Supreme Court dismisses appeal against appellate council ruling on fraud conviction due to lack of reasoning.
Legislator-Zusammenfassung
KI-generiertThe Supreme Court dismissed the appellant's request to annul the Athens Appellate Council's decision rejecting her appeal on fraud charges. The appellant argued the lower court lacked sufficient reasoning regarding the evidence and ownership of the property involved in the alleged fraud. The court held that the appellate council properly evaluated the evidence and that the appellant's complaints regarding the reasoning were inadmissible as they challenged the uncontrollable assessment of facts.
Legislator-Regeste
KI-generiertArticles 473, 474, 482, 484, 485 of the Code of Civil Procedure; The appellate council's decision is not subject to appeal on the assessment of evidence, and appeals challenging the reasoning must be based on specific grounds of lack of reasoning as required by law.
Schlagwörter
KI-generiertZitierte Gesetzesbestimmungen
KI-generiertVerwandte Entscheide
KI-generiertVolltext
Απόφαση 961 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 961/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε’ Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γ. ναυπλιώτη και Ελένη Παναγιωτάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Τσίμα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 3 Φεβρουαρίου 2006, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Μ. Ε. του Γ., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ’ αριθμ. 1605/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενους τους 1) Μ. - Ν. συζ. Α. Μ., το γένος Γ. Ε., 2) Δ. Ε. του Γ., 3)Ε. Ε. του Γ., 4) Π. Ε. του Γ., συζ. Σ. Α., 5)Α. Ε. του Γ., χήρα Ν. Κ. και 6)Α. Ε. του Γ. συζ. Γ. Κ..
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτό και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη, ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Οκτωβρίου 2005 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1856/2005.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος Τσίμας, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη, με αριθμό 1 /2-1-2006, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω κατ’ ά. 485 παρ. 1 ΚΠΔ την υπ’ αρ. 123/10-10-2005 αίτηση αναίρεσης της Μ.
Ε. του Γ., κατοίκου ..., κατά του υπ’ αρ.1605/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα εξής: Α) Με το προσβαλλόμενο βούλευμα απορρίφθηκε κατ’ ουσία η σχετική έφεση της τώρα αναιρεσείουσας κατά του υπ’ αρ. 790/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκε αυτή στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (κακ/των) Αθηνών για απάτη με προξενηθείσα ζημία ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, υπερβαίνουσα συνολικά, καθώς και το περιουσιακό όφελος το ποσό των 73.000 ευρώ, κατά συναυτουργία (με άλλους δηλ.
συγκατηγορούμενούς της) και κατά συρροή και επικυρώθηκε το πρωτόδικο βούλευμα. Β) Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα από πρόσωπο δικαιούμενο προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκείμενου σε αναίρεση σύμφωνα με τα άρθρα 473 παρ. 1, 474 και 482 παρ. 1 και 3 ΚΠΔ, με την ως άνω από 10-10-2005 δήλωση της αναιρεσείουσας στο Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, για την οποία συντάχθηκε η υπ’ αρ. 123/2005 έκθεση αναίρεσης, ενώ το προσβαλλόμενο βούλευμα της είχε επιδοθεί την 30-9-2005 και είναι τυπικά δεκτή.
Με το υπό κρίση ένδικο μέσο η αναιρεσείουσα προβάλλει ως λόγο αναίρεσης την έλλειψη αιτιολογίας. Γ) Έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα, που απαιτείται κατ’ ά. 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σ’ αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τ’ αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έκρινε τούτο ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη.
Δ) Εξάλλου, εφόσον τα εκτιθέμενα στην αίτηση αναίρεσης ως προς το λόγο της έλλειψης αιτιολογίας ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, ο λόγος αυτός της αίτησης είναι απαράδεκτος, διότι η εκτίμηση των εγγράφων και κάθε αποδεικτικού στοιχείου εν γένει απόκειται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κυριαρχική κρίση του δικαστικού συμβουλίου ή του δικαστηρίου (ΑΠ 145/2000 και 591/2001, Π.Χ.
ΝΑ/537 και ΝΒ/131). Ε) Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, αναφερόμενο εξ ολοκλήρου στην αναλυτική, εμπεριστατωμένη και πλήρως αιτιολογημένη εισαγγελική πρόταση, που συνεκτίμησε όλα κατ’ είδος τ’ αποδεικτικά μέσα (Ολομ. Α.Π. 1/2005, Π.Χ. ΝΕ/781), δέχθηκε ότι προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά:
Οι εγκαλούντες Γ. και Ν. Κ. είναι εργολήπτες, διατηρούντες στο Χαλάνδρι τεχνικές εταιρίες και αναλαμβάνουν κατασκευή πολυκατοικιών επί ιδιοκτήτων οικοπέδων. Στις αρχές Ιουνίου 2002 επισκέφθηκε τα γραφεία των εγκαλούντων ο 8ος κατ/νος Σ. Μ. (ο οποίος δεν υπέβαλε έφεση κατά του εκκαλουμένου βουλεύματος) και είναι μεσίτης και τους ενημέρωσε ότι πωλείται το ακίνητο στα Άνω Πατήσια και επί της οδού ...
και τους πρότεινε να το αγοράσουν, διότι τους συνέφερε. Οι εγκαλούντες επισκέφθηκαν το ακίνητο αυτό με τον Σ. Μ. και απεφάσισαν να το αγοράσουν, αφού το βρήκαν κατάλληλο, ζήτησαν δε από τον Σ. Μ. να τους φέρει σε επαφή με τους ιδιοκτήτες του. Ο Σ. Μ. είπε στους εγκαλούντες ότι αυτός είναι εξουσιοδοτημένος από τους ιδιοκτήτες να πραγματευθεί την πώληση του ακινήτου αυτού, ζήτησε επιμόνως να του καταβάλουν προκαταβολή του τιμήματος, όμως οι εγκαλούντες αρνήθηκαν.
Αφού κατέληξαν στην τιμή αγοράς του εν λόγω ακινήτου, στις 9-7-2002 οι εγκαλούντες μετέβησαν στο συμβολαιογραφείο της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Αυγερίου, την οποία υπέδειξε ο Σ. Μ. επί πλέον κατ’ απαίτησή του, δικηγόρος που θα εκπροσωπούσε τους εγκαλούντες ήταν ο σύζυγος της ως άνω συμβολαιογράφου, Αυγέρης Αυγερίου.
Στο πιο πάνω συμβολαιογραφείο οι εγκαλούντες συνάντησαν τους λοιπούς επτά πρώτους κατ/νους-εκκαλούντες. Οι τελευταίοι διαβεβαίωσαν τους εγκαλούντες ότι είναι συγκύριοι του προαναφερομένου οικοπέδου κατά ποσοστό 1/7 εξ αδιαιρέτου ο καθένας και αυτό περιήλθε σ’ αυτούς λόγω κληρονομίας, δυνάμει ιδιογράφου διαθήκης της αποβιωσάσης μητρός των Ν.
χας Γ. Ε., αποκλειστικής κυρίας του οικοπέδου αυτού, η οποία είχε αποκτήσει την κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία, περιήλθε δε σ’ αυτήν με άτυπη δωρεά από τον πατέρα της, χωρίς ν’ αμφισβητηθεί από κανένα "ότι η ως άνω διαθήκη δημοσιεύθηκε νόμιμα και ότι οι ως άνω κατ/νοι προέβησαν, βάσει της υπ’ αριθμ. .../4-6-02 πράξης της ως άνω συμβολαιογράφου σε αποδοχή κληρονομίας, η οποία νόμιμα μεταγράφηκε.
Έτσι, υπογράφηκε μεταξύ των επτά πρώτων κατ/νων-εκκαλούντων, ως πωλητών, και των εγκαλούντων, ως αγοραστών το υπ’ αριθμ. ... συμβόλαιο, με το οποίο οι κατ/νοι πώλησαν και μεταβίβασαν, κατά το 1/7 ο καθένας, την κυριότητα του ως άνω οικοπέδου στους εγκαλούντες, κατά ποσοστό 30% στον Γ. και 70% στον Ν. Κ. Αμέσως επίσης, κατέβαλαν οι εγκαλούντες το ποσό των 206.606 Ευρώ, για το συμφωνηθέν τίμημα με ισόποσες, τραπεζικές επιταγές, και το ποσό των 139.688 Ευρώ με μία τραπεζική επιταγή, για την τακτοποίηση διαφόρων υποχρεώσεων των κατ/νων, πέρα από το συμφωνηθέν τίμημα, όπως απαίτησαν οι κατ/νοι, ενώ το τελευταίο αυτό ποσό δεν ανεγράφη στο συμβόλαιο.
Όλες οι ως άνω επιταγές εισεπράχθησαν από τους κατ/νους. Ακόμη, οι εγκαλούντες κατέβαλαν το ποσό από τους κατ/νους. Ακόμη, οι εγκαλούντες κατέβαλαν το ποσό των 19.968,61 Ευρώ για αναλογούντα φόρο μεταβιβάσεως, 4.501 Ευρώ για δικαιώματα συμβολαιογράφου και έξοδα μεταγραφής 8.519 Ευρώ για αμοιβή του 8ου κατ/νου Σ.
Μ., ως μεσίτου, και 4.500 Ευρώ για αμοιβές δικηγόρων, που παρέστησαν στην υπογραφή του συμβολαίου. Ακολούθως, οι εγκαλούντες φρόντισαν για την έκδοση της υπ’ αριθμ. .../2002 αδείας οικοδομής, για ανέγερση πολυώροφης οικοδομής στο ως άνω οικόπεδο το οποίο αγόρασαν από τους κατ/νους, και άρχισαν προς τούτο εκσκαφές επί του οικοπέδου.
Ενώ δε ευρίσκοντο στο στάδιο αυτό στις 4-12-02 τους κοινοποιήθηκε η από 4-12-02 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων νομής, που κατετέθη ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, εκ μέρους τριάντα ενός (31) αιτούντων αγνώστων στους εγκαλούντες προσώπων, οι οποίοι επεκαλούντο κυριότητα και νομή επί του οικοπέδου, που αγόρασαν οι εγκαλούντες από τους κατ/νους, στηριζομένη σε τίτλους κτήσεως αυτών και των δικαιοπαρόχων τους, ζητούσαν δε ν’ αναγνωρισθούν προσωρινά νομείς του οικοπέδου αυτού και να διαταχθεί η αποβολή των εγκαλούντων απ’ αυτό.
Εκδόθηκε μάλιστα και προσωρινή διαταγή του Δικαστού του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία απαγορεύετο στους εγκαλούντες η εκτέλεση πάσης φύσεως οικοδομικών εργασιών στο συγκεκριμένο ακίνητο. Παράλληλα, αφ’ ενός μεν εμφανίσθηκε στο ακίνητο κάποιος, ο οποίος δήλωσε στον μηχανικό, που επέβλεπε τις εκσκαφές ότι ήταν μηχανολόγος, μηχανικός και ισχυρίσθηκε ότι οι κατ/νοι πρότειναν και σ’ αυτόν ν’ αγοράσει το ίδιο ακίνητο.
Πλην όμως, όταν αυτός τους ζήτησε τους τίτλους του οικοπέδου, αυτοί δεν ξαναεμφανίσθηκαν σ’ αυτόν, προφανώς διότι δεν ήθελαν να τους αντιληφθούν οι πραγματικοί κύριοι του ακινήτου αυτού. Αφ’ ετέρου, κατά την διάρκεια των εργασιών εκσκαφής παρουσιάσθηκαν στο οικόπεδο αρκετά άτομα (έξι τουλάχιστον) και αρχικά ενημέρωσαν τον ως άνω μηχανικό, που επέβλεπε τις εργασίες, ότι είχαν πολλά άτομα επί του οικοπέδου αυτού ποσοστά συνιδιοκτησίας, ενώ ακολούθως, τα ίδια άτομα εισήλθαν στο οικόπεδο διαμαρτυρόμενα για τις εργασίες και προκειμένου να τις εμποδίσουν.
Δημιουργήθηκε τέτοιο πρόβλημα, ώστε κλήθηκε περιπολικό της αστυνομίας, διότι υπήρχε κίνδυνος να γίνουν επεισόδια και να επισυμβούν ατυχήματα. Το απόγευμα της ιδίας ημέρας οι εγκαλούντες απευθύνθηκαν στον δικηγόρο των κατ/νων, προκειμένου να πληροφορηθούν, αν υπήρχε κάποιο πρόβλημα με τους τίτλους του οικοπέδου.
Αυτός όμως, τους καθησύχασε και τους διαβεβαίωσε, ότι όλα ήσαν εν τάξει (βλ. την από 4-5-04 κατάθεση του μάρτυρος-μηχανικού Κ. Σ.) Εν συνεχεία, κατά την συζήτηση της προαναφερθείσης αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που έγινε στις 4-2-03 προέκυψε ότι ούτε η προαποβιώσασα μητέρα τους, ούτε οι ίδιοι οι κατ/νοι-εκκαλούντες ήσαν κύριοι και νομείς του ακινήτου αυτού και για τον λόγο αυτό το ως άνω δικαστήριο εδέχθη και ανεγνώρισε προσωρινά νομείς τους 24 εκ των αιτούντων, διέταξε δε την απόδοση του ακινήτου σ’ αυτούς και την αποβολή των εγκαλούντων.
Επί πλέον, προέκυψε ότι η μητέρα των κατ/νων-εκκαλούντων και φερομένη ως δικαιοπάροχος αυτών συνέταξε δύο ιδιόγραφες διαθήκες, μία στις 27-7-81 και άλλη στις 7-10-81. Η πρώτη διαθήκη που δεν ανέφερε καν το επίδικο οικόπεδο δημοσιεύθηκε νομίμως στις 4-2-82, ήτοι 26 ημέρες μετά τον θάνατό της. Η δεύτερη διαθήκη, που αναφέρει το επίδικο οικόπεδο, δημοσιεύθηκε στις 29-10-99, ήτοι μετά από δεκαεπτά χρόνια, από τον θάνατό της.
Κατά τον τρόπο αυτό οι εκκαλούντες επέτυχαν να εφοδιασθούν με "νόμιμο τίτλο", βάσει του οποίου εφέροντο ότι απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου, με κληρονομική διαδοχή. Έτσι με την βοήθεια και του 8ου συγκατηγορουμένου τους (Σ. Μ.) μπόρεσαν να επιτύχουν την παραπλάνηση των εγκαλούντων και να τους πωλήσουν ένα οικόπεδο του οποίου δεν ήσαν ούτε νομείς, ούτε κύριοι.
Υπό τα δεδομένα αυτά οι εγκαλούντες υπέβαλαν αίτηση συντηρητικής κατασχέσεως, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά των επτά κατ/νων-εκκαλούντων, προς εξασφάλιση της απαιτήσεώς των, που οπωσδήποτε ευρίσκετο σε άμεσο κίνδυνο. Και το δικαστήριο αυτό με την υπ’ αριθμ. 4309/2003 απόφασή του έκανε δεκτή την αίτηση των εγκαλούντων (δεχθέν εξ ολοκλήρου τους ισχυρισμούς των) και διέταξε την συντηρητική κατάσχεση κάθε κινητής και ακινήτου περιουσίας των καθ’ ων (κατ/νων-εκκαλούντων) μέχρι του ποσού των εξακοσίων χιλιάδων (600.000) Ευρώ.
Μάλιστα δέχθηκε στο σκεπτικό του, ότι οι καθ’ ων γνώριζαν, ότι δεν ήταν συγκύριοι, συννομείς και συγκάτοχοι του επιδίκου οικοπέδου και ότι δεν είχαν προβεί σε καμμία πράξη νομής ή κατοχής σ’ αυτό. Παρά ταύτα πώλησαν το ακίνητο αυτό στους εγκαλούντες δηλώσαντες ψευδώς ότι είναι συγκύριοι, συννομείς και συγκάτοχοι αυτού.
Η άποψη αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι δεν είναι εύλογη η επί 20 έτη περίπου καθυστέρηση αποδοχής κληρονομίας, ενός τόσης μεγάλης αξίας ακινήτου (βλ. υπ’ αριθμ. 4309/03 απόφαση του Μον/λούς Πρωτοδικείου Αθηνών). Μετά την εξέλιξη αυτή οι 1ος και 8ος κατ/νοι τηλεφώνησαν στους εγκαλούντες και ζήτησαν να τους επισκεφθούν στο γραφείο τους, προκειμένου να τους επιστρέψουν τα χρήματα, που έλαβαν από την πώληση του ακινήτου.
Πλην όμως, ουδέποτε πραγματοποίησαν αυτή την υπόσχεσή τους, ενώ παράλληλα πρότειναν στους εγκαλούντες να αναμένουν επί τρίμηνο, προκειμένου (οι κατ/νοι) να πωλήσουν άλλο ακίνητό τους στο ... το οποίο και αυτό περιήλθε σ’ αυτούς από κληρονομική διαδοχή από την μητέρα τους, πλην όμως ούτε και αυτή η προτεινόμενη λύση είχε πρόσφορο αποτέλεσμα.
Εν τέλει δε (οι κατ/νοι) πρότειναν στους εγκαλούντες να τους μεταβιβάσουν έκταση πέντε (5) στρεμμάτων από το προαναφερόμενο ακίνητο στο ... όμως οι εγκαλούντες δεν εδέχθησαν, λόγω της ελλείψεως εμπιστοσύνης που τους είχαν. Εν συνεχεία, οι εγκαλούντες άσκησαν αγωγή κατά των επτά πρώτων κατ/νων-εκκαλούντων, προς αποκατάσταση της ζημίας, που υπέστησαν από την περιγραφείσα πιο πάνω αδικοπρακτική συμπεριφορά των.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 3862/04 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ανεστάλη η δίκη μέχρις εκδόσεως τελεσιδίκου αποφάσεως επί της αγωγής, που ασκήθηκε κατά των ιδίων κατ/νων και των εγκαλούντων από τα 21 άτομα, που ισχυρίζονται ότι είναι κύριοι και νομείς του επιδίκου οικοπέδου με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο και ζητούν ν’ αναγνωρισθεί η ακυρότητα του υπ’ αριθμ. .../2002 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, ν’ αποβληθούν δε οι εναγόμενοι από το ακίνητο, ν’ αποδοθεί σ’ αυτούς αυτό και ν’ απαγορευθεί κάθε μελλοντική διατάραξη της νομής τους.
Εξ όλων των προαναφερομένων σαφέστατα προκύπτει ότι οι εγκαλούντες Γ. και Ν. Κ. προέβησαν στην αγορά του ως άνω ακινήτου και την καταβολή των αναφερθέντων χρηματικών ποσών και λοιπών εξόδων, αφού πείσθηκαν στις ψευδείς παραστάσεις και διαβεβαιώσεις των κατ/νων-εκκαλούντων, ότι δηλ. οι επτά πρώτοι εξ αυτών ήσαν δήθεν αποκλειστικοί κύριοι του ακινήτου αυτού, ως αποκτήσαντες την κυριότητα με τον εκτεθέντα τρόπον, ενώ αν γνώριζαν την αλήθεια οι εγκαλούντες, δεν θα εδέχοντο, να προβούν στην συγκεκριμένη αγορά και φυσικά δεν θα εζημιώνοντο.
Κατά συνέπεια, συντρέχει εν προκειμένω με βάση τα προαναφερθέντα, αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της αξιοποίνου συμπεριφοράς των κατ/νων και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος. Πέραν τούτου, επιβεβαιώνεται πλήρως εκ των στοιχείων της προκειμένης δικογραφίας, ότι οι επτά πρώτοι κατ/νοι γνώριζαν πολύ καλώς, ότι δεν ήταν κύριοι και νομείς του συγκεκριμένου οικοπέδου επί της οδού ...
και επίσης ότι ο τρόπος και ο τίτλος που εμφάνισαν στους εγκαλούντες, προκειμένου να τους πείσουν σε κτήση κυριότητος επί του ακινήτου αυτού, δοθέντος ότι δεν ήταν κυρία ως νομεύς αυτού η εμφανιζομένη ως δικαιοπάροχός των, μητέρα των, αφού αποδεδειγμένως ουδέποτε είχε νεμηθεί το ακίνητο αυτό, καθόσον νομείς και κύριοι αυτού ήσαν και αναγνωρίσθηκαν η Ε.
Μ. και οι λοιποί που αναφέρονται στην σχετική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών ως διάδοχοι του Γ. και Π. Μ.. Συνεπεία των παρανόμων αυτών ενεργειών των κατ/νων οι εγκαλούντες υπέστησαν περιουσιακήν ζημίαν, που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 Ευρώ, εκ του τιμήματος της πωλήσεως του ακινήτου και των λοιπών εξόδων, που εξηναγκάσθησαν να καταβάλουν προς ολοκλήρωση της ως άνω αγοραπωλησίας, με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος των κατ/νων.
Εν όψει όλων των προαναφερομένων κρίνεται ότι στο σημείο αυτό είναι ανάγκη, να ελεγχθούν οι ισχυρισμοί των κατ/νων. Κατ’ αρχήν οι κατ/νοι αρνήθηκαν την κατηγορία. Ειδικότερα, οι πρώτοι έξι κατ/νοι υποστηρίζουν ότι είχαν και έχουν την πεποίθηση ότι το πωληθέν απ’ αυτούς ακίνητο ανήκε στην κυριότητα της αποβιωσάσης μητέρας τους και εκ διαθήκης κατέστησαν αυτοί νόμιμα κληρονόμοι, οι δε διεκδικούντες το ακίνητο αυτό δεν παρουσιάζουν νόμιμους τίτλους και στοιχεία ισχυρότερα, ώστε ν’ αμφισβητηθεί το δικαίωμά τους.
Ότι από 31 οι διεκδικούντες το ακίνητο, έγιναν 24 μετά 21 και τελικώς, κατά τους ισχυρισμούς πάντα των κατ/νων, μόνον για τον ένα, ήτοι τον 7ο εξ αυτών, είναι δυνατόν να εξετασθεί η αγωγή αυτών. Ότι η υπ’ αριθμ. 1720/2003 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών έχει προ πολλού απέλθει του ματαίου αυτού νομικού κόσμου. Ότι δεν είναι ώριμη η υπόθεση να καταδικασθούν οι κατ/νοι, ως απατεώνες και για να καταδικασθεί κάποιος και μάλιστα για κακούργημα, απαιτείται πλήρης απόδειξη και τούτο διότι πρέπει προηγουμένως να κριθεί τελεσιδίκως ποίοι και γιατί είναι οι ιδιοκτήται του ακινήτου αυτού, με το συγκεκριμένο ποσοστό του ο καθένας και μετά να τεθεί θέμα, αν τους εξαπάτησαν οι κατ/νοι.
Ως εκ τούτου, έπρεπε, (ισχυρίζονται οι κατ/νοι) το Συμβούλιο να διατάξει περαιτέρω ανάκριση ή ν’ αναστείλει την διαδικασία κατ’ άρθρο 61 ΚΠΔ, μέχρις ότου κριθεί από το αρμόδιο πολιτικό δικαστήριο σε ποίον ανήκει το ένδικο ακίνητο. Τα όσα πιο πάνω εκτεθέντα υποστηρίζουν οι κατ/νοι, αφ’ ενός μεν δεν επιστηρίζονται επί των δεδομένων και των στοιχείων της προκειμένης δικογραφίας, αφ’ ετέρου δε αποτελεί απρόσφορο και στείρο προβληματισμό για την διερεύνηση της υποθέσεως, αλυσιτελή δε, ως προς αυτούς τους ιδίους, δοθέντος ότι δεν εγγίζουν καν την σοβαρά κατ’ αυτών κατηγορία και τις συναφείς ενδείξεις που προέκυψαν γι’ αυτήν σε βάρος τους.
Απλά εξαρτιούνται (οι κατ/νοι) εις το να καταγίνονται, καταβάλλοντας ιδιαίτερη προσπάθεια, στο να αποπροσανατολισθεί η εξέταση των κρισίμων γι’ αυτούς σημείων της κατηγορίας και να επικεντρωθεί η προσοχή σε άσχετα και επουσιώδη για την κατηγορία ζητήματα. Έτσι, δεν απαντούν καν στο κρίσιμο ζήτημα της υπάρξεως δύο διαθηκών και για ποιο λόγο η δεύτερη διαθήκη, επί τη βάσει της οποίας υποτίθεται αυτοί απέκτησαν τίτλο κυριότητος επί του επιδίκου οικοπέδου (για ποίο λόγο) καθυστέρησε να δημοσιευθεί.
Τα γεγονότα αυτά συνάπτονται άμεσα με τα βασικά στοιχεία του αδικήματος της απάτης, που τους αποδίδεται. Δεν δίδουν επίσης καμμία εξήγηση, οι εξ αυτών έξι πρώτοι, για ποίο λόγο (όπως αναλυτικά θα αναφερθεί παρακάτω) η 7η κατ/νη ( Α. Κ.-Ε.) διεχώρησε την ευθύνη της από αυτής και αποστασιοποιήθηκε από τους έξι πρώτους κατ/νους.
Δεν αναφέρουν τίποτε σχετικά με τους ισχυρισμούς των εγκαλούντων, που επιστηρίζονται και από τις μαρτυρικές καταθέσεις, ότι, μετά την κατάθεση εκ μέρους των εγκαλούντων της αίτησης λήψης ασφαλιστικών μέτρων (συντηρητικής κατάσχεσης), οι κατ/νοι διαβεβαίωσαν αρχικά τους εγκαλούντες, ότι θα τους επιστρέψουν τα χρήματά τους, συνομολογώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την παράνομη πράξη της, εν όψει του φόβου των συνεπειών, ακολούθως δε προσπάθησαν να τους καθησυχάσουν με την απατηλή και πάλι διαβεβαίωση, ότι θα τους μεταβιβάσουν κάποιο άλλο ακίνητό τους, που απέκτησαν και πάλι, κατά τον ίδιο τρόπο, από διαθήκη της μητέρας τους, πλην όμως οι εγκαλούντες δεν εδέχθησαν.
Σ’ όλα αυτά οι κατ/νοι τηρούν σιγήν ιχθύος. Επίσης, δεν αναφέρονται καθόλου στην υπ’ αριθμ. 4309/2003 απόφαση του Μον/λούς Πρωτ/κείου Αθηνών, που είναι καταπέλτης σε βάρος τους, δοθέντος ότι η ως άνω απόφαση δέχεται ότι εξαπάτησαν οι κατ/νοι τους εγκαλούντες. Πέραν τούτων οι ισχυρισμοί των κατ/νων εκτός των κενών που παρουσιάζουν, ενέχουν και σοβαρές αντιφάσεις.
Ενδεικτικά επισημαίνονται τα εξής: Ενώ στο υπόμνημά τους (φύλ. 3) δέχονται αρχικά ότι πρέπει ν’ αποδειχθεί ότι ήσαν ιδιοκτήται του επιδίκου ακινήτου ως ενεφανίσθηκαν, παρακάτω αναφέρουν ότι σε ποίον ανήκει ένα ακίνητο δεν κρίνεται με μία εισαγγελική πρόταση ή έστω με ένα βούλευμα στο πλαίσιο μιας ποινικής δίκης.
Εν συνεχεία, ενώ αναφέρουν στο ίδιο υπόμνημά τους (φυλ. 8) ότι εν όψει των εκτεθέντων απ’ αυτούς πιο πάνω, κάθε άλλο παρά μπορεί να συναχθεί έστω και ένδειξις ότι αυτοί (κατ/νοι) - ήσαν απατεώνες, όπως τους παραπέμπει το εκκαλούμενο βούλευμα, ευθύς αμέσως παρακάτω αναφέρουν ότι για να καταδικασθεί κάποιος, έστω και για πταίσμα, όχι όμως για κακούργημα, απαιτείται πλήρης απόδειξη.
Προφανώς όμως, οι κατ/νοι ευρίσκονται σε κάποια σύγχυση, ότι με το βούλευμα που προσέβαλαν δεν καταδικάσθηκαν, αλλά απλώς παραπέμφθηκαν και ότι για την παραπομπή τους δεν απαιτείται πλήρης απόδειξη, αλλά η διαπίστωση επαρκών αποχρωσών ενδείξεων, δηλαδή η ύπαρξη κάποιας σαφούς και συγκεκριμένης πιθανότητος ενοχής των, λαμβανομένου υπόψη ότι η πλήρης απόδειξη απαιτείται για την καταδίκη, η οποία λαμβάνει χώρα στο ακροατήριο (ΑΠ 529/90 ΠΧ ΜΑ’ 33, ΑΠ 26/89 ΠΧ.
ΛΘ’ 652). Εξ άλλου, διερωτώνται οι κατ/νοι επανειλημμένως ποίοι είναι οι τίτλοι και τα ποσοστά των διεκδικούντων το επίδικο ακίνητο. Τούτο σαφέστατα προκύπτει από την από 1-9-03 αγωγή, όπου αναφέρονται λεπτομερώς οι πραγματικοί κύριοι, ιδιοκτήτες, νομείς και κάτοχοι του ακινήτου αυτού καθώς και τα ποσοστά συνιδιοκτησίας της Ε.
χας Α. Μ. και των λοιπών, που κατέθεσαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Κατέληξε δε το Συμβούλιο Εφετών ότι ορθά παραπέμφθηκε με το πρωτόδικο βούλευμα η κατηγορουμένη στο ακροατήριο για τις ως άνω πράξεις. ΣΤ) Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτό με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς ασάφειες και αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκε παραπεμπτέα στο ακροατήριο η αναιρεσείουσα (με τους συγκατηγορούμενούς της), τ’ αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρ. 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 και 386 παρ. 1, 3α, β, 94 και 45 Π.Κ., τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και επομένως οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για λόγους αναίρεσης κατ’ ά. 484 παρ. 1 στοιχ.
δ’ ΚΠΔ είναι αβάσιμες. ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΑ: Ζ) Δεν απαιτείται χωριστή αξιολόγηση και εκτίμηση (ΑΠ 193/88, Π.Χ. ΛΗ/498) του περιεχομένου κάθε αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 1334 και 1424/89, Π.Χ. Μ/586 και 705), καθόσον αρκεί η λήψη αυτών συνολικά (Α.Π. 798/88, Π.Χ. ΛΗ/889) και δεν είναι ανάγκη να εξειδικεύεται τι συνήχθη από το καθένα (ΑΠ 1140/89, Π.Χ.
Μ/424), όπως δε προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα (ανωτέρω υπό ΣΤ’ ), το Συμβούλιο Εφετών συνεκτίμησε όλα κατ’ είδος τ’ αποδεικτικά μέσα (Α.Π. 1825/99, Π.Χ. Ν/810). ΑΝΑΛΥΤΙΚΟΤΕΡΑ: Η) Η αιτίαση ότι το βούλευμα δεν έχει δικές του σκέψεις, αλλά παραπέμπει στην εισαγγελική πρόταση, είναι αβάσιμη, διότι η αιτιολογία επιτρεπτώς γίνεται με αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, καλύπτει δε η εν λόγω αναφορά και τη μνεία των αποδεικτικών μέσων που διαλαμβάνονται στην πρόταση αυτή (έτσι Α.Π. 861/2004, Π.Χ.
ΝΕ/408). Στην προκειμένη περίπτωση η εισαγγελική πρόταση δεν περιορίζεται στην απλή μνεία των αποδεικτικών μέσων, αλλά προβαίνει και σε αναλυτική συσχέτιση και αξιολόγηση αυτών, καταρρίπτοντας με αιτιολογημένες νομικές σκέψεις και αναφορές σε πραγματικά περιστατικά τους αντίθετους ισχυρισμούς των εκκαλούντων συγκατηγορουμένων, αλλά και της τώρα αναιρεσείουσας.
Θ) Οι άλλες αιτιάσεις αφορούν: α) είτε στο χρόνο τελέσεως της απάτης, που όμως μπορεί να μεταβληθεί, εφόσον δεν επηρεάζεται η ταυτότητα της πράξης ή η παραγραφή. β) είτε στα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, που όμως είναι εκτός αναιρετικού ελέγχου, διότι αποτελούν άρνηση της κατηγορίας.
γ) είτε σε ουσιαστικές εκτιμήσεις ή μη ορθή, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, εκτίμηση των αποδείξεων, που όπως ήδη προαναφέρθηκε πιο πάνω, δεν θεμελιώνουν λόγο αναίρεσης και μάλιστα για έλλειψη αιτιολογίας.
Ι) Κατ’ ακολουθία των προαναφερθέντων πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν, κατ’ ά. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ., τα δικαστικά έξοδα στην αναιρεσείουσα. ΙΑ) Ομοίως και το αίτημα της αναιρεσείουσας για αυτοπρόσωπη εμφάνισή της ενώπιον του Συμβουλίου σας πρέπει ν’ απορριφθεί, διότι έχει αναπτύξει την αίτησή της για αναίρεση διεξοδικά και με πληρότητα τους ισχυρισμούς και τις απόψεις της επί του λόγου αναίρεσης που επικαλείται. ΓΙ’ ΑΥΤΟ Προτείνω: 1) Ν’ απορριφθεί το περί αυτοπρόσωπης εμφάνισης της αναιρεσείουσας αίτημά της.
2) Ν’ απορριφθεί η υπ’ αρ. 123/10-10-2005 αίτηση αναίρεσης της Μ. Ε. του Γ., κατοίκου ..., κατά του υπ’ αρ. 1605/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και 3) Να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα εκ 210 ευρώ.
Αθήνα 1/12/2005 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Καίσαρης
Αφού άκουσε
τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Το αίτημα της αναιρεσείουσας για αυτοπρόσωπη εμφάνισή της ενώπιον του Συμβουλίου τούτου, είναι μεν νόμιμο, [άρθ. 309 παρ.2 και 485 παρ. 1, 3 ΚΠΔ], πλην, όμως, πρέπει ν’ απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμο, διότι με τις ένδικη αναιρετική αίτησή της, αναπτύσσει πλήρως και διεξοδικά τις απόψεις της, δίχως ν’ απομένει κανένα σημείο αδιευκρίνιστο, και δεν υπάρχει ανάγκη για την παροχή περαιτέρω προφορικών εξηγήσεων και διευκρινήσεων.- 2.-Από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, ασχέτως αν το όφελος αυτό πραγματοποιήθηκε ή όχι, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή αποσιώπηση αληθινών, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και γ) βλάβη ξένης, περιουσίας [ζημία], η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη, και η οποία υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση για την ανόρθωσή της.
Εξάλλου κατά την παράγραφο 3 εδ. α’ του ίδιου άρθρου 386 ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/3.6.1999, η απάτη έχει κακουργηματικό χαρακτήρα και αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων δρχ. (73.000 ευρώ]. Τέλος, κατά το άρθρο 45 Π.Κ. "αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός".
Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του διαπραττόμενου εγκλήματος γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος. 3.- Στην προκειμένη περίπτωση, με το 790/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών: 1.
Η αναιρεσείουσα Μ. Ε., 2. η Μ. -Ν. Μ., 3. ο Δ. Έ., 4. ο Ε. Ε., 5. η Π. Α., 6. η Α. Κ., 7. η Α. Ε., και 8. ο Σ. Μ., για να δικαστούν οι πρώτοι επτά για την πράξη της απάτης, κατά συναυτουργία και κατά συρροή, ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας, από την οποία το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δραχμών, ο δε τελευταίος για άμεση συνέργεια στις άνω πράξεις.
Μετά από έφεση των φερόμενων ως συναυτουργών, εκδόθηκε το προσβαλλόμενο 1605/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο, αφού απέρριψε κατ’ ουσία τις εφέσεις τους, επικύρωσε τις σχετικές παραπεμπτικές διατάξεις του. Με το βούλευμα αυτό, το Συμβούλιο Εφετών, με επιτρεπτή, καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ’ αυτό εισαγγελική πρόταση, η οποία συμπληρωματικά παραπέμπει στο πρωτόδικο και στην ενσωματωμένη σ’ αυτό πρόταση του εισαγγελέα, δέχθηκε ανελέγκτως ότι από τα αναφερόμενα κατ’ είδος αποδεικτικά μέσα [καταθέσεις όλων των μαρτύρων που εξετάστηκαν, όλων των εγγράφων που βρίσκονται στη δικογραφία και τις απολογίες των κατηγορουμένων, καθώς και το από 11.7.2005 υπόμνημα τους] προέκυψαν, τα ακόλουθα, ως προς την αναιρεσείουσα κυρίως, πραγματικά περιστατικά:
Οι εγκαλούντες Γ. και Ν. Κ. είναι εργολήπτες, διατηρούν στο Χαλάνδρι τεχνικές εταιρίες και αναλαμβάνουν κατασκευή πολυκατοικιών επί ιδιόκτητων οικοπέδων. Στις αρχές Ιουνίου 2002 επισκέφθηκε τα γραφεία τους ο 8ος κατηγορούμενος Σ. Μ., που είναι μεσίτης, και τους ενημέρωσε ότι πωλείται ακίνητο στα Άνω Πατήσια, επί της οδού ..., και τους πρότεινε να το αγοράσουν, διότι τους συνέφερε.
Αυτοί επισκέφθηκαν το ακίνητο με τον Σ. Μ., το βρήκαν κατάλληλο, και αποφάσισαν να το αγοράσουν, ζήτησαν δε από τον Σ. Μ. να τους φέρει σε επαφή με τους ιδιοκτήτες του. Απάντησε ότι είναι εξουσιοδοτημένος από αυτούς να διαπραγματευθεί την πώλησή του ακινήτου, και ζήτησε επιμόνως να του καταβάλουν προκαταβολή, πράγμα που οι εγκαλούντες αρνήθηκαν.
Αφού κατέληξαν στην τιμή αγοράς του, στις 9-7-2002 οι εγκαλούντες μετέβησαν στο συμβολαιογραφείο της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Αυγερίου, την οποία υπέδειξε ο Σ. Μ., επί πλέον δε κατ’ απαίτησή του, παραστάθηκε για λογαριασμό τους ο δικηγόρος Αυγέρης Αυγερίου σύζυγος της άνω συμβολαιογράφου. Εκεί, στο συμβολαιογραφείο οι εγκαλούντες συνάντησαν τους πωλητές, που είναι αδέλφια, δηλαδή την αναιρεσείουσα και τους υπόλοιπους έξι κατηγορούμενους.
Όλοι τους διαβεβαίωσαν τους εγκαλούντες ότι είναι συγκύριοι του προαναφερόμενου οικοπέδου, κατά ποσοστό 1/7 εξ αδιαιρέτου καθένας, και ότι είχε περιέλθει σ’ αυτούς από κληρονομιά της μητέρας τους Ν. Γ. Ε. δυνάμει ιδιόγραφης διαθήκης της, ότι η διαθέτης ήταν αποκλειστική κυρία του οικοπέδου αυτού, περιήλθε δε σ’ αυτήν με άτυπη δωρεά από τον πατέρα της, χωρίς ν’ αμφισβητηθεί ποτέ από κανένα, και έτσι είχε αποκτήσει την κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία.
Περαιτέρω, τους διαβεβαίωσαν ότι η άνω διαθήκη είχε δημοσιευθεί νόμιμα, και ότι οι αυτοί είχαν αποδεχθεί την κληρονομιά με την υπ’ αριθμ. .../4-6-02 πράξη της ίδιας παραπάνω συμβολαιογράφου, που είχε νόμιμα μεταγραφεί. Έτσι, υπογράφηκε μεταξύ των επτά πρώτων κατηγορουμένων, ως πωλητών, και των εγκαλούντων, ως αγοραστών το .../9.7.2002 συμβόλαιο, με το οποίο οι πρώτοι πώλησαν και μεταβίβασαν, κατά το 1/7 ο καθένας, την κυριότητα του οικοπέδου στους άνω εγκαλούντες - αγοραστές και δη κατά ποσοστό 30% στον Γ.
Κ. και 70% στον Ν. Κ. Αμέσως, επίσης, κατέβαλαν οι εγκαλούντες το ποσό των 206.606 Ευρώ, για το συμφωνηθέν τίμημα με ισόποσες, τραπεζικές επιταγές, και το ποσό των 139.688 Ευρώ με μία τραπεζική επιταγή, για την τακτοποίηση διαφόρων υποχρεώσεων των κατηγορουμένων, πέρα από το συμφωνηθέν τίμημα, όπως ζήτησαν οι τελευταίοι, ποσό που δεν ανεγράφη στο συμβόλαιο.
Όλες οι επιταγές αυτές εισπράχθηκαν από τους κατηγορούμενους, κατέβαλαν δε επιπλέον οι εγκαλούντες 19.968,61 Ευρώ για αναλογούντα φόρο μεταβιβάσεως, 4.501 Ευρώ για δικαιώματα συμβολαιογράφου και έξοδα μεταγραφής, 8.519 Ευρώ για μεσιτική αμοιβή του 8ου κατηγορούμενου Σ. Μ., και 4.500 Ευρώ για αμοιβές δικηγόρων, που παραστάθηκαν κατά την υπογραφή του συμβολαίου.
Ακολούθως, οι εγκαλούντες φρόντισαν για την έκδοση της με αριθ. .../2002 αδείας οικοδομής, για ανέγερση πολυώροφης οικοδομής στο ως άνω οικόπεδο, και άρχισαν προς τούτο εκσκαφές επί του οικοπέδου. Ενώ όμως βρίσκονταν στο στάδιο αυτό, στις 4-12-02, τους κοινοποιήθηκε η υπό ίδια ημερομηνία αίτηση ασφαλιστικών μέτρων νομής, που είχε κατατεθεί στο Ειρηνοδικείο Αθηνών, εκ μέρους τριάντα ενός (31) αιτούντων, αγνώστων στους εγκαλούντες, προσώπων, οι οποίοι επικαλούντο κυριότητα και νομή επί του άνω οικοπέδου, στηριζόμενη σε τίτλους κτήσεως αυτών και των δικαιοπαρόχων τους, και ζητούσαν να αναγνωρισθούν προσωρινά νομείς τούτου και να διαταχθεί η αποβολή των εγκαλούντων απ’ αυτό, εκδόθηκε δε προσωρινή διαταγή του Ειρηνοδίκη Αθηνών, η οποία απαγόρευε στους εγκαλούντες την εκτέλεση κάθε φύσης οικοδομικών εργασιών στο συγκεκριμένο ακίνητο.
Περαιτέρω δέχεται το βούλευμα, ότι ούτε η αποβιώσασα μητέρα των πωλητών - κατηγορουμένων, ούτε οι ίδιοι ήταν κύριοι και νομείς του ακινήτου αυτού, αλλά κύριοι και νομείς του ήταν αρχικά ο Γ. και η Π. Μ. και στη συνέχεια οι κληρονόμοι τους, και συγκεκριμένα οι 24 από τους άνω 31 αιτούντες. Για το λόγο αυτό το Ειρηνοδικείο δέχθηκε την άνω αίτηση που συζητήθηκε στις 4-2-03 και αναγνώρισε προσωρινά νομείς τους αναφερόμενους σ’ αυτή 24 από τους αιτούντες, διέταξε δε την απόδοση του ακινήτου σ’ αυτούς και την αποβολή των εγκαλούντων.
Διαπίστωσαν δε τότε οι εγκαλούντες ότι η μητέρα των κατηγορουμένων, και φερόμενη ως δικαιοπάροχός τους, είχε συντάξει δύο ιδιόγραφες διαθήκες, μία στις 27-7-81 και άλλη στις 7-10-81. Η πρώτη διαθήκη που δεν ανέφερε καν το επίδικο οικόπεδο δημοσιεύθηκε νομίμως στις 4-2-82, ήτοι 26 ημέρες μετά το θάνατό της. Η δεύτερη διαθήκη, στην οποία γίνεται μνεία του επίδικου οικοπέδου, δημοσιεύθηκε στις 29-10-99, ήτοι μετά από δεκαεπτά χρόνια, από τον θάνατο της.
Κατά τον τρόπο αυτό οι εκκαλούντες πέτυχαν να εφοδιαστούν με "νόμιμο τίτλο", βάσει του οποίου εφέροντο ότι απέκτησαν την κυριότητα του επίδικου ακινήτου με κληρονομική διαδοχή, και με την βοήθεια και του συγκατηγορουμένου τους Σ. Μ. μπόρεσαν να επιτύχουν την παραπλάνηση των εγκαλούντων, και την πώληση σ’ αυτούς ακινήτου του οποίου δεν ήταν ούτε νομείς, ούτε κύριοι.
Επιβεβαιώνεται πλήρως από τα στοιχεία της δικογραφίας, συνεχίζει το βούλευμα, ότι οι επτά πρώτοι κατηγορούμενοι γνώριζαν πολύ καλά ότι δεν ήταν κύριοι και νομείς του συγκεκριμένου οικοπέδου και ότι ο τίτλος που εμφάνισαν στους εγκαλούντες, προκειμένου να τους πείσουν να προβούν στην αγορά του, δεν οδηγούσε σε κτήση κυριότητας τούτου, αφού η εμφανιζόμενη ως δικαιοπάροχός τους, μητέρα τους, αποδεδειγμένα ουδέποτε είχε νεμηθεί το ακίνητο αυτό.
Οι εγκαλούντες προέβησαν στην αγορά του άνω ακινήτου και την καταβολή των αναφερθέντων χρηματικών ποσών και λοιπών εξόδων, αφού πείσθηκαν στις άνω ψευδείς παραστάσεις και διαβεβαιώσεις των κατηγορουμένων, ότι δηλαδή οι επτά πρώτοι εξ αυτών ήταν δήθεν αποκλειστικοί κύριοι του ακινήτου αυτού, ως αποκτήσαντες την κυριότητά του με τον προεκτεθέντα τρόπον, ενώ αν γνώριζαν την αλήθεια, δεν θα προέβαιναν στην αγορά του και φυσικά δεν θα ζημιώνονταν.
Κατά συνέπεια, συντρέχει εν προκειμένω με βάση τα προαναφερθέντα, αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της αξιόποινης συμπεριφοράς των κατηγορουμένων και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος. Συνίσταται δε η ζημία τους, και το αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος των κατηγορουμένων, στο οποίο αποσκοπούσαν με τη συμπεριφορά τους, στο ποσό του τιμήματος που καθένας κατά το μερίδιό του κατέβαλε, και το οποίο υπερβαίνει [για καθένα] το ποσό των 73.000 ευρώ, επιπλέον δε ζημιώθηκαν και κατά το ποσό που δαπάνησαν για τα υπόλοιπα έξοδα που απαιτούνταν για την ολοκλήρωση της αγοραπωλησίας.
Με βάση τα περιστατικά αυτά, και περαιτέρω επιχειρηματολογία που παρατίθεται στο βούλευμα, σε σχέση με την αβασιμότητα των ισχυρισμών των κατηγορουμένων, ότι δηλαδή είχαν την πεποίθηση ότι το πωληθέν ανήκε κατά κυριότητα στην αποβιώσασα μητέρα τους, το Συμβούλιο Εφετών έκρινε, ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή [α] της αναιρεσείουσας και των συγκατηγορούμενων αδελφών της στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για την ανωτέρω σε βαθμό κακουργήματος αξιόποινη πράξη της απάτης, κατά συρροή, από την οποία το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά [για κάθε παθόντα] το ποσό των 25.000.000 δρχ. [73.000 ευρώ], την οποία τέλεσαν στην Αθήνα, στις 9.7.2002, κατόπιν συναπόφασης, με κοινό δόλο και κοινή δράση, και [β] του Σ.
Μ., για άμεση συνέργεια στις παραπάνω πράξεις. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του, καθ’ όσον αφορά την αναιρεσείουσα, την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ενεργηθείσα ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τις σκέψεις, με τις οποίες έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή της για την άνω, κατά συρροή, αξιόποινη πράξη που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 45, 94, 386 παρ. 1 και 3β του ΠΚ, που εφάρμοσε.
Ειδικότερα: 1] Το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν στερείται της επιβαλλόμενης από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ αιτιολογίας και εκ του λόγου ότι το Συμβούλιο αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος, και το Συμβούλιο αποδέχεται όλα τα διαλαμβανόμενα σ’ αυτή, εκτίθενται δε στην πρόταση με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνάγονται, και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη η επανάληψη από το Συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών.
Έτσι οι αντίθετες προς τα παραπάνω αιτιάσεις της αναιρεσείουσας [υπό στοιχ. α’ της αίτησης] είναι αβάσιμες. 2] Όπως προκύπτει από το αιτιολογικό του βουλεύματος που παρατέθηκε, το Συμβούλιο δέχεται ότι οι διαπραγματεύσεις για την αγορά του επίμαχου ακινήτου άρχισαν στις αρχές Ιουνίου 2002, μέσω του μεσίτη Σ.
Μ., και αφού οι εγκαλούντες συμφώνησαν ως προς το ύψος του τιμήματος, προκαταβολή του οποίου αρνήθηκαν να καταβάλουν στον Σ. Μ., στις 9.7.02 συνάντησαν τους πωλητές, δηλαδή την αναιρεσείουσα και τους λοιπούς συναυτουργούς, οπότε αυτοί ενήργησαν και ολοκλήρωσαν την απατηλή συμπεριφορά τους, δηλαδή προέβησαν στις ψευδείς παραστάσεις εξ αιτίας των οποίων παραπλανήθηκαν (πείσθηκαν) οι εγκαλούντες και πραγματοποίησαν την αγορά του ακινήτου, με την εξ αυτής ζημία τους.
Έτσι οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, [επίσης υπό στοιχ. α’ της αίτησης] με τις οποίες προβάλλεται ελλιπής αιτιολογία του βουλεύματος, χωρίς να αναφέρονται συγκεκριμένες ελλείψεις, ενώ αναφέρονται ως αντιφάσεις "......κατά το προσβαλλόμενο βούλευμα η εγκληματική δράση των πωλητών περιορίζεται στα λαβόντα χώραν την ρηθείσαν 9 Ιουλίου 2002...
όμως οι αγοραστές στις 8.7.02 είχαν υποβάλει στην εφορία τη δήλωση φόρου μεταβίβασης και είχαν καταβάλει το σχετικό φόρο,.....στις 9.7.02 φώναξαν οι αγοραστές τους πωλητές και απλά έγιναν τα συμβόλαια της αγοράς, και μόνον, και ... εάν οι πωληταί είχαν εξαπατήσει τους αγοραστές στις 9 Ιουλίου 2005, έπρεπε τότε να άρχιζε η διαδικασία της πωλήσεως.
Άπαξ και αυτή είχε αρχίσει προηγουμένως, δεν υπάρχει απάτη, δεν είναι η αγορά του ενδίκου ακινήτου προϊόν της απάτης των πωλητών....αλλά υπάρχει αστική διαφορά..", περιστατικά δηλαδή που δεν συνιστούν παραδοχές του Συμβουλίου αλλά απόψεις της αναιρεσείουσας σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτες. 3] Εφόσον το Συμβούλιο βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη του όλα τα έγγραφα που υπάρχουν στην δικογραφία, συνάγεται, χωρίς καμία αμφιβολία, ότι έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και την προσκομισθείσα από τους αναιρεσείοντες 3934/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Το γεγονός ότι απέδωσε διαφορετική αποδεικτική αξία στο έγγραφο αυτό, δεν σημαίνει ότι το αγνόησε και δεν το συνεκτίμησε κατά το σχηματισμό της κρίσης του. Άρα η αιτίαση της αναιρεσείουσας [υπό στοιχ. β της αίτησης] είναι αβάσιμη.
4] Το Συμβούλιο δέχεται ότι πραγματικοί κύριοι του ακινήτου ήταν αρχικά ο Γ. και η Π. Μ. και στη συνέχεια οι 24 αναφερόμενοι στην άνω απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών κληρονόμοι τους. Δεν ήταν δε αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας του να αναφέρει το εξ αδιαιρέτου ποσοστό συγκυριότητας καθενός εξ αυτών, και επομένως η σχετική αιτίαση [επίσης υπό στοιχ. β’ της αίτησης] είναι ομοίως αβάσιμη. 5] Για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος δεν απαιτείται χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου και τι από αυτό συνήγαγε το Συμβούλιο, αλλά αρκεί η μνεία του είδους των αποδεικτικών μέσων, στην αξιολόγηση των οποίων στήριξε την παραπεμπτική κρίση του.
Συνεπώς, εφόσον το Συμβούλιο μνημονεύει ρητώς μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, που έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, και το από 11.7.2005 υπόμνημα των κατηγορουμένων, οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας [υπό στοιχ. γ’ της αίτησης] ότι η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ελλιπής, διότι, δεν αναφέρεται στο βούλευμα το περιεχόμενο του υπομνήματος αυτού και οι λόγοι που δεν πείσθηκε εκ του περιεχομένου του ώστε να οδηγηθεί σε διαφορετική κρίση, είναι επίσης αβάσιμες. 6] Όλες οι λοιπές αιτιάσεις που προβάλλονται με την κρινόμενη αίτηση πλήττουν, υπό την επίφαση του από το άρθρο 484 παρ. 1 δ’ του ΚΠΔ λόγου αναίρεσης, την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου σε σχέση με την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι γι’ αυτό απαράδεκτες. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα (άρθ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει το αίτημα της αναιρεσείουσας Μ. Ε. για αυτοπρόσωπη εμφάνισή της ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου σε Συμβούλιο, και την με αριθ. 123/2005 αίτησή της για αναίρεση του 1605/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα στην αναιρεσείουσα που ανέρχονται σε διακόσια δέκα (210) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαρτίου 2006. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 26 Απριλίου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ