Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
963/2024 KI-generiert

Supreme Court dismisses appeal regarding termination of employment contract due to alleged bad faith.

Geschäftsnummer 963/2024
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Abgewiesen (Dismissed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's appeal against the lower court's finding that the employer's termination of the employee's contract was abusive. The employee argued that the dismissal resulted from the employer's bad faith and vindictiveness following the employee's union activity, but failed to prove specific animosity. The court held that without concrete evidence of personal malice beyond the employee's general union actions, the termination could not be deemed legally abusive under the principle of good faith.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 281 of the Civil Code; The termination of an employment contract cannot be declared abusive solely on the basis of the employee's union activity or potential employee dissatisfaction, absent proof of specific personal animosity or vindictiveness on the part of the employer.

Schlagwörter

KI-generiert
employment contract termination abusive dismissal good faith principle bad faith employer union activity defense burden of proof labor law abuse Betriebsordnung

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Article 570 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 579 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 581 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 281 of the Civil Code
Article 535 paragraph 11 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Zitierte Rechtsprechung

KI-generiert
Decision 1473/2018 of the Supreme Court
Decision 281/2020 of the Single Member Court of Piraeus
Decision 1105/2022 of the Supreme Court
Decision 686/2012 of the Single Member Court of Piraeus
KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 963 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 963/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Μαριάνθης Παγουτέλη), Ελένη Χροναίου, Μαλαματένια Κουράκου, Ελπίδα Σιμιτοπούλου και Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 16 Μαΐου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της εκκαλούσας-εφεσίβλητης-καλούσας: εταιρίας με την επωνυμία "..." ως ειδικής διαδόχου λόγω απόσχισης κλάδου επιχείρησης της εταιρείας με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Νέο Φάληρο Αττικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) των πληρεξουσίων δικηγόρων Ιωάννη Ληξουριώτη και Γεώργιο Βουκελάτο, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.

Του εκκαλούντος-εφεσίβλητου-καθ'ου η κλήση: Β. Ν. του Π., κατοίκου ... Αττικής, που παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου Κατερίνας Φλίνου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-8-2011 αγωγή του ήδη εκκαλούντος-εφεσίβλητου-καθ'ου η κλήση, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν η 686/2012 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 108/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας, ζήτησε ο εκκαλών-εφεσίβλητος -αναιρεσείων με την από 26-7-2016 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 1473/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου που παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο.

Εκδόθηκε η 281/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεσή της ζήτησαν: α) η ήδη εκκαλούσα-εφεσίβλητη-καλούσα-αναιρεσείουσα με την από 29-6-2020 αίτησή της και β) ο ήδη εκκαλών-εφεσίβλητος-καθ'ου η κλήση-αναιρεσείων με την από 30-7-2020 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 1105/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου, που συνεκδίκασε τις αιτήσεις και απέρριψε την πρώτη, αναίρεσε εν μέρει την δεύτερη και κράτησε την υπόθεση για ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση. Την υπόθεση επανέφερε για ουσιαστική εκδίκαση η εκκαλούσα-εφεσίβλητη-καλούσα με την από 29-7-2022 κλήση της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Μαλαμετένια Κουράκου. Η πληρεξούσια του εκκαλούντος-εφεσίβλητου-καθ'ου η κλήση, ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 570 παρ. 2, 579 παρ. 1, 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, και 581 παρ. 2 του ίδιου κώδικα, όπως η παρ. 2 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, προκύπτει ότι, η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας) που προσβλήθηκαν με την αναίρεση, όχι δε ως προς άλλα κεφάλαιά της, εκτός αν τα τελευταία συνάπτονται αρρήκτως με τα αναιρεθέντα κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης, οπότε συναναιρούνται (ΑΠ 1794/2022, 1481/2021, 1196/2020).

Έτσι, για την εκπλήρωση της επιβαλλόμενης στον Άρειο Πάγο, από τη διάταξη του προτελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, υποχρέωσης για εκδίκαση, μετά από δεύτερη αναίρεση, της υπόθεσης κατ' ουσίαν, θα πρέπει να λάβει χώρα νέα συζήτηση της υπόθεσης, μετά την έκδοση της αναιρετικής απόφασης, ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, το οποίο δικάζει πλέον ως δικαστήριο ουσίας, ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους, σύμφωνα με τις προβλέψεις της διάταξης του άρθρου 581 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή (ΑΠ 1794/2022, ΑΠ 1196/2020).

Κατά την νέα εκδίκαση της έφεσης, οι διάδικοι επανέρχονται στη θέση που ήταν πριν από τη συζήτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση και το αναιρετικό τμήμα, όταν δικάζει κατ' ουσίαν την υπόθεση, οφείλει να τηρεί τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 581 παρ. 2 και 570 παρ. 2 του ΚΠολΔ και επανεξετάζει την υπόθεση μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση, σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις (ΑΠ 1794/2022, ΑΠ 1481/2021, ΑΠ 1196/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι, η κρινόμενη υπόθεση είχε την ακόλουθη διαδικαστική διαδρομή: Ο ενάγων με την από 22-8-2011 (αριθ.καταθ.7689/2011) αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ισχυριζόμενος ότι δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προσέφερε τις υπηρεσίες του στην εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...", ως τεχνικός τύπου από την 1η-6-1987 μέχρι τις 23-5-2011, οπότε η τελευταία προέβη σε καταγγελία αυτής, και επικαλούμενος ακυρότητα της ως άνω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, για το λόγο ότι έλαβε χώρα, α) ενώ αυτός βρισκόταν σε άδεια, β) από λόγους εκδίκησης επειδή η εναγόμενη είχε ενοχληθεί από τη συνδικαλιστική δράση που είχε αναπτύξει και γ) γιατί σε κάθε περίπτωση ακόμη και όταν η απόλυση οφείλεται σε οικονομικοτεχνικούς λόγους, η εναγόμενη παρέλειψε να τηρήσει τα αναγκαία κριτήρια, ώστε η καταγγελία της σύμβασης να μην είναι αντίθετη με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, ζήτησε, α) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 23-5-2011 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, β) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να αποδέχεται την εργασία του δυνάμει της ανωτέρω σύμβασης και γ) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 25-5-2011 μέχρι 25-1-2021, το ποσό των 15.500 ευρώ.

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 686/2012 απόφασή του δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και, α) αναγνώρισε την ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, ως καταχρηστική, β) επιδίκασε σ' αυτόν για μισθούς υπερημερίας το ποσό των 13.000 ευρώ και γ) απέρριψε το αίτημά του για την υποχρέωση της εναγόμενης να αποδέχεται την προσφερόμενη εργασία του, ως αόριστο.

Την απόφαση αυτή προσέβαλαν ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς: Α) ο ενάγων, με την από 12-6-2012 (υπ' αριθμ. καταθ. 608/2012) έφεσή του, παραπονούμενος για την απόρριψη του ως άνω αιτήματος της αγωγής του για επαναπρόσληψη και την απόρριψη του αιτήματός του για την επιδίκαση σ' αυτόν μισθών υπερημερίας και Β) η εναγόμενη, ο εκδοτικός κλάδος της οποίας αποσχίστηκε και μεταβιβάστηκε κατά τα άρθρα 1 παρ.

ε και 4 του ν.2166/1993 στην ειδική διάδοχο ήδη εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...", με την από 12-6-2012 (υπ'αριθμ. καταθ. 614/2012) έφεσή της, παραπονούμενη για την κατ' ουσίαν παραδοχή του πρώτου αιτήματος της αγωγής, δηλαδή την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της σύβασης εργασίας του ενάγοντος ως καταχρηστικής.

Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. 108/2015 απόφασή του, αφού συνεκδίκασε τις ως άνω εφέσεις, α) απέρριψε την έφεση του ενάγοντος, κρίνοντας ως αόριστα τα δύο ως άνω αιτήματα αυτού για επαναπρόσληψη και επιδίκαση μισθών υπερημερίας, τα οποία είχαν προσβληθεί με σχετικούς λόγους έφεσης και β) δέχθηκε την έφεση της εναγόμενης και μετά από εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης, κράτησε την υπόθεση και απέρριψε την αγωγή στο σύνολό της.

Κατόπιν άσκησης της από 26-7-2016 αίτησης αναίρεσης εκ μέρους του ενάγοντος, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1473/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η ως άνω 108/2015 εφετειακή απόφαση, λόγω έλλειψης νόμιμης βάσης, διότι περιείχε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες για το ουσιώδες ζήτημα του εάν η ως άνω καταγγελία της σύμβασης εργασίας έγινε από λόγους εκδίκησης στο πρόσωπο του ενάγοντος εξαιτίας της μέχρι τότε άτυπης συνδικαλιστικής δράσης αυτού, κάνοντας δεκτό τον σχετικό από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.

Με την από 4-12-2018 κλήση του ενάγοντος επαναφέρθηκαν προς κρίση ενώπιον του Εφετείου, τόσο η ως άνω έφεση του ενάγοντος, όσο και η έφεση της εναγόμενης. Επί των εφέσεων αυτών εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 281/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, με την οποία, α) κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, για το λόγο ότι με αυτή δεν πλήττεται το αναιρεθέν σκέλος της παραπάνω υπ' αριθμ. 686/2012 απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και β) έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας, κατά το περί ακυρότητας της καταγγελίας λόγω καταχρηστικότητας σκέλος της.

Κατά της ως άνω απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, ως δικαστηρίου της παραπομπής, ασκήθηκαν οι α)από 29-6-2020 (αριθ.καταθ. 44/2020) αίτηση αναίρεσης της εναγόμενης και β) η από 30-7-2020 2020) αίτηση αναίρεσης του ενάγοντος, οι οποίες συνεκδικάστηκαν και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1105/2022 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου.

Με την ως άνω απόφαση απορρίφθηκε η από 30-7-2020 αναίρεση του αναιρεσείοντος, διότι κρίθηκε ότι το Εφετείο ορθά ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας τις περί δεδικασμένου διατάξεις, δέχθηκε ότι με την υπ'αριθμ.1473/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, αναιρέθηκε η υπ' αριθμ. 108/2015 απόφαση του Εφετείου μόνο ως προς το κεφάλαιό της που αφορούσε την ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος ως καταχρηστικής και όχι και ως προς τα λοιπά κεφάλαια αυτής και ότι η ίδια ως άνω 108/2015 απόφαση του Εφετείου, ως προς τους σχετικούς λόγους της έφεσης του ενάγοντος, που έπλητταν τις διατάξεις της εκκαλούμενης απόφασης που αφορούσαν την επιδίκαση μισθών υπερημερίας στον ενάγοντα και αποδοχής των υπηρεσιών αυτού εκ μέρους της εναγόμενης, δεν είχε προσβληθεί με την αίτηση αναίρεσης και συνεπώς δεν είχε αναιρεθεί ως προς τα κεφάλαια αυτά, παρά το ότι δεν αναφέρεται ρητά η υπ' αριθμ. 1473/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου σε μερική αναίρεση αυτής και έτσι, είχε προκύψει δεδικασμένο από την ως άνω τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, ως προς την απόρριψη των ως άνω δύο λόγων της έφεσης του αναιρεσείοντος, και το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, δεσμευόμενο από το δεδικασμένο, δεν είχε εξουσία να εξετάσει εκ νέου τη βασιμότητα ή μη των λόγων αυτών της έφεσης του ενάγοντος με τους οποίους είχε προσβάλει την πρωτόδικη απόφαση ως προς τα ανωτέρω δύο κεφάλαια αυτής που αφορούσαν την επαναπρόσληψη του ενάγοντος και την επιδίκαση σ' αυτόν μισθών υπερημερίας και να κρίνει διαφορετικά.

Ακόμη κρίθηκε με την ως άνω 1105/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου ότι εκ παραδρομής το Εφετείο κήρυξε απαράδεκτη την συζήτηση της έφεσης του αναιρεσείοντος - ενάγοντος και όχι να απορριφθεί η κλήση. Κατόπιν αυτών η ως άνω αναιρετική απόφαση, απέρριψε ως αβάσιμους τους σχετικούς, πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο λόγους αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων, προέβαλλε την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καταλογίζοντας στο Εφετείο ότι, με το να δεχθεί τα παραπάνω και να μην προβεί στην εξέταση της έφεσής του έσφαλε ως περί την ερμηνεία και εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων.

Ως προς την από 29-6-2020 (αριθ. καταθ.44/2020) αίτηση αναίρεσης της ανώνυμης εταιρείας την επωνυμία: "...", με την ίδια ως άνω 1105/2022 αναιρετική απόφαση, γενομένου δεκτού του από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, αναιρέθηκε η ως άνω 281/2020 απόφαση, του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς (δικαστηρίου παραπομπής), λόγω έλλειψης νόμιμης βάσης, κατά το μέρος που απέρριψε με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, την από 12-6-2012 έφεση της εναγόμενης κατά της υπ' αριθμ. 686/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ως προς το σκέλος που αφορά την καταχρηστικότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος.

Ακολούθως, εφόσον η ως άνω προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση που αναιρέθηκε εκδόθηκε από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ως δικαστήριο παραπομπής, διότι σ' αυτό η υπόθεση είχε παραπεμφθεί με την υπ' αριθμ. 1473/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, μετά από αναίρεση της προηγουμένης υπ' αριθμ. 108/2015 απόφασης του ως άνω δευτεροβαθμίου δικαστηρίου για την ίδια υπόθεση, κρατήθηκε η υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση στο παρόν αναιρετικό Τμήμα, σε νέα συζήτηση, η οποία θα λάβει χώρα ύστερα από κλήση με φροντίδα του επιμελέστερου των διαδίκων, κατ' εφαρμογή των δύο τελευταίων εδαφίων της παρ. 3 του άρθρου 580 του ΚΠολΔ, όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 και εφαρμόζεται εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου άσκησης της ένδικης αίτησης αναίρεσης.

Ήδη η ως άνω από 29-6-2020 (αριθ.καταθ. 44/2020) δεύτερη αναίρεση, με την από 29-7-2022 με αριθμ. καταθ. 172/30-9-2022 κλήση της αναιρεσείουσας-εκκαλούσας ειδικής διαδόχου της αρχικής εναγόμενης, νόμιμα φέρεται προς συζήτηση η από 12-6-2012 υπ' αριθμ. κατάθ.614/2012 έφεση της εκκαλούσας και πρέπει να ερευνηθεί κατ' ουσίαν, κατά τα διαγραφόμενα από την, ως άνω, δεύτερη αναιρετική απόφαση όρια.

Από τα άρθρα 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του ν. 2112/1920 και 1 και 5 του ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου.

Η άσκηση, όμως, του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη προφανούς υπέρβασης των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η προφανής δε υπέρβαση των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ.

Η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν το σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή σε λόγους εκδίκησης, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του εργαζομένου.

Δεν συντρέχει, όμως, περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν δεν υπάρχει γι' αυτή κάποια αιτία, αφού, ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι' αυτήν ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους, τους οποίους πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ.

Πολύ δε περισσότερο δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία όταν έχει ως πραγματικό κίνητρο την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του απολυόμενου ή την από πλευράς του παράβαση των συμβατικών του υποχρεώσεων (ΑΠ 801/2022, ΑΠ 730/2022), διότι, τότε, κλονίζεται η σχέση εμπιστοσύνης, που πρέπει να διέπει την καλή λειτουργία της σύμβασης.

Αλλά και όταν, ακόμη, αυτό δεν συμβαίνει, η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή εκείνη που δεν γίνεται για σοβαρούς λόγους, συνδεόμενους με το αντικειμενικό συμφέρον της επιχείρησης του εργοδότη, δεν είναι άνευ ετέρου καταχρηστική ΑΠ 801/2022, ΑΠ 725/2020, ΑΠ 1672/2018). Ο ισχυρισμός του εργοδότη ότι η καταγγελία δεν έγινε για τους λόγους που αναφέρει ο εργαζόμενος, αλλά για άλλους που αιτιολογούν τη γενόμενη καταγγελία, αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση του καταχρηστικού χαρακτήρα της καταγγελίας.

Επομένως, η μη απόδειξη των επικαλουμένων από τον εργοδότη λόγων απόλυσης του εργαζόμενου, δεν ασκεί οποιαδήποτε επιρροή στην ύπαρξη της επικαλούμενης από τον εργαζόμενο καταχρηστικής απόλυσης, διότι, ενόψει του αναιτιώδους χαρακτήρα της καταγγελίας, ο εργαζόμενος πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει τους λόγους που καθιστούν καταχρηστική την απόλυσή του (ΑΠ 730/2022, ΑΠ 1714/2017).

Προσέτι η διαμαρτυρία και η συνδικαλιστική δράση δυνατόν να προκαλεί την ενόχληση και την δυσαρέσκεια του εργοδότη, δεν επαρκεί όμως αφ' εαυτής άνευ άλλων περιστατικών, να τεκμηριώσει ως αυτόθροο συνέπεια ότι η επακολουθήσασα καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του μισθωτού υπήρξε προϊόν εμπάθειας και εκδικητικότητας του εργοδότη (ΑΠ 1105/2022, ΑΠ 1070/2020, ΑΠ 258/2019, ΑΠ 1672/2018, ΑΠ 293/2018, ΑΠ 729/2018).

Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα απόδειξης, όπως αυτή περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, που νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, της υπ'αριθμ ... ένορκης βεβαίωσης του μάρτυρα Ε.

Κ., ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών, Μ. Α.-Ζ., που ελήφθη με επιμέλεια της εναγομένης, κατ'άρθρο 671 παρ. 1εδ.γ του ΚΠολΔ, μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του ενάγοντος με την υπ'αριθ. 5Β/9-12-2011 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Γ. Γ., καθώς και των υπ'αριθμ. 7661, 7662, 7663, 7664, 7665 και 7666/15-12-2011 ένορκων βεβαιώσεων που ελήφθησαν, εντός της προθεσμίας αντίκρουσης, με επιμέλεια του ενάγοντος, κατόπιν προφορικής κλήτευσης της εναγόμενης, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη πρακτικά, οι οποίες λαμβάνονται υπόψη από το Εφετείο κατ' άρθρο 529 παρ.1 ΚΠολΔ ως νέα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να ληφθεί υπόψη η ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Χ.

Α. καθώς και η υπ'αριθμ 26020/12-12-2011 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Ν. Ν., ενώπιον της ως άνω συμβολαιογράφου, Μ. Α.-Ζ., διότι, όπως προκύπτει από το υπ' αριθμ. 4929/276-2011 φύλλο του Τεύχους ΑΕ-ΕΠΕ της ΕτΚ, κατά τον χρόνο που αυτές έλαβαν χώρα, ο μεν μάρτυρας ανταπόδειξης, Ν. Ν. ήταν μέλος του Δ.Σ. της εναγόμενης, ο δε μάρτυρας Χ.

Α., οικονομικός διευθυντής της, στον οποίο χορηγήθηκε δικαίωμα εκπροσώπησής της από κοινού με τον Β. Δ., και, επομένως, αυτές αποτελούν ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 894/2021, ΑΠ 1171/2019), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων προσελήφθη την 1η-6-1987, από την αρχικώς εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...", ο εκδοτικός κλάδος της οποίας αποσχίσθηκε και μεταβιβάστηκε στην ήδη εκκαλούσα κατά τα άρθρα 1 περ.

ε και 4 του ν. 2166/1993, η οποία δραστηριοποιείτο στην έκδοση ημερησίων εφημερίδων, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, και απασχολήθηκε έκτοτε ως τεχνικός τύπου και στη συνέχεια μετά την εφαρμογή νέας τεχνολογίας, ως σελιδοποιός. Καθόλο το χρονικό διάστημα της εργασιακής του απασχόλησης ο ενάγων παρείχε προσηκόντως τις υπηρεσίες του στην εναγόμενη και από το έτος 2009 οι μεικτές μηνιαίες αποδοχές του είχαν διαμορφωθεί στο ποσό των 3.853,61 ευρώ (οι καθαρές αποδοχές αντιστοιχούσαν στο ποσό των 2.514,98 ευρώ) για πενθήμερη εργασία με ωράριο από ώρα 18.00 έως ώρα 01.30 καθημερινά.

Από το έτος 2010 και εφεξής λόγω της οικονομικής ύφεσης επλήγησαν τα μέσα μαζικής επικοινωνίας και συρρικνώθηκε η επιχειρηματική δραστηριότητα της εναγόμενης, διότι μειώθηκαν δραστικά οι πωλήσεις των εφημερίδων και των περιοδικών, που εκδίδοντο από αυτήν, επήλθε δε και σοβαρή μείωση των περιεχομένων στα έντυπά της διαφημίσεων εκ των οποίων αυτή απεκόμιζε σημαντικά έσοδα, συγχρόνως δε μειώθηκαν κατά πολύ και τα έσοδά της από εκτυπώσεις τρίτων.

Λόγω των ως άνω αιτιών στις οποίες προστέθηκε και η εξέλιξη της τεχνολογίας που επέφερε μεγαλύτερη συρρίκνωση του αντικειμένου της προεκτύπωσης, η πτώση των κερδών της και η άνοδος των ζημιών της υπήρξε ραγδαία και μεγάλη, όπως προκύπτει από τους δημοσιευμένους ισολογισμούς της για το έτος 2010 σε σχέση με το έτος 2009, είχε δε ως συνέπεια η συρρίκνωση της δραστηριότητας της, τη μη αναγκαιότητα όλων των θέσεων των τεχνικών τύπου, οι οποίοι απασχολούντο σ' αυτήν για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα (εικοσαετία και πλέον).

Προς αντιμετώπιση της καθοδικής οικονομικής πορείας της η εναγόμενη το Σεπτέμβριο του έτους 2009 προκειμένου να αποφύγει απολύσεις των τεχνικών τύπου του τμήματος προεκτύπωσης, διά των νομίμων εκπροσώπων της ανακοίνωσε στους τελευταίους την απόφασή της για μείωση των μισθών τους, μέτρο το οποίο δεν υλοποιήθηκε λόγω της αντίδρασής τους και της μεσολάβησης του συνδικαλιστικού τους σωματείου ΕΝΩΣΗ ΤΕΧΝΙΚΩΝ ΗΜΕΡΗΣΙΟΥ ΚΑΙ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΥ ΤΥΠΟΥ (ΕΤΗΠΤΑ), αλλά και των άλλων συνδικαλιστικών σωματείων τύπου ΕΣΗΕΑ και ΕΠΗΕΑ.

Εν συνεχεία η εναγόμενη για, τους ίδιους ως άνω οικονομικούς λόγους προέβη στην καταγγελία των εργασιακών συμβάσεων δύο τεχνικών (ενός σελιδοποιού και ενός φωτοσυνθέτη) και το καλοκαίρι του έτους 2010 προέβη σε καταγγελία των εργασιακών συμβάσεων δύο ακόμη τεχνικών τύπου. Κατά το τέλος του ίδιου έτους 2010 αποφάσισε την θέση οκτώ εργαζομένων του τμήματος φωτοσύνθεσης υπό καθεστώς εκ περιτροπής εργασίας για χρονικό διάστημα ενός έτους (αρχομένου από 1ης Ιανουαρίου 2011), μέτρο που δεν υλοποιήθηκε, καθόσον, λόγω της αντίδρασης των εργαζομένων και του ως άνω συνδικαλιστικού τους σωματείου, ανακάλεσε αυτή την απόφασή της.

Όμως τον Ιανουάριο του έτους 2011 η εναγόμενη κατόπιν συμφωνίας πραγματοποίησε εθελουσία αποχώρηση τριών τεχνικών τύπου, οι οποίοι είχαν κατοχυρώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα και εντός του μηνός Μαρτίου του ίδιου έτους 2011, προέβη επίσης στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας μιάς ακόμη τεχνικού (σελιδοποιού).

Ακολούθησε εθελουσία έξοδο εννέα επιπλέον τεχνικών τύπου, στους οποίους κατέβαλε τη νόμιμη αποζημίωση και δέκα επιπλέον μισθούς. Αποδείχθηκε ότι ουδείς εκ των προαναφερομένων απολυθέντων εργαζομένων, προσέφυγε, προς προστασία των εργασιακών του συμφερόντων στο προαναφερόμενο συνδικαλιστικό τους σωματείο ΕΤΗΠΤΑ ή στον ενάγοντα, ο οποίος είχε εκλεγεί κατά τη διετία από το μήνα Μάϊο 2007 έως το μήνα Μάϊο του 2009, μέλος του διοικητικού συμβουλίου του ως άνω συνδικαλιστικού σωματείου.

Ακολούθως η εναγόμενη, προς αποφυγή και άλλων απολύσεων των τεχνικών τύπου αποφάσισε να διατηρήσει τους εναπομείναντες με μείωση των αποδοχών κατά το επιπλέον των 2.000 ευρώ ποσό των καθαρών αποδοχών διενεργώντας διαπραγματεύσεις με τους εργαζόμενους. Ο ενάγων, του οποίου οι καθαρές αποδοχές, υπερέβαιναν το ποσό των 2.000 ευρώ αφού ήδη από το έτος 2009, ανήρχοντο, ως προεκτέθηκε, στο ποσό των 2.514,98 ευρώ, και επλήττετο από το προταθέν μέτρο της περικοπής των καθαρών αποδοχών άνω των 2.000 ευρώ, στις 20 Μαΐου 2011, ημέρα Παρασκευή απόγευμα κατά την ώρα εργασίας του, εμφανιζόμενος στο δεύτερο και τέταρτο όροφο του κτιρίου που δραστηριοποιείται η εναγόμενη, στους οποίους βρίσκονται τα τμήματα των τεχνικών, ειρωνεύθηκε την οικογένεια Α., η οποία εκμεταλλεύετο και διοικούσε την ανώνυμη εταιρεία της εναγόμενης και, απευθυνόμενος στους εργαζόμενους σχολίασε με ειρωνικό τρόπο ότι αυτός θα προέβαινε σε έρανο, προκειμένου να συγκεντρώσει το χρηματικό ποσό, που η εναγόμενη επρόκειτο να εξοικονομήσει από την περικοπή των υψηλόμισθων τεχνικών, για να το προσφέρει προς αυτή.

Οι συνάδελφοί του αντέδρασαν στην ως άνω συμπεριφορά του, ανησυχώντας για ενδεχόμενη απόλυση και άλλων τεχνικών τύπου και προκλήθηκε έντονο φραστικό επεισόδιο μεταξύ αυτού και του τεχνικού Κ. Β., του οποίου η περαιτέρω εξέλιξη απετράπη λόγω της παρέμβασης συναδέλφων τους. Ο ενάγων εκείνη την ημέρα ανήρτησε στον πίνακα ανακοινώσεων την υποβολή υποψηφιότητάς του για την εκλογή του ως μέλος του Δ.Σ.

του συνδικαλιστικού σωματείου ΕΤΗΠΤΑ, στο οποίο και παλαιότερα είχε εκλεγεί. Πλην όμως, κατά, το χρόνο των ανακοινώσεων των προαναφερομένων αποφάσεων της εναγόμενης για μείωση μισθών, εκ περιτροπής εργασία, περικοπή μισθών και κατά το χρόνο της καταγγελίας των εργασιακών συμβάσεων των προρρηθέντων συναδέλφων του, αυτός δεν είχε τη συνδικαλιστική ιδιότητα, ούτε αποδείχθηκε ότι του είχε ανατεθεί με κάποιο συγκεκριμένο τρόπο (απόφαση συνέλευσης ή συγκέντρωσης ή συλλογής υπογραφών ή οποιασδήποτε άλλης διαδικασίας) από τους συναδέλφους του τεχνικούς τύπου, η αρμοδιότητα της εκπροσώπησής τους ενώπιον της εναγόμενης και έναντι της ΕΤΗΠΤΑ, όπως ισχυρίζεται, ούτε αποδείχθηκαν τέτοια περιστατικά εκπροσώπησης από αυτόν των συναδέλφων του, αν υπήρχε δε τέτοια εκπροσώπηση δεν θα προκαλείτο και το προαναφερθέν περιστατικό με το συνάδελφό του.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η προπεριγραφόμενη συμπεριφορά του ενάγοντος στις 23-5-2011 περιήλθε σε γνώση της εργοδότιδας, η οποία, τη θεώρησε εύλογα ως προσβλητική προς τα φυσικά πρόσωπα της διοίκησης αυτής και ότι είχε τρωθεί έντονα το κλίμα της εργασιακής ειρήνης εντός της επιχείρησης και ότι είχε κλονισθεί σημαντικά η εμπιστοσύνη της προς αυτόν (ενάγοντα) και έδωσε εντολή στον αρμόδιο υπάλληλο, Ε.

Κ., να του ανακοινώσει την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του. Ο ανωτέρω υπάλληλος στις 23-5-2011, ημέρα Δευτέρα επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον ενάγοντα και του γνωστοποίησε ότι η εναγόμενη προέβη στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας του και τον κάλεσε να προσέλθει στα γραφεία της, για να λάβει την αποζημίωση απόλυσης μέχρι τη λήξη του ωραρίου εργασίας του ως άνω υπαλλήλου, καθόσον το ωράριο του ενάγοντος άρχιζε περί ώρα 18:00.

Ο τελευταίος, ο οποίος κατά το χρόνο της τηλεφωνικής επικοινωνίας του με τον Ε. Κ. πήγαινε στα γραφεία της εφημερίδας "...", για να υποστηρίξει την προαναφερθείσα υποψηφιότητά του με τον συνδυασμό "ΤΕΧΝΙΚΩΝ ΤΥΠΟΥ", στις επικείμενες αρχαιρεσίες της 28ης έως και 31ης Μαΐου 2011, του συνδικαλιστικού σωματείου ΕΤΗΠΤΑ, δεν προσήλθε στην εργασία την ημέρα αυτή και η από 23-5-2011 έγγραφη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του εκ μέρους της εναγόμενης εργοδότιδας με κλήση για προσέλευση και είσπραξη της αποζημίωσης απόλυσης ποσού 85.421,69 ευρώ (μείον των νομίμων κρατήσεων), του επιδόθηκε την επόμενη ημέρα 24-5-2011.

Ακολούθως ο ενάγων επέδωσε στην εναγόμενη την από 26-5-2011 εξώδικη διαμαρτυρία, με την οποία αυτός πρόβαλε μεταξύ άλλων ακυρότητα της καταγγελίας ερειδόμενη στο γεγονός της υποβολής υποψηφιότητάς του στις προαναφερόμενες αρχαιρεσίες του συνδικαλιστικού οργάνου, το οποίο είχε πληροφορηθεί η εναγομένη.

Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά αποδείχθηκε ότι η καταγγελία της ένδικης σύμβασης εργασίας του ενάγοντος έγινε λόγω της προηγηθείσας συμπεριφοράς του της 20ής Μαΐου 2011 με τους ειρωνικούς σχολιασμούς του σε βάρος των νομίμων εκπροσώπων της εναγόμενης και του έντονου επεισοδίου που προκλήθηκε κατά την ώρα εργασίας και στο χώρο εργασίας.

Οι ισχυρισμοί του ενάγοντος ότι η απόλυσή του οφείλετο σε λόγους εκδίκησης και εμπάθειας της διοίκησης εξ αιτίας της μέχρι τότε άτυπης συνδικαλιστικής δράσης του και της υποβολής υποψηφιότητάς του για εκλογή του στη διοίκηση του προαναφερθέντος συνδικαλιστικού σωματείου, δεν αποδείχθηκαν ως βάσιμοι.

Και τούτο διότι ο ενάγων, όπως προεκτέθηκε, κατά το χρόνο που αναφύησαν εργασιακά προβλήματα, λόγω της συρρίκνωσης του αντικειμένου της εναγόμενης, δεν είχε συνδικαλιστική ιδιότητα αλλά ούτε αποδείχθηκε οποιαδήποτε μεσολάβησή του και έντονη δράση του υπέρ των εργασιακών δικαιωμάτων των συναδέλφων του τεχνικών τύπου, ούτε οι ως άνω απολυθέντες συνάδελφοί του αποδείχθηκε ότι προσέφυγαν σ' αυτόν προς προστασία των εργασιακών τους συμφερόντων, ούτε ότι υπήρξε κάποια παρέμβαση ή αντίδραση εκ μέρους του στις περιπτώσεις αυτές, ώστε μετά τις απολύσεις να διαταραχθούν οι σχέσεις του με την εναγομένη ώστε λόγω μη αρεστής συμπεριφοράς του εκ της αιτίας αυτής, να δημιουργηθεί εκδικητικότητα και εμπάθεια σε βάρος του από την εργοδότιδα, η οποία συνδέεται αιτιωδώς με την καταγγελία της σύμβασής του, όπως αβάσιμα διατείνεται.

Αν η εργοδότιδά του, που γνώριζε την συνδικαλιστική του ιδιότητα κατά την διετία Μάιος 2007 έως Μάϊος 2009, είχε ενοχληθεί από αυτήν ή είχαν διαταραχθεί οι σχέσεις τους λόγω των επικαλούμενων από αυτόν αντιδράσεών του στα προαναφερόμενα προτεινόμενα μέτρα της μείωσης των αποδοχών και της εκ περιτροπής εργασίας και μετά τις απολύσεις, θα είχε καταγγείλει την εργασιακή του σύμβαση πολύ νωρίτερα.

Ούτε ακόμη η απόφασή του για υποβολή υποψηφιότητας στις αρχαιρεσίες του ως άνω σωματείου, που αναρτήθηκε στα γραφεία γης εναγόμενης στις 20-5-2011, συνδέεται με την απόλυσή του αφού, η ως άνω συμμετοχή του στις αρχαιρεσίες, παρότι υποδηλώνει επικείμενη συνδικαλιστική δράση και μπορεί να προκαλέσει την ενόχληση και τη δυσαρέσκεια της εργοδότιδας, δεν επαρκεί, χωρίς άλλα περιστατικά, αφού τέτοια δεν αποδείχθηκαν, να τεκμηριώσει ως αυτόθροη συνέπεια ότι η επακολουθήσασα καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος υπήρξε προϊόν εμπάθειας και εκδικητικότητας της εναγόμενης.

Αλλά ούτε αποδείχτηκε ότι κάποιο συγκεκριμένο φυσικό πρόσωπο της διοίκησης της εναγόμενης διακατείχετο από εμπάθεια και εκδικητικότητα προς τον ενάγοντα, ώστε να καταγγελθεί εκ του λόγου αυτού η σύμβασή του.

Συνεπώς, ο ενάγων που φέρει το βάρος της απόδειξης των περί ακυρότητας της καταγγελίας της εργασιακής του σύμβασης ισχυρισμών του, σύμφωνα και με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, δεν απέδειξε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του από την εναγόμενη υπαγορεύτηκε από ταπεινά ελατήρια και δεν συντρέχει περίπτωση ακυρότητας αυτής, λόγω προφανούς υπέρβασης των ορίων που θέτουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Κατόπιν αυτών το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφαση, δέχθηκε την ακυρότητα της καταγγελίας της επίδικης σύμβασης εργασίας, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις και πρέπει κατόπιν παραδοχής της από 12-6-2012 έφεσης της εκκαλούσας ειδικής διαδόχου της εναγομένης, κατά το μέρος που φέρεται προς συζήτηση, μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 1105/2022 απόφασης του Αρείου Πάγου, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη υπ' αριθμ. 686/2012 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά το μέρος που αφορά το παραπάνω κεφάλαιο της υπόθεσης, που ερευνήθηκε να κρατηθεί δε και δικασθεί κατ' ουσίαν η κρινομένη διαφορά (άρθρον 535 παρ. 11 ΚΠολΔ) και να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η κρινομένη από 22-8-2011 αγωγή ως προς το αίτημα της αναγνώρισης της ακυρότητας της από 23-5-2011 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας λόγω καταχρηστικότητας ερειδόμενης στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Τέλος, λόγω της ήττας του ενάγοντος-εφεσίβλητου, πρέπει να καταδικασθεί αυτός στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της εκκαλούσας- εναγόμενης και των δύο (2) βαθμών δικαιοδοσίας (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων την από 12-6-2012 και με αριθ. κατ. 614/2012 έφεση κατά της υπ'αριθμ. 686/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.

Δέχεται τυπικά και κατ' ουσίαν την, ως άνω, έφεση, κατά το αναιρεθέν με την υπ' αριθμ. 1105/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου μέρος αυτής.

Εξαφανίζει κατά το μέρος αυτό την υπ' αριθμ. 686/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.

Κρατεί την υπόθεση και δικάζει επί της από 22-8-2011 και με αριθ. κατ. 7689/2011 αγωγής, κατά το κεφάλαιο αυτής που φέρεται προς συζήτηση μετά την έκδοση της, ως άνω, υπ' αριθμ. 1105/2022 απόφασης του Αρείου Πάγου.

Απορρίπτει την αγωγή κατά το κεφάλαιο αυτό.

Καταδικάζει τον ενάγοντα-εφεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της εκκαλούσας-εναγομένης και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαΐου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2024.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ