Supreme Court allows appeal against final pension payment ruling, rejecting claim of procedural error.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against a final judgment ordering the payment of a lump-sum pension to the appellee. The court found that since the appellee received the funds without reservation, the dispute regarding the pension amount was conclusively settled. Consequently, the court rejected the appellee's claim of procedural error and dismissed the original lawsuit.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 100(4) of the Constitution; Articles 21(1) and 51(1), 2, 4 of Law 345/1976: A final judgment ordering the payment of a lump-sum benefit without reservation conclusively settles the matter, precluding further claims for the same benefit.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertZitierte Rechtsprechung
KI-generiertVolltext
Απόφαση 961 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 961/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Δημήτριο Κόμη, Απόστολο Παπαγεωργίου και Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 10η Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΑΥΤΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Τσάκωνα και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Χ. Χ. του Θ. κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Στρίμπερη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-5-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2231/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 6393/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 30-4-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Απόστολος Παπαγεωργίου διάβασε την από 30-1-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγείται να γίνουν δεκτοί οι πρώτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης (από τους αριθμούς 20 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι επ' αυτής, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε να καταδικαστεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 100 παρ.4 του Συντάγματος, 21 παρ.1 και 51 παρ.1, 2 και 4 του ν. 345/1976 "περί Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου" (στο εξής: ΑΕΔ), οι αποφάσεις του ΑΕΔ είναι αμετάκλητες, αποκλείουν την άσκηση τριτανακοπής κατ' αυτών και ισχύουν έναντι πάντων από τη δημοσίευσή τους στο ακροατήριο, εκτός αν με ειδική διάταξη ορίζεται διαφορετικά.
Ειδικότερα, απόφαση του ΑΕΔ, με την οποία έχει αρθεί αμφισβήτηση ως προς την ουσιαστική αντισυνταγματικότητα τυπικού νόμου, ισχύει έναντι πάντων από τη δημοσίευσή της, εκτός αν το ΑΕΔ, με ειδική αιτιολογία στην απόφασή του, κηρύξει το ανίσχυρο της διάταξης, που κρίνεται αντισυνταγματική, από χρόνο προγενέστερο της δημοσίευσης.
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι απόφαση του ΑΕΔ, με την οποία κάποια διάταξη τυπικού νόμου κηρύσσεται αντισυνταγματική, ισοδυναμεί με νομοθετική μεταβολή (ΑΠ 9/2014, ΑΠ 1554/2002), που επάγεται τη μη εφαρμογή της συγκεκριμένης διάταξης όχι μόνο έναντι των διαδίκων, αλλά έναντι πάντων, μόνο, όμως, για το μέλλον, εφ' όσον δεν έχει προσδοθεί, ρητώς, αναδρομική εφαρμογή στην απόφαση.
Αυτό σημαίνει ότι έννομες σχέσεις, οι οποίες είχαν ρυθμισθεί στο παρελθόν, σε χρόνο κατά τον οποίο η επίμαχη διάταξη δεν είχε, ακόμη, κριθεί αντισυνταγματική, με τρόπο τελειωτικό, ήτοι χωρίς να βρίσκεται σε εκκρεμότητα διοικητική ή δικαστική διένεξη σε οποιοδήποτε επίπεδο, θεωρούνται ως συννόμως ρυθμισμένες και δεν αναβιώνουν, προκειμένου να ρυθμισθούν εκ νέου, με εφαρμογή της μεταβολής που επέφερε η απόφαση του ΑΕΔ για το μέλλον.
Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 57 παρ.3 και 4 του ν. 2084/1992 "Αναμόρφωση Κοινωνικής Ασφάλισης κλπ", το ακαθάριστο ποσό του εφάπαξ βοηθήματος, που χορηγούν οι ασφαλιστικοί φορείς Πρόνοιας για 35 έτη ασφάλισης, δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των 10.000.000 δραχμών. Επί πλέον ποσό εφάπαξ βοηθήματος, προβλεπόμενο από τις καταστατικές διατάξεις των ασφαλιστικών φορέων, χορηγείται μειωμένο κατά το 1/6 για κάθε έτος από 1-1-1993 και μετά.
Για χρόνο ασφάλισης μικρότερο ή μεγαλύτερο των 35 ετών, το παραπάνω ποσό μειώνεται ή αυξάνεται, αναλόγως των ετών ασφάλισης. Με απόφαση του αρμόδιου υπουργού το ανώτατο όριο του εφάπαξ βοηθήματος αναπροσαρμόζεται κάθε φορά σύμφωνα με την εισοδηματική πολιτική της Κυβέρνησης, όπως αυτή καθορίζεται με απόφαση του υπουργού Εθνικής Οικονομίας για τα εφάπαξ βοηθήματα.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ του ν. 3029/2002 "Μεταρρύθμιση Συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 138 παρ.8 του ν. 3655/2008, οι αυτοτελείς κλάδοι πρόνοιας που χορηγούν εφάπαξ βοηθήματα, για τα οποία καταβάλλονται εισφορές μόνο από τους εργαζόμενους, δύνανται να μετατρέπονται σε ΝΠΙΔ με κοινή απόφαση των αρμόδιων υπουργών.
Με την ίδια κοινή απόφαση εγκρίνεται και το καταστατικό του ΝΠΙΔ. Τα εν λόγω ταμεία με αποφάσεις των διοικητικών τους συμβουλίων, ύστερα από αναλογιστική μελέτη, η οποία υποβάλλεται προς έγκριση στους ίδιους υπουργούς, καθορίζουν το ύψος των παρεχόμενων εφάπαξ βοηθημάτων για τους ασφαλισμένους και τους συνταξιούχους τους, διασφαλίζοντας την αναλογιστική ισορροπία κάθε ταμείου.
Τέλος, σε εκτέλεση των ως άνω διατάξεων του άρθρου 6 παρ.20 του ν. 3029/2002, εκδόθηκε η υπουργική απόφαση Φ.80000/30226/1366/2004 (ΦΕΚ Β' 27/2004), με την οποία μετετράπη σε ΝΠΙΔ το Ταμείο Αυτασφάλειας Προσωπικού ΕΤΕ και εγκρίθηκε το νέο καταστατικό αυτού. Στο άρθρο 14 παρ.4 του εν λόγω καταστατικού ορίζεται ότι οι ασφαλισμένοι του ταμείου, οι οποίοι αποχώρησαν από την υπηρεσία μετά την 1-1-1993 και εισέπραξαν τη δικαιούμενη εφάπαξ παροχή μειωμένη, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 57 παρ.3 του ν. 2084/1992, δύνανται να λάβουν συμπληρωματική εφάπαξ παροχή μετά από απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του ταμείου, σύμφωνα με το τρίτο εδάφιο της παρ.20 του άρθρου 6 του ν. 3029/2002.
Επακολούθησε η δημοσίευση των 3, 4 και 5/2007 αποφάσεων του ΑΕΔ, με τις οποίες κρίθηκε αντισυνταγματική η ως άνω διάταξη του άρθρου 57 παρ.3 του ν. 2084/1992 περί ανωτάτου ορίου στην εφάπαξ ασφαλιστική παροχή, οσάκις αυτή έχει αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα, πράγμα που συμβαίνει όταν το ασφαλιστικό κεφάλαιο, από το οποίο χορηγείται η παροχή, σχηματίζεται κατά κύριο λόγο από εισφορές του εργαζόμενου και του εργοδότη.
Με τις εν λόγω αποφάσεις, το ΑΕΔ δεν προσέδωσε αναδρομική ισχύ στην κρίση του ως προς την αντισυνταγματικότητα της διάταξης για την επιβολή ανωτάτου ορίου (πλαφόν) κατά τη χορήγηση του εφάπαξ βοηθήματος από τα ως άνω ασφαλιστικά Ταμεία.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτουν τα εξής: Ο αναιρεσίβλητος, πρώην μόνιμος υπάλληλος της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, αποχώρησε από την Τράπεζα,λόγω παραίτησης ,την 15-10-2003, με χρόνο συντάξιμης υπηρεσίας 30 έτη, 6 μήνες και 10 ημέρες.
Ο ενάγων έλαβε για εφάπαξ αποζημίωση με βάση τις διατάξεις του καταστατικού του Ταμείου,το συνολικό ποσό των 46.503,46 ευρώ, που υπολογίστηκε με βάση τις κατά την αποχώρησή του αποδοχές του και με τη συμπλήρωση των προβλεπόμενων ετών υπηρεσίας ,αντί του συνολικού ποσού των 65.327,26 ευρώ που δικαιούταν για την ίδια αιτία, επειδή για την καταβολή του μειωμένου ως άνω ποσού, το εναγόμενο εφάρμοσε τον περιορισμό της διατάξεως του άρθρου 57 του Ν. 2084/1992.
Ο περιορισμός αυτός κρίθηκε αντισυνταγματικός με τις 3, 4 και 5/2007 αποφάσεις του ΑΕΔ, διότι αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 5 του Συντάγματος. Η ένδικη αξίωση ασκήθηκε μετά τη δημοσίευση των παραπάνω αποφάσεων του ΑΕΔ Επομένως η ισχύς των αποφάσεων αυτών που ισοδυναμούν με νομοθετικές μεταβολές ισχύουν στην κρινόμενη έννομη σχέση.
Άρα, η παροχή δεν ήταν η προσήκουσα, αλλά υπολείπεται κατά 18.823,80, διότι ο περιορισμός δεν είναι νόμιμος γιατί η διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 57 του ν. 2084/1992 έρχεται σε αντίθεση με τα άρθρα 4 και 22 παρ. 4 του Συντάγματος. Επομένως οι λόγοι έφεσης με τους οποίους το εναγόμενο ισχυρίζεται ότι οι αποφάσεις του Α.Ε.Δ.
που έκριναν αντισυνταγματική τη διάταξη του άρθρου 57 παρ. 3 ν. 2084/1992, δεν έχουν εφαρμογή στην υπόθεση και με την καταβολή του συμπληρωματικού ποσού έχει εξοφληθεί ο ενάγων, λόγω της ένταξής του σε νέο νομοθετικό καθεστώς, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, απέρριψε την έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, που δέχθηκε κατ` ουσία την από 5-5-2009 αγωγή και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα την προκύπτουσα διαφορά των 18.823,80 ευρώ.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Ειδικότερα, η εφάπαξ παροχή δεν υπολογίσθηκε σύμφωνα με την εκ των υστέρων κηρυχθείσα αντισυνταγματική διάταξη του άρθρου 57 παρ.3 του ν. 2084/1992, αλλά σύμφωνα με το καθεστώς των άρθρων 6 παρ.20 του ν. 3029/2002 και 14 παρ.4 του νέου καταστατικού του αναιρεσείοντος Ταμείου.
Κατά τον τελικό προσδιορισμό της εφάπαξ παροχής, δηλαδή, το αναιρεσείον απέστη από το προϊσχύσαν πλαφόν και υπολόγισε το ύψος αυτής με τον τρόπο, ο οποίος καθορίζεται, πλέον, στο άρθρο 7 του νέου καταστατικού του και επιβάλλεται από την κατά νόμο αναλογιστική μελέτη, για τη βιωσιμότητα του Ταμείου. Ως εκ τούτου, η προβολή της αντισυνταγματικότητας του άρθρου 57 παρ.3 του ν. 2084/1992 είχε γίνει αλυσιτελώς και δεν θα έπρεπε να αξιολογηθεί από το Εφετείο (άλλως ΑΠ 789/2014).
Πέραν τούτου, η συνταξιοδότηση του αναιρεσίβλητου (15-10-2003) και ο υπολογισμός της εφάπαξ παροχής, που είχε λάβει από το Ταμείο Αυτασφάλειας Προσωπικού ΕΤΕ, είχε συντελεσθεί πριν από την κήρυξη της αντισυνταγματικότητας του άρθρου 57 παρ.3 του ν. 2084/1992, ήτοι υπό νομοθετικό καθεστώς που, τότε, ήταν εφαρμοστέο.
Το ΑΕΔ, στις ως άνω αποφάσεις του, που δημοσιεύθηκαν την 16-4-2007, δεν προσέδωσε αναδρομική ισχύ. Κατά συνέπεια, η έκδοση των αποφάσεων αυτών δεν μπορούσε να έχει συνέπειες στις έννομες σχέσεις, οι οποίες είχαν ρυθμισθεί τελειωτικά, πριν από τη δημοσίευσή τους και δεν μπορούσαν να αναβιώσουν. Στην περίπτωση του αναιρεσίβλητου, το αναιρεσείον κατέβαλε το ποσό της εφάπαξ παροχής, το οποίο ο αναιρεσίβλητος εισέπραξε χωρίς να διατυπώσει επιφύλαξη.
Με τον τρόπο αυτό, όμως, το ζήτημα του προσδιορισμού και της καταβολής της εφάπαξ παροχής στον αναιρεσίβλητο είχε περαιωθεί τελειωτικά, χωρίς να παραμένει σε εκκρεμότητα κάποια διοικητική ή δικαστική διένεξη και επομένως ο αναιρεσίβλητος ουδέν επί πλέον δικαιούται, πέραν των όσων έλαβε. Επομένως, η ένδικη αίτηση, με την οποία με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ ως άνω πλημμέλεια, είναι βάσιμη και πρέπει να γίνει δεκτή.
Συνεπώς, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, γι αυτό και η έρευνα των υπολοίπων λόγων της αιτήσεως αποβαίνει περιττή. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα) παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές".
Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι "οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν" συνάγεται, ότι οσάκις μετά την αναίρεση της αποφάσεως δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υποθέσεως υπό του δικαστηρίου της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση διατακτικού της αποφάσεως με βάση την έκταση της αναιρέσεως, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης αλλά μπορεί η τελειωτική επί της υποθέσεως απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο.
Στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον κατά τα προεκτεθέντα η ένδικη αξίωση του ενάγοντος-αναιρεσίβλητου είναι μη νόμιμη και συνεπώς απορριπτέα, δεν υπάρχει στάδιο περαιτέρω εκδίκασης της υπόθεσης και γι αυτό επιβάλλεται, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, να κρατηθεί η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο, να γίνει δεκτή κατ' ουσίαν η έφεση του αναιρεσείοντος, να εξαφανισθεί η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και να απορριφθεί η αγωγή από τον Άρειο Πάγο, ως μη νόμιμη.
Τέλος πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, ως ηττώμενος διάδικος (άρθρο 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 6393/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών Δέχεται κατ' ουσίαν την από 6-3-2012 με αριθμ. καταθ. 1695/2012 έφεση του αναιρεσείοντος.
Εξαφανίζει την υπ' αριθμ. 2231/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Απορρίπτει την από 5-5-2009 με αριθμ. καταθ. 72599/2097/2009 ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Μαΐου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ