Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
963/2021 KI-generiert

Supreme Court dismisses appeal against voluntary jurisdiction ruling on debt restructuring due to lack of legal error.

Geschäftsnummer 963/2021
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Abgewiesen (Dismissed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn a first-instance judgment regarding the debtor's inability to pay debts. The appellant argued the lower court failed to properly assess the debtor's financial situation and eligibility for debt restructuring under Law 3869/2010. The court ruled that the lower court's decision was fully reasoned and that the Supreme Court cannot review the weighing of evidence or factual findings, only legal errors.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 561 § 1 and 577 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court does not review the weighing of evidence or the reasoning regarding factual findings, but only for errors in the application of substantive law.

Schlagwörter

KI-generiert
voluntary jurisdiction debt restructuring inability to pay Supreme Court review evidence assessment legal error procedural dismissal Einkommen der Haushalte

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 561 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 741 et seq. of the Code of Civil Procedure
Article 3 of Law 3869/2010
Article 8 § 6 letter b of Law 3869/2010

Zitierte Rechtsprechung

KI-generiert
KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 963 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 963/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Της αναιρεσίβλητης: Α. Τ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παναγιώτα Καθαρείου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-12-2014 αίτηση της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ξυλοκάστρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 127/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 83/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 27-2-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Ευστάθιο Νίκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 27-2-2019 και με αρ. κατάθ. 39/ 28-2-2019 αίτηση αναιρέσεως, κατά της υπ` αριθμ. 83/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, που εκδόθηκε με την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 741 επ. ΚΠολΔ., σε συνδυασμό με το άρθρο 3 του Ν. 3869/2010) κατ' αντιμωλία των διαδίκων, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ.). Πρέπει συνεπώς να ερευνηθεί προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 του ίδιου Κώδικα).

Περαιτέρω και αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης, από την επιτρεπτή κατ` άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ. επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει, ότι η αναιρεσίβλητη άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ξυλοκάστρου την από 16-12-2014 (αρ. κατ.207/18-12-2014) αίτηση με την οποία, επικαλούμενη έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρεών της προς το καθού η αίτηση Ν.Π.Δ.Δ.

με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" ζήτησε τη ρύθμιση των οφειλών της σύμφωνα με τον προτεινόμενο από αυτήν τρόπο διευθέτησης με σκοπό, αφού ληφθούν υπ' όψη η περιουσιακή και οικογενειακή της κατάσταση, την απαλλαγή της από αυτά, υποβάλλοντας και αίτημα εξαίρεσης από την ρευστοποίηση της κύριας κατοικία της, άλλως την ρύθμιση των χρεών της .

Επί της αίτησης αυτής εκδόθηκε κατ' αντιμωλία των διαδίκων η οριστική υπ` αριθμ. 127/2015 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ξυλοκάστρου με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αίτηση, καθορίστηκαν οι αναγραφόμενες στην ως άνω απόφαση μηνιαίες καταβολές στο καθού επί μία τετραετία και εξαιρέθηκε της εκποίησης η κύρια κατοικία της αιτούσας, επιβλήθηκε δε στην αιτούσα η υποχρέωση να καταβάλλει στο καθού για την διάσωση της οικίας της επί 15 χρόνια το ποσό των 255,04 ευρώ μηνιαίως, κατά τα αναλυτικά εκτιθέμενα στο διατακτικό της ανωτέρω απόφασης.

Κατά της ανωτέρω αποφάσεως του ως άνω πρωτοβάθμιου δικαστηρίου το εκκαλούν - καθού η αίτηση και ήδη αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" άσκησε, κατ` άρθρ. 513 παρ. 2 ΚΠολΔ. την από 21-3-2016 και με αριθ. καταθ. 9/19-5-2016 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε κατ' αντιμωλία των διαδίκων η προσβαλλόμενη υπ' αρ. 83/2017 τελεσίδικη απόφαση του δικάζοντος κατ' έφεση Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, δυνάμει της οποίας έγινε τυπικά δεκτή, αλλά απορρίφθηκε κατ' ουσία η από 21-3-2016 και με αριθ.

καταθ. 9/19-5-2016 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ.

Σύμφωνα με το άρθρο 1 § 1 Ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 85 § Α1 Ν. 3995/2011 [όπως το άρθρο αυτό ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α` 94/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.

Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του] ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για να επιτευχθεί η ρύθμιση των οφειλών του υπερχρεωμένου οφειλέτη προς τους πιστωτές του και η απαλλαγή του, πρέπει αυτός να μη περιήλθε σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των χρηματικών οφειλών του με δόλιο τρόπο (ΑΠ 67/2020, ΝΟΜΟΣ, βλ.

και ΑΠ 59/2021, ΑΠ 632/2019). Ο Ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη 330 Α.Κ., με την οποία ορίζεται "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του.

Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και την νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 § 1 Π.Κ.

Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που θέλει την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και, παρά ταύτα, δεν αφίσταται αυτής.

Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το αποδέχεται (Ολ.ΑΠ 4/2010, Ολ.ΑΠ 8/2005, ΑΠ 67/2020 , ΑΠ 632/2019, ΑΠ 297/2007) .Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή.

Εξάλλου, ο δόλος του οφειλέτη πρέπει να συνδέεται με την πρόκληση της μόνιμης αδυναμίας να εξοφλήσει τα χρέη του, δηλαδή η πρόκληση της μόνιμης αδυναμίας πρέπει να οφείλεται σε δόλο του (βλ. και ΑΠ 59/2021). Από τη διατύπωση άλλωστε της παρ. 1 εδαφ. α` του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών.

Όπως, εξάλλου, προκύπτει από την πρόβλεψη του εδαφίου β' της παρ. 1 του ίδιου άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (πρβλ.

άρθρο 262 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και να τον αποδείξει (ΑΠ 59/2021, Α.Π. 286/2017, Α.Π. 153/2017, Α.Π. 65/2017).

Περαιτέρω, κατά τη ανωτέρω αναφερθείσα διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 εδ. α` του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην παρούσα διαδικασία (άρθρο 14 του ν. 3869/2010), αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟΛ.ΑΠ 31/2009, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 53/2020,ΑΠ 757/2015). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ. (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 53/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 849/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης από 27-2-2019 αίτησης αναίρεσης, το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. αποδίδει στην προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 83/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου την εκ του άρθρου 560 παρ. 1 ΚΠολΔ. αιτίαση της παραβίασης διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, ισχυριζόμενος συγκεκριμένα ότι με την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση παραβιάστηκαν οι διατάξεις του άρθρου 1 § 1 Ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 85 § Α1 Ν. 3995/2011, [όπως το άρθρο αυτό ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ.

Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α` 94/14-8-2015)], που όριζε ότι προυπόθεση υπαγωγής στις διατάξεις του ως άνω Ν. 3869/2010 ήταν η ύπαρξη της "μόνιμης" (και όχι της γενικής) αδυναμίας πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του οφειλέτη. Στην εξεταζόμενη ωστόσο περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 83/2017 απόφαση του, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) και ρητά αναφέρει στο σκεπτικό του ότι η αιτούσα - εφεσίβλητη (τώρα αναιρεσίβλητη) είχε περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της στο εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. , απέρριψε δε, ως εκ τούτου, ρητά και κατηγορηματικά ως αβάσιμο τον τρίτο λόγο εφέσεως του εκκαλούντος περί μη μόνιμης αδυναμίας πληρωμής στο πρόσωπο της εφεσίβλητης.

Συγκεκριμένα το κατ' έφεση δικάζον Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 83/2017 απόφαση του, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του και ρητά αναφέρει στο σκεπτικό του (εκτός των άλλων) και ότι << .......η αιτούσα αδυνατεί να καλύψει τη συνολική μηνιαία δόση του επίδικου δανείου λαμβανομένου υπόψη ότι μέρος από το ποσό του μηνιαίου οικογενειακού εισοδήματος πρέπει να αναλωθεί στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών της οικογένειας και σε συνδυασμό με το διαρκώς αυξημένο κόστος ζωής και τη διαρκώς αυξανόμενη φορολογία, τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα η απαίτηση του εκκαλούντος να μετατραπεί σε επαχθές οικονομικό βάρος το οποίο η αιτούσα αδυνατεί να εξυπηρετήσει από λόγους που δεν μπορούσε να προβλέψει, ούτε να ανατρέψει .

Η εν λόγω αδυναμία είναι μόνιμη, επειδή δεν αναμένεται αύξηση του μισθού της αιτούσας και του συζύγου της, δεδομένης και της οικονομικής ύφεσης που επικρατεί την παρούσα χρονική περίοδο στην Ελλάδα.

Συνεπώς συνέτρεχαν πράγματι στο πρόσωπο της αιτούσας οι προϋποθέσεις για την υπαγωγής της στις ρυθμίσεις του Ν. 3869/2010 και ειδικότερα: α) σε αυτήν του άρθρου 8 παρ. 2 για μηνιαίες καταβολές από τα εισοδήματά της και β) σε αυτήν του άρθρου 9 παρ. 2, προκειμένου να εξαιρεθεί από την εκποίηση η κύρια κατοικία της, απορριπτομένου ως αβάσιμου του τρίτου λόγου εφέσεως του εκκαλούντος περί μη μόνιμης αδυναμίας πληρωμής στο πρόσωπο της εφεσίβλητης.

Επομένως, με δεδομένη τη μόνιμη αδυναμία της αιτούσας να πληρώσει τη ληξιπρόθεσμη οφειλή της, και όσον αφορά το ειδικότερο περιεχόμενο της ρύθμισης, το προς διάθεση στο εκκαλούν Ν.Π.Δ.Δ. ποσό, λαμβανομένων υπόψη των οικογενειακών αναγκών και της συνεισφοράς της αιτούσας σε αυτές, στα πλαίσια της υποχρέωσης που απορρέει από τις διατάξεις των άρθρων 1389 και 1390 Α.Κ.

αλλά και του συζύγου της ανέρχεται στο ποσό των 300 ευρώ μηνιαίως επί μια τετραετία ....." (σελίδα 10 στίχ.1 επ. της προσβαλλόμενης). Οι ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης περί της περιέλευσης της (τότε) αιτούσας - εφεσίβλητης σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της προς το εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ.

δεν ανατρέπονται από το γεγονός ότι στον στίχο 21 της σελίδας 9 της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρεται, ως εκ περισσού, ότι " ...η αιτούσα έχει πράγματι περιέλθει σε γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της προς το εκκαλούν Ν.Π.Δ.Δ....". Επομένως εν όψει των ανωτέρω , με αυτά που δέχτηκε το κατ' έφεση δικάζον Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου με την προσβαλλόμενη απόφαση του, ορθά ερμήνευσε και δεν παραβίασε τις παραπάνω ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 περ.

α` Ν. 3869/2010 [όπως το άρθρο αυτό ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α` 94/14-8-2015)], στις οποίες ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν.

Συνεπώς, ο προαναφερθείς πρώτος λόγος της κρινόμενης από αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη την αιτίαση της παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Περαιτέρω κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ., όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται, εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου καταθέσεως της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως (27-2-2019), η οποία είναι ταυτόσημη με την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., κατά των προαναφερομένων αποφάσεων (των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων), αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως άν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, που δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων στο πιο πάνω άρθρο λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το ν. 4335/2015 και αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου (έλλειψη αιτιολογίας), ή αναφέρονται ανεπαρκώς (ανεπαρκής αιτιολογία) ή αντιφατικώς (αντιφατική αιτιολογία) τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 71/2020, ΑΠ 90/2020).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στην θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της (ΑΠ 59/2021). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 90/2020).

Ελλείψεις αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνον το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλομΑΠ 24/1992, ΟλομΑΠ 1/1999, ΑΠ 90/2020).

Στην εξεταζόμενη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 83/2017 απόφαση του, που εκδόθηκε κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β` του ν. 3869/ 2010, 739 επ. του Κ.Πολ.Δικ.), δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω για την έρευνα των συναφών αναιρετικών λόγων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά αυτολεξεί στη συνέχεια παρατιθέμενα: "Η αιτούσα και ήδη εφεσίβλητη, ηλικίας κατά τη συζήτηση της εφέσεως 48 ετών, είναι έγγαμη και έχει αποκτήσει τρία τέκνα, ηλικίας 23, 19 και 12 ετών περίπου.

Εργάζεται ως δασκάλα σε δημόσιο δημοτικό σχολείο και σι τακτικές μηνιαίες απολαβές της κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης, ανέρχονταν στο καθαρό ποσό των 1.088,56 ευρώ (όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο ενημερωτικό σημείωμα αποδοχών του μηνός Δεκεμβρίου 2014 της Δ/νσης Π.Ε Αχαίας). Ο σύζυγος της αιτούσας εργάζεται ως μόνιμος υπάλληλος του Δασαρχείου Αιγίου με την ειδικότητα του οδηγού και οι τακτικές μηνιαίες απολαβές του κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης, ανέρχονταν στο καθαρό ποσό των 1.114,17 ευρώ (όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από 16/10/2014 βεβαίωση αποδοχών της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελ/σου Δυτικής Ελλάδας και Ιουνίου).

Επιπλέον, κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης, λαμβάνει επίδομα τρίτεκνου πατέρα, από τον Οργανισμό Γεωργικών Ασφαλίσεων (ΟΓΑ), το οποίο ανέρχεσαι μηνιαίως στο ποσό των 165 ευρώ καθώς επίσης και επίδομα ενοικίου που αφορά τη φοίτηση της ενήλικης κόρης τους Ί., ανερχόμενο στο ποσό των 83,88 ευρώ μηνιαίως.

Συνεπώς, το συνολικό μηνιαίο καθαρό εισόδημα του συζύγου της αιτούσας, ανερχόταν κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης στο ποσό των 1.365 ευρώ και το οικογενειακό τους εισόδημα στο ποσό των 2.453,36 ευρώ. Στην περιουσία της αιτούσας ανήκουν κατά πλήρη κυριότητα τα εξής περιουσιακά στοιχεία: α) το 1/2 εξ αδιαιρέτου, με το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου να ανήκει στο σύζυγο της, ενός οικοπέδου επιφανείας 791,56 τ.

μ μετά του επ' αυτού κτίσματος, που αποτελείται από υπόγειο, ισόγειο και πρώτο όροφο, συνολικού εμβαδού 447.00 τ.μ, έτους κατασκευής 2008, που βρίσκεται στη θέση "…" εντός του Οικισμού ... του Δήμου ..., του οποίου η αντικειμενική αξία, κατά το ποσοστό που ανήκει στην αιτούσα, ανέρχεται στο ποσό των 57.384,54 ευρώ (όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη δήλωση ενιαίου φόρου ιδιοκτησίας ακινήτων του έτους 2014).

Το ως άνω ακίνητο απέκτησε η αιτούσα κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου, δυνάμει του υπ' αριθμ. …/…-11-2007 πωλητηρίου συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Δερβενίου Αθανασίου Κολοκυθά, με αγορά από τον Δ. Δ., β) το 1/2 εξ αδιαιρέτου, με το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου να ανήκει στο σύζυγο της, ενός αγροτεμαχίου εκτάσεως 4.809,23 ευρώ το οποίο βρίσκεται στη θέση "…" του δήμου ...

και γ) ένα I.X.Ε αυτοκίνητο με αριθμό κυκλοφορίας …, μάρκας PEUGEOT τύπου 207, κυβικών 1150, έτους κυκλοφορίας 2007 και αξίας, κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης, 3.640 ευρώ (όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη άδεια κυκλοφορίας και δήλωση φορολογίας εισοδήματος οικονομικού έτους 2014). Από τα προσκομισθέντα ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου εκκαθαριστικά σημειώματα φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων της αιτούσας και ήδη εφεσίβλητης καθώς και του συζύγου της, διαπιστώνεται ότι το μέσο μηνιαίο εισόδημά τους, όπως διαμορφώνεται μέχρι σήμερα, έχει παρουσιάσει σημαντική μείωση τα τελευταία έτη σε σύγκριση με τα αμέσως προηγούμενα οικονομικά έτη (και δη το χρόνο όπου ανέλαβαν τη δανειακή τους υποχρέωση) και πιο συγκεκριμένα:

Το οικονομικό έτος 2010 (χρήση έτους 2009) το δηλωθέν συνολικό εισόδημα της αιτούσας ήταν 20.082,11 ευρώ ενώ του συζύγου της 23.333 ευρώ, για το έτος 2011 (χρήση 2010) το δηλωθέν συνολικό εισόδημα της αιτούσας ήταν 18.439,95 ευρώ, ενώ του συζύγου της ήταν 21.510,15 ευρώ, για το έτος 2012 (χρήση 2011) το δηλωθέν συνολικό εισόδημα της αιτούσας ήταν 17.385,62 ευρώ ενώ του συζύγου της 20.390,03 ευρώ, για το έτος 2013 (χρήση 2012) το δηλωθέν συνολικό εισόδημα της αιτούσας ήταν 14.276,53 ευρώ ενώ του συζύγου της ήταν 13.701,70 ευρώ και για το έτος 2014 (χρήση 2013) το δηλωθέν συνολικό εισόδημα της αιτούσας ήταν 13.881,65 ευρώ ενώ του συζύγου της 14.892,03 ευρώ.

Διαπιστώνεται, επομένως, μείωση των μηνιαίων εισοδημάτων τους, κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης, όσον αφορά την αιτούσα, στο ποσό περίπου των 580 ευρώ και όσον αφορά το σύζυγο της, στο ποσό των 830 ευρώ. Επιπροσθέτως, αποδείχθηκε ότι η ακίνητη περιουσία την οποία διαθέτει η αιτούσα δεν της αποφέρει έσοδα, ενώ δεν διαθέτουν κανενός άλλου είδους τακτικό ή έκτακτο έσοδο.

Το ποσό του μισθού της αποτελεί και την πραγματική παροντική ρευστότητα της αιτούσας, καθώς δεν προέκυψε ότι διαθέτει άλλη πηγή εισοδήματος (π.χ μισθώματα, μερίδια, αποζημιώσεις, τραπεζικές καταθέσεις κ.ά).

Συνεπώς, άμεση βελτίωση των εισοδημάτων της αιτούσας δεν αναμένεται σύντομα, λαμβανομένης υπόψη και της δυσχερούς οικονομικής κατάστασης στην οποία έχει περιέλθει η χώρα. Το δε ποσό που η αιτούσα και ο σύζυγος της αναγκάζονται να δαπανούν για την κάλυψη των βιοτικών τους αναγκών ανέρχεται μηνιαίως στο ποσό των 2.000 ευρώ περίπου, όπως ορθά δέχθηκε η πρωτόδικη απόφαση με βάση και τα διδάγματα της κοινής πείρας.

Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της κρινόμενης αίτησης, η αιτούσα είχε αναλάβει δάνειο από το εκκαλούν Ν.ΙΊ.Δ.Δ και συγκεκριμένα την 07η/04/2008, η αιτούσα έλαβε τοκοχρεολυτικό δάνειο ύψους 115.000 ευρώ, και προς εξασφάλιση της ανωτέρω απαίτησης ενεγράφη στο προπεριγραφέν οικόπεδο μετά του επ' αυτού κτίσματος, το οποίο αποτελεί την κύρια κατοικία της αιτούσας, υποθήκη για το ποσό των 115.000 ευρώ.

Η μηνιαία δόση του ανωτέρω δανείου ανερχόταν στο ποσό των 617,05 ευρώ, ενώ κατόπιν αιτήματος της οφειλέτιδας μειώθηκε στο ποσό των 467,10 ευρώ, για το οποίο ποσό γινόταν παρακράτηση εκ του μισθού της, με την υποχρέωση όμως ανά εξάμηνο να καταβάλει τη διαφορά από την άνω μείωση των τοκοχρεωλυτικών δόσεων. Κατά το χρόνο σύναψης της επίδικης σύμβασης ο μηνιαίος μισθός της αιτούσας, κυμαινόταν, με βάση τα προδιαληφθέντα, στο ύψος των 1.673 ευρώ ενώ του συζύγου της, στο ύψος των 1.940 ευρώ περίπου και συνεπώς το συνολικό οικογενειακό εισόδημα ύψους 3.617,91 ευρώ, επαρκούσε τόσο για την κάλυψη των μηνιαίων οικογενειακών βιοτικών αναγκών όσο και για την αποπληρωμή των μηνιαίων δόσεων.

Ωστόσο, κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης, ο μισθός τους μειώθηκε και ανήλθε στο ποσό των 1.088,56 για την αιτούσα και 1.114,17 για το σύζυγο της και συνολικά 2.453,56 ευρώ.

Συνεπώς, η αιτούσα έχει πράγματι περιέλθει σε γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της προς το εκκαλούν Ν.Π.Δ.Δ, όπως προκύπτει και από το υπ' αρ. πρωτ. …/…-11-2014 έγγραφο του καθ' ου η αίτηση Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", σύμφωνα με το οποίο, έχει ληξιπρόθεσμη οφειλή από μη κανονική εξυπηρέτηση τοκοχρεωλυτικών δόσεων ποσού 1.049,67 ευρώ ενώ το ανεξόφλητο κεφάλαιο την 30η/06/2014 ανέρχεται στο ποσό των 103.828,47 ευρώ, απορριπτομένου του πρώτου λόγου εφέσεως του εκκαλούντος περί μη ληξιπρόθεσμου του επίδικου χρέους, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα. Εκ των ανωτέρω, προκύπτει ότι η αιτούσα αδυνατεί να καλύψει τη συνολική μηνιαία δόση του επίδικου δανείου λαμβανομένου υπόψη ότι μέρος από το ποσό του μηνιαίου οικογενειακού εισοδήματος πρέπει να αναλωθεί στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών της οικογένειας και σε συνδυασμό με το διαρκώς αυξανόμενο κόστος ζωής και τη διαρκώς αυξανόμενη φορολογία, τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα η απαίτηση του εκκαλούντος να μετατραπεί σε επαχθές οικονομικό βάρος το οποίο η αιτούσα αδυνατεί να εξυπηρετήσει από λόγους που δεν μπορούσε να προβλέψει, ούτε να ανατρέψει. Η εν λόγω αδυναμία είναι μόνιμη, επειδή δεν αναμένεται αύξηση του μηνιαίου μισθού της αιτούσας και του συζύγου της, δεδομένης και της οικονομικής ύφεσης που επικρατεί την παρούσα χρονική περίοδο στην Ελλάδα.

Συνεπώς, συνέτρεχαν πράγματι στο πρόσωπο της αιτούσας οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της στις ρυθμίσεις του Ν. 3869/2010 και ειδικότερα : α) σε αυτήν του άρθρου 8 παρ.2 για μηνιαίες καταβολές από τα εισοδήματά της και β) σε αυτήν του άρθρου 9 παρ.2, προκειμένου να εξαιρεθεί από την εκποίηση η κύρια κατοικία της, απορριπτομένου ως αβασίμου του τρίτου λόγου εφέσεως του εκκαλούντος περί μη μόνιμης αδυναμίας πληρωμής στο πρόσωπο της εφεσίβλητης.

Επομένως, με δεδομένη τη μόνιμη αδυναμία της αιτούσας να πληρώσει τη ληξιπρόθεσμη οφειλή της, και όσον αφορά το ειδικότερο περιεχόμενο της ρύθμισης, το προς διάθεση στο εκκαλούν Ν.Π.Δ.Δ ποσό, λαμβανομένων υπόψη των οικογενειακών αναγκών και της συνεισφοράς της αιτούσας σε αυτές, στα πλαίσια της υποχρέωσης που απορρέει από τις διατάξεις των άρθρων 1389 και 1390 ΑΚ αλλά και του συζύγου της, ανέρχεται στο ποσό των 300 ευρώ μηνιαίως επί μια τετραετία.

Μετά την ολοκλήρωση της καταβολής αυτής, στο τέλος της τετραετίας, το εκκαλούν θα έχει λάβει το ποσό των 14.400 ευρώ (300 ευρώ Χ 48 μήνες). Με το ως άνω ποσό δεν θίγεται το ελάχιστο όριο αξιοπρεπούς διαβίωσης της αιτούσας και ήδη εφεσίβλητης, ούτε επέρχεται εξαθλίωση αυτής, η οποία, αιτούμενη την υπαγωγή της στις ευεργετικές διατάξεις του Ν. 3869/2010, πρέπει να μειώσει τις δαπάνες της στις απολύτως απαραίτητες για την ικανοποίηση των βασικών βιοτικών αναγκών της.

Έτσι, κρίνοντας το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δεν έσφαλε, απορριπτομένου ως αβασίμου του πέμπτου λόγου εφέσεως περί εσφαλμένου υπολογισμού του ποσού που θα καταβάλλεται μηνιαίως από την αιτούσα στο εκκαλούν, το οποίο υπολογίζεται κατά προσέγγιση μετά από αφαίρεση από το σύνολο του καθαρού οικογενειακού εισοδήματος των δαπανών για την κάλυψη των μηνιαίων βιοτικών αναγκών τους, λαμβανομένου υπόψη και του ενδεχομένου εκτάκτων αναγκών της οικογένειας, που ήταν αδύνατο να προβλεφθούν κατά την ως άνω ρύθμιση.

Η παραπάνω ρύθμιση θα συνδυαστεί με την ρύθμιση που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, εφόσον με τις καταβολές επί 4ετία δεν επέρχεται πλήρης εξόφληση των απαιτήσεων του εκκαλούντος και προβάλλεται αίτημα εξαίρεσης της κύριας κατοικίας της κατ επομένως, θα γίνει ρύθμιση για την ικανοποίηση των απαιτήσεων του εκκαλούντος σε συνολικό ποσό που μπορεί να ανέρχεται μέχρι και στο 80% της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου της κύριας κατοικίας της αιτούσας και συγκεκριμένα στο ποσό των 45. 907,63 ευρώ (57.384,54 X 80%) καθώς ως κύρια κατοικία θεωρείται ολόκληρο το κτίσμα και όχι μόνο ο πρώτος όροφος της οικοδομής, αφού δεν έχει γίνει σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας και εφόσον η αντικειμενική αξία του ως άνω ακινήτου δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο του αφορολόγητου ποσού για έγγαμο φορολογούμενο για την απόκτηση Α' κατοικίας, προσαυξανόμενου κατά 50% όπως απαιτεί ο νόμος.

Η αποπληρωμή του ποσού θα γίνει εντόκως, χωρίς ανατοκισμό με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με το σταθερό επιτόκιο, που θα ισχύει κατά τον χρόνο της αποπληρωμής σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος, με μηνιαίες καταβολές των 255,04 ευρώ μέσα σε χρονικό διάστημα 15 ετών, η δε καταβολή των μηνιαίων αυτών δόσεων θα ξεκινήσει 4 έτη μετά την κοινοποίηση της πρωτόδικης απόφασης στην αιτούσα, καθώς κρίνεται ότι πρέπει να της παρασχεθεί περίοδος χάριτος 4 ετών.

Περαιτέρω, η λοιπή ακίνητη περιουσία της αιτούσας και ήδη εφεσίβλητης καθώς και το Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο της δεν κρίνονται πρόσφορα για εκποίηση, λόγω της μικρής τους αξίας και δεν πρόκειται να αποφέρουν αξιόλογο τίμημα λαμβανομένου υπόψη και των εξόδων της διαδικασίας εκποίησης.

Με βάση, επομένως, τα παραπάνω αποδειχθέντα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε εν μέρει την αίτηση ως ουσιαστικά βάσιμη, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και, συνεπώς, οι περί του αντιθέτου λόγοι της έφεσης είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, όπως και η έφεση στο σύνολο της......" Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου με την πληττόμενη απόφαση του απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την από 21-3-2016 και με αριθ.

καταθ. 9/19-5-2016 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ. Ήδη με το δεύτερο λόγο αναίρεσης εκ του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον αποδίδει στην πληττόμενη απόφαση τις αιτιάσεις ότι απέρριψε ως κατ` ουσία αβάσιμη την έφεσή του με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την κρίση της περί της συνδρομής στο πρόσωπο της αιτούσας - εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης των εκ του άρθρου 1 παρ. 1 Ν. 3869/2010 προϋποθέσεων και συγκεκριμένα της μόνιμης αδυναμίας της αιτούσας για εκπλήρωση των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της προς το αναιρεσείον ΝΠΔΔ,:

α) κατά το πρώτο σκέλος του ως άνω δεύτερου λόγου διότι, παρά το γεγονός ότι δέχθηκε πως το μηνιαίο οικογενειακό εισόδημα της αναιρεσίβλητης ανερχόταν σε συγκεκριμένο ύψος, μειωμένο κατά ποσοστό 32%, εν τούτοις η προσβαλλόμενη κατέληξε χωρίς αιτιολογία στην κρίση ότι η μείωση της δόσης προς το εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ πρέπει να ανέλθει σε ποσοστό 50%, β) κατά το δεύτερο σκέλος του ως άνω δεύτερου λόγου, διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε με ανεπαρκείς αιτιολογίες ότι συνέτρεχαν στο πρόσωπο της αιτούσας - εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης οι εκ του άρθρου 1 παρ.1 Ν. 3869/2010 προϋποθέσεις της μόνιμης αδυναμίας εκπλήρωσης των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της προς το αναιρεσείον ΝΠΔΔ, καθόσον αορίστως αναφέρεται στην οικονομική κρίση της χώρας, χωρίς να λαμβάνει υπόψη του για την διαμόρφωση της κρίσης του τους άλλους παράγοντες, που αφορούν την ίδια την οικονομική κατάσταση της αιτούσας, αφού στην προσβαλλόμενη αναφέρεται μεν το μηνιαίο οικογενειακό εισόδημα της ίδιας και του συζύγου της, ωστόσο δεν αναφέρεται αν, για τον υπολογισμό των εύλογων δαπανών, λήφθηκαν υπόψη οι ανάγκες των τέκνων της και σε καταφατική περίπτωση ποια από τα τέκνα θεωρήθηκαν προστατευόμενα μέλη και με ποια κριτήρια, δεν έλαβε δε υπόψη του το δευτεροβάθμιο τις στη συγκεκριμένη περίπτωση πιθανολογούμενες μετά βεβαιότητος μειώσεις των δαπανών της αναιρεσίβλητης, αφού δύο εκ των τριών τέκνων της ήταν ήδη, κατά τον χρόνο κατάθεσης της αιτήσεως, ενήλικα και μάλιστα το ένα εξ αυτών (ηλικίας 23 ετών) βρισκόταν στο τέλος των σπουδών του, ώστε ανεπαρκώς αιτιολόγησε την σχετική κρίση του.

Από το πιο πάνω περιεχόμενο της προσβαλλόμενης προκύπτει ωστόσο ότι το δευτεροβάθμιο με αυτά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα σε σχέση με τον ως άνω λόγο δεύτερο αναίρεσης και τα οποία αναφέρθηκαν αυτολεξεί παραπάνω, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της συνδρομής στο πρόσωπο της αιτούσας - εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης των εκ του άρθρου 1 παρ. 1 Ν. 3869/2010 προϋποθέσεων και συγκεκριμένα της μόνιμης αδυναμίας της αιτούσας για εκπλήρωση των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της προς το αναιρεσείον ΝΠΔΔ, οι οποίες (αιτιολογίες) καθιστούν εφικτό τον έλεγχο του Αρείου Πάγου περί την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 1 παρ.1 Ν. 3869/2010.

Ανεξαρτήτως όμως του γεγονότος ότι η προσβαλλόμενη είναι πλήρως αιτιολογημένη ως προς τις παραδοχές της και το αποδεικτικό της πόρισμα, ο δεύτερος αυτός λόγος της υπό κρίση αίτησης, ως προς αμφότερα τα σκέλη του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι αποδιδόμενες στην προσβαλλόμενη πλημμέλειες δεν αφορούν έλλειψη ή εσφαλμένη αιτιολογία του εφαρμοστέου ουσιαστικού νόμου, αλλά αποτελούν ελλείψεις αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο διατυπώνεται σαφώς, συνακόλουθα, κατά τα ανωτέρω στην μείζονα σκέψη της παρούσης εκτεθέντα, δεν ελέγχονται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ, καθόσον μόνον το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη από 27-2-2019 και με αρ. κατάθ. 39/ 28-2-2019 αίτηση αναιρέσεως, κατά της υπ` αριθμ. 83/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, που εκδόθηκε με την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 741 επ. ΚΠολΔ., σε συνδυασμό με το άρθρο 3 του Ν. 3869/2010). Διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν ορίζεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β` Ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 ΚΠολΔ., καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β` του Ν. 3869/2010, κατά την οποία "...δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 65/2017).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-2-2019 και με αρ. κατάθ. 39/ 28-2-2019 αίτηση αναιρέσεως, κατά της υπ` αριθμ. 83/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου (ειδική διαδικασία εκουσίας δικαιοδοσίας).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιουνίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος ΑΠ Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουλίου 2021.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ήδη Αντιπρόεδρος ΑΠ Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου