Supreme Court refers appeal on prescription statute interpretation to Plenary Court for unity of case law.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court referred the second appeal ground regarding the interpretation of the prescription statute to the Plenary Court to ensure unity of case law. The appellants argued that the new law did not apply because the 20-year prescription period had already expired before its enactment, while the lower court held it did apply. The court noted the conflicting precedents on this specific issue and deemed a plenary decision necessary.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 261A of the Civil Code; Article 563(2)(b) of the Code of Civil Procedure: When a legal provision's application to pending cases is disputed and precedents are inconsistent, the Supreme Court may refer the issue to the Plenary Court to establish a unified interpretation.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertZitierte Rechtsprechung
KI-generiertVerwandte Entscheide
KI-generiertVolltext
Απόφαση 963 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 963/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Α. Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη και Μαρία Μουλιανιτάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 2α Οκτωβρίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των καλούντων: 1.Α. Σ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Αγγελική Σκουτέρη, 2. Σ. Κ. του Σ., ο οποίος δεν παραστάθηκε. 3.Σ. Κ. του Σ. και Θ., .... Στο σημείο αυτό η ως άνω πληρεξούσια δικηγόρος δήλωσε, ότι ο 2ος καλών απεβίωσε στις 24-6-2019 και συνεχίζει την βιαίως διακοπείσα δίκη ο 3ος καλών ατομικά και ως κληρονόμος του, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την ίδια και ότι οι καλούντες παραιτούνται από την από 28-1-2019 Κλήση τους-Δήλωση βίαιης διακοπής και Συνέχιση της δίκης.
Των καθων η κλήση: 1. Μ., χήρας Γ. Κ., το γένος Γ. και Α. Λ., ως κληρονόμου του διαδίκου του Γ. Κ. του Α. ο οποίος απεβίωσε την 16-10-2014, κατοίκου ..., 2.Α. Κ. του Γ. και Μ., ως κληρονόμου του διαδίκου Γ. Κ. του Α. ο οποίος απεβίωσε την 16-10-2014, κατοίκου ..., 3.Α. Κ. του Γ. και Μ., ως κληρονόμου του διαδίκου Γ. Κ. του Α. ο οποίος απεβίωσε την 16-10-2014, κατοίκου ...,4.
Της Ι., χήρας Χ. Λ., το γένος Α. Κ., κατοίκου ..., 5.Σ., συζύγου Θ. Χ., το γένος Γ. και Μ. Π., κατοίκου ..., οδός ...), 6.Ι. Ν. του Ό., κατοίκου ..., 7. Ά. Κ. του Φ. και Θ., χήρας Κ. Λ., κατοίκου ..., 8. Ε., χήρας Ρ., το γένος Ξ. Κ., κατοίκου ..., 9. Ξ. Κ. του Π., κατοίκου ..., 10. Α., χήρας Π. Κ., το γένος Κ., κατοίκου ..., 11. Ν. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 12. Σ. Ν. του Ό., κατοίκου ..., 13.Α., χήρας Ό.
Ν., κατοίκου ..., 14. Α. Ν. του Ό., κατοίκου ..., 15. Σ. Σ. του Φ., κατοίκου ..., 16. Φ. Σ. του Σ. και Ε., κατοίκου ..., 17. Ε. Λ. του Θ. και Σ., κατοίκου ...,18. Α. - Ε. Α. του Σ. και Μ., κατοίκου ..., 19. Σ. - Ν. Α. του Σ. και Μ., κατοίκου ..., 20. Α. Σ. του Ι. και της Σ., ατομικά και ως κληρονόμου του Ι. Σ. του Α. και της Σ., που απεβίωσε στις 25-1-2016, 21. Σ. Σ. του Ι.
και της Σ., ατομικά και ως κληρονόμου του Ι. Σ. του Α. και της Σ., που απεβίωσε στις 25-1-2016 κατοίκων ..., 22. Δ. Λ.-Γ. του Θ. κατοίκου ..., ως κληρονόμου και συνεχίζοντος τη δίκη για λογαριασμό του αρχικώς αναιρεσίβλητου, ήδη θανόντος Θ. Λ. του Θ., 23. Μ. Γ. του Γ., κατοίκου ..., ως κληρονόμου και συνεχίζοντος τη δίκη για λογαριασμό του αρχικώς αναιρεσίβλητου , ήδη θανόντος Θ.
Λ. του Θ.. Οι ως 1η 3η 5η 7η 8η 10η έως και 16ος 20ος έως και 23η των καθών η κλήση, δεν παραστάθηκαν. Οι 2ος 4η 6ος 9ος 17η 18η 19ος παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Σπύρου Δεσεγγρίνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-10-1960 αγωγή του αρχικώς ενάγοντος Ξ. Κ. του Π., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:30/1961, 308/1962, 251/1990 του ιδίου Δικαστηρίου, και 96/2003 του Εφετείου Κέρκυρας. Με την από 8-2-2010 κλήση τους οι καλούντες επανέφεραν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας την υπόθεση προς συζήτηση. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:35/2011 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, και 63/2013 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες, με την από 10-7-2015 αίτησή τους.
Εκδόθηκε η 830/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της αίτησης. Με την από 4-3-2019 κλήση τους οι καλούντες επανέφεραν προς συζήτηση την ως άνω αίτηση.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Μαρία Μουλιανιτάκη, ανέγνωσε την από 7-3-2017 έκθεση του Αρεοπαγίτη Νικήτα Χριστόπουλου με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος, τρίτος και τέταρτος λόγοι της αίτηση αναιρέσεως. Η πληρεξούσια των καλούντων ζήτησε να γίνει δεκτή η κλήση και η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των παρόντων καθών ζήτησε να απορριφθούν, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης, κατά τα σημεία που ενδιαφέρουν την κρινόμενη υπόθεση, διαδικαστικής διαδρομής: Ο αρχικώς ενάγων Ξ. Κ., με την απευθυνόμενη από 05/10/1960 αγωγή ενώπιον του Πρωτοδικείου Κέρκυρας, ζήτησε να αναγνωρισθεί το κληρονομικό του δικαίωμα (1/5 εξ αδιαιρέτου) στα διαλαμβανόμενα σ'αυτήν κληρονομιαία ακίνητα, να του αποδοθούν κατά το ως άνω ποσοστό εξ αδιαιρέτου και να διαταχθεί η λύση της κοινωνίας με την αυτούσια διανομή τους, αλλιώς, με τη δια πλειστηριασμού πώλησή τους.
Με την 30/1961 απόφαση του άνω Δικαστηρίου έγινε δεκτή ως βάσιμη κατ'ουσίαν η σωρευόμενη στο ίδιο δικόγραφο αγωγή περί κλήρου, ως συνομολογημένη, διατάχθηκε δε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης περί του εφικτού ή μη της αυτούσιας διανομής των επίκοινων ακινήτων. Μετά τη διενέργειά της επανήλθε προς συζήτηση η υπόθεση και εκδόθηκε η 308/1962 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου που, αφού ακύρωσε την εν λόγω πραγματογνωμοσύνη, διέταξε τη διενέργεια νέας, ενώ ακολούθως η υπόθεση επανήλθε προς συζήτηση με την από 29/09/1989 κλήση και εκδόθηκε η 251/1990 απόφαση του Πρωτοδικείου Κέρκυρας που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση.
Στη συνέχεια επανήλθε η υπόθεση και πάλι προς συζήτηση με την από 8/2/2010 κλήση και εκδόθηκε η 35/2011 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας που δέχθηκε ως βάσιμη κατ'ουσίαν την σωρευόμενη στο αγωγικό δικόγραφο αγωγή διανομής και διέταξε την μεταξύ των διαδίκων - κοινωνών λύση της κοινωνίας με τη δια πλειστηριασμού πώληση των επίκοινων ακινήτων, ενόψει του ανέφικτου της αυτούσιας διανομής τους.
Κατ'αυτής ασκήθηκαν οι από 5/4/2011 (με αριθμ. κατάθ. 147/2011), 8/4/2011 (με αριθμ. κατάθ. 148/2011), 8/4/2011 (με αριθμ. κατάθ. 149/2011), 7/4/2011 (με αριθμ. κατάθ. 150/2011) και 8/4/2011 (με αριθμ. κατάθ. 151/2011) εφέσεις και εκδόθηκε η 63/2013 απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας, το οποίο, αφού συνεκδίκασε αυτές, απέρριψε ως ανυποστήρικτες τις με αριθμούς καταθέσεως 147,148 και 149/2011 εφέσεις, ως απαράδεκτη τη με αριθμό καταθέσεως 151/2011 έφεση, ως ανυποστήρικτη τη με αριθμό κατάθεσης 150/2011 έφεση ως προς την υπεισελθούσα στη θέση της αποβιώσασας τρίτης εκκαλούσας Μ.
σύζ. Γ. Π., Σ. σύζ. Θ. Χ., ενώ δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσίαν αυτήν ως προς τους λοιπούς εκκαλούντες, Γ. Κ. του Α., Ι. Λ. το γένος Α. Κ. και Ι. Ν., εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και δικάζοντας την αγωγή την απέρριψε ως αβάσιμη κατ'ουσίαν. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε από τις εφεσίβλητες Α. Σ. και Θ. Κ., εγγονή και θυγατέρα, αντίστοιχα, της αρχικής 8ης εναγομένης Π.
Α., νομότυπα και εμπρόθεσμα η κρινόμενη από 10/05/2015 αναίρεση (άρθρα 552, 553, 556, 558,564, 566 παρ.1, 577 παρΙ ΚΠολΔ). η οποία συζητήθηκε κατά την ορισθείσα στις 15/3/2017 δικάσιμο και εκδόθηκε η 830/2017 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτησή της. Ήδη δε η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 04/03/2019 κλήση των Α.
Σ. (1η αναιρεσείουσα). Σ. Κ. και Σ. Κ., οι οποίοι, ως κληρονόμοι της αρχικώς δεύτερης αναιρεσείουσας Θ. Κ., συνέχισαν τη βιαίως, λόγω του θανάτου της, διακοπείσα δίκη.
2.Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ.α', 287, 290, 291 και 292 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 ΑΚ προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται και όταν μετά την άσκηση της αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.
Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η επανάληψη δε της δίκης που έχει διακοπεί μπορεί να είναι είτε εκούσια, με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, είτε και αναγκαστική με πρόσκληση του αντιδίκου ή του ομοδίκου που πρέπει να γίνει με κοινοποίηση δικογράφου.
Η παράλειψη όμως της γνωστοποίησης του λόγου διακοπής της δίκης από τον υπερού η διακοπή, δεν εμποδίζει τον αντίδικο του, που έλαβε γνώση, κατά οιονδήποτε τρόπο, του λόγου της διακοπής, να μην επικαλεσθεί την έλλειψη της γνωστοποίησης και αφού θεωρήσει τη δίκη διακοπείσα να επισπεύσει την αναγκαστική επανάληψη της δίκης, τηρώντας τη διαδικασία του άρθρου 291, ήτοι κοινοποιώντας μετά προηγούμενη κατάθεσή του στη γραμματεία του δικαστηρίου, όπου είναι εκκρεμής η διακοπείσα δίκη, δικόγραφο "περί επανάληψης" της βιαίως διακοπείσας δίκης προς τον υπερού η διακοπή διάδικο.
Τέτοιο δικόγραφο μπορεί να είναι και η περιέχουσα πρόσκληση του τελευταίου (κληρονόμου) προς επανάληψη της δίκης, κλήση προς συζήτηση της υπόθεσης, η οποία δεν μπορεί να επιτευχθεί πριν από την πάροδο της προθεσμίας του άρθρου 1847 ΑΚ περί αποποιήσεως της κληρονομιάς (ΑΠ47/2018). Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔικ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση.
Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται, ως να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ΑΠ740/2016, 593/2016).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως αποδεικνύεται από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη με αριθμό πρωτ..../7/2019 ληξιαρχική πράξη θανάτου της Ληξιάρχου του Δήμου Κέρκυρας στις 24-06-2019απεβίωσε ο δεύτερος καλών (κληρονόμος της αρχικής δεύτερης αναιρεσείουσας Θ. Α., ο οποίος συνέχισε τη βιαίως διακοπείσα, λόγω του θανάτου της, δίκη) Σ.
Κ., ο οποίος, άφησε μοναδικό εξ αδιαθέτου κληρονόμο του τον γιο του Σ. Κ., τρίτο των καλούντων, όπως προκύπτει από το με αριθμ. πρωτ..../9/2019 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου Κέρκυρας, ο οποίος δεν αποποιήθηκε την επαχθείσα σ'αυτόν κληρονομιά (σχετ. τα αριθμ.... από 30-9-2019 πιστοποιητικά του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Κέρκυρας περί μη αποποίησης της κληρονομιάς και περί μη δημοσίευσης διαθήκης, αντίστοιχα).
Επομένως, ο τελευταίος ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του αποβιώσαντος, εκπροσωπούμενος από την δικηγόρο του Αγγελική Σκουτέρη, δυνάμει του προσκομιζομένου ...22-6-2016 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Κέρκυρας Χ. Κ., νομίμως εμφανίστηκε και δήλωσε στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, το θάνατο του πιο πάνω αρχικώς καλούντος και την εκούσια στο όνομά του επανάληψη της δίκης που διακόπηκε βίαια λόγω του θανάτου αυτού.
Περαιτέρω, οι επισπεύδοντες τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης (καλούντες), έχοντας προφανώς πληροφορηθεί το θάνατο του 17ου και 21ου Θ. Λ. και Ι. Σ., αντίστοιχα, των αναιρεσιβλήτων, στον πρώτο από τους οποίους, πρέπει να αναφερθεί, είχε επιδοθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης με κλήση του για τη συζήτησή της, κατά την αρχική δικάσιμο της 15/3/2017 (σχετ.
η .../8-12-2016 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Κέρκυρας Α. Σ.) κάλεσαν προς συζήτηση της υποθέσεως για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, επιδίδοντας, νόμιμα και εμπρόθεσμα, ακριβές αντίγραφο της πιο πάνω από 4/3/2019 κλήσεως με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου της Προεδρεύουσας Αρεοπαγίτη του Γ'Πολιτικού Τμήματος Ασπασίας Μαγιάκου 1) τους Δ.
Λ. - Γ. και Μ. Γ. ως μοναδικούς εκ διαθήκης κληρονόμους του ανωτέρω αποβιώσαντος Θ. Λ., και 2) τους Α. Σ. και Σ. Σ., ως μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του ανωτέρω αποβιώσαντος Ι. Σ., οι οποίοι απεβίωσαν στις 23/4/2017 και 25/1/2016, αντίστοιχα, ήτοι μετά την άσκηση της αναίρεσης που έλαβε χώρα στις 10-7-2015 (βλ. σχετικά αποσπάσματα των με αριθμ.
πρωτ. ΔΥ/22-2-2019, ...-11-2016 ληξιαρχικών πράξεων θανάτου τους, πιστοποιητικά εγγυτέρων συγγενών, περί μη αποποίησης κληρονομιάς, περί μη δημοσίευσης διαθήκης και τοαριθμ.501/28-9-2017 πρακτικό δημοσίευσης ιδιόγραφης διαθήκης του Θ. Λ.), όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες με αριθμούς .../4-6-2019, ...-6-2019 και ...-6-2019 εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών στο Πρωτοδικείο Κέρκυρας Α.
Σ. και Δ. Λ. και στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κ. Δ., ενώ στους Α. και Σ. Σ., είχε επιδοθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης με κλήση για τη συζήτησή της , κατά την προαναφερόμενη αρχική δικάσιμο της 15/3/2017 .Κατά τη δικάσιμο όμως που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο, οι ανωτέρω 20ος, Α.
Σ., 21ος Σ. Σ., 22ος Δ. Λ. -Γ. και 23 Μ. Γ. των καθών η κλήση δεν εμφανίστηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατ'άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επίσης, ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης με κλήση για τη συζήτησή της κατά την προαναφερόμενη αρχική δικάσιμο της 15/3/2017, καθώς και ακριβές αντίγραφο της πιο πάνω από 4/3/2019 κλήσεως επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσιβλήτους - καθών η κλήση1)Μ.
χα Γ. Κ., (σχετ. οι .../7/12/2016 και .../10/6/2019 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο πρωτοδικείο Κέρκυρας Α.ς Σ.), 2)Α. Κ., (σχετ. οι .../4/1/2017 και .../6/2019 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κ. Δ., 3)Σ. συζ. Θ. Χ., (σχετ. οι ...ΣΤ/4/1/2017 και .../3/6/2019 της ίδιας πιο πάνω δικαστικής επιμελήτριας), 4) Ά.
Κ., (σχετ. οι οι .../ 1/12/2017 και ...13/6/2019 της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Κέρκυρας Α. Σ.), 5) Ε. χα Ρ., (σχετ. οι ...//08/12/2016 και .../07/2019 εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών στο Πρωτοδικείο Κέρκυρας Α. Σ. και Δ. Λ., αντίστοιχα, 6)Α. χα Π. Κ., (σχετ. οι ...01/12/2016 και .../10/6/2019 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Κέρκυρας Α.
Σ.), 7)Ν. Κ. , (σχετ. οι .../4/1/2017 και ...3/6/2019 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κ. Δ.), 8) Σ. Ν. (σχετ. οι .../2/12/2016 και .../7/6/2019 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Κέρκυρας Α. Σ.), 9)Α. χα Ό. Ν., (σχετ. οι .../2/12/2016 και.../7/6/2019 εκθέσεις επιδόσεως της ίδιας πιο πάνω δικαστικής επιμελήτριας), 10)Α.
Ν., (σχετ. οι .../4/1/2017 και ...3/6/2019 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο πρωτοδικείο Αθηνών Κ. Δ.), 11)Σ. Σ. (σχετ. οι .../5/12/2016 και.../3/6/2019 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Κέρκυρας Α. Σ.) και 12) Φ. Σ. (σχετ. .../07-12-2016 και ...03-06-2019 εκθέσεις επίδοσης της ίδιας πιο πάνω δικαστικής επιμελήτριας), οι οποίοι επίσης δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκδίκαση της υπόθεσης.
Επομένως, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία των ανωτέρω καθών η κλήση-αναιρεσιβλήτων, κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
3. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον κατά οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, οι οποίες περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Ο χαρακτήρας της απόφασης ως τελεσίδικης ή μη, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, κρίνεται κατά το χρόνο της άσκησης της αίτησης αναίρεσης, δηλαδή, κατά το χρόνο της κατάθεσής της στον αρμόδιο γραμματέα, διαφορετικά η αίτηση είναι απαράδεκτη.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το συνδυασμό της πρώτης από τις διατάξεις αυτές προς εκείνες των άρθρων 74, 75 παρ. 1 και 2 και 76 παρ. 1 ΚΠολΔ, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, η οριστική απόφαση που εκδίδεται καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς έναντι εκάστου ομοδίκου και, συνεπώς, υπόκειται σε αναίρεση κατά το μέρος μόνο που είναι τελεσίδικη, προτού δηλαδή να γίνει τελεσίδικη και ως προς τους υπόλοιπους ομοδίκους.
Αντίθετα, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, η οποία υπάρχει και όταν ασκήθηκε αγωγή διανομής κοινού πράγματος, που υποχρεωτικά, κατά το άρθρο 478 ΚΠολΔ, απευθύνεται κατά όλων των κοινωνών, η οριστική απόφαση προσβάλλεται παραδεκτώς με αναίρεση μόνον όταν καταστεί τελεσίδικη για όλους τους ομοδίκους.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 76 παρ. 1 και 501 ΚΠολΔ (όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 9 παρ. 1 του ν. 2145/1993), σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, δικαίωμα ν' ασκήσει αιτιολογημένη ανακοπή ερημοδικίας, κατά της απόφασης που εκδόθηκε παρά την απουσία του έχει ο αναγκαίος ομόδικος που ήταν απών κατά τη δίκη, έστω και αν αυτός, σύμφωνα με την πρώτη από τις διατάξεις αυτές θεωρείται ότι αντιπροσωπεύθηκε στη δίκη από τους παρόντες αναγκαίους ομοδίκους του, αφού προϋπόθεση για την αντιπροσώπευση αυτή είναι να είχε αυτός κλητευθεί νόμιμα στη δίκη.
Προκειμένου, ειδικότερα, για δίκη διανομής κοινού πράγματος, οπότε η σχετική αγωγή έχει διπλό χαρακτήρα, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 798 και 799 ΑΚ, 480 παρ. 3, 481 αριθ. 2, 483 και 489 ΚΠολΔ και η θέση κάθε κοινωνού ως ενάγοντος ή εναγομένου είναι συμπτωματική, εξαρτώμενη από το ποίος είχε την πρωτοβουλία να ασκήσει την αγωγή, κάθε δε κοινωνός είναι συγχρόνως ομόδικος και αντίδικος των υπόλοιπων συγκοινωνών (ΟλΑΠ 321/1983), ο κανόνας της αντιπροσώπευσης του απόντος κοινωνού διαδίκου από τους παρόντες συγκοινωνούς αναγκαίους ομοδίκους του δεν έχει εφαρμογή, και συνεπώς, σε κάθε περίπτωση, δεν μπορεί εκ των προτέρων ν' αποκλεισθεί το έννομο συμφέρον του απόντος συγκοινωνού διαδίκου ν' ασκήσει κατά της απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του ανακοπή ερημοδικίας, τις προϋποθέσεις του παραδεκτού της οποίας, όπως είναι και η ύπαρξη έννομου συμφέροντος προς άσκησή της, κρίνει μόνο το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή ερημοδικίας, το οποίο κρίνει και τη βασιμότητα των λόγων της ανακοπής, δεν μπορεί δε να τις κρίνει παρεμπιπτόντως ο Άρειος Πάγος, όταν εξετάζει εάν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έχει τελεσιδικήσει (ΟλΑΠ 15/2001).
Εάν, επομένως, σε δίκη διανομής κοινού πράγματος, δικάστηκε ερήμην στο Εφετείο ο ένας από τους αναγκαίους ομοδίκους συγκοινωνούς, θα πρέπει να έχει γίνει και ως προς αυτόν τελεσίδικη η απόφαση για να υπόκειται σε αναίρεση, είτε με την πάροδο της προθεσμίας άσκησης από αυτόν ανακοπής ερημοδικίας, η οποία αποδεικνύεται με την σχετική έκθεση επίδοσης προς αυτόν της τελεσίδικης απόφασης ή με την επισημείωση του δικαστικού επιμελητή στο αντίγραφο της απόφασης που του επιδόθηκε, είτε με την οριστική απόρριψη της ανακοπής ερημοδικίας που αυτός άσκησε κατά της απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του (ΑΠ319/2012).
Στην προκείμενη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση, εκδόθηκε ερήμην της Σ. συζ. Θ. Χ. και ήδη πέμπτης των αναιρεσιβλήτων, η οποία, όπως προεκτέθηκε, συνέχισε τη βιαίως διακοπείσα δίκη, λόγω του θανάτου της τρίτης των εκκαλούντων Μ. συζ. Γ. Π. Η απόφαση αυτή, ως εκ του περιεχομένου της, υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας από την εν λόγω εκκαλούσα, που δικάσθηκε ερήμην.
Η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στην ως άνω ερημοδικασθείσα διάδικο στις 03/06/2015 (βλ. την προσκομισθείσα ...-06-2015 έκθεση επίδοσης της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Κέρκυρας Κ. Δ.), όπως δε προκύπτει από το 21/13-02-2017 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Εφετείου Κέρκυρας δεν ασκήθηκε ανακοπή ερημοδικίας κατά της απόφασης αυτής εκ μέρους της εν λόγω διαδίκου μέχρι την 13η-02-2017.
Συνεπώς, εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση είχε γίνει, κατά το χρόνο της άσκησης της αίτησης αναίρεσης (10-07-2015), τελεσίδικη ως προς όλους τους διαδίκους, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή.
4. Από τη διάταξη του άρθρου 1871 του ΑΚ προκύπτει ότι τα στοιχεία της βάσης της αγωγής περί κλήρου, η οποία αποσκοπεί στην προστασία του καθολικού κληρονομικού δικαιώματος και την οποία μπορεί να εγείρει ο κληρονόμος και κατά συγκληρονόμου του είναι τα εξής: α) ο θάνατος του διαθέτη, β) το κληρονομικό δικαίωμα του ενάγοντος, γ) ότι ο κληρονομούμενος είχε στη νομή ή κατοχή του τα κληρονομιαία πράγματα και δ) ότι ο εναγόμενος κατακρατεί τα κληρονομιαία αντικείμενα ως κληρονόμος, αντιποιούμενος το κληρονομικό δικαίωμα του ενάγοντος (ΑΠ 1374/2000).
Η με την αγωγή αυτή ασκούμενη περί κλήρου αξίωση υπόκειται στη συνήθη εικοσαετή, κατά το άρθρο 249 ΑΚ, παραγραφή, αφετήριο χρονικό σημείο της οποίας είναι εκείνο κατά το οποίο ο εναγόμενος κατέλαβε έστω και μερικά από τα αντικείμενα της κληρονομιάς (ΑΠ 1480/2001). Εξάλλου, κατά το άρθρο 1879 ΑΚ ,εφόσον δεν έχει παραγραφεί η αγωγή περί κλήρου ο νομέας της κληρονομιάς δεν μπορεί να επικαλεστεί κατά του κληρονόμου τη χρησικτησία πράγματος που το νέμεται σαν να ανήκει στην κληρονομιά.
Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς εκείνες του άρθρου 1871 ΑΚ, που καθορίζει την έννοια της περί κλήρου αγωγής, και του περί έκτακτης χρησικτησίας άρθρου 1045 ΑΚ, συνάγεται ότι εκείνος που μετά το θάνατο κάποιου είναι νομέας της κληρονομιάς του θανόντος, υπό την έννοια ότι κατακρατεί αντικείμενα της κληρονομιάς ως κληρονόμος, και που νέμεται με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ήτοι για μια εικοσαετία, πράγμα ως ανήκον στην κληρονομιά, εφόσον ενάγεται από τον κληρονόμο του θανόντος με την περί κλήρου αγωγή, δηλαδή, ενάγεται προς αναγνώριση του κληρονομικού δικαιώματος και απόδοσης της κληρονομιάς και άρα του ως άνω πράγματος, μπορεί ως ένσταση καταλυτική της αγωγής να επικαλεστεί και να αποδείξει την ως ανωτέρω έκτακτη χρησικτησία, μόνον, όμως, αν επικαλεστεί και αποδείξει και την παραγραφή της περί κλήρου αγωγής (ΑΠ 489/2005).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 785- 787, 974, 980, 981, 982, 994, 1113 και 1884 ΑΚ συνάγεται ότι ο συγκοινωνός, όπως είναι και ο εξ αδιαθέτου συγκληρονόμος, αν κατέχει ολόκληρο το κοινό πράγμα, θεωρείται ότι κατέχει αυτό και στο όνομα των λοιπών συγκοινωνών και δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτών αποσβεστική ή κτητική παραγραφή, πριν καταστήσει σ' αυτούς γνωστό ότι νέμεται ποσοστό μεγαλύτερο της μερίδας του ή ολόκληρο το κοινό πράγμα αποκλειστικά στο όνομά του ως κύριος, για δικό του λογαριασμό.
Με την ανωτέρω προϋπόθεση, δύναται ο κατέχων ολόκληρο το κοινό πράγμα να αντιτάξει κατά των λοιπών συγκυρίων την κτήση αυτού με έκτακτη χρησικτησία, της οποίας αρχίζει τρέχουσα η προθεσμία από της ως άνω γνωστοποιήσεως. Τέτοια γνωστοποίηση προς τους συγκυρίους μπορεί να γίνει, είτε ρητώς, είτε σιωπηρώς, δια πράξεων εμφαινουσών την ως άνω απόφαση του κατέχοντος το πράγμα συγκυρίου.
Η δε περί της αντιποιήσεως της νομής γνώση των λοιπών συγκυρίων μπορεί να προέλθει, είτε από τη δήλωση του αντιποιουμένου τη νομή του κοινού, είτε από οποιονδήποτε άλλον (αντιπρόσωπο του) και αρκεί η γνώση του συγκυρίου περί της αντιποιήσεως του κατέχοντος το κοινό από οπουδήποτε και αν προέρχεται (ΑΠ 1822/2014,319/2012, 2028/2009).
Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 805ΑΚ, σύμφωνα με την οποία η αξίωση προς λύση της κοινωνίας δεν υπόκειται σε παραγραφή, καθιερώνει το απαράγραπτο της αξιώσεως του κοινωνού για λύση (κατά συνέπεια και για διανομή ) της κοινωνίας, απαράγραπτο της αξιώσεως που αφορά μόνο τη λύση της κοινωνίας, με την έννοια των άρθρων 795 και 797 ΑΚ.
Το δικαίωμα όμως του κοινωνού από το οποίο απορρέει η κοινωνία υπόκειται σε παραγραφή, εάν δε, παραγραφεί το δικαίωμα αυτό με χρησικτησία ή με την αγωγή περί κλήρου ή την διεκδικητική αγωγή, με τις οποίες προτείνεται το δικαίωμα της κοινωνίας, αποκλείεται άμεσα και η αξίωση για λύση της κοινωνίας, γιατί βάση της αγωγής για λύση της κοινωνίας αποτελεί το δυνατό της δικαστικής αναγνωρίσεως της υπάρξεώς της.
Ειδικότερα, η αγωγή περί κλήρου υπόκειται στην εικοσαετή παραγραφή της ΑΚ 249 και όταν στρέφεται κατά συγκληρονόμων και σ'αυτό δεν αντιβαίνει η ΑΚ 805, γιατί με την αγωγή αυτή (περί κλήρου) δεν επιδιώκεται λύση της κοινωνίας, αλλά αντίθετα η αναγνώριση του κληρονομικού δικαιώματος(ΑΚ1871) και, κατά συνέπεια, η αποκατάσταση της σχέσεως της κοινωνίας, η παραγραφή δε αυτής (της περί κλήρου αγωγής) έχει ως αποτέλεσμα και την απόσβεση της κοινωνίας.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, σχετικά με την ένδικη περί κλήρου αγωγή του αρχικώς ενάγοντος Ξ. Κ. και την σωρευόμενη αγωγή διανομής των επίκοινων κληρονομιαίων ακινήτων δέχτηκε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα, κατά το ενδιαφέρον αναιρετικά μέρος της, πραγματικά περιστατικά: <<0 Ξ.
Κ. του Π. με την από 5/10/1960 αγωγή του στρεφόμενη κατά των 1)..2)...3)..4)..5)..6)...7)..8)..9)...10)..και 11)...εναγομένων, ζήτησε να αναγνωρισθεί το κληρονομικό του δικαίωμα επί της κληρονομιάς του πατέρα του και της μητέρας του, οι οποίοι, αντίστοιχα, απεβίωσαν στις 12.12.1941 και 23.10.1943, να υποχρεωθούν οι σ' αυτήν συγκληρονόμοι εναγόμενοι και νομείς της κληρονομιαίας περιουσίας να αποδώσουν στον ίδιο τα περιγραφόμενα ακίνητα της κληρονομιάς, κατά το συνιστάμενο σε ποσοστό 1/5 εξ αδιαιρέτου μερίδιο του και να διαταχθεί η διανομή των επίκοινων ακινήτων.
Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε η 30/1961 απόφαση του Πρωτοδικείου Κέρκυρας, με την οποία έγινε δεκτή η σωρευόμενη περί κλήρου αγωγή, ομολογηθέντος παρά των εναγομένων του κληρονομικού μεριδίου του ενάγοντος κατά το αναγνωριστικό αίτημα και εκείνο της απόδοσής του και διατάχθηκε η διανομή των κληρονομιαίων ακινήτων, περαιτέρω δε διατάχθηκε πραγματογνωμοσύνη περί του εφικτού ή μη της αυτούσιας διανομής των ακινήτων και για την περίπτωση που κριθεί ανέφικτη η αυτούσια διανομή, η πώλησή τους με πλειστηριασμό.
Με την επακολουθήσασα με αρ. 308/1962 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου και για τους λόγους που εκτίθενται σ' αυτήν, ακυρώθηκε η πραγματογνωμοσύνη που είχε διαταχθεί με την πρώτη ως άνω απόφαση και διατάχθηκε νέα πραγματογνωμοσύνη. Μετά τη δημοσίευση της απόφασης αυτής, οι καλούντες και επισπεύδοντες τη συζήτηση της έφεσης πέντε πρώτοι εφεσίβλητοι, κληρονόμοι της αποβιώσασας το έτος 1963 όγδοης αρχικής εναγομένης Π.
συζ. Δ. Α., επανέφεραν προς συζήτηση την υπόθεση, με την από 29.9.1989 κλήση τους. Η συζήτηση της κλήσης αυτής, με την 251/1990 απόφαση του Πρωτοδικείου Κέρκυρας και για τους λόγους που εκτίθενται σ' αυτήν, κηρύχτηκε απαράδεκτη. Με την από 4.2.1991 νέα κλήση των πιο πάνω καλούντων, επαναφέρθηκε για συζήτηση η αγωγή και εκδόθηκε η 96/1992 απόφαση, με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζητήσεως της υποθέσεως, προκειμένου και με την επιμέλεια των διαδίκων, να προσκομιστούν τα εκεί αναφερόμενα έγγραφα.
Ακολούθησε η από 18.10.1993 κλήση των ίδιων ως άνω καλούντων και επ' αυτής εκδόθηκε η 262/1994 απόφαση, με την οποία και για τους αναφερόμενους σ' αυτήν λόγους, κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση. Στη συνέχεια και αφού το έτος 1997 διενεργήθηκε η πραγματογνωμοσύνη που διατάχθηκε με την αναφερθείσα 308/1962 απόφαση, οι ίδιοι καλούντες με την από 29.8.1997 νέα κλήση τους επανέφεραν για συζήτηση την αγωγή.
Επ' αυτής εκδόθηκε η 174/1999 απόφαση, η οποία έκρινε ότι η εκ των καθ' ων η κλήση Μ. συζ. Σ. Α., που υπεισήλθε στη δίκη ως θυγατέρα και μοναδική κληρονόμος της ήδη αποβιώσασας ενδέκατης εναγομένης της αγωγής Ε. συζ. Σ. Κ., δεν νομιμοποιείται παθητικώς στην αγωγή διανομής, καθώς η ίδια αποποιήθηκε την κληρονομιά της μητέρας της.
Κρίνοντας περαιτέρω ότι παραμένουν αδιάθετες μερίδες των επικοίνων ακινήτων, απέρριψε στο σύνολο της την αγωγή. Επί της απόφασης αυτής, οι ίδιοι παραπάνω καλούντες άσκησαν έφεση στο παρόν δικαστήριο, το οποίο με την 96/2003 απόφασή του, δέχτηκε κατ' ουσίαν αυτήν και στη συνέχεια, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη και κράτησε προς εκδίκαση την υπόθεση, απέρριψε με την εκεί αναφερομένη αιτιολογία ως απαράδεκτη την ως άνω από 29.8.1997 κλήση τους επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλούμενη.
Επακολούθησε η από 5.2.2008 νέα κλήση των ίδιων καλούντων και στην επ' αυτής προσδιορισθείσα δικάσιμο (2.2.2010), η δίκη διακόπηκε λόγω και του θανάτου του κληρονόμου Θ. Λ. του Θ., που διαδέχτηκε τον προαποβιώσαντα ένατο των εναγομένων της αγωγής, Θ. Λ.. Τέλος, με την από 8.2.2010 ένδικη κλήση των ίδιων καλούντων, συζητήθηκε η αγωγή και επ' αυτής εκδόθηκε η με αρ.35/2011 οριστική και ήδη εκκαλούμενη απόφαση, ερήμην πλην άλλων καθ'ων η κλήση διαδίκων και των εξ αυτών ως άνω εκκαλούντων της κρινόμενης έφεσης, η οποία, αφού έκρινε ότι είναι ανέφικτη η αυτούσια διανομή των επικοίνων κληρονομιαίων ακινήτων, διέταξε τη δια πλειστηριασμού πώληση αυτών.
Οι εκκαλούντες, αιτούμενοι την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης και ακολούθως την απόρριψη της αγωγής, πλην άλλων ισχυρίζονται, ότι μεταξύ όλων των αρχικών διαδίκων της αγωγής και προ της εγέρσεως της αγωγής είχε γίνει μεταξύ τους άτυπη διανομή των επιδίκων ακινήτων, γεγονός που γνώριζε και ο ενάγων που άσκησε την αγωγή.
Περαιτέρω και αφού εξέθεσαν με αναλυτικό τρόπο τα ακίνητα που έκαστος συγκοινωνός έλαβε στη μερίδα του με την κατάρτιση της άτυπης διανομής και ότι κάθε συμβαλλόμενο διάδικο μέρος, με τις αναφερόμενες πράξεις νομής και κατοχής του, εκδήλωσε σαφώς τη βούλησή του να νέμεται στο εξής ό,τι του έλαχε για τον εαυτό του ατομικά, αποδέχθηκε δε την αντίθετη όμοια βούληση των συγκυρίων, την οποία βούληση μετά την έκδοση της ως άνω 308/1962 απόφασης, αποδέχθηκε μέχρις του θανάτου του (1973) και ο ενάγων της αγωγής και στη συνέχεια οι κληρονόμοι του, καθώς και όλοι ανεξαιρέτως (πλην των πέντε πρώτων εφεσιβλήτων καλούντων), οι κληρονόμοι όσων κατά τα παραπάνω αρχικών διαδίκων και διαδόχων αυτών απεβίωσαν, με αποτέλεσμα ο καθένας τους να καταστεί με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας κύριος των λαχόντων στη μερίδα του επιδίκων ακινήτων και να έχει διαμορφωθεί μία νέα πραγματική αυτών, προέβαλλαν τον ισχυρισμό (ένσταση), ότι η στηριζόμενη στο κληρονομικό δικαίωμα αξίωση των καλούντων προς διανομή των επιδίκων ακινήτων, υπέπεσε σε παραγραφή εν επιδικία, αφού από τις 30.10.1962 που δημοσιεύτηκε η ως άνω 308/1962 απόφαση του δικαστηρίου, έως τις 29.9.1989 που ακολούθησε η πρώτη κλήση τους για την επαναφορά της συζήτησης της αγωγής, χωρίς στο μεταξύ να μεσολαβήσει άλλη διαδικαστική ενέργεια των διαδίκων ή του δικαστηρίου, παρήλθε χρόνος μεγαλύτερος της εικοσαετίας, που είναι και ο αναγκαίος χρόνος παραγραφής της περί κλήρου αγωγής.
Ως στοιχείο δε της προμνημονευομένης ενστάσεως και για το παραδεκτό αυτής, επικαλέστηκαν τη δικαστική ομολογία των αντιδίκων καλούντων, οι οποίοι, τόσο στην ένδικη από 8.2.2010 κλήση τους, όσο και στις προαναφερθείσες προγενέστερες κλήσεις τους, συνομολογούν ότι από την έκδοση της ως άνω 308/1962 απόφασης, η υπόθεση επαναφέρθηκε για πρώτη φορά προς συζήτηση, με την από 29,9.1989 κλήση τους.
Η ένσταση αυτή των εκκαλούντων, η οποία και με την επίκληση της δικαστικής ομολογίας των αντιδίκων (527, 269 παρ. 2 εδ. γ' Κ.Πολ.Δ.), παραδεκτά προβάλλεται για πρώτη φορά στη δευτεροβάθμια δίκη και είναι νόμιμη, ως στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 249, 261 και 1879 του ΑΚ., πρέπει να γίνει δεκτή ως και κατ' ουσία βάσιμη, αφού από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες κλήσεις, πράγματι εμπεριέχεται η ομολογία των καλούντων, ότι από την έκδοση της 308/1962 απόφασης, μέχρις τις 29.9 1989 που η υπόθεση επαναφέρθηκε για συζήτηση, δεν μεσολάβησε άλλη διαδικαστική πράξη του δικαστηρίου ή των διαδίκων.
Συνεπώς, αφού από το έτος 1962 μέχρις το έτος 1989, παρήλθε χρονικό διάστημα πολύ μεγαλύτερο της εικοσαετίας που είναι ο χρόνος παραγραφής της περί κλήρου αγωγής, την ένδικη αξίωσή τους για διανομή των ακινήτων της αγωγής. Οι ίδιοι με τις προτάσεις τους, δεν επικαλούνται λόγους διακοπής ή αναστολής της παραγραφής για το διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ των δύο παραπάνω διαδικαστικών πράξεων του δικαστηρίου και των διαδίκων αντίστοιχα.
Ισχυρίζονται μόνον ότι η καθυστέρηση της επαναφοράς της αγωγής για έκδοση οριστικής απόφασης, οφείλονταν στους εκάστοτε θανάτους των διαδίκων όσο και των διαδόχων τους, όμως, το επικαλούμενο αυτό στοιχείο, δεν αποτελεί νομικό λόγο διακοπής ή αναστολής της παραγραφής. Κατόπιν των ανωτέρω, ο σχετικός, περί παραγραφής εν επιδικία της περί κλήρου αγωγής, λόγος της έφεσης των πρώτου, δεύτερης και τέταρτου των εκκαλούντων είναι ουσιαστικά βάσιμος και επομένως η έφεση αυτών των εκκαλούντων πρέπει να γίνει δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και ακολούθως, αφού εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, να κρατηθεί και δικαστεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο.
Εντεύθεν επειδή το καθιερούμενο με τη διάταξη του άρθρου 805 του ΑΚ απαράγραπτο της αξιώσεως του εξ αδιαιρέτου συγκυρίου προς λύση της κοινωνίας (διανομή) αφορά μόνο τη λύση της κοινωνίας, όχι όμως και το δικαίωμα του κοινωνού από το οποίο απορρέει η κοινωνία, στην προκειμένη δε περίπτωση που το δικαίωμα αυτό, ασκούμενο με την περί κλήρου αγωγή, παρεγράφει, αποκλείεται άμεσα και η αξίωση προς λύση της κοινωνίας, εφόσον δεν μπορεί να αναγνωριστεί η ύπαρξη αυτής, πρέπει να απορριφθεί η αγωγή στην ουσία της".
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι η ένδικη περί κλήρου αγωγή του αρχικώς ενάγοντος Ξ. Κ., (στη θέση του οποίου ,μετά τον επισυμβάντα θάνατο του, υπεισήλθαν οι εκ των αναιρεσιβλήτων- εφεσιβλήτων, Θ. Κ., Ε. Ρ., Ξ. Κ. του Π. και Α. σύζ. Π. Κ. συνεχίζοντας την διακοπείσα δίκη), υπέκυψε, εν επιδικία, στην προβλεπόμενη στο άρθρο 249 ΚΠολΔ, εικοσαετή παραγραφή, ότι το δικαίωμα των κοινωνών, από το οποίο απορρέει η κοινωνία, ασκούμενο με την περί κλήρου αγωγή παραγράφηκε και ότι, εφόσον δεν μπορεί να υπάρξει κοινωνία, αποκλείεται και η αξίωσή τους προς λύση της κοινωνίας, μετά δε από αυτά, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, απέρριψε την περί κλήρου αγωγή, ενώ ακολούθως απέρριψε και την σωρευόμενη στο αγωγικό δικόγραφο αγωγή διανομής των επίκοινων κληρονομιαίων ακινήτων.? 5.
Με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 563 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι: "Στην αρμοδιότητα της ολομελείας του Αρείου Πάγου υπάγονται α) αιτήσεις αναίρεσης υπέρ του νόμου, β) αιτήσεις αναίρεσης κατά αποφάσεων που παραπέμπονται για εκδίκαση στην ολομέλεια με κοινό πρακτικό του Προέδρου και του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ή με απόφαση του τμήματος που δικάζει.
Η παραπομπή μπορεί να γίνει για όλους ή για μερικούς μόνο από τους λόγους της αναίρεσης, αν σε κάθε περίπτωση κριθεί ότι δημιουργούνται ζητήματα με γενικότερο ενδιαφέρον ή ότι τούτο είναι αναγκαίο για την ενότητα της νομολογίας. Το τμήμα που δικάζει είναι υποχρεωμένο να παραπέμψει την εκδίκαση της υπόθεσης στην ολομέλεια αν η απόφασή του για την αίτηση αναίρεσης, ανατρεπτική ή απορριπτική, λαμβάνεται με πλειοψηφία μιας ψήφου ή αν αρνείται να εφαρμόσει νόμο ως αντισυνταγματικό.
Αν όμως το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας έχει ήδη κριθεί με απόφαση της ολομέλειας, η παραπομπή είναι δυνητική". Με τη διάταξη αυτή ορίζονται μεν περιοριστικά οι περιπτώσεις υπαγωγής αίτησης αναίρεσης στην αρμοδιότητα της Ολομελείας του Αρείου Πάγου, με την έννοια ότι δεν είναι επιτρεπτή η επέκτασή της και επί άλλων περιπτώσεων, πλην των προαναφερομένων, πλην όμως, κατ' εξαίρεση, περιλαμβάνονται στην αρμοδιότητα της Ολομελείας του Αρείου Πάγου και τα ζητήματα παραδεκτού ή μη της αίτησης αναίρεσης, η έρευνα του οποίου προηγείται της εξέτασης της βασιμότητας ή μη των λόγων αυτής, κατά την ρητή επιταγή του άρθρου 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 261ΑΚ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 101 παρ. 1 του Ν. 4139/2013, "Την παραγραφή διακόπτει η έγερση της αγωγής. Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου". Η εν λόγω διάταξη αντικαταστάθηκε με το άρθρο 101 παρ. 1 του Ν. 4139/20-3-2013.
Με την νέα διάταξη και τις παραγράφους 1 και 3, που ενδιαφέρουν την ένδικη διαφορά, ορίζονται τα εξής: "1. Την παραγραφή διακόπτει η άσκηση αγωγής. Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό αρχίζει και πάλι από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την κατ' άλλον τρόπο περάτωση της δίκης... 3. Η παρούσα διάταξη εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση".
Το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 δεν διαφέρει από την προϊσχύουσα ρύθμιση, παρά μόνον στην αντικατάσταση του όρου "έγερση" από τον σύγχρονο όρο "άσκηση" της αγωγής. Οι συνέπειες του ουσιαστικού δικαίου εξακολουθούν να εντοπίζονται στο χρονικό σημείο της έγκυρης επίδοσης της αγωγής, οπότε θεωρείται ότι ο εναγόμενος έλαβε γνώση της εναντίον του αγωγής.
Η σοβαρότερη διαφοροποίηση από την προϊσχύσασα διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ εντοπίζεται στο δεύτερο εδάφιο της πρώτης παραγράφου, το οποίο προβλέπει ταυτοχρόνως διακοπή και μία ιδιότυπη αναστολή της παραγραφής, μέχρι το χρονικό σημείο έκδοσης τελεσίδικης απόφασης ή περάτωσης της δίκης με άλλο τρόπο. Ο όρος "τελεσίδικη απόφαση" εννοεί την επερχόμενη με οποιοδήποτε τρόπο τελεσιδικία, όπως οριστική απόφαση που καθίσταται τελεσίδικη λόγω παρέλευσης των προθεσμιών για την άσκηση τακτικών ενδίκων μέσων, παραίτηση από το δικαίωμα άσκησής τους κλπ.
Ακόμη, η τρίτη παράγραφος του (νέου) άρθρου 261 ΑΚ ορίζει ότι η νέα διάταξη εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση. Εξάλλου, κατ' εφαρμογή του άρθρου 533 παρ. 2 ΚΠολΔ, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εφαρμόζει κατ' αρχήν το νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης, ώστε να μη θεμελιώνεται λόγος έφεσης εξαιτίας ευνοϊκής υπέρ του εκκαλούντος νομοθετικής μεταβολής.
Εξαίρεση εισάγεται, όταν ο νόμος περιέχει ρητή διάταξη ότι αυτός εφαρμόζεται στις εκκρεμείς ενώπιον του Εφετείου δίκες, αν συγχρόνως δεν παραβιάζονται συνταγματικώς προστατευόμενα δικαιώματα. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, όταν το δικαστήριο του ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα απ' αυτό δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.
Η παραβίαση, δηλαδή (από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 326/2018, ΑΠ 160/2018, ΑΠ 1229/2017). Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, αφού δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμο τον προβληθέντα, με λόγο εφέσεως, ενώπιον του, λόγω συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 527 παρ.2 ΚΠολΔ, οψιγενή από το άρθρο 261 ΑΚ ισχυρισμό των εκεί εκκαλούντων όπως τούτο ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 101 παρ. 1 του Ν.4139/20.3.2013, περί παραγραφής εν επιδικία της ένδικης περί κλήρου αγωγής, με την αιτιολογία ότι αφότου εκδόθηκε, επί της ένδικης από 5/10/1960 αγωγής, η αριθμ. 308/1962 εν μέρει οριστική απόφαση, που δέχθηκε ως βάσιμη κατ'ουσίαν την σωρευόμενη στο αγωγικό δικόγραφο αγωγή περί κλήρου και διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης ως προς την σωρευόμενη αγωγή διανομής, έως τις 29/9/1989, οπότε επανήλθε προς συζήτηση η υπόθεση, με την από 29/09/1989 κλήση και εκδόθηκε η 251/1990 απόφαση του Πρωτοδικείου Κέρκυρας που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση, παρήλθε, εν επιδικία, ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 249ΑΚ, χρόνος παραγραφής (20ετία), στη συνέχεια εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας την πιο πάνω αγωγή την απέρριψε κατ'ουσία.
Με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενοι ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε και ερμήνευσε τη διάταξη του άρθρου 261ΑΚ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 101 παρ. 1του Ν. 4139/2013, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, καθόσον η ένδικη υπόθεση, κατά το χρόνο που τέθηκε σε ισχύ, στις 20/03/2013, η αντικατασταθείσα διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ, ήταν εκκρεμής, αφού επί της κρινόμενης αγωγής δεν είχε εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση ούτε είχε περατωθεί με άλλο τρόπο η δίκη και, ως εκ τούτου, δεν είχε συμπληρωθεί, εν επιδικία, η 20ετής παραγραφή της ένδικης περί κλήρου αγωγής.
Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος, ενώ, εξ άλλου, η επί του ανωτέρω ζητήματος νομολογία του Αρείου Πάγου δεν είναι ενιαία, καθόσον με άλλες αποφάσεις υποστηρίζεται η άποψη, την οποία ακολούθησε και το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, ότι δηλαδή η εφαρμογή της νέας ρύθμισης του άρθρου 261 ΑΚ στις εκκρεμείς υποθέσεις, προϋποθέτει ότι δεν είχε συμπληρωθεί σ'αυτές η παραγραφή πριν από την ισχύ του Ν 4139/2013 ( 20/03/2013), ήτοι δεν έχει παραγραφεί εν επιδικία η αξίωση κατά τη δημοσίευση του άνω νόμου(ΑΠ796/2018,1241/2018,361/2019), ενώ με άλλες υποστηρίζεται η άποψη ότι η νέα ρύθμιση ισχύει και για τις υποθέσεις, που η• παραγραφή εν επιδικία έχει ήδη συμπληρωθεί, πριν από την ισχύ του Ν. 4139/2013 (20/03/2013), κατ'εφαρμογή της (παλαιάς) διάταξης του άρθρου 261ΑΚ πριν από την αντικατάστασή της, εφόσον, βέβαια, δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επ'αυτών (ΑΠ1117/2019, 277/2017).
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και με δεδομένο ότι πρόκειται για ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος, αλλά και για την εξασφάλιση της ενότητας της νομολογίας, το δικάζον τμήμα, με ομόφωνη απόφασή του, κρίνει αναγκαία την παραπομπή του ως άνω λόγου αναιρέσεως στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 563 παρ.2στοιχ.β' του ΚΠολΔ, επιφυλάσσεται δε το Δικαστήριο τούτο, ως προς την έρευνα των λοιπών λόγων του δικογράφου της αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Παραπέμπει στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον δεύτερο λόγο της από 10 Ιουλίου 2015 αιτήσεως της Α. Σ. και Θ. Κ. για αναίρεση της υπ'αριθ. 63/2013 αποφάσεως του Εφετείου Κέρκυρας.
Και
Επιφυλάσσεται να ερευνήσει τους υπόλοιπους λόγους του δικογράφου της ανωτέρω αιτήσεως αναιρέσεως, μετά την απόφαση της τακτικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου για τον παραπεμπόμενο σε αυτήν αναιρετικό λόγο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 17 Σεπτεμβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ