Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
964/2009 KI-generiert

Supreme Court dismisses appeal on worker's death compensation, ruling mental damages require employer fault under specific statutes.

Geschäftsnummer 964/2009
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Abgewiesen (Dismissed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the lower court's decision regarding compensation for a worker's death. The appellant argued the court misinterpreted evidence and distorted autopsy reports, but the court found no legal basis for these claims. The court held that mental damage compensation in workplace accidents requires proof of employer fault or violation of safety regulations, which was not established in this case.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 914, 932 of the Civil Code and Articles 1, 16 of Law 551/1915; Mental damage compensation in workplace accidents requires proof of employer fault or violation of safety regulations, as general civil law provisions do not apply to non-material harm without such fault.

Schlagwörter

KI-generiert
workplace accident compensation mental damage claim employer fault requirement safety regulation violation appeal admissibility autopsy report evidence civil liability standard Beschädigung von elektrischen Anlagen

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Articles 914, 932 of the Civil Code
Articles 1, 16 of Law 551/1915
Article 559, paragraphs 12 and 20 of the Code of Civil Procedure
Article 438 of the Code of Civil Procedure

Zitierte Rechtsprechung

KI-generiert
Supreme Court Case 1117/1986
KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 964 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 964/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Σκουλά.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΜΥΛΟΙ ΛΟΥΛΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στο Δήμο Σούρπης Νομού Μαγνησίας (Λιμένας Λούλη) όπως εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρίας "ΜΥΛΟΙ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Α.Ε.", που είχε την έδρα της στο Κερατσίνι Πειραιά, και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ειρήνη Παπακωστοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-11-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5890/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 261/2007 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 2-11-2007 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 30-1-2009 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε την αποδοχή της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, κατά τον πρώτο λόγο αυτής και την απόρριψη, ως προς τους λοιπούς. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τα άρθρα 914, 932 του ΑΚ και 1, 16 του ν. 551/1915 προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Οι διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1 του ν. 551/1915 κατά τις οποίες ο παθών σε εργατικό ατύχημα ή τα κατά το άρθρο 6 αυτά πρόσωπα, δικαιούνται να εγείρουν την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσουν πλήρη αποζημίωση μόνον όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τηρήσεως αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση για ηθική ζημία, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται γι' αυτό μόνο οι γενικές διατάξεις (Ολ.

ΑΠ 1117/1986). Επομένως για να δικαιούται η οικογένεια του θανατωθέντος σε εργατικό ατύχημα, χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη του θανατωθέντος ή του κυρίου του έργου ή των προστηθέντων απ' αυτούς (άρθρ. 922 ΑΚ) με την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ δηλαδή της υπαίτιας ζημιογόνου πράξης ή παράλειψης.

Τέτοιο πταίσμα μπορεί να θεμελιωθεί, κατ' αρχήν, με την παράβαση των διατάξεων του Ν. 1568|1985, "για την υγιεινή και ασφάλεια των εργαζομένων", με τα άρθρα 23 παρ. 7 και 32 παρ. 1 και 3 του οποίου ειδικότερα ορίζεται ότι "οι ηλεκτρικές μηχανές, συσκευές και εργαλεία πρέπει να είναι κατασκευασμένα έτσι, ώστε κατά τη χρήση τους να υπάρχει επαρκής προστασία από τους κινδύνους της ηλεκτρικής ενέργειας". "Ο εργοδότης έχει υποχρέωση 1.

Να λαμβάνει κάθε μέτρο, που απαιτείται, ώστε να εξασφαλίζονται οι εργαζόμενοι και οι τρίτοι, που παραβρίσκονται στους τόπους εργασίας από κάθε κίνδυνο, που μπορεί να απειλήσει την υγεία ή τη σωματική τους ακεραιότητα, 2. Να επιβλέπει την ορθή εφαρμογή των μέτρων υγιεινής και ασφάλειας της εργασίας". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 4 παρ. 1, 6 παρ.1 και 2, 7 του ίδιου νόμου, "στις επιχειρήσεις, που απασχολούν κατά ετήσιο μέσο όρο, πάνω από πενήντα εργαζομένους, ο εργοδότης έχει υποχρέωση να χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες τεχνικού ασφαλείας και γιατρού εργασίας.

Ο τεχνικός ασφαλείας παρέχει στον εργοδότη υποδείξεις και συμβουλές, γραπτά ή προφορικά, σε θέματα σχετικά με την υγιεινή και ασφάλεια της εργασίας και την πρόληψη των εργατικών ατυχημάτων. Τις γραπτές υποδείξεις, ο τεχνικός ασφαλείας καταχωρεί σε ειδικό βιβλίο της επιχείρησης, το οποίο σελιδοποιείται και θεωρείται από την Επιθεώρηση Εργασίας.

Επίσης, ο τεχνικός ασφαλείας ελέγχει την ασφάλεια των εγκαταστάσεων και των τεχνικών μέσων, πριν από τη λειτουργία τους και επιβλέπει την εφαρμογή των μέτρων υγιεινής και ασφάλειας της εργασίας και πρόληψης των ατυχημάτων, ενημερώνοντας σχετικά τους αρμοδίους προϊσταμένους των τμημάτων ή τη διεύθυνση της επιχειρήσεως.

Για την επίβλεψη των συνθηκών εργασίας, ο τεχνικός ασφάλειας έχει υποχρέωση (μεταξύ άλλων), να επιθεωρεί τακτικά τις θέσεις εργασίας, από πλευράς υγιεινής και ασφάλειας εργασίας, να επιβλέπει την ορθή χρήση των ατομικών μέσων προστασίας, να μεριμνά, ώστε οι εργαζόμενοι στην επιχείρηση να τηρούν τους κανόνες υγιεινής και ασφάλειας της εργασίας και να τους ενημερώνει και καθοδηγεί, για την αποτροπή του επαγγελματικού κινδύνου, που συνεπάγεται η εργασία τους".

Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Ν. 158|1975 (εργασία σε εγκαταστάσεις, ευρισκόμενες υπό τάση), "εργασίαι επί ηλεκτρικών εγκαταστάσεων της πρώτης περιοχής τάσεως (0-750 V) επιτρέπεται να εκτελώνται άνευ διακοπής της τάσεως, υπό τας κάτωθι προϋποθέσεις: α) δια περιοχήν τάσεως από 0-5-V άνευ ιδιατέρας τινός προφυλάξεως, β) διά περιοχήν τάσεως 50-750V, οι εργαζόμενοι δέον, α) να έχουν άδειαν ηλεκτροτεχνίτου ή αρχιτεχνίτου, ή εργοδηγού ειδικότητος αναλόγου προς την περίπτωσιν, β) να φέρουν μονωτικά χειρόκτια, γ) να χρησιμοποιούν εργαλεία χειρός (λαβίδας, κοχλιοστρόφια κ.λπ.), φέροντα μονωτικάς λαβάς, δ) να λαμβάνουν πρόσθετα μέτρα προστασίας (επικάλυψιν αγωγών και μονωτήρων διά μονωτικών σωλήνων ή καλυμμάτων ή χωρισμάτων) οσάκις η διάταξις των αγωγών της εγκαταστάσεως, λόγω του πολυσυνθέτου αυτής επιβάλη ταύτα".

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 περ. 1 Κ.Πολ.Δικ., επιτρέπεται αναίρεση, "αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο, έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου". Κατά τη διάταξη αυτή, υπάρχει παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, όταν ο δικαστής α) προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από αυτή που έχει, β) εφάρμοσε κανόνα δικαίου, για τον οποίο δεν υπήρχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του και γ) παρέλειψε να εφαρμόσει εφαρμοστέο κανόνα δικαίου, μολονότι, υπό τις παραδοχές του, συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του.

Τέλος, κατά το άρθρο 559 περ. 19 Κ.Πολ.Δικ., επιτρέπεται η άσκηση αναιρέσεως, "αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης". Συντρέχει περίπτωση ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν τα περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο δεν είναι ικανά, για να ελεγχθεί, αν μπορούν να συγκροτήσουν την έννομη σχέση, την οποία στηρίζει το διατακτικό.

Αντιφατικές, εξάλλου, αιτιολογίες έχομε, όταν δεν προκύπτει με σαφήνεια από την απόφαση, ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε αυτή, ώστε, σε συνδυασμό με το διατακτικό, να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία, για την εφαρμογή της διατάξεως, που εφαρμόσθηκε. Από τη σύγκριση των ως άνω διατάξεων των περ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., προκύπτει ότι, με την πρώτη μεν, το σφάλμα της απόφασης εντοπίζεται στη μείζονα πρόταση, δηλ.

στην ορθότητα ή μη της υπαγωγής σ' αυτήν της ελάσσονος πρότασης, ήτοι των πραγματικών περιστατικών, τα οποία, ανέλεγκτα έγιναν δεκτά από το δικαστήριο, ενώ στη δεύτερη περίπτωση το σφάλμα εντοπίζεται στην ελάσσονα πρόταση, δηλαδή όταν η περιγραφή των περιστατικών είναι τόσο ατελής, ελλιπής ή αντιφατική, ώστε να μη μπορεί να διαγνωσθεί, αν αυτά, υπάγονται στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου.

Πρόκειται, στην περίπτωση αυτή, για "εκ πλαγίου" παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, ανελέγκτως, ως αποδειχθέντα,τα εξής: "Ο πατέρας του ενάγοντος Π1 είχε προσληφθεί από την εταιρία "ΜΥΛΟΙ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΑΕ", της οποίας διάδοχος είναι η εναγομένη "ΜΥΛΟΙ ΛΟΥΛΗ ΑΕ", από εικοσιπενταετίας, με την ειδικότητα του αδειούχου ηλεκτρολόγου Γ'τάξεως για εγκαταστάσεις ηλεκτροκινητήρων σε βιομηχανίες.

Την 1-8-2001 εκτελούσε υπηρεσία από ώρα 14.00'έως 22.00'στο εργοστάσιο (αλευρόμυλο) της εταιρίας, στο .... Προς το τέλος του ωραρίου παρουσιάσθηκε βλάβη στον ηλεκτροκινητήρα αεραντλίας μεταφοράς υλικού του εργοστασίου, την οποία αντιλήφθηκε ο προϊστάμενος βάρδιας ... (μυλωθρός), ο οποίος ενημέρωσε σχετικά διά τηλεφώνου τον διευθυντή του εργοστασίου ... .

Ο τελευταίος έδωσε τηλεφωνικά, διά μέσου του ανωτέρω προσώπου, εντολή στον Π1, να παραμείνει και να προβεί σε αποκατάσταση της βλάβης. Η εργασία αυτή εύλογα ανατέθηκε σ' αυτόν, δεδομένου ότι αφενός μεν είχε τις αναγκαίες τεχνικές γνώσεις για να προβεί στην εργασία αυτή και αφ' ετέρου εμπειρία πολλών ετών.

Εξ άλλου δεν υπήρχε εκείνη τη στιγμή άλλος κατάλληλος τεχνίτης, εφόσον ο επόμενος ηλεκτρολόγος (...) θα αναλάμβανε υπηρεσία την 6η πρωινή ώρα... Όταν έλαβε την ανωτέρω εντολή ο πατέρας του ενάγοντος έβγαλε από τον κεντρικό πίνακα, που βρισκόταν στον 3° όροφο του εργοστασίου, τις ασφάλειες (φυσίγγια), αντικατέστησε με τη βοήθεια του βοηθού λιπαντή ...

τον βραχυκυκλωμένο κινητήρα με έναν καινούργιο, τοποθέτησε πάλι τις ασφάλειες στον κεντρικό πίνακα και, επιστρέφοντας στο ισόγειο, δοκίμασε για μερικά δευτερόλεπτα τη λειτουργία του νέου κινητήρα και τη φορά περιστροφής του. Αφού διαπίστωσε ότι ο κινητήρας περιστρεφόταν με την ορθή φορά, επανέφερε, κατά τον ισχυρισμό του ανωτέρω βοηθού του, τον τοπικό διακόπτη στη θέση "Off" και θέλησε να σφίξει τους αγωγούς τροφοδοσίας στους ακροδέκτες του κινητήρα.

Όμως, για λόγο που θα εξηγηθεί κατωτέρω, υπήρχε στους αγωγούς τάση, με αποτέλεσμα, όταν το αριστερό χέρι του παθόντος ήλθε σε επαφή με αυτούς, να διαπεραστεί αυτός από ηλεκτρικό ρεύμα και να υποστεί ισχυρή ηλεκτροπληξία, από την οποία -ως μόνη ενεργό αιτία- προήλθε ο θάνατος του περί ώρα 01:40' της 2-8-2001 (βλ.

το από ... πιστοποιητικό θανάτου του ιατροδικαστή Πειραιώς ... και την υπ' αριθμ. πρωτ. ... και εκθ. ... ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής του ιδίου). Όσον αφορά στο εύλογο ερώτημα που γεννάται, πώς οι αγωγοί διαρρέονταν από ρεύμα όταν ο θανών ήλθε σε επαφή με αυτούς, αν και -κατά τον ισχυρισμό του βοηθού του- προηγουμένως αυτός (ο θανών) είχε θέσει τον τοπικό διακόπτη στη θέση "Off", απορία από την οποία διακατεχόμενοι και οι τεχνικοί επιθεωρητές του ΚΕ.Π.Ε.Κ.

Πειραιά και Νοτίου Αιγαίου ...και ... διατύπωσαν επιφυλάξεις (ως προς την περιγραφόμενη από τους μάρτυρες διαδοχή των ενεργειών και γεγονότων, που είχαν ως κατάληξη την ηλεκτροπληξία του θύματος) στην υπ' αριθμ.... έκθεση αυτοψίας που συνέταξαν, από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων το Δικαστήριο-κατ' αρχή-δεν μπορεί να αποκλείσει την περίπτωση να μην είχε τεθεί ο τοπικός διακόπτης στη θέση "Off" και συνεπώς οι ακροδέκτες να είχαν ρεύμα.

Επίσης, όσον αφορά το διαπιστούμενο δια των αισθήσεων των ανωτέρω τεχνικών επιθεωρητών γεγονός ότι το πηνίο του αυτόματου διακόπτη (relay) στον κεντρικό πίνακα είχε μείνει ("κολλήσει") στη θέση "ΟΝ", θέση στην οποία αυτοί, όπως αναφέρουν, το βρήκαν κατά την αυτοψία που πραγματοποίησαν την επόμενη ημέρα (3-8-2001), το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποκλείσει το ενδεχόμενο να έμεινε το πηνίο στη θέση αυτή λόγω ακριβώς της ηλεκτροπληξίας που συνέβη και όχι πριν από αυτή, εν πάση δε περιπτώσει το "κόλλημα" αυτό δεν ήταν εκείνο που μπορούσε να επιφέρει το πιο πάνω θανάσιμο αποτέλεσμα.

Αντιθέτως, εκείνο που θα διασφάλιζε τη ζωή του θανόντος ήταν, μετά την επ' ελάχιστο χρόνο -όπως αναφέρθηκε- δοκιμή του κινητήρα και προτού ο ίδιος έλθει σε επαφή μαζί του, να ανέλθει στον 3° όροφο και να αφαιρέσει εκ νέου από τον πίνακα τις ασφάλειες για να συνεχίσει την εργασία του, πράγμα που -αναμφίβολα- παρέλειψε να πράξει.

Αφού λοιπόν είχαν έτσι τα πράγματα και ο θανών είχε επανατοποθετήσει τις ασφάλειες στη θέση τους, το κύκλωμα διαρρεόταν πλέον από ρεύμα, περίπτωση που θα αποκλειόταν μόνο αν αυτός, ως μέτρο ασφάλειας κατά τις περαιτέρω ενέργειες που έκανε, κρατούσε τις ασφάλειες επάνω του (π.χ. στην τσέπη του). Επίσης, ακόμη και κατά το χρόνο που τοποθέτησε τις ασφάλειες, πριν ακόμη σφίξει τους ακροδέκτες, αν είχε την πρόνοια να ελέγξει τους αγωγούς με το δοκιμαστικό τάσεως, θα διαπίστωνε την ύπαρξη τάσεως και δεν θα τους άγγιζε με γυμνό χέρι.

Ο έλεγχος αυτός αποτελεί πάγια πρακτική ασφαλείας των ηλεκτροτεχνιτών, που γίνεται σε κάθε περίπτωση, για τον αποκλεισμό της περιπτώσεως να υπάρχει τάση στους αγωγούς. Επιπλέον, αν ο θανών έφερε μονωτικά γάντια και υποδήματα με ειδική μόνωση, σε συνδυασμό με μικρό φορητό ξύλινο δάπεδο, θα απέφευγε την ηλεκτροπληξία, όπως σημειώνουν οι άνω επιθεωρητές.

Αλλά και σχετικά με την επιφύλαξη που σημειώνεται στην ανωτέρω έκθεση αυτοψίας, ότι δηλαδή -με δεδομένο το ότι το πηνίο ήταν στη θέση "ΟΝ"- ο νέος κινητήρας δεν θα μπορούσε να δοκιμαστεί, γιατί θα εκκινούσε με διάταξη (συνδεσμολογία) τριγώνου, πράγμα που με βεβαιότητα θα προκαλούσε την τήξη των ασφαλειών, υπάρχει η εξήγηση ότι, αφού οι ασφάλειες του συγκεκριμένου κινητήρα ήταν της τάξεως των 50 Α, θα έπρεπε να παρέλθει χρόνος 20 δευτερολέπτων μέχρι να προκληθεί τήξη των ασφαλειών, ενώ η δοκιμή της φοράς περιστροφής του κινητήρα απαιτούσε χρόνο 5 έως 10 το πολύ δευτερολέπτων, ανεπαρκή δηλ, χρόνο για να αντιληφθεί ο θανών ότι υπάρχει κάποιο πρόβλημα με τη λειτουργία του κινητήρα, όπως προκύπτει από την με ημερομηνία...

κατάθεση του μηχ/γου-ηλεκτρ/γου... ενώπιον της Πταισματοδίκη Πειραιώς. Επομένως οι επιφυλάξεις που σημειώνονται στην ανωτέρω έκθεση αυτοψίας, για το αν το ατύχημα οφείλεται ή όχι σε έλλειψη μέτρων ασφαλείας από πλευράς της εναγομένης, δεν μπορούν να θεωρηθούν βάσιμες, αφού ακόμη και οι ίδιοι οι επιθεωρητές στις μεταγενέστερες από 22.7.2002 ένορκες καταθέσεις τους ενώπιον της Πταισματοδίκη Πειραιώς δηλώνουν ότι το συμβάν αυτό δεν προκλήθηκε από έλλειψη μέτρων ασφαλείας.

Τέλος δεν συνάγεται κάτι διαφορετικό από τη διαπίστωση που καταγράφεται στην εν λόγω έκθεση, ότι δηλ. στην αυτοψία που διενεργήθηκε την επόμενη ημέρα του ατυχήματος "οι ασφάλειες (φυσίγγια) τροφοδότησης του κυκλώματος δεν βρέθηκαν στη θέση τους", αφού είναι φανερό ότι η αφαίρεση των ασφαλειών έγινε μετά το ατύχημα και δεν είναι δυνατόν να συνέβη το ατύχημα αυτό παρά την έλλειψη (αφαίρεση) των ασφαλειών, διότι αν συνέβαινε να υπάρχει συνεχής παροχή ρεύματος, παρά το ότι ο παθών προέβαινε στην προληπτική κίνηση να τις αφαιρέσει, η παροχή αυτή του ρεύματος θα υπήρχε ομοίως και κατά την προηγούμενη διαδικασία της αφαιρέσεως του κινητήρα και το ατύχημα θα συνέβαινε μόλις ο παθών άρχιζε την εργασία αντικαταστάσεως.

Εφόσον όμως είναι βέβαιο ότι η εργασία αυτή (αντικατάσταση) διεξήχθη ομαλά μέχρι το αναφερόμενο χρονικό σημείο, συνάγεται ότι με την αφαίρεση των ασφαλειών διακόπηκε το κύκλωμα και με την επανατοποθέτηση τους έκλεισε και πάλι. Με όσα αναλυτικά εκτέθηκαν ανωτέρω ευθέως συνάγεται ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται αποκλειστικά στην αμελή συμπεριφορά που επέδειξε ο θανών, δεν εκτίμησε τους κινδύνους από το ηλεκτρικό ρεύμα και δεν έλαβε τα απαραίτητα προφυλακτικά μέτρα για την προσωπική του ασφάλεια.

Συγκεκριμένα, πριν από την επαφή με τους ακροδέκτες του κινητήρα, δεν αφαίρεσε τις ασφάλειες από τον κεντρικό πίνακα ούτε ακόμη έλεγξε τους αγωγούς με δοκιμαστικό όργανο για τυχόν ύπαρξη ρεύματος πριν προβεί στην εργασία αυτή, ενώ παράλληλα δεν έκανε συνδυασμένη χρήση ενός φορητού ξύλινου δαπέδου με μονωτικά γάντια και υποδήματα με ειδική μόνωση, τα οποία του παρείχε η εναγομένη εργοδότρια εταιρεία.

Η τελευταία μάλιστα είχε ενημερώσει, μέσω φυλλαδίου οδηγιών που διένειμε στους εργαζομένους, για τους κινδύνους που ενείχε η παράλειψη της χρήσεως των μέσων αυτών (βλ. κεφ. 11 του σχετικού φυλλαδίου, "οδηγίες για την προφύλαξη και προστασία από τους κινδύνους του ηλεκτρικού ρεύματος"). Επομένως γίνεται φανερό ότι η εναγομένη δια των οργάνων της δεν επέδειξε κάποια αμέλεια στο να λάβει τα απαραίτητα μέτρα προστασίας για την υγεία και ασφάλεια των εργαζομένων, που όφειλε από το νόμο να λάβει..." Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του ενάγοντος, κατά της υπ' αριθμ. 5890|2005 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αφού δέχθηκε, κατά τα άνω, ότι, αποκλειστικά υπαίτιος για το εν λόγω ατύχημα ήταν ο θανών πατέρας του ενάγοντα.

Έτσι, όπως έκρινε το Εφετείο και με βάση τις εν λόγω παραδοχές του, ορθά τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 914, 932 ΑΚ και 16 Ν.551|1915 εφήρμοσε και, συνεπώς, ο πρώτος, εκ του άρθρου δε 559 περ. 1 Κ.Πολ.Δικ. επικαλούμενος λόγος της ενδίκου αιτήσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων τα αντίθετα υποστηρίζει, απορριπτέος, κρίνεται, ως αβάσιμος.

Αλλά και στην περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί ότι ο λόγος αυτός στηρίζεται και στη διάταξη του άρθρου 559 περ. 19 Κ.Πολ.Δικ., είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν πλήρως το συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε, ήτοι ότι αποκλειστικά υπαίτιος του εν λόγω ατυχήματος ήταν ο πατέρας του ενάγοντα, αναφέροντας αναλυτικά τις ενέργειες και παραλείψεις του, οι οποίες οδήγησαν στην πρόκληση του ανωτέρω ατυχήματος.

Επίσης και σε σχέση με την αποδιδόμενη εκ μέρους του αναιρεσείοντος υπαιτιότητα στην εναγομένη-αναιρεσίβλητη, αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι αυτή είχε εφοδιάσει τον παθόντα με μονωτικά γάντια και υποδήματα με ειδική μόνωση, καθώς και με ξύλινο δάπεδο, των οποίων, όμως, αυτός δεν έκανε χρήση, κατά την εκτέλεση της ως άνω εργασίας και ότι η αναιρεσίβλητη είχε ενημερώσει αυτόν (και όλους τους εργαζομένους της) με σχετικό φυλλάδιο, για τους κινδύνους, που μπορεί να προέλθουν από την παράλειψη της χρήσης των μέσων αυτών.

Περαιτέρω, καθόσον αφορά τον έλεγχο της τήρησης των μέτρων αυτών, που κατά τον αναιρεσείοντα έπρεπε να ασκεί η εναγομένη-αναιρεσίβλητη, δεν εκτίθεται πώς ακριβώς έπρεπε να γίνεται ο έλεγχος αυτός και αν η τελευταία είχε υποχρέωση πρόσληψης τεχνικού ασφαλείας, σύμφωνα με τα άρθρα 4, 6 και 7 του Ν. 1568|1985, ο οποίος, μεταξύ των άλλων υποχρεώσεών του, επιβλέπει την ορθή χρήση των ατομικών μέτρων προστασίας και την εφαρμογή των μέτρων ασφαλείας των εργαζομένων ούτε, από την επισκόπηση των δικογράφων της αγωγής και της εφέσεως, προκύπτει ότι προεβλήθη στο δικαστήριο της ουσίας ένας τέτοιος ισχυρισμός.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 περ. 8 Κ.Πολ.Δικ., επιτρέπεται αναίρεση, "αν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης". Ως "πράγματα" θεωρούνται αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον εκ του άρθρου 559 περ. 8 δεύτερο λόγο της ένδικης αιτήσεως, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του ισχυρισμούς του, περί υπαιτιότητας της εναγομένης στην πρόκληση του ανωτέρω ατυχήματος, κατά τα ειδικότερα στην αίτηση αναφερόμενα. Η αίτηση, κατά τον λόγο αυτόν είναι απορριπτέα, ως αβάσιμη, καθόσον, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, το δικαστήριο έλαβε υπόψη τους σχετικούς ισχυρισμούς του ενάγοντα, πλην απέρριψε αυτούς, ως αβάσιμους, εκτιμώντας από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος ήταν ο ίδιος ο παθών και πατέρας του ενάγοντος.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 περ. 12 και 20 του Κ.Πολ.Δικ., επιτρέπεται αναίρεση, ¨αν το δικαστήριο παρεβίασε τους ορισμούς του νόμου, σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων" και, επίσης, αν " παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα, προφανώς διαφορετικά από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό".

Ο εκ του αριθ. 12 λόγος ιδρύεται μόνον αν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, που δεν την είχε κατά νόμο ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη, μολονότι την είχε, κατά νόμο. Τα έγγραφα έχουν αυξημένη αποδεικτική δύναμη, μόνον αν παράγουν πλήρη απόδειξη και όχι όταν εκτιμώνται ως δικαστικά τεκμήρια.

Ο λόγος, εξάλλου, αυτός δεν ιδρύεται στις υποθέσεις των ειδικών διαδικασιών, όπου το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του και αποδεικτικά μέσα, που δεν πληρούν τους όρους του νόμου. Περαιτέρω, "παραμόρφωση" εγγράφου υπάρχει, όταν το δικαστήριο δέχθηκε ότι το έγγραφο έχει περιεχόμενο ολοφάνερα διάφορο από το αληθινό και κατέληξε έτσι σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Με βάση αυτά ο τρίτος εκ του άρθρου 559 περ. 12 και 20 λόγος, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το δικαστήριο δεν εκτίμησε, όπως κατά νόμο θα έπρεπε, την έχουσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη έκθεση αυτοψίας, που διενεργήθηκε από τεχνικούς-δημοσίους υπαλλήλους, σχετικά με τις συνθήκες, υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ως άνω ατύχημα και "ταυτόχρονα παραμόρφωσε το περιεχόμενό της, αφού δέχθηκε, ως αποδειχθέντα πραγματικά γεγονότα τελείως διαφορετικά από εκείνα, που αναφέρονται στην έκθεση αυτοψίας", είναι απορριπτέος, σύμφωνα με τα ανωτέρω, ως απαράδεκτος και κατά τα δύο σκέλη του, αφού, αφενός μεν, κατά το πρώτο, δεν ιδρύεται ο λόγος στην παρούσα διαδικασία, αφετέρου δε, υπό τα εκτιθέμενα περιστατικά, δεν συντρέχει, κατά νόμο, περίπτωση παραμόρφωσης εγγράφου, δηλαδή δεν προσδόθηκε στο έγγραφο της εκθέσεως αυτοψίας περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πράγματι είχε.

Εξάλλου η αυξημένη αποδεικτική δύναμη, που αποδίδεται, κατ' άρθρο 438 Κ.Πολ.Δικ. στα έγγραφα, που συντάσσονται από δημοσίους υπαλλήλους, αποτελούν πλήρη απόδειξη έναντι όλων, μόνον ως προς τα γεγονότα, που επιχειρήθηκαν από τον συντάκτη τους ή ενώπιόν του, όπως η βεβαίωση για τον τόπο και χρόνο σύνταξης του εγγράφου, για την εμφάνιση και την παρουσία των μερών κ.λπ.

Το τεχνικό, όμως, πόρισμα, στο οποίο καταλήγουν οι ενεργήσαντες αυτοψία δημόσιοι υπάλληλοι, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει αυξημένη αποδεικτική δύναμη και δεσμεύει το δικαστήριο, αφού η έκθεση αυτοψίας, κατά το ουσιαστικό της περιεχόμενο, συνεκτιμάται με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, προκειμένου το δικαστήριο να κρίνει την υπόθεση, που έχει αχθεί ενώπιόν του.

Επειδή, μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την ένδικη αίτηση του ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 261|2007 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, εκ χιλίων διακοσίων (1200) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2009.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 28 Απριλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ