Legislator Rechtsprechung & Gesetzgebung
961/2020 KI-generiert

Supreme Court dismisses appeal against first defendant as inadmissible due to their absence and failure to participate in proceedings.

Geschäftsnummer 961/2020
Gericht / Behörde
Rechtsordnung Griechenland (EL)
Entscheiddatum
Ausgang Abgewiesen (Dismissed)

Legislator-Zusammenfassung

KI-generiert

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation regarding the first defendant, K.K., who failed to appear or participate in the hearing. The appellant argued that the lower court erred in finding joint liability based on the tractor driver's behavior, but the court ruled this ground irrelevant. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible because the absent party did not legally participate in the proceedings.

Legislator-Regeste

KI-generiert

Articles 576 paragraphs 1-3, item a' of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court examines which party expedites the discussion when a defendant is absent. If the absent party expedites it, the case proceeds as if they were present. If the opposing party expedites it, the court investigates whether the absent party was legally summoned and summoned in advance. If not, the discussion is declared inadmissible and the case is referred for a new summons.

Schlagwörter

KI-generiert
cassation appeal inadmissible proceedings absence of defendant legal summons joint liability Code of Civil Procedure procedural default Straftaten gegen die Sicherheit des Rechtsverkehrs

Zitierte Gesetzesbestimmungen

KI-generiert
Articles 576 paragraphs 1-3, item a' of the Code of Civil Procedure

Zitierte Rechtsprechung

KI-generiert
Case 823/2012 of the Supreme Court
KI-generiert

Fragen Sie sich, wie dieser Entscheid auf Ihren Fall anwendbar ist?

Prüfen Sie diesen Entscheid zusammen mit Bundesrecht, kantonalen Erlassen, Kommentaren und Folgeentscheiden in Legislator AI.

Fall in Legislator öffnen →

Volltext

Απόφαση 961 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 961/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ'Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Σ. Τ. του Φ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Βγενόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου - καθ' ου η κλήση: Κ. Κ.του Μ. κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-3-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4113/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4013/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης, κατά του ήδη αναιρεσιβλήτου και κατά της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Ι. ΑΕΓΑ", ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 18-1-2016 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 939/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία απέρριψε την από 18-1-2016 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4013/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς την ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "Ι. ΑΕΓΑ", κήρυξε δε απαράδεκτη τη συζήτηση της ως άνω αίτησης αναίρεσης, ως προς τον ήδη αναιρεσίβλητο. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση, ως προς τον ήδη αναιρεσίβλητο, με την από 20-7-2018 κλήση του αναιρεσείοντος - καλούντος.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Χρήστο Βρυνιώτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 20-7-2018 κλήση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, φέρεται προς συζήτηση η από 18-1-2016 αίτηση αναίρεσης κατά του εναγομένου και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου και κατά της υπ' αριθμ. 4013/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1-3 εδ. α' ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δε λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται, ως εάν ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίσθηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Αν όμως κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προχωράει στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στη προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, προκύπτει ότι, ο καθού η κλήση - εναγόμενος - αναιρεσίβλητος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Από την υπ' αριθμ. ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Ναυπλίου - Πρωτοδικείο Σπάρτης, Ι. Β., προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης καθώς και της από 20-7-2018 αίτησης - κλήσης, επιδόθηκε, νόμιμα και εμπρόθεσμα, από τον επισπεύδοντα τη συζήτησή της καλούντα, προς τον καθού η κλήση - αναιρεσίβλητο, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο (8-11-2019).

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, κατά την εκφώνησή της από το σχετικό πινάκιο κατά τη σειρά της, την προαναφερομένη δικάσιμο, ο καθού η κλήση, δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και συνεπώς, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως σαν να ήταν και αυτός παρών.

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, με την από 29-3-2010 και με αριθμ. κατάθεσης 75170/3325/2010 αγωγή του που άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά του εναγομένου και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, αλλά και κατά της δεύτερης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Ι.

ΑΕΓΑ" (μη διαδίκου στην προκειμένη αναιρετική δίκη), ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, το συνολικό ποσό των 47.711,55€, νομιμοτόκως, ως αποζημίωση και χρηματική του ικανοποίηση, την οποία υπέστη, από το ιστορούμενο στην αγωγή, αυτοκινητικό ατύχημα, που συνέβη στις 30-10-2009 στους ..., από υπαιτιότητα (αμέλεια) του εναγομένου, οδηγού του υπ' αριθμ. ...

διαξονικού γεωργικού ελκυστήρα με το οδηγούμενο απ' αυτόν ... αυτοκίνητο, κατά τη σύγκρουση των οχημάτων αυτών και υπό τις ειδικότερον αναφερόμενες στην αγωγή συνθήκες. Η αγωγή αυτή απορρίφθηκε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, με την υπ' αριθμ. 4113/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα του ενάγοντος.

Κατά της προαναφερόμενης απόφασης του Πρωτοδικείου ο ενάγων άσκησε κατά των εναγομένων την από 21-12-2011 έφεσή του και επ' αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 4013/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε ότι συνυπαίτιοι για την ένδικη σύγκρουση και τις ζημιές που προκλήθηκαν από αυτήν είναι και οι δύο εμπλακέντες οδηγοί και δη κατά ποσοστό 70% ο εναγόμενος οδηγός και κατά ποσοστό 30% ο ενάγων, κατά παραδοχή της παραδεκτώς προβληθείσης από τους εναγομένους σχετικής νόμιμης ένστασης συνυπαιτιότητας του οδηγού του υπ' αριθμ. ...ΙΧΕ αυτοκινήτου (άρθρ. 300 ΑΚ), ως βάσιμης κατ' ουσία.

Με την ίδια ως άνω απόφαση το Εφετείο επεδίκασε στον ενάγοντα και σε βάρος των εναγομένων, το ποσό των 28.517,398 ευρώ, για αποζημίωσή του, και μετ' αφαίρεση του ποσοστού συνυπαιτιότητάς του (30%), 19.962,178 ευρώ, και για χρηματική ικανοποίησή του, για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από το ένδικο ατύχημα το ποσό των 1.000 ευρώ και συνολικά για τις προαναφερόμενες αιτίες (19.962,178 + 1.000 =) 20.962,178 ευρώ.

Ακολούθως το Εφετείο, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση, εξαφάνισε την υπ' αριθμ. 4113/2011 απόφαση του Πρωτοδικείου, κράτησε και δίκασε την αγωγή κατ' ουσία, την οποία δέχθηκε κατά ένα μέρος και υποχρέωσε αμφοτέρους τους εναγομένους να καταβάλουν στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 20.962,178 €, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Κατά της άνω απόφασης του Εφετείου, ο ενάγων άσκησε την από 18-1-2016 αίτηση αναίρεσης, κατά των εναγομένων (υπαιτίου οδηγού και ασφαλιστικής εταιρείας Ι. ΑΕΓΑ) και επ' αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 939/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία διετάχθη ο χωρισμός της υπόθεσης, ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο, Κ. Κ., κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της άνω αίτησης αναίρεσης κατά της άνω υπ' αριθμ. 4013/2015 απόφασης του Εφετείου, ως προς τον προαναφερόμενο αναιρεσίβλητο και απερρίφθη κατά τα λοιπά η αίτηση αναίρεσης, ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "Ι.

ΑΕΓΑ". Ήδη ο αναιρεσείων (ενάγων) Σ. Τ., με την από 20-7-2018 κλήση του, την οποία στρέφει κατά του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, φέρει προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου την άνευ αίτηση αναίρεσης (από 18-1-2016), προκειμένου να κριθεί αυτή, και ως προς τον καθού η κλήση εναγόμενο - αναιρεσίβλητο, ως προς τον οποίο, χωρίσθηκε η υπόθεση και κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της υπόθεσης, κατά τα προαναφερόμενα.

Η αναίρεση είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί κατ' ουσία.

Από τις διατάξεις των άρθρων 914 και 300 ΑΚ προκύπτει ότι επί αγωγής αποζημίωσης που στηρίζεται σε αδικοπραξία του εναγομένου, ο ισχυρισμός του τελευταίου, ότι αποκλειστικός υπαίτιος της ζημίας του τυγχάνει ο ενάγων, συνιστά άρνηση της βάσης της αγωγής, ενώ ο ισχυρισμός του ιδίου ότι στην πρόκληση του ατυχήματος συνετέλεσε και ίδιο πταίσμα του ενάγοντος, συνιστά αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό και θεμελιώνει ένσταση, από το άρθρο 300 ΑΚ, καταλυτική εν όλω ή εν μέρει της αγωγής, ο οποίος, όμως, δεν μπορεί να θεωρηθεί, ότι περιέχεται στον πρώτο περί αποκλειστικής υπαιτιότητας και πρέπει για το λόγο αυτό να προτείνεται από τον εναγόμενο με πληρότητα, με όλα, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά και το σχετικό αίτημα, όπως αυτό επιβάλλεται από το άρθρο 262 ΚΠολΔ, μη δυνάμενος να ληφθεί υπόψη, αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (Ολομ.ΑΠ 423/1985).

Από τις διατάξεις των άρθρων 681Α, 666, 670 έως 676, 115 παρ. 3, 591 παρ. 1 εδ. γ'και δ', 256 παρ. 1 στοιχ. δ', 237 παρ. 1, 3, 269 παρ. 1 συνάγεται ότι στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και την σύμβαση της ασφαλίσεώς του, όπου δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς των προφορικώς, κατά την συζήτηση στο ακροατήριο και επί πλέον οι ισχυρισμοί αυτοί να καταχωρίζονται στα πρακτικά, με σαφή (έστω και συνοπτική) έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν περιέχονται στις τυχόν κατατιθέμενες στο ακροατήριο προτάσεις.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, απαιτείται προφορική πρόταση των ισχυρισμών, που, ως "γενόμενο κατά τη συζήτηση", σημειώνεται στα πρακτικά. Είναι όμως παραδεκτοί οι ισχυρισμοί, οι οποίοι περιέχονται στις προτάσεις που κατατίθενται στο ακροατήριο κατά την προφορική συζήτηση της υπόθεσης με σαφή έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν και προτείνονται και προφορικά, έστω και με παραπομπή στις προτάσεις, διότι και στην περίπτωση αυτή είναι δυνατή η εξέτασή τους στο ακροατήριο (ΑΠ 981/2018, ΑΠ 206/2016, ΑΠ 175/2009).

Εξάλλου ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα η συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλ' ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί.

Δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό.

Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παράβαση του άρθρου 559 αριθμ. 8 του ΚΠολΔ, κατ' εκτίμηση (και όχι από τους αριθμούς 1 και 13 του ίδιου ως άνω άρθρου), διότι το Εφετείο, αν και ο πρώτος αναιρεσίβλητος Κ. Κ., όπως προκύπτει από τα πρακτικά της πρωτόδικης δίκης, που προσκομίσθηκαν με επίκληση κατά την κατ' έφεση δίκη αντικρούοντας την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος, περιορίστηκε στην άρνηση της αγωγής αυτής, χωρίς να υποβάλει ένσταση συνυπαιτιότητας του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος στην πρόκληση του ατυχήματος, η οποία υποβλήθηκε μόνο από τη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία (απλή ομόδικό του, μη διάδικο στην προκειμένη δίκη), εν τούτοις το Εφετείο επιδίκασε σε βάρος του πρώτου εναγομένου και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου το ποσό της αποζημίωσης μειωμένο κατά ποσοστό 30%, κατά το οποίο έκρινε συνυπαίτιο και αυτόν (αναιρεσείοντα).

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, αναφορικά με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Από τα υπ' αριθμ. 4113/31-5-2011 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών προκύπτει ότι κατά την έναρξη της προφορικής συζήτησης της αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσιβλήτου, προέβαλε άρνησή της ένδικης αγωγής και κατά τα λοιπά αναφέρθηκε στις έγγραφες προτάσεις που κατατέθηκαν στις 31-5-2011 στο ακροατήριο του άνω δικαστηρίου.

Στις ως άνω από 31-5-2011 κοινές προτάσεις του προαναφερομένου αναιρεσιβλήτου, μετά της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Ι.ΑΕΓΑΖ", προβλήθηκε επικουρικά ένσταση συνυπαιτιότητας, σαφής και ορισμένη, κατά τα αναλυτικώς αναφερόμενα σ' αυτές, στην επέλευση του ενδίκου ατυχήματος, κατά ποσοστό 95% και του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος στην πρόκληση του ατυχήματος.

Ακολούθως, ο αναιρεσίβλητος με τις από 24-1-2014 ομοίως, κοινές προτάσεις του με την προαναφερομένη ασφαλιστική εταιρεία, ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, που είχαν κατατεθεί πριν τη συζήτηση της από 21-12-2011 έφεσης του ενάγοντος - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα στις 24-1-2014 επανέφερε την επικουρικώς προταθείσα ένσταση συνυπαιτιότητας του ενάγοντος κατά ποσοστό 95% κάνοντας ειδική αναφορά στις σελίδες των ως άνω κοινών με τη 2η εφεσίβλητη προτάσεών του που περιέχουν την ως άνω ένσταση.

Συνεπώς, το Εφετείο, το οποίο, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, που είχε απορρίψει την αγωγή του αναιρεσείοντος και δέχθηκε την ένσταση αυτή κρίνοντας τον ενάγοντα συνυπαίτιο και μείωσε το ποσό της επιδικασθείσης αποζημιώσεως κατά το ποσοστό συνυπαιτιότητας του ενάγοντος (30%), δεν έλαβε υπόψη παρά το νόμο "πράγματα" που δεν προτάθηκαν από τον εναγόμενο και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατ' ακολουθία ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Από τη διάταξη της τρίτης περίπτωσης του άρθρου 559 αρ. 11 του Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 335 και 338 έως 340 και 561 παρ. 1 του ίδιου Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου, περιλαμβανομένων και των ερμηνευτικών ή στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 και 20 Κ.Πολ.Δ.

Ωστόσο, δεν επιβάλλεται να γίνεται, ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί να καθίσταται βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα από αυτά κατ' είδος αναφερόμενα, κατά το νόμο επιτρεπτά (AΠ 544/2005, 190/1995). Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο, αν και κατά τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση κατέληξε στην κρίση του, αφού έλαβε υπόψη την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα των εναγομένων, όπως αυτή περιέχεται στα πρακτικά, τις υπ' αριθμ. 18931 και 18932/2010 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Συμβολαιογράφου Πατρών Ε.

Γ. - Π.μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση των αντιδίκων εκ μέρους του, τις φωτογραφίες που δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητά τους και όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, ακόμα και εκείνα των οποίων δεν γίνεται ιδιαίτερη μνεία, σύμφωνα με το σκεπτικό της, εν τούτοις, τα παραπάνω αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση αποδεικτικά μέσα, τα έλαβε υπόψη μόνον αποσπασματικά, αγνοώντας πλήρως κομβικά σημεία τους, όπως η απεικόνιση της καταστάσεως του οδοστρώματος από τις φωτογραφίες, οι ομολογίες των αναιρεσιβλήτων και ιδία του πρώτου τούτων και η περιγραφή του ατυχήματος από τους συνεπιβαίνοντες στο όχημα του αναιρεσείοντος, με αποτέλεσμα να καταλογίσει στον αναιρεσείοντα συνυπαιτιότητα ποσοστού 30%, διότι κατά το σκεπτικό δεν αποδείχθηκε ότι έδωσε σήμα (φλας) για την προσπέραση που προτίθετο να επιχειρήσει κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 17 ΚΟΚ και 21 ΚΟΚ και επεχείρησε προσπέραση χωρίς να βεβαιωθεί ότι μπορεί να πράξει τούτο χωρίς κίνδυνο.

Συγκεκριμένα, εξειδικεύοντας τις ως άνω αιτιάσεις του, προς θεμελίωση του ως άνω αναιρετικού λόγου, ισχυρίζεται αυτολεξεί ο αναιρεσείων: "Ειδικότερα η προσβαλλομένη στο σκεπτικό της αναφέρει ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος "κινείτο στο δεξιό άκρο της Εθνικής οδού Ταράψας - Μονεμβασίας, με κατεύθυνση από Ταράψα προς Μονεμβασία".

Στην επ' ακροατηρίω κατάθεσή του ο μάρτυς των αντιδίκων (αναιρεσιβλήτων) Δ. Ν. αναφέρει "κάθε ρεύμα έχει μια λωρίδα και την βοηθητική". Στις αναφερόμενες δύο ένορκες βεβαιώσεις οι συνεπιβαίνοντες του οχήματός μου (αναιρεσείοντος) αναφέρουν, "όταν το αυτοκίνητο του ενάγοντα έφθασε περίπου απέναντι από το βενζινάδικο και ενώ το αυτοκίνητο του ενάγοντα βρισκόταν σε μικρή απόσταση ένα τρακτέρ που έσυρε πίσω καρότσα και εκινείτο στο άκρο δεξιό του δρόμου παράλληλα με το αυτοκίνητο του ενάγοντα...".

Με τα ανωτέρω στοιχεία καθίσταται προφανές ότι η προσβαλλομένη απόφαση, ενώ αποδέχεται την κίνηση του αντιδίκου οδηγού του τρακτέρ στο δεξιό άκρο της Ε.Ο. Ταράψας - Μονεμβασίας, ήτοι σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΟΚ ως προς την κίνηση των αργοκίνητων οχημάτων που υποχρεωτικώς κινούνται στην βοηθητική λωρίδα και στο άκρο δεξιό και την άποψή της αυτή την στηρίζει και στα λοιπά ως άνω αναφερόμενα στοιχεία, εν τούτοις καταλογίζει εις εμέ συνυπαιτιότητα ποσοστού 30% διότι κατά το σκεπτικό δεν αποδείχθηκε ότι έδωσα σήμα (φλας) για την προσπέραση που προτιθέμουν να επιχειρήσω κατά την παράγραφο 1 του άρθρ. 17 ΚΟΚ και 21 ΚΟΚ και επεχείρησα προσπέραση χωρίς να βεβαιωθώ ότι μπορώ να πράξω τούτο χωρίς κίνδυνο".

Ο λόγος αυτός αναίρεσης, με τον οποίο ουσιαστικά ο αναιρεσείων επικαλείται ως ορθή διαφορετική αξιολόγηση των αποδείξεων απ' αυτήν στην οποία προέβη το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, στην οποία αν προέβαινε το τελευταίο θα οδηγείτο σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, και δη περί μη συνδρομής συνυπαιτιότητάς του στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι προβαλλόμενες με το λόγο αυτό αιτιάσεις, πλήττουν την περί τα πράγματα ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ενώ εξάλλου καθόσον αφορά στις αορίστως αναφερόμενες, ως περιεχόμενες στα ως άνω αποδεικτικά μέσα "ομολογίες των αναιρεσιβλήτων και ιδία του πρώτου τούτων", που φέρονται ότι αγνοήθηκαν, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος και για το λόγο ότι ο αναιρεσείων δεν προσδιορίζει τα κρίσιμα, επιβλαβή γι' αυτόν πραγματικά περιστατικά που διατείνεται ότι ομολόγησαν οι αναιρεσίβλητοι, τον τρόπο κατά τον οποίο έγιναν οι εν λόγω ομολογίες, καθώς και αν αυτός τις επικαλέστηκε νομίμως, ενώπιον του Εφετείου.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία, είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας. Αμέλεια, κατ' άρθρο 330 ΑΚ, υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις καταστάσεις.

Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα. Περαιτέρω, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι οι έννοιες της αμέλειας και του συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος είναι έννοιες νομικές.

Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1991, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει, αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.

Επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του φερομένου ως υποχρέου προς αποζημίωση ή συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος, υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αφενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος (ΑΠ 210/2013).

Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς (ΑΠ 690/2011, ΑΠ 1476/2005, ΑΠ 1653/2001). Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 17 ΚΟΚ: 1. Ο οδηγός επιτρέπεται να προσπεράσει προπορευόμενο όχημα μόνον εφόσον μπορεί να το κάνει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας και εφόσον προειδοποιήσει έγκαιρα γι' αυτό, σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ. 2 του παρόντος Κώδικα. 2.

Το προσπέρασμα επιτρέπεται κατά κανόνα από τα αριστερά. Κατ' εξαίρεση, το προσπέρασμα επιτρέπεται από τα δεξιά αν ο προπορευόμενος οδηγός έχει δώσει σήμα ότι προτίθεται να στρίψει αριστερά και έχει μετακινήσει το όχημα ή τα ζώα του προς την πλευρά αυτήν. 3. Το προσπέρασμα απαγορεύεται γενικά στις εξής περιπτώσεις:

α)..., β)..., γ) Όταν η λωρίδα κυκλοφορίας, την οποία θα χρησιμοποιήσει ο οδηγός κατά το προσπέρασμα, δεν είναι ελεύθερη σε αρκετή απόσταση μπροστά του, κατά τρόπο ώστε, λαμβανομένης υπόψη της διαφοράς ταχύτητας του οχήματός του, κατά το χρόνο του προσπεράσματος, και εκείνης των οχημάτων, τα oποία προτίθεται να προσπεράσει, να μην εκθέσει σε κίνδυνο ή παρεμποδίσει τους ερχόμενους αντίθετα. 4... 5.

Ο οδηγός, κατά το προσπέρασμα, υποχρεούται να αφήνει στο όχημα το οποίο προσπερνά αρκετό χώρο παραπλεύρως.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αv εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006 και Ολ.ΑΠ 4/2005).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν ή απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.

Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον, το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 24/1992, Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 9/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο με το να κρίνει συνυπαίτιο για την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος κατά ποσοστό 30% και τον αναιρεσείοντα - ενάγοντα, επειδή δεν προέβη κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 17 ΚΟΚ και 21 ΚΟΚ στην αφή του δείκτη κατεύθυνσης του οχήματός του (φλας) για την προσπέραση που προτίθετο να επιχειρήσει, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 17 ΚΟΚ, αφού η υποχρέωση του οδηγού για γνωστοποίηση υπέρβασης του προπορευόμενου οχήματος, απαιτείται στην περίπτωση κατά την οποία το υπό υπέρβαση όχημα ευρίσκεται έμπροσθεν του οχήματος που θα διενεργήσει την υπέρβαση και όχι παραλλήλως και εκτός της λωρίδος κυκλοφορίας του οχήματος που διενεργεί την υπέρβαση, όπως εν προκειμένω, δεδομένου ότι δεν υφίσταται κίνδυνος για το όχημα αυτό, καθώς και τα διδάγματα της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία, η γνωστοποίηση της υπέρβασης γίνεται αφενός μεν για τους αντιθέτως κινούμενους και αφετέρου για τους ομόρως κινούμενους εντός του αυτού επιπέδου της αυτής λωρίδος κυκλοφορίας και ως εκ τούτου η μη προειδοποίηση της υπέρβασης στη συγκεκριμένη περίπτωση ουδόλως τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την κίνηση του οδηγού του τρακτέρ, το οποίο κατά την προσβαλλομένη εκινείτο στην βοηθητική λωρίδα (άκρα δεξιά) υπό συνθήκες πλήρους ορατότητας για την όπισθεν του τρακτέρ κίνηση και τη συνέχιση της δικής του πορείας εντός του αυτού επιπέδου της λωρίδος κυκλοφορίας και του οδοστρώματος.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη, απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά σχετικά με τις συνθήκες που έλαβε χώρα το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα: "...Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του εναγομένου, Δ.

Ν., που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδρίασης του ίδιου Δικαστηρίου, τις υπ' αριθμ. ... και ...ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Συμβολαιογράφου Πατρών Ε. Γ. Π., οι οποίες ελήφθησαν μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση των αντιδίκων (βλ.

υπ' αριθμ. ... και ... εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών Ά. Μ. του Πρωτοδικείου Αθηνών και Ι. Β. του Πρωτοδικείου Σπάρτης, αντίστοιχα), τις φωτογραφίες των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητείται (άρθρα 444 αρ. 3, 448 παρ. 2, 457 παρ. 4 ΚΠολΔ) και από όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, ακόμα και εκείνα των οποίων δεν γίνεται ιδιαίτερη μνεία, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Στις 30/10/2009 και περί ώρα 11.10 π.μ., ο Κ. Κ., οδηγώντας τον με αριθμό κυκλοφορίας ... διαξονικό γεωργικό ελκυστήρα (τρακτέρ με καρότσα), ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "Ι.ΑΕΓΑ", κινείτο στο δεξιό άκρο της Εθνικής οδού Ταράψας - Μονεμβασίας, στο Δήμο Μολάων Λακωνίας, με κατεύθυνση από Ταράψα προς Μονεμβασία.

Κατά τον ίδιο χρόνο, ο Σ.Τ., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, κινείτο στην ίδια εθνική οδό, με ομόρροπη κατεύθυνση με τον ανωτέρω γεωργικό ελκυστήρα. Η εθνική οδός στο σημείο του 44ου χιλιομέτρου είναι ευθεία σε μεγάλο μήκος, διπλής κατεύθυνσης με μια λωρίδα κυκλοφορίας και μια βοηθητική λωρίδα ανά κατεύθυνση, τα δυο ρεύματα χωρίζονται με διπλή διαχωριστική γραμμή, η οποία διακόπτεται στο σημείο που υπάρχει πρατήριο καυσίμων στο ρεύμα της εθνικής οδού από Μονεμβασιά προς Ταράψα, έχει όριο ταχύτητας τα 50 χιλιόμετρα την ώρα και είναι κατοικημένη περιοχή.

Ο Κ. Κ., μόλις έφθασε στο ύψος του ανωτέρω πρατηρίου, προτιθέμενος να μεταβεί σε αυτό στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, χωρίς να χρησιμοποιήσει δείκτη κατεύθυνσης (φλας) κινήθηκε προς το κέντρο του οδοστρώματος προτιθέμενος να διασχίσει κάθετα το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και να εισέλθει στο πρατήριο.

Ο Σ.Τ., οδηγός του IX με αριθμό κυκλοφορίας ..., που κινείτο στο ρεύμα κυκλοφορίας με ομόρροπη κατεύθυνση με τον ανωτέρω γεωργικό ελκυστήρα, την στιγμή εκείνη βρισκόταν πίσω από τον γεωργικό ελκυστήρα και επιχειρούσε να τον προσπεράσει, δεδομένου ότι ο γεωργικός ελκυστήρας κινείτο στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος με ταχύτητα 5-10 χιλιόμετρα την ώρα.

Η αιφνιδιαστική, χωρίς προειδοποίηση κίνηση του γεωργικού ελκυστήρα έκλεισε τον δρόμο στο κινούμενο επί της οδού όχημα ... και ο οδηγός του Σ. Τ. προκειμένου ν' αποφύγει τη σύγκρουση, τροχοπέδησε και επιχείρησε ελιγμό προς τα αριστερά, προς το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Εντούτοις, δεν κατάφερε ν' αποφύγει τη σύγκρουση με αποτέλεσμα να επιπέσει με τη δεξιά εμπρόσθια γωνιά του οχήματός του και το δεξιό φτερό στον αριστερό εμπρόσθιο τροχό του γεωργικού ελκυστήρα, να εκτραπεί, στη συνέχεια, και να συρθεί με τo όλο το αριστερό μέρος του οχήματος στα τσιμεντένια κάγκελα και την ταμπέλα του πρατηρίου καυσίμων στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας.

Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, συναπαίτιοι για την ένδικη σύγκρουση και τις ζημιές που προκλήθηκαν από αυτήν είναι και οι δυο εμπλακέντες οδηγοί, και δη κατά ποσοστό 70% ο εναγόμενος οδηγός και κατά ποσοστό 30% ο ενάγων. Ειδικότερα, ο εναγόμενος οδηγός του ... διαξονικού γεωργικού ελκυστήρα, Κ.

Κ. από αμέλειά του, και συγκεκριμένη έλλειψη από τις επιβαλλόμενης από τις περιστάσεις προσοχής, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και, προκειμένου να επιχειρήσει ελιγμό προς τα αριστερά, δεν ανέκοψε την πορεία του οχήματός του, για να παραχωρήσει προτεραιότητα στα οχήματα που κινούντο επί της εθνικής οδού και δεν ήλεγξε την κίνηση των άλλων κινουμένων επί της οδού οχημάτων, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί το κινούμενο επί της εθνικής οδού όχημα του ενάγοντος Σ.

Τ., παρά το γεγονός ότι δεν εμποδιζόταν η ορατότητα στο σημείο αυτό της εθνικής οδού σε πολύ μεγάλη απόσταση, με αποτέλεσμα, να αποκλείσει την πορεία του ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, το οποίο τη στιγμή εκείνη κινείτο παράλληλα με τον γεωργικό ελκυστήρα, επιχειρώντας προσπέραση (η οποία παρά το γεγονός ότι υπάρχει διπλή συνεχής διαχωριστική γραμμή στην εθνική οδό στο σημείο της σύγκρουσης δεν θα προκαλούσε πρόβλημα λόγω της υπερβολικά μικρής ταχύτητας που κινείτο ο γεωργικός ελκυστήρας -άρθρα 12 παρ, 1, 19 παρ. 1 και 21 παρ. 1 και 2 ΚΟΚ- και δεν συνετέλεσε στην πρόκληση του ατυχήματος).

Ο ισχυρισμός του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος ότι, είχε ξεκινήσει την αλλαγή της πορείας του προς το αντίθετο ρεύμα και κινείτο ήδη επί αυτού, όταν ο ενάγων τρέχοντας με υπερβολική ταχύτητα επιχείρησε προσπέραση, εισερχόμενος στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, ελέγχεται απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι δεν συνεπικουρείται από τα σημεία σύγκρουσης των δύο οχημάτων, αφού με την εκδοχή του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος το αυτοκίνητο του ενάγοντος, εάν κινείτο εντός του αντίθετου ρεύματος κυκλοφορίας έχοντας τον γεωργικό ελκυστήρα κάθετα κινούμενο στο ίδιο ρεύμα, θα είχε χτυπήσει με όλο το εμπρόσθιο μέρος του επί του γεωργικού οχήματος, ενώ από το πλάγιο εμπρός κτύπημα του αυτοκινήτου συνάγεται ότι, η πορεία του γεωργικού ελκυστήρα βρέθηκε ξαφνικά μπροστά και πλάγια στο IX αυτοκίνητο, που επιχείρησε αποφευκτικό ελιγμό.

Σε κάθε περίπτωση ο οδηγός του γεωργικού οχήματος θα έπρεπε να ελέγξει την κίνηση και να μην επιχειρήσει ελιγμό προς τα αριστερά, δεδομένου ότι λόγω της πολύ καλής ορατότητας έπρεπε να είχε αντιληφθεί την κίνηση αυτή του αυτοκινήτου του ενάγοντα, ενώ, τέλος, η υπερβολική ταχύτητα με την οποία ισχυρίζεται ότι κινείτο το όχημα του ενάγοντος από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε, αφού από το μέγεθος των υλικών ζημιών του αυτοκινήτου ΙΧΕ (ο γεωργικός ελκυστήρας λόγω μεγάλης παλαιότητας αλλά και τεχνικής κατασκευής είχε μεγαλύτερες υλικές ζημιές) δεν προκύπτει υπερβολική ταχύτητα αυτού.

Συνυπαίτιος, όμως, είναι και ο ενάγων - οδηγός του αυτοκινήτου, ο οποίος δεν αποδείχθηκε ότι έδωσε σήμα (φλας) για την προσπέραση που προτίθετο να επιχειρήσει (17 παρ. 1 και 21 παρ. 1 και 3 του ΚΟΚ) και επιχείρησε προσπέραση χωρίς να βεβαιωθεί ότι μπορεί να πράξει τούτο χωρίς κίνδυνο, εντός κατοικημένης περιοχής, που κινούνται γεωργικά μηχανήματα, όπως του εναγομένου, τα οποία, όπως γνωρίζει κάθε μέσος συνετός οδηγός που κινείται σε επαρχιακές οδούς, λόγω όγκου και βάρους, κινούνται με πολύ μικρή ταχύτητα και επιχειρούν απότομους ελιγμούς, όπως έπραξε ο εναγόμενος.

Να σημειωθεί ότι ούτε ο ενάγων ούτε κανένας από τους μάρτυρες αυτού αναφέρουν ότι ο ενάγων έδωσε προειδοποιητικό σήμα στον προπορευόμενο εναγόμενο οδηγό ότι προτίθετο τη στιγμή της ένδικης σύγκρουσης να προσπεράσει αυτόν. Κατά συνέπεια, η παραδεκτώς προβληθείσα από τους εναγομένους σχετική νόμιμη ένσταση συνυπαιτιότητας του οδηγού του ...

ΙΧΕ αυτοκινήτου στο ένδικο ατύχημα (άρθρο 300 ΑΚ), πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη στην ουσία της. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, το οποίο, με την εκκαλούμενη απόφαση, έκρινε αποκλειστικά υπαίτιο για την ένδικη σύγκρουση τον οδηγό του ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, απορρίπτοντας ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 29/3/2010 αγωγή του, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, γενομένων δεκτών ως ουσιαστικά βάσιμων των σχετικών λόγων της έφεσης".

Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε πλαγίως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 300, 330 ΑΚ και 17 παρ. 1 του ΚΟΚ, με το να καταλογίσει συνυπαιτιότητα για την πρόκληση του ατυχήματος στον ενάγοντα αναιρεσείοντα οδηγό. Ειδικότερα, με βάση τα ως άνω γενόμενα δεκτά ανελέγκτως πραγματικά περιστατικά, σύμφωνα με τα οποία Α) το ατύχημα συνέβη τη στιγμή, που ο πρώτος αναιρεσίβλητος Κ.

Κ., οδηγός του με αριθμό κυκλοφορίας ... διαξονικού γεωργικού ελκυστήρα, είχε κινηθεί προς το κέντρο του οδοστρώματος, έχοντας πραγματοποιήσει ελιγμό προς τα αριστερά από το δεξιό άκρο της Εθνικής οδού Ταράψας - Μονεμβασίας, στο Δήμο Μολάων Λακωνίας, όπου εκινείτο αρχικά, με κατεύθυνση προς Μονεμβασία και με υπερβολικά μικρή ταχύτητα, ο δε αναιρεσείων Σ.

Τ., οδηγός του με αριθμό κυκλοφορίας ...ΙΧΕ αυτοκινήτου, ενώ βρισκόταν πίσω από τον γεωργικό ελκυστήρα επιχείρησε να τον προσπεράσει, κινούμενος παράλληλα με αυτόν, χωρίς να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να πράξει τούτο χωρίς κίνδυνο της κυκλοφορίας, αν και κινείτο εντός κατοικημένης περιοχής όπου κινούνται γεωργικά μηχανήματα, όπως του εναγομένου, τα οποία, όπως γνωρίζει κάθε μέσος συνετός οδηγός που κινείται σε επαρχιακές οδούς, λόγω όγκου και βάρους κινούνται με πολύ μικρή ταχύτητα και επιχειρούν απότομους ελιγμούς, όπως έπραξε ο εναγόμενος, οδηγός του γεωργικού ελκυστήρα, στοιχειοθετείται συντρέχουσα υπαιτιότητα (αμέλεια) του αναιρεσείοντος - ενάγοντος οδηγού στην επέλευση του ατυχήματος, η οποία αποτελεί προϋπόθεση της εφαρμογής της ως άνω διάταξης του άρθρου 300 ΑΚ και η μη συνδρομή της οποίας αποκλείει την εφαρμογή της.

Επομένως, ο τρίτος από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της αίτησης αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με τον λόγο της αναιρέσεως πλήσσεται η μία μόνον από αυτές, ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της.

προσβαλλομένης. Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους της αναιρέσεως πλήσσονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μίας από αυτές δεν τελεσφορεί (ΑΠ 823/2012). Ο αναιρεσείων με τον ίδιο λόγο αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβάλει ως αιτίαση κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, και το ότι για τη θεμελίωση της συνυπαιτιότητάς του δέχεται ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου δεν αποδείχθηκε ότι έδωσε σήμα (φλας), για την προσπέραση που προτίθετο να επιχειρήσει (17 παρ. 1 και 21 παρ. 1 και 3 του ΚΟΚ), αν και, όπως διατείνεται ο αναιρεσείων, η μη προειδοποίηση της υπέρβασης στη συγκεκριμένη περίπτωση ουδόλως τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την κίνηση του οδηγού του γεωργικού ελκυστήρα, ο οποίος κατά την προσβαλλομένη εκινείτο στην βοηθητική λωρίδα (άκρα δεξιά) υπό συνθήκες πλήρους ορατότητας για την όπισθεν του γεωργικού ελκυστήρα κίνηση αφού, κατά τις διατάξεις του άρθρου 17 ΚΟΚ η υποχρέωση του οδηγού για γνωστοποίηση υπέρβασης του προπορευόμενου οχήματος, απαιτείται στην περίπτωση κατά την οποία το υπό υπέρβαση όχημα ευρίσκεται έμπροσθεν του οχήματος που θα διενεργήσει την υπέρβαση και όχι παραλλήλως και εκτός της λωρίδας κυκλοφορίας του οχήματος που διενεργεί την υπέρβαση όπως εν προκειμένω, δεδομένου ότι δεν υφίσταται κίνδυνος για το όχημα αυτό, πλην, όμως ο λόγος αυτός αναίρεσης, ανεξαρτήτως του ότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο δέχτηκε ότι τη στιγμή του ατυχήματος ο οδηγούμενος από τον πρώτο αναιρεσίβλητο γεωργικός ελκυστήρας κινείτο στη βοηθητική λωρίδα (άκρα δεξιά) υπό συνθήκες πλήρους ορατότητας, παραλλήλως και εκτός της λωρίδος κυκλοφορίας του οχήματος του αναιρεσείοντος που διενήργησε την υπέρβαση, ενώ κατά τα προαναφερόμενα σύμφωνα, με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, κατά τη στιγμή του ατυχήματος είχε κινηθεί προς το κέντρο του οδοστρώματος προτιθέμενος να διασχίσει κάθετα το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και να εισέλθει στο πρατήριο, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η κρίση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, περί συνδρομής συντρέχουσας υπαιτιότητας του ενάγοντος - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος οδηγού στηρίζεται αυτοτελώς και στην αιτιολογία ότι ο αναιρεσείων είναι συνυπαίτιος και για το λόγο ότι επιχείρησε προσπέραση χωρίς να βεβαιωθεί ότι μπορεί να πράξει τούτο χωρίς κίνδυνο των λοιπών που χρησιμοποιούσαν την οδό αν και εκινείτο εντός κατοικημένης περιοχής που κινούνται γεωργικά μηχανήματα όπως του εναγομένου, τα οποία, όπως γνωρίζει κάθε μέσος συνετός οδηγός που κινείται σε επαρχιακές οδούς, λόγω όγκου και βάρους κινούνται με πολύ μικρή ταχύτητα και επιχειρούν απότομους ελιγμούς, όπως έπραξε ο εναγόμενος ως προς την οποία (αιτιολογία) δεν τελεσφόρησε ο ως άνω λόγος αναίρεσης.

Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο, Κ.Κ.. Δικαστικά έξοδα υπέρ του αναιρεσίβλητου δεν επιδικάζονται, διότι ο τελευταίος δεν υπεβλήθη σε έξοδα, λόγω της ερημοδικίας του.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-1-2016 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4013/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο, Κ.Κ.. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Σεπτεμβρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ