου.
Ο Ζ, όπως προκύπτει από το ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πύργου Ελένης Αντωνακοπούλου -Ψυχογιού, αγόρασε από τον ενάγοντα αγρό εμβαδού 3768 τ.μ., που ευρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια της Κοινότητας ...υ αντί τιμήματος 188.400 δρχ., με εκτίμηση της εφορίας 415.000 δρχ., γεγονός που δεν εναρμονίζεται με τον ισχυρισμό περί συμφωνίας ανταλλαγής χρήσης και μελλοντικής ανταλλαγής της κυριότητας που επικαλείται ο ενάγων.
Περαιτέρω, συνεχίζει το εφετείο, ο ενάγων ισχυρίσθηκε ότι η μεταβίβαση του αγρού αυτού προς τον Ζ έγινε σε εξόφληση δανείου που ο δεύτερος του είχε χορηγήσει για να συμπληρώσει το τίμημα αγοράς των επίδικων ακινήτων. Και αυτός ο ισχυρισμός είναι αβάσιμος, πρωτίστως διότι, όπως έχει προαναφερθεί, ολόκληρο το τίμημα των επιδίκων καταβλήθηκε στους πωλητές από τον Ζ και ουδεμία συναλλαγή είχαν με τον ενάγοντα.
Ο Ζ, στα πλαίσια της φιλικής και συγγενικής σχέσης που τον συνέδεε με τον ενάγοντα, του επέτρεψε να καλλιεργήσει χωρίς αντάλλαγμα ορισμένα από τα ακίνητα του στο ... κατά τα έτη 1982 - 1984. Η καλλιέργεια αυτή όμως δεν συνδέεται με την εκ μέρους του πρώτου κατοχή των επιδίκων και ήταν περιορισμένης διάρκειας, αφού ο Ζ εκμίσθωσε σύμφωνα με το από 30-10-1985 ιδιωτικό συμφωνητικό τα ακίνητα που είχε στη περιοχή ..., συνολικής εκτάσεως 25 στρεμ.
Περίπου, στον ... για μία τετραετία. Εάν πράγματι υπήρχε μεταξύ του ενάγοντος και του Ζ συμφωνία περί ανταλλαγής της χρήσης κατά τα άνω, δεν δικαιολογείται ο δεύτερος να εξακολουθεί να κατέχει τα επίδικα ακίνητα συνεχώς μέχρι την ημέρα που απεβίωσε, ενώ ο πρώτος ουδενός ακινήτου κυριότητας του ετέρου είχε τη χρήση από το 1984 και εντεύθεν.
Είναι δε ανακριβείς οι καταθέσεις των επιμελεία του ενάγοντος εξετασθέντων μαρτύρων ότι ο ενάγων καλλιεργούσε τα ακίνητα του Ζ στην περιοχή ... μέχρι το έτος 1988 αφού, όπως προαναφέρθηκε, από το έτος 1985 τα είχε εκμισθώσει στον ... και ο ενάγων δεν είχε καμία σχέση με αυτά. Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο δέχτηκε ότι ο αληθινός αγοραστής των επιδίκων ακινήτων ήταν ο δικαιοπάροχος των εναγομένων-αναιρεσιβλήτων και κατόπιν τούτου έκρινε ως και κατ' ουσίαν βάσιμη την προβληθείσα από αυτούς ένσταση εικονικότητας των συμβάσεων των επιδίκων ακινήτων ως προς το πρόσωπο του αγοραστή και απέρριψε την ένδικη αγωγή του ενάγοντος-αναιρεσείοντος.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο αφενός δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 138, 369, 513 και 1033 ΑΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και αφετέρου δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, διότι διέλαβε σ' αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της εικονικότητας των επίμαχων συμβάσεων ως προς το πρόσωπο του αγοραστή, οι οποίες αιτιολογίες επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων, που εφάρμοσε.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους.
Η παράβαση δε της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον ως άνω λόγο αναίρεσης υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο ουσιώδες γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ. ΑΠ 42/2002). Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την 192/2002 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών (επί πλημμελημάτων), με την οποία κηρύχθηκε αθώος της κατηγορίας για ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα και την οποία είχε προσκομίσει με επίκληση προς απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού του ότι είναι κύριος των επίδικων ακινήτων με βάση τα επικαλούμενα συμβόλαια αγοράς, και προς αντίκρουση της ένστασης των ανιρεσιβλήτων περί εικονικότητας των συμβολαίων αυτών ως προς το πρόσωπο του αγοραστή.
Από την περιεχόμενη όμως στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του και το ανωτέρω έγγραφο, το οποίο συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις.
Επομένως, ο από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-10-2006 αίτηση του Χ για αναίρεση της 819/2006 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ